“Ο Μικρός Πρίγκηπας” στους Δρόμους ζωής.

Μια παλιά εγγλέζικη συμβουλή προς ηθοποιούς έλεγε: “Μην παίξεις ποτέ πλάι σε παιδί, σε σκυλί και στον Τσαρλς Λώτον (παλιός ηθοποιός), γιατί θα σου κλέψουν την παράσταση”!

Φανταστείτε λοιπόν τι έχει να γίνει όταν ένα αγαπημένο ανάγνωσμα όπως ο “Μικρός Πρίγκηπας” παίρνει τον δρόμο για το σανίδι και όχι μόνο παίζουν παιδιά αλλά έχουν προετοιμάσει και την παράσταση. Επιτυχία εγγυημένη!

Όσοι μπορείτε, να πάτε οπωσδήποτε. Αυτή η προσπάθεια που γίνεται στους “Δρόμους ζωής πρέπει να βρει κι άλλους φίλους κι άλλους μιμητές. Το θέατρο είναι το καλύτερο μέσο για να ενώσει ψυχικά τους ανθρώπους.

«Ο Πρίγκηπας του Χόμπουργκ» στο Εθνικό Θέατρο

Έργο

Για να κατανοηθεί επαρκώς το θέατρο του Kleist, πρέπει να έχει κανείς κατά νου τη μεταφυσική του διάσταση που ενισχύεται άλλωστε απ’ το ότι ο συγγραφέας έζησε και δημιούργησε στην ακμή του γερμανικού ρομαντισμού (σ.σ ο ρομαντισμός ευνόησε στην ανάπτυξη του μεταφυσικού θεάτρου). Μεταφυσικό είναι το θέατρο που ασχολείται με το αιώνιο και το αμετάβλητο. Ο Kleist ενδιαφέρεται ιδιαιτέρως για ό, τι δεν εμπίπτει στον κόσμο της πλήρους συνείδησης και των αισθήσεων. Οι δραματικοί του ήρωες ζουν και αντιλαμβάνονται τον κόσμο και τη μοίρα τους με τρόπο παράφορο, όπως έκανε άλλωστε κι ο ίδιος.

Ένα απ’ τα τεχνάσματα που ευνοεί στην επικοινωνία με το ανεξήγητο, το παράδοξο, το παραπλανητικό είναι η συχνή χρήση του ονείρου. Οι ήρωες αφήνονται να ονειροπολούν, να παραληρούν, να ονειρεύονται. Συχνά μάλιστα τα όνειρα τους είναι προφητικά.

Στον «Πρίγκηπα του Χόμπουργκ», ο Πρίγκηπας ονειρεύεται ότι νικάει τους εχθρούς της πατρίδας του, δοξάζεται κι ευτυχεί. «Πλέκει στο όνειρό του ένα στεφάνι σαν να γιόρταζε κιόλας τη μελλοντική του δόξα» συμπεραίνουν οι γύρω του στην πρώτη σκηνή της πρώτης πράξης, παρακολουθώντας την υπνοβατική του δραστηριότητα. Κι ο ίδιος θα πει διηγούμενος αργότερα το όνειρό του. «Τι παράξενο όνειρο είδα! Ένας βασιλικός πύργος, αστράφτοντας από ασήμι και χρυσάφι ανοίχτηκε μπροστά μου και μια ολόκληρη συνοδεία από πρόσωπα που αγαπώ κατέβηκε από μια μαρμάρινη σκάλα. Κι Εκείνος, ο Εκλέκτορας με το ευγενικό μέτωπο κρατάει ένα δάφνινο στεφάνι στο χέρι. Έρχεται να μου το βάλει ακριβώς μπροστά στα μάτια μου. Για να με εξάψει περισσότερο, τυλίγει γύρω απ’ αυτό το περιδέραιο που φορούσε στο λαιμό του».

Ο τρόπος που λειτουργεί το όνειρο στον Kleist συνδέεται συχνά με την υλική πραγματικότητα, έτσι ώστε να δημιουργήσει ακόμα μεγαλύτερη σύγχυση. Τη στιγμή που ο πρίγκηπας ονειρεύεται και υπνοβατεί παρεμβαίνουν χωρίς να τον ξυπνήσουν τα πρόσωπα του άμεσου περιβάλλοντος του. Τυλίγουν γύρω του μια χρυσή αλυσίδα γύρω από το δάφνινο στεφάνι που ο ίδιος έχει πλέξει στον ύπνο του ονειρευόμενος τη δόξα του κι αφήνουν πίσω τους ένα γυναικείο γάντι, της Ναταλίας. Όταν ο πρίγκηπας ξυπνάει και ανακαλεί στην μνήμη του το όνειρο, αντιλαμβάνεται πώς κάτι απ’ αυτά που είδε στον ύπνο του υπάρχει και στην πραγματικότητα. Το γάντι μοιάζει σαν να δραπέτευσε απ’το όνειρο.

Ο «Πρίγκηπας του Χόμπουργκ», είναι το τελευταίο έργο της σύντομης ζωής του Kleist. Το τελείωσε λίγους μήνες πριν αυτοκτονήσει, το 1811, στα 30 του χρόνια. Ο βασικός ήρωας έχει χαρακτηριστικά του ίδιου του Kleist: στρατιωτικός κι αυτός, αλλά –ελεύθερο πνεύμα, ποιητική φύση και με αντισυμβατική συμπεριφορά– αισθάνεται να ασφυκτιά μέσα στη στολή του αξιωματικού.

Η υπόθεση έχει ιστορική βάση και εξελίσσεται το 1765. Ο ηγεμόνας του Βρανδεμβούργου αντιμετωπίζει εισβολή των Σουηδών. Ο πρίγκηπας, και ανιψιός του, που είναι αρχηγός του ιππικού, δεν τηρεί την εντολή του στην κρίσιμη μάχη, κι έτσι, παρά το θρίαμβο και τη νίκη, καταδικάζεται σε θάνατο. Ο ηγεμόνας δέχεται πιέσεις- τόσο απ’ το σύνολο του στρατού όσο κι απ’ την ανιψιά του Ναταλία- να άρει τη θανατική καταδίκη και οδηγείται σε μιαν απροσδόκητη πρόταση προς τον πρίγκηπα, ο οποίος όμως δεν θα συναινέσει, γιατί προτιμά να κρατήσει την αξιοπρέπειά του - στάση πολύ σωκρατική.

Παράσταση

Ο σκηνοθέτης Λευτέρης Βογιατζής που έκανε το θεατρικό του ντεμπούτο πριν από 26 χρόνια με την «Σπασμένη στάμνα» του Kleist, βλέπει μέσα στο έργο καθαρά την προσωπικότητα του Kleist, τις επιθυμίες, «τον διχασμό του ανάμεσα σε μια λογική αναζήτηση της ευτυχίας (έχει γράψει κι ένα δοκίμιο για την ευτυχία, τι πρέπει να κάνει κανείς για να είναι ευτυχισμένος) και σε μια διάθεση φυγής - από τον εαυτό του και τον κόσμο. Όλα όμως σιγά σιγά τα ένιωσε να γκρεμίζονται, πέρασε την περίφημη Κρίση του Καντ - μπήκε μέσα του το στοιχείο της σχετικότητας των πραγμάτων, καταβαραθρώθηκε η βεβαιότητα, πράγμα που, μαζί με άλλα, τον οδήγησε τελικά στην αυτοχειρία».

«Η παράσταση του Πρίγκηπα του Χόμπουργκ» σκηνοθετημένη απ’ τον Βογιατζή είναι η δεύτερη παρουσίαση του έργου στην Ελλάδα. Έχει προηγηθεί η σκηνοθεσία του Δημήτρη Ροντήρη το 1938 για το Εθνικό θέατρο πάλι. Ο Βογιατζής ενδιαφέρεται για τον πρίγκηπα και από υποκριτικής πλευράς «Ο πρίγκηπας του Χόμπουργκ» όμως τον ενδιέφερε από χρόνια - «μικρός ήθελα να παίξω τον πρίγκηπα, όπως και τώρα θα ήθελα να μπορούσα να έπαιζα τον θείο του, τον ηγεμόνα του Βρανδεμβούργου».

Ο Βογιατζής βρίσκεται σε μια ώριμη σκηνοθετική στιγμή. Στην παράσταση αυτή δεν πρέπει να περιμένει κανείς να δει τον Βογιατζή της οδού Κυκλάδων. Ούτε ο χώρος, αλλά ούτε το ίδιο το έργο προσφέρονται για πολλές «τεχνικές» επεμβάσεις. Εδώ έχουμε ένα συγκεκριμένο έργο των αρχών του 19ου αιώνα, επηρεασμένο απ’ τις ιστορικές και κοινωνικές αντιφάσεις, μπολιασμένο με μια συγκεκριμένη αισθητική άποψη που είναι και το υπαρξιακό στίγμα μιας ευαίσθητης μερίδας της διανόησης των αρχών του 19ου αιώνα. Ο σκηνοθέτης σεβάστηκε την «κατάθεση» του πρώσσου δραματουργού, ενέταξε αρμονικά τα στοιχεία της ενόρασης και τον αινιγματικό χαρακτήρα που απορρέει από τη σύγχυση πραγματικού και ονειρικού.

Σκηνικά το έργο αποδόθηκε με τον καλύτερο τρόπο. Προσεγμένο στις λεπτομέρειες, το αποτέλεσμα παραπέμπει σε τοπίο παραμυθιού, ακριβώς όπως το ήθελε κι ο σκηνοθέτης

«Το σκηνικό είναι πέρα από αυτό που βλέπεις. Χιονίζει συνέχεια - πώς μας ήρθε αυτό!; Υπάρχει ένα «κλίμα» πίσω από την πραγματικότητα του έργου, να τολμήσω να το πω “παραμυθιού”;». Έχει να κάνει ίσως με τη σιγή που φέρνει ένα χιονισμένο τοπίο; «Αυτό είναι το κύριο!», αναφωνεί. «Γι’ αυτό και δεν ξέρω ακόμα αν θα προσθέσω σε ορισμένες σκηνές ήχους περιβάλλοντος - γιατί για μουσική ούτε λόγος.»

Και πραγματικά, μουσική δεν ακούστηκε καθόλου. Ένας ήχος μόνο που σηματοδοτούσε την εμφάνιση του Πρίγκηπα κάθε φορά στη σκηνή, τόσο διακριτικός και συγχρόνως τόσο χαρακτηριστικός.

Τα κοστούμια επίσης του Γιώργου Πάτσα, επίσης είναι πάνω σε μια στρατιωτική βάση, άχρονα όμως, σε γκρίζους και μαυρόασπρους τόνους - χρώματα υπάρχουν μόνο σε κάτι στρατιωτάκια με τα οποία αναπαριστούν το πεδίο της μάχης.

Οι ηθοποιοί υπάκουσαν τον σκηνοθέτη παράγοντας ένα αποτέλεσμα που-ανεξάρτητα απ’ το αν βάσει θεματολογίας έλκει ή μη τον σημερινό θεατή-, είναι προϊόν σημαντικής δουλειάς. Ο Νίκος Κουρής υπήρξε ένας μελαγχολικός και ονειροπόλος Πρίγκηπας, όχι του κόσμου τούτου. Ο Δημήτρης Λιγνάδης, αν κι έχει έναν έμφυτο υποκριτικό ακκισμό, τον χαλιναγώγησε έτσι ώστε να είναι πειστικός ως Εκλέκτορας.

Ο Νίκος Αρβανίτης ήταν ένας συγκινητικός Συνταγματάρχης Κότβιτς. Η Λυδία Φωτοπούλου κάνει σύντομη αλλά με σκηνικό κύρος εμφάνιση σαν αρχόντισσα της Οράγγης, ενώ η Έμιλυ Κολιανδρή υπήρξε πολύ φρέσκια παρουσία στον ρόλο της ερωτευμένης Ναταλίας

Εθνικό θέατρο – Σκηνή Κοτοπούλη Ρεξ

Χάϊνριχ Φον Κλάιστ

«Ο Πρίγκηπας του Χόμπουργκ»

Μετάφραση: Τζένη Μαστοράκη

Σκηνοθεσία: Λευτέρης Βογιατζής

Σκηνικά-Κοστούμια: Γιώργος Πάτσας

Φωτισμοί:Λευτέρης Παυλόπουλος

Παίζουν: Νίκος Κουρής, Λυδία Φωτόπουλου, Δημήτρης Λιγνάδης, Νίκος Αρβανίτης, Γιάννης Τσορτέκης, Θόδωρος Κατσαφάδος, Έμιλυ Κολιανδρή, Στεφανία Γουλιώτη, Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος, Δημήτρης Καρτόκης, Παναγιώτης Κλίνης, Γιάννης Κότσιφας, Στράτος Μενούτης, Δημήτρης Ντάσκας, Όμηρος Πουλάκης, Νικόλας Παπαγιάννης, Μενέλαος Χαζαράκης, Γιάννης Χαρτδιπλωμένος

Λίγα βιογραφικά στοιχεία για τον συγγραφέα
Ο
Heinrich von Kleist (Χάινριχ φον Κλάιστ) γεννήθηκε στις 18 Οκτωβρίου 1777 στη μικρή πόλη της Φρανκφούρτης-πάνω-στον-Όντερ. Οι γονείς του πέθαναν όταν ο Kleist ήταν ακόμη μικρός και μια θεία του ανέλαβε την ανατροφή του. Το 1788 στάλθηκε σε οικοτροφείο και σε ηλικία 14 ετών κατατάχτηκε στη Φρουρά του Πότσδαμ. Έμεινε στο στρατό μέχρι το 1799. Το 1801 πήγε στο νησί Ντελοζέα στην ελβετική λίμνη Τουν. Εκεί γνώρισε μια σύντομη περίοδο ευτυχίας, αρκετή για να ολοκληρώσει το πρώτο του θεατρικό έργο, “Οικογένεια Γκόνορετς”, που στη συνέχεια το έβαλε να διαδραματίζεται στη Γερμανία και του έδωσε τον τίτλο “Οικογένεια Στρόφενσταϊν” (1803). Με τη συγγραφή θεατρικών έργων ασχολήθηκε από το 1803 μέχρι το 1811: “Η οικογένεια Στρόφενσταϊν”, 1803, “Η σπασμένη στάμνα”, 1806, “Αμφιτρύων”, 1807, “Πενθεσίλεια”, 1807, “Το Κατερινάκι του Χάιλμπρον”, 1807, “Η μάχη του Χέρμαν”, 1808, και “Πρίγκιπας Φρειδερίκος του Χόμπουργκ”, 1811. Έγραψε διηγήματα και νουβέλες από το 1806 έως το 1811: “Ο σεισμός στη Χιλή”, 1807, “Η Μαρκησία του Ο…”, 1808, “Μίχαελ Κολχάας”, “Η ζητιάνα του Λοκάρνο”, 1810, “Ο έκθετος”, “Αρραβωνιάσματα στον Άγιο Δομήνικο”, “Η Αγία Καικιλία ή η δύναμη της μουσικής” και “Η μονομαχία”, 1811. Το 1807 ο Κλάιστ ξεκίνησε ένα μηνιαίο λογοτεχνικό περιοδικό, τον “Φοίβο”. Ήταν το όχημα για τη δημοσίευση αποσπασμάτων των έργων του, αλλά μια σειρά από αντιξοότητες ακολούθησε την περίοδο της καλοτυχίας. Παρόλο που ο Γκαίτε συμφώνησε ν’ ανεβάσει τη “Σπασμένη στάμνα”, απέρριψε την “Πενθεσίλεια”. Επιπλέον η “Σπασμένη στάμνα” απέτυχε στη σκηνή της Βαϊμάρης, οι σχέσεις μεταξύ Γκαίτε και Κλάιστ έγιναν τεταμένες και ο “Φοίβος” έκλεισε τον Δεκέμβριο του 1808. Την περίοδο κατάθλιψης ακολούθησε ένας ανανεωμένος ενθουσιασμός. Το 1810 εξέδωσε την πρώτη ημερήσια πρωσική εφημερίδα “Berliner Abendblatter“, η οποία όμως έκλεισε τον Μάρτιο του 1811. Στην “Berliner Abendblatter” δημοσιεύθηκαν μερικά από τα διηγήματά του όπως το “Η Αγία Καικιλία ή η δύναμη της μουσικής” και σημαντικά δοκίμια, με κυριότερο το “Σχετικά με το θέατρο των μαριονετών”, 1810. Το κλείσιμο της εφημερίδας του έδωσε το τελειωτικό χτύπημα. Στράφηκε πάλι στο θέατρο, αλλά κανείς δεν ήταν πρόθυμος ν’ ανεβάσει έργο του. Τότε έτυχε να συναντήσει τη Χενριέτε Φόγκελ, μια παντρεμένη γυναίκα που έπασχε από ανίατο καρκίνο. Προδίδοντας τη σύζυγό του, Μαρί φον Κλάιστ, που αρνήθηκε μια συμφωνία αυτοκτονίας, ο Kleist τ στράφηκε στη Φόγκελ που με ενθουσιασμό ασπάστηκε την ιδέα ενός διπλού θανάτου. Ετοίμασαν επιμελώς τις τελικές λεπτομέρειες. Ο Kleist έκαψε τα υπολείμματα των έργων του (μαζί και την αυτοβιογραφική νουβέλα του “Η ιστορία της ψυχής μου”, που λέγεται ότι είχε καταπλήξει τους ελάχιστους που τη διάβασαν). Στις 21 Νοεμβρίου του 1811, βγήκαν στην εξοχή και ήπιαν τσάι εκεί ο Kleist πρώτα πυροβόλησε τη Φόγκελ κι έπειτα τον εαυτό του.


Πενθήμερο φεστιβάλ θέατρου «Σύστημα Αθήνα»

Ένα πενθήμερο φεστιβάλ θεατρικών παραστάσεων ξεκινά σήμερα στα πλαίσια του προγράμματος «Σύστημα Αθήνα». Ο θεσμός αυτός ξεκίνησε πέρυσι πιλοτικά και συνεχίζεται φέτος με 12 θεατρικές παραγωγές (η επιτροπή είχε επιλέξει 13, αλλά μία εξ αυτών, η «Νεκρή Φύση σε χαντάκι» στο Αμόρε ακυρώθηκε λόγω τραυματισμού της ηθοποιού Ελένης Κοκκίδου) τις οποίες θα παρακολουθήσουν ξένοι κριτικοί, διευθυντές φεσιβάλ και θεάτρων και παραγωγοί. Την ευθύνη της διοργάνωσης έχει το Ελληνικό Κέντρο του Διεθνούς Ινστιτούτου Θεάτρου κι ο στόχος δεν είναι άλλος από την διεθνή προβολή του ελληνικού θεάτρου. Κάποιες απ’ τις παραστάσεις που συμμετέχουν θα κριθούν κατάλληλες να προσκληθούν σε διεθνή φεστιβάλ προκειμένου να «ακουστεί» το ελληνικό θέατρο πέρα απ’ τα σύνορα της χώρας μας.

Πρόγραμμα

Αναλυτικά το πρόγραμμα έχει ως εξής:

Τετάρτη 14/5/08

15.30 “Λιωμένο Βούτυρο” του Σάκη Σερέφα (100΄)
Σκηνοθεσία: Σίμος Κακάλας
Εθνικό Θέατρο - Νέα Σκηνή - B’ Σκηνή, Σύγχρονο Θέατρο Αθήνας,
Ευμολπιδών 41, Γκάζι, 2103455020, 801-11-60000, 2106786000

18.00 “Αίμα Κακό” του Arthur Rimbaud (60΄)
Σκηνοθεσία: Άρης Ρέτσος
Δόλιχος, Θέατρο Πορεία, Τρικόρφων 3-5 και
3ης Σεπτεμβρίου 69, Πλ. Βικτωρίας, 2108210991

21.30 “Η Ήμερη” του Fyodor Dostoyevsky (100΄)
Σκηνοθεσία: Λευτέρης Βογιατζής
Η νέα Σκηνή, Θέατρο Οδού Κυκλάδων,
Κυκλάδων 11 και Κεφαλληνίας, Κυψέλη, 2108217877

Πέμπτη 15/5/08

19.00 “Ένας στους Δέκα” του Λαέρτη Βασιλείου (60΄)
Σκηνοθεσία: Λαέρτης Βασιλείου
Θέατρο του Νέου Κόσμου, Δώμα,
Αντισθένους 7 & Θαρύπου, 2109212900

22.00 “ΑΩ” των Ash Bulayev και Ευγενίας Τζιρτζιλάκη (75΄)
Σκηνοθεσία: Ash Bulayev
ΕΛΛ. ΘΕΑ., Θέατρο Παλλάς, Βουκουρεστίου 5, 210 3213100

Παρασκευή 16/5/08

15.30 “Η Ερωτευμένη Νεκρή” νουβέλα του Théophile Gautier (90΄)
Σκηνοθεσία: Κατερίνα Ευαγγελάτου
Αμφι-θέατρο, Σκηνή «Είσοδος Κινδύνου»,
Αδριανού 111, Πλάκα, 2103233644

18:00 “Αηδίασμα” παράσταση βασισμένη σε 2 πεζογραφήματα του Ν.Γ. Πεντζίκη (60΄)
Σκηνοθεσία: Βασίλης Νούλας
Nova Melancolia, Booze Cooperativa,
Κολοκοτρώνη 57, Αθήνα, 2103605958

21.30 “Mademoiselle Julie” βασισμένο στη Δις Τζούλια του August Strindberg (60΄)
Σκηνοθεσία: Θεόδωρος Τερζόπουλος
Άττις, Λεωνίδου 7,
Μεταξουργείο, 2105226260

00.15 “Ορλάντο” διασκευή Robert Wilson - Darryl Pinchney (75΄)
Σκηνοθεσία: Σταύρος Τσακίρης
Omicron 2 (O2), Bios, Πειραιώς 84, 2103425335

Σάββατο 17/5/08

15.30 “Less” των Βάσω Καμαράτου & Κώστα Κουτσολέλου (40΄)
Σκηνοθεσία: Βάσω Καμαράτου, Κώστας Κουτσολέλος
Ομάδα 33, Bios, Πειραιώς 84, 2103425335

17.00 “Θείος Βάνιας” του Anton Chekhov (120΄)
Σκηνοθεσία: Γιώργος Μιχαηλίδης
Ανοιχτό Θέατρο, Κάλβου 70 & Γκύζη,
Γκύζη, 2106445749

21.30 “Ο Βυσσινόκηπος” του Anton Chekhov (200΄)
Σκηνοθεσία: Περικλής Μουστάκης
Άσκηση, Φραγκούδη 18-20, 2109236992

Κυριακή 18/5/2008

12.00 Συμπόσιο - Ανοιχτή Συζήτηση
Αμφιθέατρο Υπουργείου Πολιτισμού, Μπουμπουλίνας 20-22, Αθήνα

Η παραπάνω διοργάνωση αποτελεί εκτός των άλλων και μια ευκαιρία για όσους θελήσουν να παρακολουθήσουν τις παραστάσεις μαζί με τους ξένους προσκεκλημένους.

Οι θεατρόφιλοι ας σπεύσουν!

Περισσότερες πληροφορίες στα ταμεία των θεάτρων ή εδώ

«Η μέθοδος Gronholm» στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης

Το έργο

Τέσσερις συνυποψήφιοι για την ίδια θέση. Πολυεθνική εταιρεία. Μισθός που κόβει την ανάσα. Κοινή συνέντευξη.  Τελική φάση επιλογής.

Οι παραπάνω προτάσεις «φωτογραφίζουν» την εισαγωγή στο θεατρικό έργο του καταλανού Jordi Galceran «Η μέθοδος Gronholm»

 

Το σκηνικό τοπίο θα μεταβληθεί σταδιακά όταν οι υποψήφιοι για την πολυπόθητη θέση στην πολυεθνική συνειδητοποιήσουν το παράδοξο της συνέντευξης κατά τη διάρκεια της οποίας ένας απ’ αυτούς θα διακριθεί και θα προσληφθεί. Στην περίπτωση τους θα χρησιμοποιηθεί η μέθοδος Gronholm, μια πρωτότυπη αλλά και σκληρή μέθοδος που σκοπό έχει να αναδείξει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας τους∙ πόσο μοναχικοί είναι, πόσο ευάλωτοι, πόσο ανταγωνιστικοί. Θα έρθουν αντιμέτωποι με το σκληρό πρόσωπο των πολυεθνικών εταιρειών που απρόσωπα θα τους μεταχειριστεί μέσα από μια ιδιαζόντως ψυχοφθόρα διαδικασία.  

 

Ο ίδιος ο συγγραφέας αναφερόμενος στο έργο του μιλάει για την σκληρή πραγματικότητα στον εργασιακό χώρο και ιδιαίτερα στηλιτεύει τη διαδικασία επιλογής προσωπικού αποκαλώντας την «απάνθρωπη διαδικασία»

«Η ιδέα για το έργο αυτό γεννήθηκε από μια πραγματική, ανέκδοτη ιστορία. Σε έναν κάδο απορριμμάτων στη Βαρκελώνη βρέθηκε μια σειρά εγγράφων στα οποία ένας υπάλληλος του τμήματος προσωπικού από μια αλυσίδα σουπερμάρκετ είχε σημειώσει τις εντυπώσεις του για τους υποψηφίους που απευθύνονταν στη θέση του ταμία. Τα σχόλια έβριθαν σεξιστικών, ξενοφοβικών και γενικά ρατσιστικών φράσεων, πχ: «χοντρή», «βλαμμένη, ούτε χειραψία δεν ξέρει να κάνει», «τσιριχτή φωνή, μοιάζει ηλίθιος», κλπ. Εκείνος ο υπάλληλος, οχυρωμένος πίσω από την «ιερά αποστολή» που του είχε ανατεθεί, θεωρούσε ότι είχε το δικαίωμα να γράφει αυτές τις ανοησίες για άτομα που δε γνώριζε καθόλου, τη δύναμη να τους δώσει ή να τους αρνηθεί μια θέση εργασίας και τη δυνατότητα να είναι σκληρός και αδυσώπητος.

Φανταζόμουν αυτές τις άμοιρες κοπέλες που προσπαθούσαν να δώσουν μια καλή εικόνα για το άτομό τους, μια εικόνα «επαγγελματικώς ορθή», προσπαθώντας να κάνουν αυτό που εκείνες πίστευαν ότι ήταν το προσδοκώμενο, έτοιμες ακόμη και να υποστούν κάποιες μικρές ταπεινώσεις προκειμένου να προσληφθούν σ’ αυτήν τη δουλειά που την είχαν ανάγκη».

 

Χρησιμοποιώντας ένα  παιχνίδι στο οποίο καλούνται να παίξουν οι τέσσερις υποψήφιοι, ο συγγραφέας στοχεύει κατευθείαν στις ανθρώπινες σχέσεις και στη γειτνίαση ψέματος και αλήθειας, βάζοντας σε ταυτόχρονη λειτουργία και μια διαδραστικότητα αφού εμπλέκει με κάποιον έμμεσο τρόπο και το κοινό.

 

Το ενδιαφέρον στη Μέθοδο Gronholm είναι σε κοινωνιολογικό επίπεδο οι πραγματικές τεχνικές και δοκιμασίες που ο συγγραφέας έχει αντιγράψει από ό, τι κατά καιρούς έχει καταγραφεί επί του θέματος και σε επίπεδο υποκριτικής το παιχνίδι με τις ταυτότητες που οι ηθοποιοί καλούνται να παίξουν τόσο στο προφανές όσο και σ’ αυτό που σταδιακά αποκαλύπτεται.

 

Η παράσταση

Στο ιστορικό υπόγειο του θεάτρου Τέχνης στήθηκε προσεκτικά μια πολύ ενδιαφέρουσα παράσταση που αν και εντάχθηκε αργά στη φετεινή σεζόν, φάνηκε ικανή να έλξει ικανό αριθμό κοινού. Ο Διαγόρας Χρονόπουλος “επικοινώνησε” με τον πολύ μοντέρνο στη γραφή Καταλανό συγγραφέα και μας παρέδωσε μια παράσταση σε σωστό ρυθμό και ακριβείς σκηνικούς χρόνους. Οι τέσσερις ηθοποιοί ήταν τόσο πειστικοί στους ρόλους τους που νόμιζες ότι επρόκειτο πράγματι για στελέχη στην αδηφάγα καπιταλιστική αγορά. Κατόρθωσαν με μαεστρία  να εναλλάσσουν τα κωμικά με τα δραματικά στοιχεία και να προσδώσουν το απαραίτητο σασπένς.

Τα σκηνικά και τα κοστούμια του Γιώργου Γαβαλά παρέπεμπαν κατευθείαν σε ψυχρό κι απρόσωπο περιβάλλον γραφείου

 

Στο τελικό συμπέρασμα θα κυριαρχήσει η θλιβερή διαπίστωση ότι τελικά δεν έχει καμιά σημασία ποιοι ή πώς είμαστε, αλλά ποιοι φαινόμαστε ότι είμαστε. Η πραγματική μας ταυτότητα δεν ενδιαφέρει κανέναν ούτε καν εμάς τους ίδιους. Στο αέναο παιχνίδι ανάμεσα στο είναι και το φαίνεσθαι, το δεύτερο κερδίζει τις εντυπώσεις, αφού τελικά στις εντυπώσεις εξαντλούνται οι ανθρώπινες σχέσεις στο μεγαλύτερο μέρος τους.

  

Θέατρο Τέχνης- Υπόγειο

«Η μέθοδος Gronholm»

Jordi Galceran

Μετάφραση: Γιώργος Καραμίχος, Μαρία Τσατσαρώνη
Σκηνοθεσία: Διαγόρας Χρονόπουλος
Σκηνικά-κοστούμια: Γιώργος Γαβαλάς
Μουσική επιμέλεια: Σταύρος Γασπαράτος
Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος

Παίζουν: Γιώργος Καραμίχος, Πέτρος Λαγούτης, Βίκυ Παπαδοπούλου, Χρήστος Σαπουντζής.

 

Λίγα βιογραφικά στοιχεία για τον Jordi Galceran

Γεννήθηκε το 1964 στη Βαρκελώνη της Ισπανίας. Σπούδασε Καταλανική φιλολογία στο πανεπιστήμιο της Βαρκελώνης. Ξεκίνησε να γράφει το 1988 και αρχικά σκηνοθετεί ο ίδιος τα έργα του σε ερασιτεχνικές παραστάσεις.

Το 1995 για πρώτη φορά αποφασίζει να συμμετάσχει σε θεατρικούς διαγωνισμούς με τα δύο του έργα: «Paraules encadenades» και «Dakota», για τα οποία απέσπασε αρκετά βραβεία. Είναι επίσης ο δημιουργός αρκετών τηλεοπτικών σειρών για την Καταλανική τηλεόραση, ενώ έχει γράψει και μία σειρά διηγημάτων τα οποία έχουν εκδοθεί με τον τίτλο «German Miranda».

«Η Μέθοδος Gronholm» έχει αποσπάσει συνολικά περισσότερα από είκοσι βραβεία. Έχει επίσης γυριστεί και σε ταινία, της οποίας τη διασκευή υπογράφει ο ίδιος ο Galceran, το 2003 - με τίτλο «El Metodo» και πρωταγωνιστή τον Eduardo Noriega. Η ταινία απέσπασε δύο βραβεία Goya, το ένα εκ των οποίων ήταν αυτό του καλύτερου διασκευασμένου σεναρίου.

«GOLFΩ 2.3 BETA»- Θέατρο Πολιτεία

H «Εταιρεία Πολιτισμού Σύνθεση» είναι μία μη κερδοσκοπική εταιρεία που ιδρύθηκε τον Οκτώβριο του 2001 με στόχο να εντάξει κλασσικά έργα στη σύγχρονη καθημερινότητα. Επιδιώκει δηλαδή να «ντύσει» με μοντέρνο τρόπο κάποια απ’ τα διαχρονικά δημιουργήματα και να τα κάνει εκ νέου γνωστά στο ευρύ κοινό.

Η «Γκόλφω» είναι ένα απ’ αυτά. Πρόκειται για το γνωστό δραματικό ειδύλλιο του Σπυρίδωνος Περεσιάδη που γράφτηκε και πρωτοπαρουσιάστηκε στην Ακράτα το 1893.  Στην Αθήνα, καθώς και στην υπόλοιπη ελληνική επαρχία, η «Γκόλφω» παραστάθηκε με επιτυχία αλλά  με ανάλογο ενθουσιασμό έγινε δεκτή και στις ελληνικές παροικίες της Σμύρνης και της Οδησσού με αποτέλεσμα οι θίασοι των περιοδειών να την έχουν μόνιμα στο ρεπερτόριο τους. Δίκαια λοιπόν η «Γκόλφω» μετατράπηκε σε σωσίβιο των θιάσων, αφού αποτελούσε πάγια λύση για να γεμίζει ένα θέατρο με θεατές. Αυτή η δημοφιλία συνετέλεσε εξάλλου και στην κινηματογραφική της μεταφορά. Η  «Γκόλφω» είναι η πρώτη γνωστή μεγάλου μήκους ταινία του ελληνικού κινηματογράφου(1914, σκηνοθεσία: Κώστας Μπαχατόρης).

 

Για την ιστορία ενδεικτικά αναφέρω τις ακόλουθες παραστάσεις της «Γκόλφως»:


1893: Ακράτα, ερασιτέχνες ηθοποιοί

1894: Αθήνα, θέατρο Παράδεισος, θίασος «Πρόοδος» του Δημήτρη Κοτοπούλη

1911: Αθήνα, «Δημοτικό Θέατρο Αθηνών» (500ή παράσταση)

1913: Θεσσαλονίκη, θέατρο «Εδέμ», Εθνικός Δραματικός Θίασος, (υποδοχή του τον πρωθυπουργού της Ελλάδας, Ελ. Βενιζέλου

1967:Αθήνα, Πεδίο του Άρεως, Λαϊκό θέατρο του Μάνου Κατράκη

1974: «Μια ζωή Γκόλφω» (διασκευή) , «Άλσος» Παγκρατίου, θίασος: «Ελεύθερο Θέατρο»

2004-2007: Goλfω, διασκευή από τη θεατρική εταιρία Χώρος (παραστάθηκε στο ΚΘΒΕ, στο Φεστιβάλ Αθηνών, στο BIOS, στο θέατρο Πολιτεία.)

  

Το δραματικό ειδύλλιο είναι ένα θεατρικό είδος που ευδοκίμησε προς τα τέλη του 19ου αιώνα σηματοδοτώντας μια επιστροφή στη φύση, στους ανθρώπους του χωριού και στον λαϊκό πολιτισμό. Συγκεκριμένα,  το 1891 εμφανίζεται «Ο αγαπητικός της βοσκοπούλας» του Κορομηλά, ενώ δυο χρόνια νωρίτερα είχε κάνει την εμφάνιση της και «Η τύχη της Μαρούλας» - κωμειδύλλιο του ιδίου-, εδραιώνοντας μια επαρχιώτικη θεματογραφία παράλληλα με τη χρήση της μουσικής και του τραγουδιού. Στο δραματικό ειδύλλιο πρωταγωνιστεί η γραφικότητα της επαρχίας, η φουστανέλα, τα λαϊκά επαγγέλματα και η ιδιωματική γλώσσα.

 

Η υπόθεση της «Γκόλφως» είναι απλή: Η φτωχή και ορφανή Γκόλφω, μια όμορφη νεαρή βοσκοπούλα που ξενοδουλεύει υπηρετώντας τον τσέλιγκα Ζήση, ερωτεύεται τον βοσκό Τάσο. Παράλληλα, την πολιορκεί το αρχοντόπουλο της περιοχής, ο Κίτσος, αλλά εκείνη αρνείται τις προτάσεις του και παραμένει πιστή στους όρκους αγάπης που έχει ανταλλάξει με τον Τάσο. Οι δύο νέοι αρραβωνιάζονται και ετοιμάζονται να παντρευτούν, όταν ο Τάσος δέχεται πιεστικά προξενιά για την εξαδέλφη του Κίτσου και κόρη του τσέλιγκα, την Σταυρούλα. Παρά την αρχική του άρνηση, ο Τάσος τελικά δελεάζεται από τη μεγάλη προίκα της Σταυρούλας και διώχνει την Γκόλφω. Η νεαρή κοπέλα απελπίζεται, χάνει τα λογικά της και καταριέται τον Τάσο. Λίγο πριν τον γάμο Τάσου και Σταυρούλας, η Γκόλφω που έχει πια σχεδόν χάσει τα λογικά της, παίρνει πίσω την κατάρα και  εύχεται στους μελλόνυμφους κάθε ευτυχία. Ο Τάσος κλονίζεται από το μεγαλείο του έρωτά της, αλλάζει γνώμη και τρέχει στο κατόπι της, είναι όμως αργά: Η Γκόλφω έχει φαρμακωθεί και ξεψυχά στα χέρια του. Ο Τάσος αυτοκτονεί στο πλευρό της.

  

Στο θέατρο Πολιτεία, ο Σίμος Κακάλας στήνει μια πρωτότυπη παράσταση της  «Γκόλφως» στην οποία ακούγεται το κείμενο του Περεσιάδη, αλλά με αιθητική γιαπωνέζικου μάνγκα. Αν αυτό ακούγεται παράλογο ή αδύνατο, ομολογώ ότι το αποτέλεσμα είχε αισθητικό ενδιαφέρον. Ο Κακάλας που στο ευρύ κοινό έγινε γνωστός απ’ την πρωτοποριακή σκηνοθεσία του στο «Λειωμένο βούτυρο», δεν κοροϊδεύει το κείμενο του Περεσιάδη. Αναζητά τρόπους να το φέρει κοντά στο κοινό, έτσι ώστε να το απαλλάξει απ’ τα φολκλορικά στοιχεία του και να μην του προσδώσει εκείνη τη γραφικότητα που θα το έκανε ίσως «αφελές» στην εποχή μας, συγχρόνως όμως σέβεται την ψυχολογική διάσταση των προσώπων. Απόδειξη οι στιγμές της δραματικής κορύφωσης όπου τα πρόσωπα βγάζουν για λίγο τη μάσκα και αποκαλύπτουν το πραγματικό τους πρόσωπο. Επίσης, βρήκα ευρηματικό το σημείο της σύγκρουσης Τάσου- Κίτσου με τη χρήση θεάτρου σκιών, αφού τεχνικά ήταν αδύνατο να πραγματοποιηθεί πραγματική σύγκρουση επί σκηνής (σ.σ: ο ίδιος ηθοποιός υποδύεται και τον Τάσο και τον Κίτσο).Οι τρεις ηθοποιοί που χρησιμοποιεί σε όλους τους ρόλους είναι το άλφα και το ωμέγα αυτής της παράστασης. Η Έλενα Μαυρίδου στο ρόλο της Γκόλφως και του τσέλιγκα Ζήση, ο  Θοδωρής Οικονόμου σαν Τάσος και Κίτσος και η Δήμητρα Κούζα σαν Γιάννος, Σταυρούλα και τουρίστρια είναι ευφάνταστοι, ευρηματικοί και με αμεσότητα.

Τη Μαυρίδου και τον Οικονόμου τους είχα απολαύσει και πριν από δυο βδομάδες στο «Λειωμένο Βούτυρο» κι έτσι ο κώδικας της υπόκρισης τους άρχισε να μου γίνεται οικείος. Διακρίνω σ’ αυτούς ικανότητες που δεν ακουμπάνε στο φτηνό και στο εύκολο και είμαι περίεργη να δω την εξέλιξη τους.

 

Οι δύο δουλειές του Κακάλα με τους ίδιους ηθοποιούς έχουν κοινά σημεία, όπως τη χρήση της μάσκας και την εναλλαγή προσώπων που υποδηλώνουν ίσως μια ηθελημένη αναφορά του σκηνοθέτη σε τεχνικές αρχαίου δράματος. Μέχρι στιγμής, το κοινό έχει πλήρως αποδεχτεί αυτό το «διαφορετικό». Ελπίζω να δούμε κι άλλες δουλειές του σκηνοθέτη όπου θα δικαιολογήσουν την εξέλιξη της προσωπικής του γραφής και δεν θα δείχνουν ότι επαναπαύτηκε αναπαράγοντας κάτι ήδη πετυχημένο.

  

Θέατρο Πολιτεία (Από την Εταιρεία Θεάτρου Χώρος σε συμπαραγωγή με την Εταιρεία Πολιτισμού)

«GOLFΩ 2.3 BETA»

Σπυρίδων Περεσιάδης

Σκηνοθεσία: Σ. Κακάλας

Σύνθεση Κοστουμιών.: Γ. Κατρανίτσα

Μουσική: Γ.-B. Αποστολάκης

Video art: Χρ. Καλός

Σκηνοθεσία θεάτρου σκιών: Χρ. Στανίσης

 

Παίζουν: Έλενα Μαυρίδου,Θεόδωρος Οικονομίδης, Δήμητρα Κούζα

 

«Οι παίκτες» απ’ την Πειραματική Σκηνή του Εθνικού θεάτρου (Θέατρο Από Μηχανής)

Ο Νικολάι Βασίλιεβιτς Γκόγκολ έζησε στην προ-επαναστατική Ρωσία. Για την ακρίβεια, γεννιέται 100 χρόνια σχεδόν πριν την επανάσταση του 1905 και συγκεκριμένα στις 20 Μαρτίου του 1809. Οι γονείς του ήταν κοζάκοι. Στην Αγία Πετρούπολη πηγαίνει σε ηλικία 19 ετών με σκοπό να γίνει δημόσιος υπάλληλος. Στη σύντομη ζωή του (ο Γκόγκολ πεθαίνει στα 43 μόλις χρόνια του στη Μόσχα), εργάζεται στο δημόσιο και ασχολείται παράλληλα με το γράψιμο. Στο θεατρικό κοινό συστήνεται με τον πασίγνωστο πια «Επιθεωρητή» με θεματογραφία παρμένη απ’ τη ζωή των υπαλλήλων, ενώ ανάμεσα στα πολύ γνωστά έργα του συμπεριλαμβάνονται: «Το ημερολόγιο ενός τρελού» και «Τα παντρολογήματα».

«Οι παίκτες» ανήκουν στα λιγότερα γνωστά και παιγμένα του κείμενα. Το έργο είναι ένα εύστοχο σχόλιο του συγγραφέα σχετικά με τη διαφθορά και την απάτη. Ο Γκόγκολ εμβαθύνει μ’ εντυπωσιακό τρόπο στην ψυχολογία ενός παίκτη που είναι αποφασισμένος να εξαπατήσει:

Στο μικρό ξενοδοχείο μιας επαρχίας, ένας ικανός χαρτοπαίκτης με ειδίκευση στις απάτες της τράπουλας έρχεται με σκοπό να συναντήσει επίδοξα θύματα. Γνωρίζεται όμως με μια μικρή συμμορία ομοίων του, χαρτοπαικτών δηλαδή που ετοιμάζουν επιτυχημένες απάτες- και από αφέλεια ή υπερβολική αλαζονεία αφήνεται να τον παρασύρουν σ’ ένα επιδέξιο παιχνίδι απάτης τους κανόνες του οποίου δεν μαθαίνει παρά όταν είναι πολύ αργά.

Ο Γκόγκολ σατιρίζει με ιδιαίτερα καυστικό τρόπο τους εξαρτημένους και παθιασμένους με τις κακές συνήθειες ανθρώπους και συγχρόνως πετάει το γάντι με περισσή επιδεξιότητα μιλώντας τελικά για το «Έξις δευτέρα φύσις και την εξαπάτηση ανθρώπου από άνθρωπο σε όλα τα επίπεδα. Τα χαρτιά εδώ είναι απλώς η πρόφαση.

«Ο καθένας μπορεί να ονομάσει τον εαυτό του απατεώνα. Έλα όμως που δεν είναι παίξε - γέλασε. Το θέμα είναι να ζήσεις με κομψότητα, με τέχνη, να εξαπατήσεις τους πάντες και να μην εξαπατηθείς», λέει ο Ιχάρεφ σε μια κομβική στγμή του έργου.

Η Ελένη Μποζά, είναι μια νεαρή αλλά πολλά υποσχόμενη σκηνοθέτις με δουλειές που την τιμούν στο ενεργητικό της. Έστησε μια καλοφτιαγμένη σάτιρα με νεύρο και ρυθμό, χωρίς να προδώσει τον συγγραφέα, αλλά και χωρίς να περιορίσει χωροχρονικά το κοινό της και τη δημιουργική της διάθεση. Χαμηλός φωτισμός, γρήγορες εναλλαγές σκηνών, δυναμική μουσική, είναι κάποια απ’ τα χαρακτηριστικά αυτής της παράστασης.

Ο σκηνικός χώρος με τους καθρέφτες και τους ανθρώπους που πηγαινοερχόντουσαν παρέπεμπε σ’ ένα διαχρονικό περιβάλλον. Θα μπορούσε να είναι η αίθουσα ενός ξενοδοχείου οπουδήποτε και σε οποιαδήποτε εποχή.

Οι ηθοποιοί υπηρέτησαν με αξιοπρέπεια τους ρόλους τους. Είχαν εσωτερικό ρυθμό και μπρίο και λειτούργησαν σαν ομάδα που πρόκειται να παίξει μια πραγματική παρτίδα πόκερ.

Πειραματική Σκηνή του Εθνικού θεάτρου (Θέατρο από Μηχανής)

«Οι παίκτες»

Νικολάι Γκόγκολ

Μετάφραση: Ευγενία Κριτσέφσκαγια
Σκηνοθεσία: Ελένη Μποζά
Σκηνικά -κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου
Κίνηση: Ζωή Χατζηαντωνίου
Μουσική: Θοδωρής Αμπαζής
Φωτισμοί: Μελίνα Μάσχα

Παίζουν: Νίκος Γιαλελής, Λευτέρης Ζαμπετάκης, Στέλιος Ιακωβίδης, Αλέξανδρος Λογοθέτης, Δημήτρης Μοθωναίος, Γιώργος Οικονόμου, Γεννάδιος Πάτσης, Στράτος Σωπύλης, Σωτήρης Τσακομίδης, Γιάννης Τσεμπερλίδης

«ΛΙΩΜΕΝΟ ΒΟΥΤΥΡΟ» ΣΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ (ΝΕΑ ΣΚΗΝΗ)

Το να καταφέρνει μια παράσταση να σε ξεκουράσει μετά από μια δύσκολη μέρα, είναι μεγάλο προσόν. Πολύ περισσότερο δε, όταν βασικός πυρήνας του θέματος της είναι ένα έγκλημα που συνέβη στη δεκαετία του ’50 στη Θεσσαλονίκη και ο τίτλος της είναι εντελώς αλληγορικός!

Ο Σάκης Σερέφας που έγραψε το»Λιωμένο βούτυρο» είναι γνωστός στο αθηναϊκό κοινό απ’ την περυσινή παράσταση του «Μαμ» που είχε ανέβει στο θέατρο του Νότου σε σκηνοθεσία της Ελένης Μποζά.

Ο Σερέφας ζει κι εργάζεται στη Θεσσαλονίκη, ενώ έχει ασχοληθεί με πολλά είδη γραφής όπως ποίηση, πεζογραφία, μελέτες, μεταφράσεις κά.

Το «Λιωμένο βούτυρο» βασίζεται σε μια παλαιότερη νουβέλα του με τίτλο «θα γίνω ντιζέζ», ενώ επίσης έχει γίνει και σενάριο για το κινηματογραφικό «Ρουλεμάν» του Πάνου Καρκανεβάτου.

Η ιστορία είναι απλή και προέρχεται απ’ το αστυνομικό ρεπορτάζ της εποχής του’ 50. Μια επαρχιωτοπούλα παρατάει τον αρραβωνιαστικό της και πηγαίνει στη Θεσσαλονίκη να γίνει ντιζέζ. Εκείνος πηγαίνει να τη βρει, την πείθει να βγουν για φαγητό το βράδυ, κάνουνε έρωτα για τελευταία φορά στο δωμάτιο 9 του ξενοδοχείου «Σέρραι» στην οδό Εγνατίας και μετά τη σκοτώνει. Πρώτα τη χτυπάει μ’ ένα ρουλεμάν κι επειδή εκείνη δεν πεθαίνει, τη στραγγαλίζει με μια πετσέτα. Το άλλο πρωί παραδίδεται.

Η αφορμή για να κάνει το άλμα της μια τέτοια ιστορία απ’ το αστυνομικό δελτίο στο θεατρικό σανίδι ήταν όπως ομολογεί ο ίδιος ο συγγραφέας, τα ενδιάμεσα στοιχεία της που κατάφεραν να τον ιντριγκάρουν: «Υπήρχαν κάποιες λεπτομέρειες σε αυτή την ιστορία οι οποίες με τρέλαναν. Η ταβέρνα στην οποία έφαγαν το τελευταίο βράδυ λεγόταν «Κάτω κόσμος». Μετά πέρασε ένας πλανόδιος φωτογράφος, όπως συνηθιζόταν τότε, και έβγαλε μια φωτογραφία η οποία δημοσιεύτηκε μετά το έγκλημα. Το ξενοδοχείο που έγινε το έγκλημα εξακολουθεί να υπάρχει. Στο δωμάτιο αυτό ακόμα και τώρα πάνε και μένουν ανέμελοι άνθρωποι. […]Πήγα και το είδα· είναι σαν να έχει σταματήσει ο χρόνος - όπως ακριβώς το περιέγραφε στο ρεπορτάζ της η εφημερίδα, εκτός από μία μικρή ανακαίνιση. […]Έχει μείνει και το κτίριο της Γενικής Ασφάλειας που πήγε αυτός και παραδόθηκε. Να κάτι που δεν το σκέφτεσαι σε ένα ξενοδοχείο, όταν πας και πέφτεις στο κρεβάτι, ότι μπορεί ένα μήνα πριν εκεί να είχε γίνει ένας φόνος».

Η παράσταση είναι ένα είδος working progress theater, πήρε δηλαδή την οριστική μορφή της στις πρόβες κι αυτό είναι λογικό, αφού παρακολουθώντας την αντιλαμβάνεσαι πόσο πολύ συνετέλεσαν τόσο ο σκηνοθέτης όσο και οι ηθοποιοί στο τελικό αποτέλεσμα. Βέβαια σε παλαιότερη συνέντευξη του ο συγγραφέας έχει δηλώσει ότι δεν παρακολουθεί τις πρόβες καθώς πιστεύει ότι: «η σκηνοθεσία και η ερμηνεία από την πλευρά των ηθοποιών είναι δημιουργία. Δεν θέλω να μπλέκομαι στα πόδια τους. Τους λέω να σκέπτονται πως έχω πεθάνει και πως θα αναστηθώ μόνο αν αυτοί κρίνουν πως χρειάζονται τη συνεργασία μου».

Φαντάζομαι ότι κι αν ακόμη δεν χρειάστηκαν τη συνεργασία του στη συγκεκριμένη παράσταση, θα πρέπει ο ίδιος να νιώθει πολύ δικαιωμένος για το τελικό αποτέλεσμα, αφού με πολύ κέφι κι ευρηματικότητα αυτή η ιστορία της οποίας το κοινό γνωρίζει και την εξέλιξη και το τέλος, γίνεται συναρπαστική σαν έργο που περιμένεις με κομμένη την ανάσα να δεις πώς θα εξελιχθεί. Αλλεπάλληλα φλας μπακ και πολλά πρόσωπα συμπυκνωμένα σε τρεις ταλαντούχους ηθοποιούς που δίνουν τη μαρτυρία τους για τα γεγονότα συνθέτουν ένα πρωτότυπο θέαμα που περιλαμβάνει και τη συμμετοχή του κοινού και οδηγεί στην κορύφωση με μια θαυμάσια από αισθητικής πλευράς- σκηνική αναπαράσταση του φόνου

Ο σκηνοθέτης Σίμος Κακάλας διακρίνεται για την εφευρετικότητα του και οι ηθοποιοί Μανώλης Μαυροματάκης, Έλενα Μαυρίδου και Θοδωρής Οικονόμου είναι εξαιρετικοί. Φρέσκα πρόσωπα, με πολλές δυνατότητες και αξιοθαύμαστη ενέργεια αφού «κεντάνε» στη σκηνή.

Νομίζω τελικά ότι το «Λιωμένο Βούτυρο» είναι/ήταν – μια και τελειώνει η σαιζόν- η επιτυχία της χρονιάς για τον φρέσκο αέρα που τόσο απρόσμενα έφερε.

Λιωμένο βούτυρο

Εθνικό θέατρο- Νέα Σκηνή

Σύγχρονο θέατρο Αθήνας

Σάκης Σερέφας

Σκηνοθεσία: Σίμος Κακάλας

Σκηνικά – Κοστούμια: Κέννυ Μακ Λελαν

Μουσική: Νίκος Βελιώτης

Βίιντεο: Μπάμπης Βενετόπουλος

Παίζουν: Μανώλης Μαυροματάκης, Έλενα Μαυρίδου, Θοδωρής Οικονόμου



«Βάσσα» στο θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας

Το έργο

H «Βάσσα» είναι απ’ τα λιγότερο γνωστά έργα του Γκόρκι. Γράφτηκε στην πρώτη της εκδοχή το 1910 και παρουσιάστηκε στο θέατρο Τέχνης της Μόσχας τον Φεβρουάριο του 1911. Την ίδια χρονιά κέρδισε το βραβείο Griboedov.

Η «Βάσσα» είναι ένα προεπαναστατικό έργο, τόσο ως προς την κοσμοθεωρία του δημιουργού της, όσο και κυριολεκτικά, ως προς τον χρόνο συγγραφής της δηλαδή, καθώς απηχεί όλα τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα του 1905, την απεργία στα εργοστάσια της Πετρούπολης, τη στάση του θωρηκτού Ποτέμκιν, τις λαϊκές εξεγέρσεις που κατέπνιξε ο τσάρος.

 

Ο Γκόρκι γράφει τη «Βάσσα» για να μιλήσει γι’ αυτήν τη νέα τάξη ανθρώπων που εμφανίστηκε στη ρωσική κοινωνία ανάμεσα στους ευγενείς και τον φτωχό λαό. Η ίδια η Βάσσα Βελεζνόβα και η οικογένεια της ανήκουν στην τάξη των εμπόρων, των μικρομεσαίων επιχειρηματιών που ήταν κάποτε αγρότες.

 

Ο Γκόρκι πίστευε ότι η λογοτεχνία της πατρίδας του δεν ασχολήθηκε όσο προσεκτικά θα όφειλε με τους εμπόρους μην μπορώντας να τους δει ως ήρωες ή θεωρώντας τους εχθρούς.

«Για τους αριστοκράτες συγγραφείς, ο έμπορας δεν αποτελεί ήρωα, ενώ για εκείνους που προέρχονται από τα κατώτερα στρώματα είναι αφεντικό κι εχθρός»

 

Τον Γκόρκι φαίνεται να τον ιντριγκάρει αυτή η ανερχόμενη τάξη που γεννήθηκε απ’ τους δούλους. «Οι προπάπποι και οι παππούδες τους ήταν δεμένοι με τη γη, μουζίκοι, πίστευαν ότι η δουλεία ήταν νόμιμη, έβλεπαν καθαρά την ανομία της ελευθερίας των ευγενών, προσπαθούσαν κι οι ίδιοι τον καιρό της Αικατερίνης- να αποκτήσουν το δικαίωμα να έχουν δούλους κι αργότερα ασκούσαν αυτό το δικαίωμα αγοράζοντας μουζίκους στο όνομα των τσιφλικάδων.» Ως εκ τούτου λοιπόν, ο έμπορος διατηρεί την αβεβαιότητα του αφού είναι κοινωνικά ασταθής. Αυτό βέβαια για τον Γκόρκι σημαίνει και αναζήτηση των ορίων της ελευθερίας του: «Ο διαμορφωμένος επί αιώνες δούλος είναι γερά θρονιασμένος μέσα στον άνθρωπο και η θρησκεία τον στέριωνε με την ιδέα της δουλείας στον Θεό. Έτσι λοιπόν, με τον φόβο του δούλου μέσα του, ο άνθρωπος δεν πιστεύει στην σταθερότητα της ελευθερίας κι όλο αναζητά τα όρια της, όλο δοκιμάζει. Μήπως μπορώ να κάνω και τούτο; Μήπως και το άλλο;[…] Και πραγματικά, ο καθένας τους αντιμετώπιζε το ερώτημα: όλα επιτρέπονται; Και μετά φόβου, δοκιμάζοντας το έλεος του Κυρίου, επέτρεπαν στον  εαυτό τους τα πάντα.[…

 

Ένας τέτοιος τύπος ανθρώπου είναι και η Βάσσα. Σ’ ένα απόλυτα μητριαρχικό περιβάλλον, με τον πατέρα της οικογένειας να ψυχορραγεί, η Βάσσα προσπαθεί με νύχια και με δόντια να κρατήσει ζωντανή την οικογενειακή επιχείρηση και ακέραιη την περιουσία. Το οικογενειακό της περιβάλλον όμως είναι εχθρικό, αφού άλλα είναι αυτά που ονειρεύονται κι όχι η παραμονή σ’ ένα επαρχιακό μέρος και η ενασχόληση με το εμπόριο των οικοδομικών υλικών. Ως άλλοι Τσεχωφικοί ήρωες, οι συγγενείς της Βάσσα, θέλουν ν’ αποτινάξουν από πάνω τους τη μιζέρια και τον φόβο της επαρχιακής τους πόλης και ν’ αναζητήσουν την ευτυχία στην πόλη.

Ο αδερφός του άντρα της, ένας φαύλος μεσήλικας, κυνηγός εφήμερων ηδονών, ετοιμάζεται να αποσύρει τα κεφάλαια του απ’ την οικογενειακή επιχείρηση κι ονειρεύεται να εγκατασταθεί στη Μόσχα. Ο γιος της Σεμιόν με την υστερική γυναίκα του Νατάλια επίσης ονειρεύονται ν’ απογαλακτιστούν και να φύγουν για την πόλη, στήνοντας ένα χρυσοχοείο. Ο Πάβελ, ο δύσμορφος μικρός γιος, απογοητευμένος απ’ την απιστία της όμορφης γυναίκας του, θέλει το μερίδιο του και μια καινούργια ζωή. Η Λουντμίλα η κόρη του επιστάτη και σύζυγος του Πάβελ, διεκδικεί το δικαίωμα να ερωτευτεί και να αποδεσμευθεί απ’ το καταπιεστικό περιβάλλον του γάμου της. Η Άννα, η κόρη της Βάσσα που λείπει χρόνια απ’ το σπίτι, παντρεμένη στην πόλη, έρχεται ως σανίδα σωτηρίας της μητέρας της, κουβαλώντας πρωτευουσιάνικο αέρα και αποχρώσεις ματαίωσης της προσωπικής της ζωής. Μέχρι κι η Λίπα η υπηρέτρια του σπιτιού, είναι πρόθυμη να κάνει τα πάντα προκειμένου να έχει την ελευθερία της. Μοναδικός σύμμαχος της Βάσσα ο επιστάτης Μιχαήλ Βασίλιεβιτς που γνωρίζει όλα τα μυστικά του σπιτιού και συμμετέχει στις δολοπλοκίες που μηχανεύεται η Βάσσα για να πετύχουν τα σχέδια της.

 

Η ίδια η Βάσσα αναγνωρίζει ως μοναδικό της Θεό τη δουλειά. Πάνω απ’ όλα η επιχείρηση. Είναι ανελέητη και λυπάται μόνο αυτούς που θα ήθελαν να δουλέψουν και δεν μπορούν, τους άδικα φυλακισμένους δηλαδή, για τους υπόλοιπους δεν υπάρχει οίκτος. Τα παιδιά της δεν εξαιρούνται απ’ τα πιστεύω της. Τους θεωρεί ανεπρόκοπους κι ανίκανους, έχει αποφασίσει εκείνη για τη ζωή τους, είναι βέβαιη πως θ’ αποτύχουν φεύγοντας απ’ την κυριαρχία της, έχει προσχεδιάσει το μέλλον τους στο όνομα της μητρικής αγάπης και του οικογενειακού συμφέροντος.

«Όλες οι μητέρες είναι εκπληκτικές. Μεγάλες αμαρτωλές αλλά και μάρτυρες». (Βάσσα- Γ’ πράξη)

 

Αυτή η διαμάχη του παλιού κόσμου με τον καινούργιο που έχει ξεπροβάλλει είναι ενδεικτική των ανακατατάξεων και των κοινωνικών εξελίξεων στη Ρωσία των αρχών του 20ου αιώνα.

 

Η παράσταση 

Η παράσταση ήταν η πρώτη σκηνοθετική δουλειά του Στάθη Λιβαθινού μετά την επιτυχημένη θητεία του στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού θεάτρου.

Ο Λιβαθινός είναι γνώστης του ρωσικού θεάτρου και ξέρει να δημιουργεί ατμόσφαιρα, ακόμα και μέσα απ’ τις πολύ δουλεμένες λεπτομέρειες. Ωστόσο, στη συγκεκριμένη παράσταση μου φάνηκε πως δεν υπήρχε εκείνος ο δημιουργικός οίστρος που σφράγισε τις προηγούμενες δουλειές του. Νομίζω ότι αυτό οφείλεται και στο έργο που ενώ έχει κάποια δυναμική, αυτή δεν κορυφώνεται κατά το αναμενόμενο.

Η μετάφραση της Χρύσας Προκοπάκη ήταν θεατρική, με ρεαλιστικό, καθημερινό διάλογο, χωρίς να προκαλεί την πλήξη. Η μουσική του Αμπαζή υπογράμμιζε με εξαιρετικό τρόπο την ψυχοσύνθεση των ηρώων και μαζί με το έξοχο σκηνικό «κλουβί» της Ελένης Μανωλοπούλου κλείνανε ειρωνικά το μάτι στους φυλακισμένους της Βάσσας Βελεζνόβα που θέλουν ν’ αποδράσουν, δεν μπορούν όμως να ξεφύγουν απ’ τη μοίρα τους. Η σκηνή του χορού ήταν μια ανάλαφρη πινελιά, όμορφα δοσμένη απ’ την Σεσίλ Μικρούτσικου που επιμελήθηκε την κίνηση.

 

Οι ερμηνείες ήταν άρτιες στο σύνολο τους. Τόσο η λιτή μέσα στην αυταρχικότητα της φιγούρα της μάνας της Μπέτυς Αρβανίτη, όσο και τα φυλακισμένα μέλη της οικογένειας που αισθάνονται ότι το περιβάλλον τους πνίγει και θέλουν να φύγουν, ήταν συνεπείς στην ατμόσφαιρα του Γκόρκι. Ξεχωρίζω την Άννα Κουτσαφτίκη που έπλασε μια Λουντμίλα ονειροπόλα, δυναμική, με θέληση κι επιθυμίες που σου σπαράζουν την ψυχή.

Ο Βακούσης στον ρόλο του θείου ήταν εύστοχος, ο Πάβελ του Ηλία Κουνέλα.είχε μια κλοουνίστικη παρουσίαση κι έπαιξε ανάμεσα στο τραγικό της δυσμορφίας του και στην κακία που γεννάει αυτή η φυσική ατέλεια. «Οι δυστυχισμένοι άνθρωποι είναι πάντα πολύ κακοί» (Νατάλια)

Η Μαρία Καλλιμάνη μου δίνει την εντύπωση ότι καλλιεργεί μια μανιέρα. Βέβαια ο τρόπος που πλησίασε τον ρόλο της Άννας δεν πρόδιδε τον ρόλο. Ο Κώστας Ζαχαράκης ήταν όχι απλώς το φερέφωνο της Βάσσα αλλά και εκφραστής της παλιάς τάξης πραγμάτων με τον καλύτερο τρόπο. Αξιοσημείωτες και οι ερμηνείες της Ελένης Ουζουνίδου και της Ευτυχίας Γιακουμή που κατάφερε να μην περάσει απαρατήρητος ο μικρός ρόλος της υπηρέτριας. Η Τζίνη Παπαδοπούλου ως Νατάλια κατάφερε να παίξει στις λεπτές παρυφές του ρόλου, να μιλήσει δηλαδή με τα χέρια της και το κορμί της υποδηλώνοντας με τις κινήσεις της την υστερία και το δράμα της ηρωίδας που υποδυόταν. Ο Δημοσθένης Παπαδόπουλος ήταν ένας χαμηλών τόνων Σεμιόν, αλλά στην περίπτωση του αυτό είναι πια μια μανιέρα που δεν βοηθάει πάντα.

 

Για την ιστορία, ας σημειωθεί ότι ο Γκόρκι ξαναγράφει τη «Βάσσα»το 1935 και την παρουσιάζει στο Κεντρικό θέατρο του Κόκκινου Στρατού. Το θέατρο Τέχνης της Μόσχας του είχε ζητήσει να εκσυγχρονίσει το έργο προσαρμόζοντας το στη δεκαετία του 1930. Στη νέα λοιπόν εκδοχή, το πλαίσιο παραμένει η οικογενειακή επιχείρηση, αλλά στην πλοκή εντοπίζονται αρκετές ηθικιστικού τύπου νύξεις όπου θίγεται η διαφθορά της προεπαναστατικής Ρωσίας και επαινείται η αναγκαιότητα της ρωσικής επανάστασης. Ας μην ξεχνάμε ότι ο Γκόρκι είναι πια το φερέφωνο του καθεστώτος…

 

Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας

Βάσσα

Μαξίμ Γκόρκι

Μετάφραση: Χρύσα Προκοπάκη

Σκηνοθεσία: Στάθης Λιβαθινός

Σκηνικά- Κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου

Μουσική: Θοδωρής Αμπαζής

Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου

Κίνηση: Σεσίλ Μικρούτσικου

 

Παίζουν: Μπέττυ Αρβανίτη, Μαρία Καλλιμάνη, Δημοσθένης Παπαδόπουλος, Ηλίας Κουνέλας, Τζίνη Παπαδοπούλου, Άννα Κουτσαφτίκη, Μάνος Βακούσης, Κώστας Γαλανάκης, Ελένη Ουζουνίδου, Ευτυχία Γιακουμή.

«ΑΡΑΒΟΙΣΡΑΗΛΙΝΟΣ ΤΣΕΛΕΜΕΝΤΕΣ» ΣΤΗ ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΑΓΟΡΑ ΚΥΨΕΛΗΣ

 

«Verbatim theater» είναι ένας όρος που περιγράφει το «επί λέξει ή αυτολεξεί θέατρο».

Αυτό το είδος είναι πολύ δημοφιλές τα τελευταία χρόνια και ουσιαστικά  αφορά σε ένα είδος «δημοσιογραφικής» θα τολμούσα να πω- θεατρικής απεικόνισης.

Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια σειρά συνεντεύξεων που αποδίδονται με θεατρικό τρόπο και που μεταφέρουν στη σκηνή τον απόηχο πραγματικών περιστατικών.

Το θεατρικό κείμενο παίρνει αφορμή από ένα συγκεκριμένο αληθινό γεγονός, εστιάζει σ’ αυτό και  χρησιμοποιεί τις πραγματικές μαρτυρίες ως κύριο άξονα της δομής του. Τα θέματα απ’ τα οποία αντλεί είναι συνήθως πολιτικά, φυσικές καταστροφές  ή ακόμα και αθλητικά γεγονότα. Είναι ένα θεάτρο- ντοκιμαντέρ με άλλα λόγια.

Το νέο αυτό θεατρικό είδος γνωρίζει μεγάλη άνθιση στο εξωτερικό, όπου θα μπορούσαμε να αναφέρουμε ενδεικτικά συγγραφείς και έργα , όπως «Embers» του αυστραλού Cambion Decent, «Talking to Terrorists» του Robin Soans, «My Name is Rachel Corrie» του Katharine Viner, «The Permanent Way» by David Hare.

Στην Ελλάδα δείγμα γραφής αυτού του θεάτρου ίσως θα μπορούσαμε ν’ αναζητήσουμε στην περυσινή επιτυχία «Επτά λογικές απαντήσεις» του Λεωνίδα Πουρσανίδη στο Απλό θεάτρο. Την τιμητική του πάντως είχε το συγκεκριμένο είδος τη φετινή σαιζόν αφού παραστάσεις verbatim theater ήταν οι: «Ένας στους δέκα» του Λαέρτη Βασιλείου στο θέατρο του Νέου Κόσμου, «Φωτιά και νερό» της Χρύσας Σπηλιώτη στο θέατρο Άλμα,  και «ο θάνατος είναι δώρο» του Ραΐντ Σαμπάχ.

Ο συγγραφέας του Verbatim theater  χρησιμοποιεί πραγματικές λέξεις. Δεν γράφει με τον παραδοσιακό τρόπο, αλλά συλλαμβάνει, συλλέγει και ταξινομεί το υλικό του μέσα από ζωντανές αφηγήσεις. Άλλη μια διάσταση αυτού του τύπου θεάτρου είναι οι ηχογραφημένες φωνές που μπορούν να παίζουν  play back την ώρα της παράστασης και να λειτουργούν βοηθητικά προς τους ηθοποιούς, επιτρέποντας τους την εξάσκηση σ’ ένα συγκεκριμένο τρόπο εκφοράς του λόγου ή τη μίμηση της προφοράς.

«Ο Αραβοϊσραηλινός τσελεμεντές» είναι το πιο πρόσφατο έργο του Βρετανού Ρόμπιν Σόανς. Η δομή του έργου παραπέμπει σε verbatim theater. Βασίζεται σε μια σειρά συνεντεύξεων από Ισραηλινούς και Παλαιστίνιους. Ο τόπος είναι ο προσφυγικός καταυλισμός στη Λωρίδα της Γάζας. Παρελαύνουν μπροστά μας κομμάτια απ’ την καθημερινότητα μιας ηλικιωμένης Παλαιστίνιας χριστιανής ορθόδοξης, ενός Εβραίου εστιάτορα από την Υεμένη, μιας Αμερικανοεβραίας που επέλεξε ν’ αφήσει τις ΗΠΑ για το Τελ Αβίβ, μιας νιόπαντρης Παλαιστίνιας, ενός ομοφυλόφιλου ζευγαριού Ισραηλιτών, στρατιωτών στη ζώνη ελέγχου.

Η πρωτοτυπία του συγγραφέα είναι η προβολή των πολιτισμικών συγγενειών έτσι όπως αναδεικνύονται μέσα απ’ το φαγητό. Σε εδάφη που κατοικούνται από Άραβες, Εβραίους ή Χριστιανούς, σε περιοχές που διεκδικούνται εκατέρωθεν, σ’ αυτό το μέρος του πλανήτη που η ζωή σου κινδυνεύει κάθε λεπτό, οι άνθρωποι τρέφονται με τα ίδια υλικά, αγαπούν τα ίδια φαγητά και μοιράζονται τις ίδιες παραδόσεις.

Η Κυριακή Σπανού που μετέφρασε και σκηνοθέτησε τον «Αραβοϊσραηλινό τσελεμεντέ», ταξίδεψε στα μέρη για τα οποία μας μιλούν οι ήρωες του έργου, είδε από κοντά τον φόβο, την αγωνία, τον εξευτελισμό, την «συνύπαρξη». Αποφάσισε να καταπιαστεί μ’ αυτό το ευαίσθητο θέμα, οργανώνοντας μια παράσταση γιορτής ή συμφιλίωσης. Η επιλογή της να εντάξει αυτήν την παράσταση στον ιστορικό χώρο της Δημοτικής Αγοράς της Κυψέλης είναι ιδανική. Δεν θα μπορούσε να βρεθεί καλύτερο συνταίριασμα. Ο φυσικός χώρος της αγοράς είναι ιδανικός σκηνικός χώρος και ανεπιτήδευτα λειτουργικός για το συγκεκριμένο έργο.

Όπως σ’ ένα οικογενειακό τραπέζι τρώμε και συζητάμε αιώνες τώρα, η Σπανού μας καλεί να έρθουμε από κοντά σε επαφή με αληθινούς ανθρώπους, να μάθουμε από πρώτο χέρι την τραγωδία τους, να δούμε τα κομμάτια της καθημερινότητας τους, απλά, ανεπιτήδευτα, αφόρτιστα από απόψεις που εξυπηρετούν, φορτισμένα απ’ τα αισθήματα αυτών που βιώνουν στο πετσί τους την αραβοϊσραηλινή τραγωδία, αυτών που έχουν θρηνήσει δικούς τους ή έχουν θάψει ένα τους παιδί σ’ αυτό το ματωμένο κομμάτι γης.

Είναι μια σκηνή μέσα στο έργο, στο τέλος του πρώτου μέρους, όπου οι ήρωες ετοιμάζονται για την Ρος-Ασανά, την εβραϊκή πρωτοχρονιά. «Υπάρχει μια παράδοση», λέει μια γυναίκα «που θέλει να τρώμε κάτι γλυκό αυτή τη μέρα, συμβολικά για να είναι γλυκός όλος ο χρόνος. Κόβω λοιπόν ένα μήλο σε τόσα κομμάτια όσα και οι καλεσμένοι του τραπεζιού. Τα βουτάω σε μέλι και προσφέρω από ένα στον καθένα».

   Στην Δημοτική Αγορά της Κυψέλης, οι θεατές είναι στην πραγματικότητα προσκεκλημένοι. Μεταλαμβάνουν αυτής της θεατρικής εμπειρίας με τον τρόπο που μεταλαμβάνει κανείς των αχράντων μυστηρίων. Μαθαίνουν για τη Ρος – Ασανά, ή τις άλλες γιορτές και τις μαγειρικές συνήθειες αυτών των ανθρώπων, γίνονται κοινωνοί της σκληρής τους πραγματικότητας κι αποχωρούν έχοντας γευτεί τροφή απ’ την τροφή τους και δάκρυ απ’ τον πόνο τους.

ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΑΓΟΡΑ ΤΗΣ ΚΥΨΕΛΗΣ

Ο ΑΡΑΒΟ-ΙΣΡΑΗΛΙΝΟΣ ΤΣΕΛΕΜΕΝΤΕΣ

Ρόμπιν Σόανς

Μετάφραση-Σκηνοθεσία: Κυριακή Σπανού

Σκηνικά: Μάρθα Φωκά

Κοστούμια: Σάντρα Στεφανίδου

Μουσική: Κώστας Βόμβολος

Βίντεο: Μανώλης Παπαδάκης

Φωτισμοί :Χριστίνα Θανασούλα

Παίζουν οι ηθοποιοί: Ντόρα Σιμοπούλου, Μανώλης Γιούργος, Βίλη Σωτηροπούλου, Θανάσης Χαλκιάς, Σαμψών Φύτρος, Ρουμπίνη Μοσχωρίτη, Χάρης Φλέουρας.

 

Jules Dassin: Ο «Τζούλι» δεν μένει πια εδώ…