«Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι: Ιδού εγώ» στο Θέατρο «Επί Κολωνώ»

Ο Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, γεννήθηκε στη Γεωργία στο Μπαγκντάντι (σημερινό Μαγιακόφσκι) λίγο πριν την εκπνοή του 19ου αιώνα και πέθανε μόλις 37 ετών στη Μόσχα. Ασχολήθηκε τόσο με την ποίηση όσο και με το θέατρο αν και μετά την καταδίκη του και το κλείσιμο του θεάτρου του, τιμάται κυρίως ως ποιητής, αλλά λησμονιέται ως θεατρικός συγγραφέας, τουλάχιστον ως τις αρχές της δεκαετίας του ’50.

Τότε, η γενικότερη αντίδραση στους κανόνες που επιβάλλονται στην τέχνη δημιούργησε πρόσφορο έδαφος για την αποκατάσταση της θεατρικής τιμής του Μαγιακόφσκι κι έτσι τα έργα του γνωρίζουν νέα άνθηση στην Πολωνία και την Τσεχοσλοβακία, αλλά και σε δυτικές χώρες όπου ο Βιτέζ σκηνοθετεί το «Χαμάμ» το 1967 κι ο Ντάριο Φο το «Μυστήριο Μπούφο» δυο χρόνια αργότερα. Το 1967 εξάλλου, ο Λιουμπίμοφ συνθέτει το μοντάζ «Ακούστε τον Μαγιακόφσκι» και το 1987 το Θέατρο του Σοβιετικού Στρατού ανεβάζει ως φολκ όπερα τον «Κοριό».
Βέβαια, αξίζει να σημειωθεί ότι ήδη απ’ την εποχή του ο Μαγιακόφσκι έτυχε της τιμής να σκηνοθετήσει τα έργα του ο  μεγάλος Μέγιερχολντ με τον οποίο άλλωστε είχαν και ιδεολογική συγγένεια.

Ο Μαγιακόφσκι ήταν φουτουριστής, κι εχθρευόταν το ρεαλιστικό και ψυχολογικό θέατρο που ήταν αρεστό στη μεγάλη μάζα καθώς πίστευε ότι αυτό εξέφραζε κυρίως την αστική τάξη κι ενίσχυε τον ατομικισμό. Κατήγγειλε επίσης τους εκμεταλλευτές μικροαστούς που επιβιώνουν παντού καθώς και τη γραφειοκρατία. Με το θέατρο του εναντιώθηκε  στο νέο καθεστώς και μάλιστα στα χρόνια που ακολούθησαν την Οκτωβριανή Επανάσταση, έγινε ένας απ’ τους κυριότερους εμψυχωτές του Αριστερού Μετώπου για την Τέχνη. Το «Χαμάμ» που παραπέμπει στις αρχές του κονστρουκτιβισμού το 1930 προκάλεσε τη βίαιη κριτική της Ένωσης των Προλετάριων Συγγραφέων.

Ο Τάκης Τζαμαργιάς θέλοντας πιθανώς να γνωρίσει τον Μαγιακόφσκι στο ελληνικό θεατρικό κοινό, έστησε μια παράσταση με κύριο άξονα το ερώτημα:  Η ανένταχτη περίπτωση Μαγιακόφσκι πόσο μας αφορά;

Προσωπικά, βρήκα το εγχείρημα φλύαρο αφού ο σκηνοθέτης θέλησε να μιλήσει για όλα, δηλαδή και για την ιδεολογική πορεία του Μαγιακόφκσι και για τους συντρόφους και για τα συγγενή κείμενα – ποιήματα της Άννας Αχμάτοβα, του Γιάννης Ρίτσου,  της Κατερίνας Γώγου και τέλος  για το ποίημα του Μαγιακόφσκι «Σύννεφο με παντελόνια». Μ’ αυτόν τον τρόπο όμως, απέτυχε να εστιάσει το ενδιαφέρον του θεατή στο ουσιώδες.

Επιπλέον, θα ήθελα στο σημείο αυτό να τονίσω την αναγκαιότητα του να ασχολούμαστε θεατρικά με την ποίηση μόνο όταν έχουμε τον τρόπο να την κάνουμε να λειτουργήσει και σε άλλον πέραν του φυσικού της χώρου. Η ποίηση είναι απείρως δυσκολότερη του μυθιστορήματος σε θεατρική διασκευή. Επιπλέον, λιγότερο αβανταδόρικη…

Τη γνώμη μου για τη χρήση του video στο θέατρο την έχω πει πολλές φορές. Όταν δεν εξυπηρετεί ουσιαστικά,  η θεατρική πραγματικότητα το πετάει εκτός. Η συγκεκριμένη παράσταση δεν αποτελεί εξαίρεση!

«Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι: Ιδού εγώ»

Θέατρο «Επί Κολωνώ»- Σκηνή Black Box

Διακειμενική  σύνθεση και επεξεργασία
: Ιερώνυμος  Πολλάτος
Σκηνοθεσία-Δραματουργική  επεξεργασία: Τάκης  Τζαμαργιάς
Video  performance: Com.odd.or
Σχεδιασμός  φωτισμού: Άννα  Μπόη
Σκηνικά: Γιάννης  Θεοδωράκης
Κοστούμια: Εδουάρδος  Γεωργίου
Κίνηση: Ζωή  Χατζηαντωνίου, Κατερίνα  Φωτιάδη
Μουσική: Πλάτων Ανδριτσάκης
Βοηθοί  σκηνοθέτη:  Σμαρώ Κώτσια, Ελευθέριος  Ελευθερίου
Μετάφραση στο «Σύννεφο με παντελόνια»: Κωνσταντίνος Χ. Σκινιάς

Παίζουν:
Γεράσιμος  Μιχελής
Τζούλη  Σούμα
Δημήτρης  Καραμπέτσης
Αναστάσιος  Σωτηράκης

«Ο Αμπιγιέρ» στο Θέατρο Κάππα

Το έργο

Αν δεν έχει δουλέψει κανείς στο θέατρο δεν μπορεί να γνωρίζει τι σημαίνει να σβήνουν τα  φώτα της σκηνής και να ερημώνει ο χώρος. Οι ηθοποιοί γυρνάνε ξανά στις πραγματικές τους ηλικίες και στην κανονική τους ζωή, η αίθουσα παγώνει, τα κοστούμια στέκουν ακίνητα στις κρεμάστρες τους, οι φωτεινές επιγραφές με τα ονόματα των πρωταγωνιστών σβήνουν επίσης κι άλλη μια νύχτα απλώνεται στην πόλη.

«Οι ηθοποιοί ζουν μέσα απ΄τις μνήμες των ανθρώπων» θα πει σε κάποια στιγμή ο Αμπιγιέρ στη διάρκεια του έργου.

Οι ηθοποιοί είναι καταδικασμένοι ή ευλογημένοι – ανάλογα πως το βλέπει κανείς- να παίζουν ανεξαρτήτως του τι συμβαίνει στην πραγματική τους ζωή, ασχέτως αν κάποιος δικός τους είναι άρρωστος ή αν την ίδια μέρα κήδεψαν κάποιον απ’ τους γονείς τους.  Γνωρίζω την ιστορία ενός  παλιού ηθοποιού που έπασχε από ψωρίαση στα χέρια με αποτέλεσμα να υποφέρει από συνεχή φαγούρα και μόλις έβγαινε στη σκηνή σταμάταγε να έχει οποιοδήποτε σύμπτωμα.  Ξέρω επίσης, ότι η Κατίνα Παξινού έπαιξε τον τελευταίο της ρόλο στη «Μάνα Κουράγιο» ενώ υπέφερε από φριχτούς πόνους λόγω του καρκίνου. Ένα μαζεμένο κουβαράκι γινόταν το σώμα της στα παρασκήνια, αλλά όταν έβγαινε στη σκηνή ο κοσμος έβλεπε την αγέρωχη ηρωίδα του Μπρεχτ.

Αυτό βέβαια μπορεί και να είναι σωτήριο με την έννοια της αναγέννησης της ψυχής ή της κάθαρσης. Ενώ ένας υπάλληλος γραφείου θα μιζέριαζε με την ησυχία του ή θα έπαιρνε άδεια, ο ηθοποιός έχει την πολυτέλεια να σταματάει τον χρόνο της ζωής του για τις δυο ώρες που υποδύεται έναν άλλο πάνω στη σκηνή κι έτσι να γίνεται κανονικός δραπέτης της δικής του πραγματικότητας.

Ο Ρόναλντ Χάργουντ με ιδιαίτερη ευασιθησία έγραψε τον «Αμπιγιέρ», ένα θεατρικό έργο που διαδραματίζεται στα παρασκήνια ενός αγγλικού επαρχιακού θεάτρου κατά τη διάρκεια του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου, εμπνεόμενος  από την εμπειρία του ως αμπιγιέρ δίπλα τον κορυφαίο Άγγλο ηθοποιό Σερ Ντόναλντ Γούλφιτ.

Το έργο παρουσιάστηκε πρώτη φορά στο Λονδίνο στις 6 Μαρτίου  1980 με τον Freddie Jones, στο ρόλο του «Σερ» και τον Tom Courtenay στο ρόλο του Νόρμαν. Στην Ελλάδα παίχτηκε το 1991 στο θέατρο Τζένη Καρέζη με τους Δημήτρη Παπαμιχαήλ και Νικήτα Τσακίρογλου.

Ο Ρόναλντ Χάργουντ  περιγράφει όχι μόνο τη ζωή των ηθοποιών στα παρασκήνια αλλά και την  ιδιόμορφη συναισθηματική σχέση μεταξύ ενός βετεράνου σαιξπηρικού ηθοποιού και του αφοσιωμένου Αμπιγιέρ του.

Ο ηθοποιός (Σερ) είναι ένας δύστροπος και αυταρχικός άνθρωπος. Ο Αμπιγιέρ (Νόρμαν) είναι ο αφοσιωμένος βοηθός του, που για 16 χρόνια τον φροντίζει και προσπαθεί να πραγματοποιήσει όλες  τις απαιτήσεις του. Λίγες ώρες  πριν από την 227η παράσταση  του «Βασιλιά Ληρ», ο Σερ καταρρέει  ψυχολογικά και σωματικά. Οι δυνάμεις του τον εγκαταλείπουν, ξεχνάει ποιο έργο θα παίξει το βράδυ, δεν μπορεί να θυμηθεί τα λόγια του έργου κι έχει συγχρόνως και τον ήχο του πολέμου που μαίνεται πάνω απ’ το κεφάλι του. Ο  μοναδικός  άνθρωπος στον οποίο μπορεί να βασιστεί, είναι ο Αμπιγιέρ του. Ο Νόρμαν είναι ο άνθρωπος που μπορεί να βρει τις κατάλληλες λέξεις προκειμένου να τον ηρεμήσει και να τον εμψυχώσει  ώστε να μη ματαιωθεί η παράσταση. Ο Νόρμαν είναι ο άνθρωπος που θυμάται τα λόγια απ’ όλους τους ρόλους που έχει ερμηνεύσει ο Σερ κι είναι εκεί για να δώσει την ατάκα. Ο Νόρμαν δεν έχει ζωή εκτός θεάτρου γι’ αυτό κι εξομολογείται ότι απελπισμένος έχει νιώσει μόνο κάτι Χριστούγεννα ή κάτι νύχες που δεν λειτουργούσε το θέατρο. Πίσω απ’ τα φώτα της ράμπας, προσπαθεί να κερδίσει κι αυτός κάτι απ’ τη λάμψη του πρωταγωνιστή ζώντας όμως συνειδητά στο παρασκήνιο κι όντας συμφιλιωμένος με την ιδιαιτερότητά του. Ο Νόρμαν είναι ακάματος εργάτης του θεάτρου, απ’ αυτούς που ασχολούνται με τις ψιλοδουλειές. Δίνει αλλά κάποτε περιμένει να λάβει και κάτι ως αντάλλαγμα. Όχι τίποτα σπουδαίο, μια μικρή αναγνώριση που όμως δεν θα έρθει. «Και τον θάνατο τον εαυτούλη του μόνο σκέφτηκε. Και τώρα τι θ’απογίνω εγώ;»

Η παράσταση

Ο Νίκος Μαστοράκης σκηνοθέτησε με κέφι κι έμπνευση την παράσταση. Έδωσε μια γλυκόπικρη εικόνα των παρασκηνιών, παρουσιάζοντας μας την πραγματικότητα απαλλαγμένη από φτιασιδώματα,  χωρίς να γίνεται μελό ή να ξεφεύγει απ’ τα όρια. Υπήρξε τυχερός έχοντας στη διάθεση του καλούς ηθοποιούς. Ο Γιώργος Κωνσταντίνου 11 χρόνια μετά το Art, επιστρέφει με τον ρόλο του Σερ που υποδύεται με βάθος, ευαισθησία και πλήρη κατοχή των υποκριτικών του μέσων. Ο Χρήστος Στέργιογλου γνωρίζει υποκριτικές πιένες με τον ρόλο του Αμπιγιέρ. Πρόκειται για συγκλονιστικό ηθοποιό. Η μεταμόρφωση του στον Νόρμαν είναι σπουδαία και η ερμηνεία του στην κορύφωση του ρόλου είναι σπαρακτική.

Η Υβόννη Μαλτέζου, η Γιώτα Φέστα, ο Φώτης Θωμαϊδης, ο Δημήτρης Λιόλιος και η νεαρή Ερατώ Πίσση συνπληρώνουν άξια τη διανομή.

«Ο Αμπιγιέρ» του Ρόναλντ Χάργουντ

Θέατρο Κάππα

Μετάφραση: Εύα Γεωργουσόπουλου

Σκηνοθεσία: Νίκος Μαστοράκης

Σκηνικά: Εύα Μανιδάκη

Κοστούμια: Παύλος Θανόπουλος

Μουσική επιμέλεια: Νίκος Μαστοράκης

Φωτισμοί: Σάκης  Μπιρμπίλης

Μακιγιάζ: Γιάννης Παμούκης

Παίζουν: Γιώργος Κωνσταντίνου, Χρήστος Στέργιογλου, Υβόννη Μαλτέζου, Γιώτα Φέστα, Θωμάς Θωμαϊδης, Δημήτρης Λιόλιος, Ερατώ Πίσση

«Τέλος του παιχνιδιού» στο Τόπος Αλλού

Το έργο

Το «Τέλος του παιχνιδιού» γράφτηκε στην πιο δημιουργική πενταετία του Μπέκετ (1945-1950). Είχε προηγηθεί το «Περιμένοντας τον Γκοντό» και ακολούθησαν τα μυθιστορήματα «Μολλόϋ», «ο Μαλόουν  πεθαίνει», «Το Ακατονόμαστο», το ανέκδοτο «Μερσιέ και Καμιέ» καθώς και τα διηγήματα κι αποσπάσματα πρόζας που δημοσιεύτηκαν με τίτλο «Νουβέλες και Κείμενα για το Τίποτα».

Το «Τέλος του παιχνιδιού» – δίπρακτο αρχικά και μονόπρακτο τελικά- παρουσιάστηκε την 1η Απριλίου 1957, στο θέατρο Royal Court του Λονδίνου, σε σκηνοθεσία Roger Blin, ο οποίος ερμήνευσε τον Χαμ και τους άλλους ρόλους ερμήνευσαν οι Jean Martin (Κλοβ), Georges Adet (Ναγκ) και Χριστίνα Τσίγκου (Νελ). Το λονδρέζικο κοινό στάθηκε μάρτυρας της σπάνιας περίπτωσης να παρακολουθήσει στη χώρα του μια παγκόσμια πρεμιέρα στα γαλλικά. Αυτό συνέβη επειδή η διοίκηση του Παρισινού θεάτρου στο οποίο αρχικά είχε αποταθεί ο Roger Blin, προέβαλλε κάποιους δισταγμούς με αποτέλεσμα να μην δώσουν τη συγκατάθεση τους για το ανέβασμα.  Μετά την πρεμιέρα στο Λονδίνο, τον ίδιο μάλιστα μήνα παρουσιάστηκε και στο Studio des Champs Elysées στο Παρίσι, με την ίδια περίπου διανομή,(άλλαξε μόνο η ηθοποιός που ερμήνευε τον  ρόλο της Νελ). Στο Royal Court οι παραστάσεις συνεχίστηκαν στα αγγλικά, ενώ στη συνέχεια, το έργο παρουσιάστηκε με μεγάλη επιτυχία στη Νέα Υόρκη στο Off Broadway Cherry Lane καθώς και στο  Σαν Φρανσίσκο απ’ τον θίασο Actors’ Workshop.

Δεν μπορώ να μην αποφύγω να γράψω πόσο σημαντικός και μεγάλος συγγραφέας είναι ο Μπέκετ. Πόσο επαναστατικό ήταν να γράψει θέατρο σε γλώσσα άλλη απ’ τη μητρική του, να γράψει τέτοιο θέατρο με  πεταμένες λέξεις ανεπιτήδευτα επιτηδευμένες, ελλειπτικές φράσεις, λόγια που αιωρούνται, νοήματα που ακυρώνονται την άλλη στιγμή, άνθρωποι που κάτι περιμένουν μα δεν ξέρουν τι. Ν’ αναποδογυρίσει τη γνωστή ως τότε πραγματικότητα θαρρείς κι αποζήτησε κι αυτό φαίνεται ξεκάθαρα στο «Τέλος του παιχνιδιού».. Ένα έργο στο τέλος του κόσμου…

Για το «Τέλος του παιχνιδιού», ο Μάρτιν Έσσλιν έχει γράψει πως βλέπουμε την κατάρρευση ενός μηχανισμού ως το τελικό σταμάτημα. Πρόκειται για το τελικό παιχνίδι την ώρα του θανάτου και διαδραματίζεται σε κλειστό χώρο που προκαλεί σχεδόν κλειστοφοβία.

Σ’ ένα δωμάτιο με δυο μικρά παράθυρα. ο τυφλός Χαμ, ένας αυταρχικός και τυραννικός άνθρωπος ζει σε μια αναπηρική πολυθρόνα πλήρως εξαρτώμενος απ’ τον Κλοβ που είναι κάτι μεταξύ συνοδού και υπηρέτη του. Οι γονείς του Χαμ Ναγκ και Νελ ζουν σε δυο σκουπιδοτενεκέδες, που τους χρησιμεύουν για στήριγμα επειδή έχουν χάσει τα πόδια τους σε ατύχημα.  Το πριν και το μετά φαντάζουν σαν ατέλειωτα ερωτηματικά. Ο Κλοβ προσπαθεί να εγκαταλείψει τον  Χαμ από τότε που γεννήθηκε ή  κατά δική του δήλωση «και πριν γεννηθώ ακόμη». Ο Χαμ μισεί τους γονείς του κι έχει ενοχές που δεν βοήθησε κάποτε ανθρώπους που ζήτησαν τη βοήθεια του. Η Νελ παρακινεί κρυφά τον Κλοβ να εγκαταλείψει τον Χαμ. Ο Ναγκ μαλώνει τον Χαμ επειδή τον ξύπνησαν ν’ ακούσει το παραμύθι του και αποκαλύπτει πόσο αγνοούσε τον γιο του όταν ήταν μωρό κι έκλαιγε επειδή φοβόταν το σκοτάδι. «Ελπίζω κάποτε να’ ρθει η μέρα που θα νιώσω πραγματικά την ανάγκη να κάτσω να σε ακούσω. …Ναι, παρακαλάω να ζήσω ως τότε, για να σ’ ακούσω να με φωνάζεις όπως όταν ήσουνα μωρό και φοβόσουνα το σκοτάδι κι εγώ ήμουνα η μόνη σου ελπίδα».

Δεν ξέρω πόσο ακραίο ακούγεται αλλά στο «Τέλος του παιχνιδιού», καθένα από τα 4 πρόσωπα φαίνεται ότι με κάποιον τρόπο – είτε εμφανή είτε όχι- εξαρτάται από το άλλο και σαφώς δεν αναφέρομαι μόνο στην έκδηλη εξάρτηση του Χαμ απ’ τον Κλοβ.

Η παράσταση

Η παράσταση που έστησε ο Νίκος Καμτσής στο Τόπος Αλλού είχε αρκετά ενδιαφέροντα στοιχεία κι ένα περιττό- την προβολή πίσω απ’ την πλάτη του τυφλού Χαμ που υποτίθεται ότι μάλλον μας έδειχνε αυτά που ο Χαμ θυμάται, περιγράφει ή φαντάζεται αλλά δεν μπορεί να δει-. Την γνώμη μου για τις προβολές και τα video στο θεάτρο, την έχω πολλάκις εκφράσει. Αν δεν εξυπηρετούν οργανικά, καλύτερα να μην χρησιμοποιούνται καθόλου.

Σ’ έναν χώρο-μη χώρο ο Χαμ ο Κλοβ και οι γονείς του Χαμ που ξεπηδούν απ’ τους σκουπιδοτενεκέδες, οι αναρτήσεις για να αναδύονται και να εξαφανίζονται ο Ναγκ κι η Νελ στα σκουπίδια, το αναπηρικό καροτσάκι που κατασκευάστηκε από καρότσι σούπερ μάρκετ ανέδειξαν το περιβάλλον του Μπέκετ χωρίς να το προδίδουν.

Η κλασική πλέον μετάφραση του Κωστή Σκαλιόρα επίσης συνετέλεσε στην επίτευξη του όλου εγχειρήματος και ο σκηνικός χώρος και τα κοστούμια της Μίκας Πανάγου ήταν ευφάνταστα και γοητευτικά ειρωνικά.

Αναμφίβολα, ο κορυφαίος ρόλος του έργου είναι αυτός του Χαμ κι εδώ αξίζουν πολλά εύσημα στον Πολύκαρπο Πολυκάρπου που με ιδιαίτερο σκηνικό ήθος, συνέπεια και κατανόηση του μπεκετικού(sic) κόσμου, κατάφερε να δώσει έναν Χαμ με ιδαίτερο βάθος.

Καλός ο Κλοβ του Αλεξίου αν και περισσότερο νευρικός απ’ ό, τι ενδεχομένως χρειαζόταν και σημαντικές οι ερμηνείες της πάντα καλής Ναταλίας Στυλιανού και του Πάνου Ροκίδη

«Τέλος του παιχνιδιού» του Σάμουελ Μπέκετ

Θέατρο Τόπος Αλλού

Μετάφραση: Κωστής Σκαλιόρας

Σκηνοθεσία: Νίκος Καμτσής

Σκηνικά: Μίκα Πανάγου, Νίκος Καμτσής

Κοστούμια: Μίκα Πανάγου

Μουσική: Κώστας Χαριτάτος

Video: Γιώργος Αλεξίου

Παίζουν
Πολύκαρπος Πολυκάρπου

Νίκος Αλεξίου

Ναταλία Στυλιανού

Πάνος Ροκίδης

«Το Τρίτο Στεφάνι του Κώστα Ταχτσή» στο Εθνικό θέατρο (Ρεξ-Κοτοπούλη)

Σκεφτόμουνα βλέποντας «το Τρίτο Στεφάνι» προχθές το βράδυ, πόσο σημαντική είναι η ατμόσφαιρα σε μια θεατρική παράσταση. Να μπαίνεις στο περιβάλλον που οι συντελεστές δημιούργησαν κι όταν τελειώσει η σύμβαση και βγεις να έχεις την αίσθηση του.

Το έργο

«Το  Τρίτο Στεφάνι» είναι το μυθιστόρημα ζωής του Ταχτσή. Ο χρόνος το έκανε περισσότερο δημοφιλές απ’ ότι φανταζόταν ο συγγραφέας του- κάποιοι θα προσέθεταν κι απ’ ότι ενδεχομένως θα του άξιζε, αλλά αυτό είναι αφορμή γι’ άλλη κουβέντα- κρίνοντας απ’ τις δυσκολίες που αντιμετώπισε στην έκδοσή του. Αξίζει να πούμε ότι ο Ταχτσής είχε αρχικά προτείνει το μυθιστόρημα σε τρεις εκδοτικούς οίκους οι οποίοι το απέρριψαν για να το κυκλοφορήσει τελικά το 1962 με δικά του χρήματα.

«Tο Τρίτο Στεφάνι» καθιέρωσε τον συγγραφέα του ανάμεσα στους πεζογράφους της γενιάς του. Κατά τον Μένη Κουμανταρέα, «ο Ταχτσής, ήταν ο πρώτος που έκανε ύφος τη γλώσσα των μικροαστών».

«Το Τρίτο Στεφάνι» είναι οι δυο μονόλογοι της Εκάβης και της Νίνας και μέσα απ’ αυτούς περνά όλη η ζωή τους που καλύπτει σχεδόν το πρώτο μισό του 20ου αιώνα, με έμφαση κυρίως στην εποχή του Μεσοπολέμου και της  Κατοχής. Το έργο διαθέτει πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία: ο Ταχτσής είχε αποκαλύψει πως ουσιαστικά ο χαρακτήρας της Εκάβης Λόγγου είναι απόλυτα βασισμένος στην γιαγιά του που τον μεγάλωσει. Έχει ακουστεί επίσης η φήμη ότι πίσω από τη Νίνα κρύβεται ο ίδιος ο Ταχτσής. Στο τελευταίο σημείωμά που ο συγγραφέας έγραψε όταν πέθανε η μητέρα του –και βρέθηκε πρόσφατα από την ανιψιά του λέει: «Τέλος τώρα· είμαι ορφανός και εκ μητρός. Καιρός είναι να πετάξω τα γυναικεία, να βγάλω τη μάσκα και να δείξω ποια επιτέλους είναι η Νίνα»…

«Το Τρίτο Στεφάνι» είναι ένα λαϊκό ανάγνωσμα και σ’ αυτήν τη λαϊκότητα οφείλει και τη δημοφιλία του. Οι άνθρωποι του θεάτρου και του κινηματογράφου από νωρίς ανακάλυψαν ότι θα άξιζε τον κόπο να το βγάλουν απ’ τα όρια των σελίδων ενός βιβλίου με πρώτη τη Μελίνα Μερκούρη που θέλησε να το ζωντανέψει στον κινηματογράφο.

Η πρώτη  διασκευή έγινε το 1978 για το Τρίτο Πρόγραμμα της Ελληνικής ραδιοφωνίας. Διευθυντής ήταν τότε ο Μάνος Χατζιδάκις. Τη διασκευή και τη σκηνοθεσία έκανε ο Γιώργος Παυριανός.  Η Σμάρω Στεφανίδου ερμήνευσε τον ρόλο της Εκάβης ενώ η αρχική ιδέα ήταν να ερμηνεύσει τον ρόλο η Γεωργία Βασιλειάδου.  Η Ρένα Βλαχοπούλου κράτησε τον ρόλο της Νίνας. Η διανομή δεν ευχαρίστησε καθόλου τον Ταχτσή που έχει αφήσει σχετικά ακόμα και γραπτό ντοκουμέντο. Περισσότερες πληροφορίες γι’ αυτήν τη ραδιοφωνική διασκευή  μπορείτε να βρείτε εδώ

Το 1995  «το Τρίτο Στεφάνι» μεταφέρθηκε με πιστότητα στην τηλεόραση από τον ΑΝΤ1 σε σκηνοθεσία του Γιάννη Δαλιανίδη με την Νένα Μεντή στο ρόλο της Νίνας και τη Λήδα Πρωτοψάλτη στο ρόλο της Εκάβης.

Και φέτος ήρθε η σειρά του θεάτρου…

Η παράσταση

25 ηθοποιούς σε 80 συνολικά ρόλους  χρησιμοποίησε ο Σταμάτης Φασουλής σε μια αναμφίβολα πολύ καλή θεατρική διασκευή που έκανε μαζί με τον Θανάση Νιάρχο. Όταν έχεις παθιαστεί βέβαια με κάτι πολύ, θες να το κρατήσεις όσο το δυνατόν περισσότερο. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα μια παράσταση διάρκειας 4 ωρών που όσο κι αν είναι ενδιαφέρουσα και περνάει εύκολα, δεν παύει να κρατάει περισσότερο απ’ όσο θα χρειαζόταν. «Δεν θυμάμαι πόσες φορές το έχω διαβάσει. Από το 1971 το διαβάζω κάθε δυο χρόνια. Τον τελευταίο ενάμιση χρόνο το διαβάζω μια φορά τη βδομάδα. Το ξέρω απ’ έξω πια. Το δούλευα στο μυαλό μου για παράσταση απ’ το 1972. Αλλά πού να συγκρουστώ με τον Αγγελόπουλο και τον Κακογιάννη, που ήθελαν να το κάνουνε ταινία;»

Σκηνοθετικά ο Φασουλής είχε ευτυχείς και ατυχείς στιγμές. Στις πρώτες συγκαταλέγω την εύστοχη επιλογή προσώπων για τους ρόλους της Νίνας και της Εκάβης, το αέναο πηγαινέλα μέσα στον χρόνο έτσι ώστε να μην υπάρχει λογική χρονική ακολουθία επί σκηνής «Ο χρόνος της παράστασης είναι κυκλικός, σπείρα», λέει ο σκηνοθέτης και συμπληρώνει: «Ο Ταχτσής πιστεύει ότι ο χρόνος είναι ένα. Γι’ αυτό τον βάζει, τον βγάζει, τον εξαφανίζει, τον καθηλώνει με ημερομηνίες. Και μετά τον αφήνει να ίπταται», την αφαιρετικότητα σε σχέση με τα αντικείμενα.

Στα αρνητικά θα του καταλογίσω τη μεγάλη χρονική διάρκεια, την ξεπερασμένη σκηνοθετικά γραμμή του να ανοιγοκλείνει το στόμα της η ηθοποιός που υποδύεται τη Νίνα ή την Εκάβη σε νεαρή ηλικία αλλά να ακούμε τη φωνή της Νίνας ή της Εκάβης στο τώρα. Επίσης, τα χορευτικά και τραγουδιστικά μέρη και ιδιαίτερα αυτά του τελευταίου ημίωρου που αφαίρεσαν στο έργο τη δραματικότητα που χρειαζόταν για να ολοκληρωθεί ο κύκλος.

Το φινάλε με προβλημάτισε ιδιαίτερα καθώς δεν ξέρω αν αυτή η δραματουργική τελικά παρέμβαση απέτισε φόρο τιμής στον πρόωρα και μάλιστα με άσχημο τρόπο εκλιπόντα Ταχτσή. Βίαζε μάλλον τη συγκίνηση. Ο Φασουλής έχει βέβαια δηλώσει ότι για τον Ταχτσή έκανε «το Τρίτο Στεφάνι». «[…]για πάρτη του το κάνω[…]. Όλη η παράσταση γίνεται για να καταλήξει με τον Άκη, που θα γίνει συγγραφέας, δηλαδή στον Ταχτσή». Ακόμη και το όνομα του συγγραφέα που επιλέχθηκε για να μπει στον τίτλο της παράστασης και να γίνει «Το Τρίτο Στεφάνι του Κώστα Ταχτσή», υποδηλώνει το τιμώμενο πρόσωπο. Αλλά και πάλι…

Το πρωταγωνιστικό δίδυμο της Νένας Μεντή και της Φιλαρέτης Κομνηνού ήταν εξαιρετικό. Ιδιαιτέρως μάλιστα μ’ εντυπωσίασε η Κομνηνού που ομολογώ ότι με άφηνε αδιάφορη μέχρι σήμερα με την ψυχρή μάλλον ερμηνεία της κάθε φορά που την έβλεπα. Θαρρείς και περίμενε τη Νίνα για να ξεκλειδωθεί και να γλυκάνει. Μπράβο!

Η Τάνια Τρύπη ενώ είναι ηθοποιός με δυνατότητες, δίνει την εντύπωση ότι έχει επαναπαυτεί στις ευκολίες της κι απλώς τις αναπαράγει.

Πάντα καλή η Όλγα Δαμάνη, ο Νταλιάνης ο Δεπάστας ο Νίκος Χύτας ( αν και πρέπει να προσέξει να μην ταυτιστεί με το τηλεοπτικό του πρόσωπο)

Οι υπόλοιποι ρόλοι συμπλήρωσαν άξια τη διανομή.

Τα κοστούμια της Ντένης Βαχλιώτη ήταν εξαιρετικά.

«Το Τρίτο Στεφάνι  του Κώστα Ταχτσή»

Εθνικό θέατρο (θέατρο Ρεξ- Σκηνή «Μαρίκα Κοτοπούλη»)

Διασκευή: Σταμάτης Φασουλής-Θανάσης Νιάρχος

Σκηνοθεσία
: Σταμάτης Φασουλής

Σκηνικά: Έλλη Παπαγεωργακοπούλου

Κοστούμια: Ντένη Βαχλιώτη

Μουσική: Θοδωρής Οικονόμου

Μουσική διδασκαλία: Μελίνα Παιονίδου

Κινησιολογική επιμέλεια: Αποστολία Παπαδαμάκη

Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος

Βοηθός σκηνοθέτη: Γιώργος Παπαδόπουλος

Ερμηνεύουν: Αντίνοος Αλμπάνης, Στέλλα Γκίκα, Όλγα Δαμάνη, Γιώργος Δεπάστας, Μαρία Ζορμπά, Χρήστος Καρνάκης, Παναγιώτης Κατσώλης, Μιχάλης Κοιλάκος, Δημήτρης Κουτρουβιδέας , Μαργαρίτα Λουμάκη, Χριστιάννα Μαντζουράνη, Νένα Μεντή, Ηρώ Μπέζου, Γιάννης Νταλιάνης, Αγορίτσα Οικονόμου, Φοίβος Ριμένας, Ντόρα Σιμοπούλου, Πέγκυ Σταθακοπούλου, Γιάννης Στάνκογλου, Τάνια Τρύπη, Παναγιώτης Τσεβάς, Στράτος Χρήστου, Νίκος Χύτας

«Η γυναίκα της Πάτρας» στο Από Μηχανής Θέατρο

Το έργο

«Η γυναίκα της Πάτρας» είναι η ιστορία μιας παλιάς πόρνης της Πανωραίας που ζει στην Πάτρα. Ο μονόλογος προέκυψε από την αληθινή ιστορία της πόρνης Πανωραίας, όπως την κατέγραψε ο ποιητής, συγγραφέας και δημοσιογράφος Γιώργος Χρονάς μέσα από συνεντεύξεις της στον ίδιο. Η ιστορία της δημοσιευόταν σε συνέχειες στο περιοδικό «Οδός Πανός» το καλοκαίρι του 1987 και ο λόγος της διατηρήθηκε απ’ τον ποιητή στο ακέραιο.

«Επί πέντε απογεύματα, η γυναίκα αυτή μου μιλούσε μισή ώρα κάθε φορά πίνοντας τσάι, γιατί, όπως έλεγε, και οι εκφωνήτριες των ειδήσεων ξεκουράζονται κι αυτές… Μέσα απ’ την αφήγησή της ζωντανεύουν οι δεκαετίες του ‘50 και του ‘60. Υπάρχουν κομμάτια που είναι τελείως ντοστογιεφσκικά. Ζούσε με τη μάνα της και μια χήρα παπαδιά σ’ ένα υπόγειο στην Πάτρα σε κατάσταση εξαθλίωσης. Ολη μέρα διάβαζαν έντρομες την Αγία Επιστολή, ένα κείμενο που επιφύλασσε φριχτές τιμωρίες σε όσους διέπρατταν και το ελάχιστο παράπτωμα, αλλά τη νύχτα η Πανωραία έβγαινε να ψωνιστεί να ζήσουν… Περιγράφει πώς κοιμόταν στο λιμάνι πάνω σε εφημερίδες, πώς ψώνισε και τον ίδιον τον άντρα της, ο οποίος είχε πληρώσει προκαταβολικά… Η Πανωραία επίσης τραγουδά, απαγγέλλει ρομαντικά ποιήματα».

Η Πανωραία σε πρώτο πρόσωπο αφηγείται τη ζωή της χωρίς ντροπές, λύπες ή μιζέριες βοηθώντας μας να καταλάβουμε γιατί έφτασε στο σημείο να εκπορνεύεται αλλά δίνοντας μας ταυτόχρονα και το στίγμα μιας εποχής ή μιας ομάδας γυναικών της επαρχίας που δεν είχαν άλλη διέξοδο λόγω συνθηκών.

Η παράσταση

Η Ελένη Κοκκίδου είναι μια ηθοποιός- αποκάλυψη. Παίζει με όλο της το είναι. Καταφέρνει να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή, συγκινεί, θυμώνει, ξεσπάει. Η Κοκκίδου είναι της κλάσης των ηθοποιών που γεμίζουν μια σκηνή χωρίς τίποτα άλλο. Φτιάχνει εικόνες, πρόσωπα, χρώματα, συναισθήματα. Αυτό είναι σπάνιο προσόν και αποκτάει μεγαλύτερη αξία όταν γίνεται χωρίς την παραμικρή επιτήδευση.

Δυστυχώς, δεν θα μπορούσα να ισχυριστώ το ίδιο για τη Λένα Κιτσοπούλου που στάθηκε τυχερή τόσο πέρυσι όσο και φέτος αφού δούλεψε με εξαιρετικές ηθοποιούς.

Η Κιτσοπούλου έχει μια μανιέρα που θέλει πάση θυσία να σ’ εντυπωσιάσει. Έχω ξαναγράψει και συνεχίζω να το υποστηρίζω ότι η μανιέρα δεν μ’ ενοχλεί όταν εξυπηρετεί σε κάτι κι όταν μπορεί και συνυπάρχει παράλληλα με κάτι πιο καινοτόμο. Αντίθετα, είναι πολύ βαρετό να νιώθεις ότι βλέπεις πάντα το ίδιο πράγμα, χωρίς περιεχόμενο, χωρίς ψάξιμο, χωρίς προσπάθεια.

Η ιστορία της Πανωραίας κάλλιστα θα μπορούσε να σταθεί σ’ ένα άδειο σκηνικό. Περιττός επομένως ο ψεύτικος κούκλος, η μάσκα, η αλλοίωση της φωνής, η συνεχής αλλαγή του σκηνικού χώρου, η ένδειξη εύθραυστο στο φινάλε.

Το υποκριτικό μεγαλείο της Κοκκίδου ευτυχώς για την παράσταση στάθηκε πιο πάνω από την σκηνοθετική γραμμή, ανέδειξε όλο το ταμπεραμέντο της Πανωραίας, ανέσυρε κι έφτιαξε εικόνες της φτώχειας, της μιζέριας, της δύσκολης παιδικής ηλικίας, της πορνείας ως τη μοναδική οδό της σωτηρίας, του τσαμπουκά, του ενστίκτου της επιβίωσης, της γυναίκας που ανοίγει τα πόδια και καταθέτει την ψυχή της, της καρδιά του μικρού κοριτσιού που παραμένει αθώα κι αμόλυντη σ’ ένα βρώμικο περιβάλλον.

Η Ελένη Κοκκίδου «βγάζει» την ψυχή της και μας την καταθέτει σε μια θεατρική στιγμή που είναι κέρδος για όποιον γίνει κοινωνός της.

«Η γυναίκα της Πάτρας» του Γιώργου Χρονά

Θέατρο Από Μηχανής

Σκηνοθεσία: Λένα Κιτσοπούλου
Σκηνικά – Κοστούμια: Τατιάνα Σουχορούκωφ
Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης
Ερμηνεύει η Ελένη Κοκκίδου

«Είσαι η μητέρα μου» στο Από Μηχανής Θέατρο

Νομίζω το σκεφτόμουν από πέρυσι, αλλά αναμφισβήτητα φέτος είναι η χρονιά του μονολόγου. Θεατρική πενία, θα πουν βιαστικά κάποιοι. Ίσως. Πενία γενικότερα μια που την εποχή της κρίσης, οι 400 και βάλε παραστάσεις της Αθήνας θέλουν να εξακολουθήσουν να υπάρχουν. Ο μονόλογος είναι μια λύση σε θέατρα που φιλοδοξούν να έχουν ρεπερτόριο(περισσότερες από 1 παραστάσεις τη σεζόν), είναι οικονομική διέξοδος όταν ο θεατρώνης είναι το ίδιο πρόσωπο με τον πρωταγωνιστή και άρα ο μονόλογος θα του έρθει φτηνότερα, είναι επανάπαυση στις δάφνες όταν σημειώθηκε κάποια στιγμή επιτυχία και επιμένουμε να τον παρουσιάζουμε επί σειράς ετών…

Σε ευτυχείς συγκυρίες όμως, ο μονόλογος είναι ρεσιτάλ δεξιοτεχνίας τόσο απ’ την πλευρά του συγγραφέα όσο κι απ’ την πλευρά του ηθοποιού. Ο μονόλογος είναι εκ των πραγμάτων πιο λιτός από ένα πολυπρόσωπο έργο. Ούτε ιδιαίτερη δράση, ούτε ατάκες. Ένας ηθοποιός μόνος του για μια ώρα (συχνά και περισσότερο) διεκδικεί την προσοχή μας, φτιάχνει το δραματικό περιβάλλον, δημιουργεί εντάσεις, συγκρούσεις, κορυφώσεις, λέει την  ιστορία που έχει να πει όσο μπορεί καλύτερα.

Στον μονόλογο, η θεατρική σύμβαση γίνεται καλύτερα κατανοητή. Ένας πομπός στέλνει το σήμα του σ’ έναν αποδέκτη.

Επί του προκειμένου λοιπόν, θα κατατάξω τους δυο μονολόγους που είδα σε μια ενιαία παράσταση στο Από Μηχανής Θέατρο στην κατηγορία της ευτυχούς στιγμής κρίνοντας πια εκ του αποτελέσματος.

Το 2004, στα πλαίσια των εκδηλώσεων Πολιτιστική Ολυμπιάδα – Θεατρικοί Μονόλογοι 2004, ο Χρήστος Βαλαβανίδης είχε ερμηνεύσει το μονόλογο του Joop Admiraal «Εγώ, η μάνα μου» σε σκηνοθεσία Ασπασίας Κράλλη. Φέτος, το ίδιο έργο εντάχθηκε εκ νέου στο ρεπερτόριο του ανακαινισμένου (και κουκλίστικου πλέον) Από Μηχανής.

Το έργο

Το έργο αποτελεί φόρο τιμής του Ολλανδού ηθοποιού και συγγραφέα Joop Admiraal στη μητέρα του που έπασχε από τη νόσο του Αλτσχάιμερ.

Ένας άνδρας επισκέπτεται την ανοϊκή ηλικιωμένη μητέρα του κάθε Κυριακή στον οίκο ευγηρίας που εκείνη διαμένει στη γειτονική πόλη. Σε κάθε επίσκεψη επαναλαμβάνεται το ίδιο μοτίβο. Ο άνδρας βοηθάει τη μητέρα του να ντυθεί και βγαίνουν βόλτα στον κήπο. Πίνουν κακάο και τρώνε κρέμα που εκείνος έχει φτιάξει και κουβαλάει σε μια τσάντα. Οι συζητήσεις τους γυρνάνε πάντα στο παρελθόν, στα παιδικά χρόνια εκείνου, σε όσα η μητέρα του ακόμα θυμάται κι αναπολεί. Με ιδιαίτερη αίσθηση του χιούμορ, ο συγγραφέας κατορθώνει να ισορροπήσει το έντονο συγκινησιακό κλίμα που απορρέει από μια τέτοια κατάσταση, παλινδρομώντας ανάμεσα στην πραγματικότητα, τη φαντασία και τις κοινές αναμνήσεις.

Η ιδιαιτερότητα του συγκεκριμένου μονολόγου και επομένως και η δυσκολία του για τον ηθοποιό είναι ότι το ίδιο πρόσωπο υποδύεται τη μητέρα και τον γιο. Αυτό είναι και το ατού του συγκεκριμένου μονολόγου. Δεν γνωρίζω αν ο Joop Admiraal το έκανε συνειδητά ή ασυνείδητα, αλλά η μητέρα κι ο γιος που είναι ένα και το αυτό πρόσωπο παραπέμπει στην εικόνα της μητέρας που κάποτε έφερε μέσα στο σώμα της αυτόν τον γιο και ήταν οι δυο τους ένα,  για να διαχωριστούν μετά και να συναντηθούν μέσα από την εξάρτηση που έχει πια εκείνη ως ανήμπορη γηραιά κυρία από κείνον που ανάθρεψε. Γέρνει πάνω στο μπράτσο του κι αφήνεται να την οδηγήσει, πίνει το ρόφημα που εκείνος της ετοίμασε και πλαταγίζει τα χείλη της ενθυμούμενη τους ήχους του θηλασμού όταν εκείνη ήταν μια νεαρή μητέρα κι εκείνος το βρέφος που τη βύζαινε.

Αντιλαμβάνεται επομένως κανείς πόση αυτοκυριαρχία κι έλεγχο των εκφραστικών μέσων πρέπει να διαθέτει ο ηθοποιός ώστε να μπορεί να περνάει ανάλαφρα από τη μια κατάσταση στην άλλη, αλλάζοντας όχι μόνο τα προφανή, δηλαδή τον τόνο της φωνής του, αλλά και το συναισθηματικό υπόβαθρο.

 Η παράσταση

Ο Χρήστος Βαλαβανίδης πέρασε επάξια από τη μια στην άλλη κατάσταση κάνοντας μας να βλέπουμε και τα δυο πρόσωπα πάνω στη σκηνή, έστω κι αν μπροστά μας ξεδιπλώνεται όλη η ενδυματολογική και κινησιολογική μεταμόρφωση. Ήταν απλός στις έντονα φορτισμένες στιγμές κι έτσι κατάφερε να αποδώσει την τραγικότητα της κατάστασης στην οποία ζει τόσο ο πάσχων από Αλτσχάιμερ όσο και οι οικείοι του και ταυτόχρονα να δώσει το μήνυμα μιας ζωής που συνεχίζεται…

Η σκηνοθεσία της Ασπασίας Κράλλη είχε βάθος, άποψη, σωστή δόση χιούμορ όπου χρειαζόταν και ακρίβεια. Νομίζω ότι η επιτυχημένη θητεία της στο θέατρο της σιωπής, την έχει προικίσει με το χάρισμα να κρατάει ακριβώς αυτό που χρειάζεται και να κλείνει την πόρτα στο περιττό.

Η έναρξη και το φινάλε με τον ίδιο τον ηθοποιό- συγγραφέα να μιλάει στο κοινό με ξένισε αρχικά, αλλά αργότερα συνειδητοποίησα την αναγκαιότητα του στις δραματικές και συγκινησιακές ισορροπίες.

«Είσαι η μητέρα μου» του Joop Admiraal

Από Μηχανής Θέατρο

Μετάφραση: Μάγια Βέσσελυ

Σκηνοθεσία: Ασπασία Κράλλη

Σκηνικά – Κοστούμια: Εύα Νάθενα

Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος

Ερμηνεύει ο Χρήστος Βαλαβανίδης

Η «Βεγγέρα» στο Εθνικό Θέατρο (ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΘΕΑΤΡΟ ΑΘΗΝΑΣ – ΣΚΗΝΗ Β)

Το έργο

Η «Βεγγέρα» του Ηλία Καπετανάκη ανήκει στην μεγάλη παράδοση των μονόπρακτων κωμωδιών που γράφτηκαν στα τέλη του 19ου αιώνα και συνεχίστηκαν και στις αρχές του  20ου, παράλληλα όμως διαφοροποιείται απ’ αυτές σε κάτι πολύ βασικό. Οι μονόπρακτες εκείνες κωμωδίες συνήθως μεταφράζονταν από τα γαλλικά και τα ιταλικά, άλλοτε όμως συγγράφονταν και κατευθείαν πάνω στον καμβά της ξένης φαρσοκωμωδίας. Στην ελληνική θεατρική πραγματικότητα καθιερώθηκε να παίζονται στο τέλος κάθε παράστασης προς τέρψιν των θεατών.

«Η Βεγγέρα» γράφεται το 1894 από τον Ηλία Καπετανάκη και χαρακτηρίζεται Ηθογραφίαν εις πράξιν.

Ο θεατρολόγος και σημαντικός μελετητής του νεοελληνικού θεάτρου Δημήτρης Σπάθης στο μελέτημα του  «Ηλίας Καπετανάκης και το νεοελληνικό θέατρο στο τέλος του 19ου αιώνα» διαχωρίζει τη «Βεγγέρα» από τις άλλες μονόπρακτες κωμωδίες ως προς το εξής: [...] Κύριο γνώρισμα της «νεωτερικής» γραφής και ειδοποιός διαφορά, που κάνει τη «Βεγγέρα» να ξεχωρίζει από άλλα ομοειδή ελληνικά έργα, είναι η απουσία χαλαρότητα της πλοκής, η προβολή του κωμικού μέσα από συνηθισμένα περιστατικά της καθημερινής ζωής και η συνειδητή απομάκρυνση από τα τυποποιημένα φαρσικά σχήματα της παραδοσιακής κωμωδίας [...]

Με τη λέξη  βεγγέρα αναφερόμαστε  βασικά στην επίσκεψη που έκανε μια οικογένεια στο σπίτι μιας άλλης με σκοπό την ανάπτυξη της κοινωνικότητας. Συνήθως τα παιδιά έπαιζαν μεταξύ τους, ενώ οι μεγάλοι συζητούσαν στο σαλόνι του σπιτιού. Η οικοδέσποινα κερνούσε καφέ, γλυκό ή ποτό τους επισκέπετες, ενώ αν στην ομήγυρη υπήρχαν νεαρές, ανύπαντρες κοπέλες, έπαιζαν κάποιο μουσικό όργανο ή τραγουδούσαν για να ευχαριστήσουν τη συντροφιά.

Ο Καπετανάκης με τη «Βεγγέρα» του μας εισάγει σε μια συνήθεια των οικογενειών να ανταλλάσσουν επισκέψεις εν είδει κοινωνικής συναναστροφής αντιγράφοντας όμως τον καθωπρεπισμό και τα ήθη που έρχονται απ’ την αλλοδαπή. Στη «Βεγγέρα», οι ήρωες φέρουν συμπεριφορές μάλλον της ζωής στην επαρχία κι αυτό ακριβώς είναι που θέλει να τονίσει κι ο συγγραφέας.

Οι οικοδεσπότες, η οικογένεια Νερουλού εν προκειμένω, αγνοούν τους στοιχειώδεις κανόνες ευγένειας και φέρεσθαι και είναι επιπλέον ανέτοιμοι να δεχτούν αυτή την επίσκεψη. Έτσι απορρυθμίζεται σταδιακά η κοινωνική συναναστροφή και η βεγγέρα οδηγείται σε όλεθρο.

Η παράσταση

Στο Σύγχρονο θέατρο της Αθήνας, η ομάδα «Κανιγκούντα» που θεωρεί αυτή τη δουλειά της ως την πιο συλλογική της ως τώρα, κινήθηκε γύρω απ’ τον άξονα μιας γελοιογραφίας. Μ’ αυτόν τον τρόπο όμως αλλοιώθηκε το πραγματικό κλίμα της «Βεγγέρας» – τουλάχιστον έτσι όπως γράφτηκε απ’ τον Καπετανάκη και συγχρόνως άλλαξε και το είδος ώστε να να μην μπορούμε πλέον να μιλάμε για κωμωδία, αλλά για μια υπερβολή με γκροτέσκα και συχνά αφελή στοιχεία.

Είναι ενδιαφέρον να παίζεται στην αρχή της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα μια κωμωδία 100 και βάλε χρόνων και βεβαίως είναι θεμιτές οι όποιες αλλαγές θα μπορούσαν να την εκσυγχρονίσουν και να την πάνε πέρα από το ηθογραφικό του θέματος, αρκεί βέβαια να μην καταστρέφεται  ο ρυθμός.

Η κωμωδία δεν είναι τόσο εύκολο είδος όπως γενικώς πιστεύεται και πάντως χαρακτηρίζεται από μια συγκεκριμένη ρυθμική που σχετίζεται άμεσα με το πάρε δώσε της ατάκας. Αυτό δεν μπορεί να αγνοείται και να επιχειρείται ν’ αντικατασταθεί από διανοητικό χιούμορ. Στην κωμωδία – τουλάχιστον στη συγκεριμένη- δεν γίνεται ν’ αργεί η απάντηση και να υπερτονίζεται η κάθε έκφραση είτε δια του υπερβολικού μακιγιάζ είτε δια της γκριμάτσας, γιατί τότε οι ήρωες γελοιοποιούνται και γίνονται κλόουν. Ο Καπετενάκης σατιρίζει καταγράφοντας ήθη αλλά σε καμία περίπτωση δεν γελοιοποιεί.

Την οπτική της «Βεγγέρας» που οι ίδιοι επέλεξαν, την υπηρέτησαν σωστά οι ηθοποιοί της ομάδας «Κανιγκούντα». Το ζητούμενο πάντως εν κατακλείδι είναι να παίζει κανείς τέτοιες κωμωδίες με περισσότερη ψυχή κι ένστικτο και λιγότερη σκέψη.

Ιδιαίτερη μνεία οφείλω να κάνω κλείνοντας στο σκηνικό και τα κοστούμια της Θάλειας Ιστικοπούλου.

«Η Βεγγέρα» του Ηλία Καπετανάκη

Εθνικό Θέατρο -ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΘΕΑΤΡΟ ΑΘΗΝΑΣ – ΣΚΗΝΗ Β΄

Σκηνοθεσία: Γιάννης Λεοντάρης

Σκηνικά – κοστούμια: Θάλεια Ιστικοπούλου

Μουσική: Βασίλης Μαντζούκης

Φωτισμοί: Κορίνα Βασιλειάδη

Διανομή:

Κος Νερουλός: Δημήτρης Αγαρτζίδης

Κος Στενός: Θανάσης Δήμου

Δημήτρω / Φρόσω: Ανθή Ευστρατιάδου

Κατίνα: Σύρμω Κεκέ

Ελένη: Μαρία Κεχαγιόγλου

Μαρίκα: Μαρία Μαγκανάρη

Νίκος: Πέτρος Μάλαμας

Κα Στενού: Ρεβέκκα Τσιλιγκαρίδου

«Ιουδήθ- Αποχωρισμός απ’ το σώμα» στη Γκαλερί Skouze3

Τον Χάουαρντ Μπάρκερ τον γνωρίσαμε πρόσφατα από το «Ύστατο σήμερα» στην αριστουργηματική παράσταση που έστησε ο Λευτέρης Βογιατζής.

Στην Ιουδήθ, ο συγγραφέας παρουσιάζεται εντελώς διαφορετικός, αφού ασχολείται με τη γνωστή βιβλική ιστορία της Ιουδήθ και του Ολοφέρνη που αναφέρεται στα Απόκρυφα και που έχει αποτελέσει αγαπημένο θέμα αναπαράστασης στην ιστορία της δυτικής ζωγραφικής.

Το έργο

Ο ίδιος ο συγγραφέας αποκαλύπτει ότι εμπνεύσθηκε για να γράψει το έργο του από τον σχετικό πίνακα της Ιταλίδας αναγεννησιακής ζωγράφου Αρτεμισίας Τζεντιλένσκι, στη ζωή της οποίας στήριξε και ένα προηγούμενο θεατρικό του έργο τις «Σκηνές από μιαν εκτέλεση» (το έχουμε δει στην Ελλάδα σε σκηνοθεσία Κων/νου Αρβανιτάκη). Στον συγκεκριμένο πίνακα απεικονίζεται απ’ τη μια η εξαιρετική ομορφιά της Ιουδήθ κι απ’ την άλλη, η αγριότητα της σκηνής της δολοφονίας του Ολοφέρνη. Αυτή ακριβώς η αντίφαση οδήγησε τον Μπάρκερ να συνθέσει ένα έργο όπου το προσωπικό ερωτικό στοιχείο και ο πόθος της ηδονής διασταυρώνονται  με την υπονόμευση και τελικά την εξουδετέρωση του εχθρού.

Στο έργο του Μπάρκερ ο Ολοφέρνης είναι σαν να διαισθάνεται το τέλος του αφού φιλοσοφεί περί θανάτου, η δε Ιουδήθ παλεύει ανάμεσα στην ερωτική της επιθυμία και στην πολιτική της αποστολή. Επιπλέον, ένα τρίτο πρόσωπο, η υπηρέτρια συμπληρώνει αυτό το παράξενο τρίγωνο και άλλοτε με ύπουλο τρόπο, άλλοτε ευθέως, ωθεί την Ιουδήθ στην εκτέλεση του μοιραίου.

Μετά την θανάτωση του εχθρού-εραστή, η Ιουδήθ επιθυμεί να συνευρεθεί ερωτικά με το αποκεφαλισμένο, σώμα. Βεβαίως αυτό δεν είναι δυνατόν κι έτσι η Ιουδήθ αντιλαμβάνεται τις πολιτικές συνέπειες της φονικής της πράξης της και θρηνεί τόσο για τον Ολοφέρνη όσο και γι’ αυτό που έκανε.

Η παράσταση

Η παράσταση, ένα work in progress, ευτύχησε σαν ατμόσφαιρα στον γυμνό χώρο μιας γκαλερί. Νομίζω ότι η χρήση του προβολικού ήταν περιττή- προσωπικά δεν είδα την αναγκαιότητα για κάτι τέτοιο-.

Οι ηθοποιοί σωστοί στους ρόλους τους, με προεξάρχουσα τη Michel Valley που η ερμηνεία της θύμιζε κάτι ακόμα κι απ’ τις «Δούλες» του Ζενέ. Καλοί κι οι άλλοι δύο, ο Απόστολος Φράγκος κι η Χρύσα Καψούλη αν και με αρκετές αδύναμες στιγμές. Νομίζω ότι η ερμηνεία της Καψούλη θα μπορούσε να είναι πιο υπαινικτική όπως αυτή της Valley για να μην περιπέσει σε εντελώς ρεαλιστικά στοιχεία.

Μια μικρή «κοιλιά» μετά την εκτέλεση του Ολοφέρνη επίσης θα μπορούσε να δουλευτεί περισσότερο έτσι ώστε να επέλθει η ισορροπία και η κάθαρση μετά την αποτρόπαια πράξη.

«Ιουδήθ- Αποχωρισμός απ’ το σώμα» του Howard Barker

Γκαλερί Skouze3

Σκηνοθεσία: Χρύσα Καψούλη

Δραματουργική Επεξεργασία:  Χρύσα Καψούλη, Αλέξανδρος Μιστριώτης

Εγκατάσταση:  Αντώνης Βολανάκης, Αλέξανδρος Μιστριώτης

Κοστούμια: Αντώνης Βολανάκης

Θεατρολόγος – Βοηθός Σκηνοθέτη: Μελίνα Μαρκάκη

Διεύθυνση Παραγωγής: Γιάννης Γκουντάρας

Εκτέλεση Παραγωγής: Αριστοτέλης Σομπότης

Παραγωγή:  DameBlanche

Ερμηνευτές:

Υπηρέτρια: Michele Valley

Ολοφέρνης: Απόστολος Φράγκος

Ιουδίθ: Χρύσα Καψούλη

«20 Νοεμβρίου» στο Θέατρο του Νέου Κόσμου

Η πραγματική ιστορία

Στις 20 Νοεμβρίου 2006 και γύρω στις 09.30 το πρωί ο 18χρονος Σεμπάστιαν Μπος εισέβαλε οπλισμένος με κοντόκανες καραμπίνες και χειροβομβίδες καπνού στο σχολείο απ’ το οποίο είχε αποφοιτήσει στο Άμστετεν της Γερμανίας, πυροβολώντας όποιον έβρισκε μπροστά του. Τραυμάτισε 8 συμμαθητές και συμμαθήτριες του και στη συνέχεια κρύφτηκε σε μια αίθουσα όπου και βρέθηκε νεκρός με μια σφαίρα στο κεφάλι. Είχε στείλει προηγουμένως ένα μήνυμα κι ένα video μέσω διαδικτύου.

Το έργο

Ο Lars Noren ανέλαβε να χρησιμοποιήσει αυτό το υλικό γράφοντας έναν συγκλονιστικό μονόλογο χωρίς να προσπαθήσει να αιτιολογήσει ή να εξηγήσει την πράξη του 18χρονου. Αυτό που κάνει ο Σουηδός συγγραφέας είναι να παραθέσει δημοσιογραφικά τον λόγο αυτού του παιδιού, να μάθουμε τι αισθανόταν και τι σκεφτόταν ο Σεμπάστιαν τις τελευταίες στιγμές της ζωής του.

Μ’ έναν λόγο ανάμεσα στο παραλήρημα και τη λογική, με τη χρήση αρκετών αγγλικών λέξεων και εκφράσεις και κώδικες της ηλικίας του, ο Σεμπάστιαν ψάχνει στον θάνατο το νόημα που δεν κατάφερε να βρει στη ζωή. Παιδί μιας μεσαίας οικογένειας, με άλλα δυο αδέρφια, ο Σεμπάστιαν βροντοφωνάζει τη μοναξιά του σε μια κοινωνία που δεν φαίνεται να καταλαβαίνει και να αγκαλιάζει τον διαφορετικό, αλλά ενθαρρύνει την ομοιότητα στον τρόπο συμπεριφοράς, ντυσίματος, γενικότερης αγωγής μέσα από ένα ιδιάιτερα προβεβλημένο life style όπου αν δεν είσαι ντυμένος σινιέ ή αν δεν συχνάζεις στα hot μέρη της πόλης, αυτομάτως περνάς στο περιθώριο.

Η παράσταση

Η Μυρτώ Αλικάκη ήταν ένας τέλειος Σεμπάστιαν. Μια αποκάλυψη. Πώς κατάφερε να κάνει το σώμα της και την κίνηση της να θυμίζουν ένα 18χρονο αγόρι! Πόση ενέργεια και θυμό έβγαζε από μέσα της και πόση αλήθεια! Η ερμηνεία της είναι παράδειγμα για ηθοποιούς που κάνουν μονολόγους. Πειθαρχία, οργάνωση, αυτοσυγκέντρωση, συγκλονιστική στις εξάρσεις και στις σιωπές της. Μπράβο!

Νομίζω πρέπει να ήταν  ιδιαίτερη ευχαρίστηση για τη σκηνοθέτιδα Δήμητρα Αράπογλου να δουλέψει με μια τέτοια ηθοποιό, ωστόσο πρέπει να κάνω θετική αναφορά και στην ίδια αφού έστησε μια εξαίσια παράσταση θεάτρου-documantaire με απλότητα και χωρίς καμία υπερβολή.

Το λιτό σκηνικό της Αναστασίας Αρσένη με το άδειο δωμάτιο που παρέπεμπε σε παλιό εγκαταλειμμένο σπίτι, σε κελί φυλακής (η προσωπική φυλακή του Σεμπάστιαν) ή σε έναν μη χώρο, βοήθησε πολύ στην πραγματοποίηση αυτής της θαυμάσιας δουλειάς, με τη συνδρομή βεβαίως των φωτισμών του Σταμάτη Γιαννούλη και την επιμέλεια της εξαιρετικής κίνησης την ευθύνη της οποίας είχε η Αντιγόνη Γύρα.

«20 Νοεμβρίου» του Lars Noren

Θέατρο του Νέου Κόσμου (Δώμα)

Σκηνοθεσία: Δήμητρα Αράπογλου

Μετάφραση: Θαλής Σταθόπουλος

Σκηνικό-Κοστούμια: Αναστασία Αρσένη

Επιμέλεια κίνησης: Αντιγόνη Γύρα

Σχεδιασμός φωτισμών: Σταμάτης Γιαννούλης

Βοηθοί σκηνοθέτη: Χρήστος Καρχαδάκης, Νεόφυτος Παναγιώτου

Ερμηνεία: Μυρτώ Αλικάκη

«Η ανάθεση» στο θέατρο Άκης Δαβής

Υπάρχουν κάποιες φορές- ευτυχώς ελάχιστες- που αυτό που βλέπω στο θέατρο με απογοητεύει τόσο που μετανιώνω που πήγα. Είναι πολύ σκληρό έτσι όπως το διατυπώνω, αλλά είναι η αλήθεια και δεν έχει αυτό να κάνει καθόλου με τους ηθοποιούς ή την παράσταση, αλλά με το όλον που απορρέει απ΄το γεγονός ότι δεν αφορά καθόλου στο θέατρο αυτό που βλέπω. Δεν ξέρω π.χ για ποιον λόγο «Η ανάθεση» του Δημήτρη Δημητριάδη παίζεται στο θέατρο, αφού ουδεμία σχέση έχει μ’ αυτό. Δεν ξέρω στα πλαίσια ποιου πειραματισμού πρέπει τελικά να τα βλέπουμε όλα. Εντάξει-προλαβαίνω τον αντίλογο- έχουμε δει αρκετή λογοτεχνία στη θεατρική σκηνή, αλλά η λογοτεχνία έχει δράση, χαρακτήρες, κορυφώσεις. «Η ανάθεση» έχει κατά κύριο λόγο φιλοσοφικό χαρακτήρα.

Το έργο

Η Ανάθεση (Προοίμιο σε μια χιλιετία) είναι μέρος του βιβλίου του Δημητριάδη «Ανθρωπωδία»
Το δίπολο ζωής – θανάτου, αρσενικού – θηλυκού, φωτός – σκότους, εξουσίας –υποταγής, η μάχη μεταξύ αντίρροπων δυνάμεων, οι αιώνιες αναζητήσεις της ανθρώπινης ύπαρξης, τα αναπάντητα ερωτήματα που βασανίζουν τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος μόνος και απογυμνωμένος από κάθε προστατευτικό ψέμα ή σύμβαση, εκτεθειμένος και ταυτόχρονα απόλυτα απελευθερωμένος.

Η παράσταση
Δεν δύναμαι ως εκ τούτου να σας πω τίποτα για την «υπόθεση». Τέσσερα κρεββάτια νοσοκομείου/νεκροτομείου στο βάθος της σκηνής, φωτισμός ανάλογος και μπροστά, στο μέσον, οι τέσσερις ηθοποιοί θυμίζουν με τη στάση του σώματος τους την «Πιετά».  Μέσα στη 1 ώρα που διαρκεί η παράσταση, οι ηθοποιοί θα περιφέρονται στον χώρο, θα ξαπλώνουν στα κρεββάτια, θα ντύνονται και θα ξεντύνονται και θα καταλήξουν στο τέλος πάλι στη στάση που θυμίζει «Πιετά».

Για τους ηθοποιούς επίσης δεν έχω να πω πολλά πράγματα αφού δεν μπόρεσα να διακρίνω κάτι στην υπόκριση αυτού του μη θεάτρου. Θα ξεχώριζα ίσως τον Νίκο Μαυρουδή επειδή μου έδωσε την εντύπωση ότι θα άξιζε να τον δω σε κάτι άλλο κι επιπλέον ήταν ο μόνος που άφησε ένα κάποιο στίγμα με την πληθωρική παρουσία του στη σκηνή.

Για τον σκηνοθέτη, ουδέν σχόλιο! Ο ίδιος μάλιστα θέλει να αποκαλείται συντονιστής. Ε, ούτε είχε σκηνοθετήσει, ούτε καν συντονίσει αυτό που είδαμε. Και δεν ξέρω και πως θα μπορούσε άλλωστε…

«ΑΝΑΘΕΣΗ» του Δημήτρη Δημητριάδη
Θέατρο: Άκης Δαβής (Αλκμήνη)

Εταιρεία Θεάτρου Τελεία

Σκηνοθεσία – Δραματουργική Επεξεργασία: Μανώλης Ιωνάς
Σκηνικά – Κοστούμια: Νίκος Κασαπάκης
Κίνηση – Χορογραφία: Μπέτυ Δραμισιώτη
Σχεδιασμός κοστουμιών: Ιωάννα Μαθοπούλου-Αφροδίτη Δήμα-Αθηνά Σοφού
Φωτισμοί: Θωμάς Χαρέλας
Χτενίσματα – Μακιγιάζ: Πέτρος Πρίντεζης
Φωτογραφίες: Μιχάλης Κλουκίνας
Γραφίστας: Νίκος Παντελίδης

Παίζουν:

Νίκος Μαυρουδής, Γιάννης Μυτιληνός, Δώρα Αθανασοπούλου, Βασιλική Καραγιαννάκη

Επόμενη σελίδα: »


Αρχείο