Αρχείο για την κατηγορία 'Θεωρητικά'

Τηλε-θέατρο

Λοιπόν, τις μέτρησα μέχρι στιγμής και βγαίνουν 6. Πέντε θεατρικές παραστάσεις και μια όπερα. Αναφέρομαι στις παραστάσεις που γίνεται χρήση οθόνης είτε τηλεόρασης, είτε πανιού σαν αυτό που συνοδεύει προβολές από projector.
Τα τελευταία χρόνια είναι ιδιαίτερα αισθητή η ανάγκη του θεάτρου να συμπορευτεί με τις νέες τεχνολογίες. Πριν από 6 χρόνια περίπου, αυτό σε μένα τουλάχιστον φάνταζε κάπως εξωπραγματικό. Τότε περίπου είχε συσταθεί στη σχολή Καλών Τεχνών ένα τμήμα Video Art και ψηφιακής τεχνολογίας με τον εντυπωσιακό τίτλο «Digital Arts».
Το παρακολουθούσε κάποιος φίλος σκηνοθέτης, έκανε σ’ αυτό το μεταπτυχιακό του και αποφοίτησε με μια παράσταση όπου συνδύαζε την κλασική σκηνική πράξη με τα νέα μέσα και μάλιστα με τολμηρό τρόπο, αφαιρώντας ο, τιδήποτε σκηνικό αντικείμενο θα μπορούσε να υπάρχει και αντικαθιστώντας το με μια οθόνη όπου προβαλλόνταν και εναλλάσσονταν διάφορες εικόνες που ανάλογα με τους ήχους και τα χρώματα που παρήγαγαν, έκαναν και τους ηθοποιούς να συμπεριφέρονται ανάλογα. Επρόκειτο για μια multimedia διαδραστική performance με την «Ιφιγένεια εν Ταύροις» ως πρώτη ύλη.

Δεν μπορώ να πω ότι η προσθήκη τέτοιων μέσων με βρίσκει πάντα απόλυτα σύμφωνη. Παρόλα αυτά, καταλαβαίνω την αναγκαιότητα της και χάριν του εκσυγχρονισμού του θεάτρου και όποτε απαιτείται απ’ την παράσταση. Φέτος λοιπόν, η τύχη τα έφερε έτσι, ώστε με δυο μέχρι στιγμής εξαιρέσεις, να έχω δει οθόνη ή τηλεόραση ή πανί περισσότερο από ποτέ και μάλιστα δεν μου άφησε και τις καλύτερες ενυπώσεις.

Οι ενστάσεις μου πηγάζουν απ’ το ότι δεν μπορώ να δεχτώ καμία προσθήκη και δη νεωτεριστική αν δεν εξυπηρετεί δραματουργικά την παράσταση, αν δεν βοηθάει με κάποιον τρόπο το κείμενο. Δεν μ’ αρέσει η καινοτομία για την καινοτομία, δεν την αποδέχομαι στην προσωπική μου αισθητική τάξη.

Στις «Σεξουαλικές νευρώσεις των γονιών μας» π.χ για τις οποίες είχα γράψει στις αρχές του φθινοπώρου, η οθόνη εξυπηρετούσε για να μας πληροφορήσει για τον χώρο και τον χρόνο της κάθε σκηνής. Επειδή όλο το εγχείρημα ήταν μοντέρνο, απ’ το έργο ως το σκηνικό, η σκηνοθετική γραμμή χρησιμοποίησε σαν άλλο μπρεχτικό τέχνασμα την οθόνη, τεμαχίζοντας τη ροή του έργου και προαναγγέλοντας μ’ αυτό τον τρόπο την κάθε επόμενη σκηνή.

Στις «Σκηνές από έναν γάμο», ταίριαζε γιατί μας πληροφορούσε για πράγματα που δεν μπορούσαμε να δούμε αφού παίζανε μόνο 2 ηθοποιοί. Στο έργο πχ, το ζευγάρι έχει δυο παιδιά, τα οποία δεν εμφανίζοναι πουθενά, αλλά κάποια στιγμή είναι μέσα στο σπίτι, στο δωμάτιό τους. Ο Γιόχαν ανοίγει την πόρτα και βλέπει τα κοριτσάκια του να παίζουν μαξιλαροπόλεμο. Εμείς, αυτό το είδαμε από οθόνης. Ο ηθοποιός άνοιξε μια πόρτα στο βάθος της σκηνής και το περιεχόμενο της προβλήθηκε στην οθόνη μας. Περιττό ίσως θα μου πείτε. Μπορεί. Το έργο θα στεκόταν και χωρίς αυτό. Πάντως δεν ήταν ενοχλητικό.

Στον «Ερρίκο τον Δ’», ήδη έγραψα πόσο με ενόχλησε ∙ αφενός, για την προσθήκη της Αντονιέτας, αφετέρου για τα ντοκουμέντα από τα δημόσια φρενοκομεία. Αντιγράφω εδώ τον εαυτό μου, δυο ποστ πιο πριν: Χρησιμοποίησε βίντεο όπου πρόβαλε σκηνές από ντοκουμέντα της εποχής με φρενοβλαβείς – άγνωστο γιατί θεώρησε σκόπιμο να τα εντάξει στην παράσταση- και έδωσε στην ούτως ή άλλως καλή Αλέκα Παϊζη έναν ρόλο που δεν υπάρχει όμως στο έργο, αυτόν της άρρωστης Αντονιέτας της γυναίκας του Πιραντέλλο. Αυτά τα δύο στοιχεία, υποβαθμίζουν και δεν αναδεικνύουν το έργο, αφού είναι βεβιασμένες κι όχι δικαιολογημένες δραματουργικά απόπειρες να προκαλέσουν συγκινησιακή φόρτιση.

Στην όπερα «Ορφέας κι Ευριδίκη», η οθόνη ήταν το μοντέρνο στοιχείο μιας έτσι κι αλλιώς μοντέρνας εκδοχής της όπερας. Δεν έχω ειδικές γνώσεις όπερας κι έτσι μου επιτρέπεται να περιοριστώ μόνο στα θεατρικά της όρια. Στο πλαίσιο λοιπόν που δεχόμαστε τον πλήρη εκσυγχρονισμό μιας όπερας, γιατί όχι; Πάντως εγώ ακόμα κι εκεί ένιωσα ότι ήταν περιττό, αφού απλώς πρόβαλλε εικόνες απ’ τον Ορφέα και την Ευριδίκη πριν εκείνη πεθάνει και πριν εκείνος πάει στον Άδη να την φέρει πίσω. Ήταν ουσιαστικά εικονοποίηση της σκέψης του Ορφέα, όταν μέσα στην απόγνωση του για τον άδικο χαμό της, ανακαλούσε με τη μνήμη του παλιές, ευτυχισμένες στιγμές. Θυμάμαι καλά να διερωτώμαι: «Πάλι οθόνη φέτος»;… Πάντως δεν ήταν ενοχλητικό όσο άλλα στοιχεία της εν λόγω παράστασης. Αλλά αυτά, σε άλλο ποστάκι.

Στο «Τριαντάφυλλο στο στήθος», η μεξικανή σκηνοθέτης Έστερ Αντρέ Γκονζάλες, χρησιμοποιεί μια τηλεόραση στο κέντρο, ψηλά πάνω στη σκηνή η οποία στα ενδιάμεσα των σκηνών του έργου προβάλλει αποσπάσματα ειδήσεων από τς πλημμύρες του αμερικανικού νότου που δημιούργησε ο τυφώνας Κατρίνα. Δεν έπιασα ομολογώ τον συσχετισμό. Κατάλαβα, ότι το βάζει επειδή το έργο διαδραματίζεται στον αμερικανικό νότο και μιλάει για μετανάστες, αλλά δραματουργικά δεν δικαιολογείται. Να μας ευαισθητοποιήσει; Γιατί; Βασικά μπέρδεμα είναι όλα αυτά και λειτουργούν αντίθετα απ’ τις προσδοκίες του σκηνοθέτη.

Στις «Επτά λογικές απαντήσεις» που μ’ ενθουσίασαν και για τις οποίες θα γράψω προσεχώς, μικρές τηλεοράσεις κείτονται κατά μήκος της σκηνής απ’ τη μια άκρη στην άλλη, με την πλάτη τους στο κοινό. Βέβαια, επειδή ο χώρος του συγκεκριμένου θεάτρου είναι αμφιθεατρικικός κατά κάποιον τρόπο, βλέπεις έστω και μία οθόνη απ’ όπου κι αν κάθεσαι. Ευτυχώς, τόσο το κείμενο, όσο και οι ερμηνείες είναι πολύ δυνατές κι έτσι δεν προσέχει κανείς τι παίζουν οι οθόνες. Αλήθεια, τι έπαιζαν ; Κι αυτό με πείθει ότι ούτε εδώ χρειαζόντουσαν.

Με λίγα λόγια, ανακεφαλαιώνοντας , έχω πια την πεποίθηση ότι και στο θέατρο ισχύουν οι κανόνες: «Ουκ εν τω πολλώ τω ευ» και «παν μέτρον άριστον». Δεν χρειάζονται πολλά για να απογειώσεις και να εκσυγχρονίσεις ένα κείμενο παλιό ή για να αναδείξεις ένα καινούργιο. Για την ακρίβεια, δεν χρειάζονται πολλά όταν δεν μπορούν να δικαιολογηθούν και φαντάζουν απλώς σαν επιπλέον στολίδια σ’ ένα έτσι κι αλλιώς επιπλωμένο σπίτι.

ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ ΥΒΡΙΣ

Αν η τέχνη μπορεί να προσφέρει κάτι στη φυλή των ανθρώπων, είναι η υπενθύμιση της τραγικής τους μοίρας. Πώς ενώ είναι φτιαγμένοι για τα μεγάλα, είναι ταυτόχρονα πάντα δέσμιοι της ασημαντότητας τους μέσα στο Θεϊκό σύμπαν. Η τέχνη- κι αυτή φτιαγμένη από ανθρώπους στο ζενίθ της μεγαλοσύνης τους-, φέρει σαν μνήμη τη θλιβερή διαπίστωση της ανθρώπινης ποταπότητας και μικρότητας που μεγαλώνει στο πέρασμα του χρόνου χωρίς καθόλου να έχει παραδειγματιστεί απ’ τις συντριβές και τις τιμωρίες του παρελθόντος.

Με αφορμή τα όσα θλιβερά λαμβάνουν χώρα στην όχι και τόσο μακρινή μας Μέση Ανατολή, δεν μπορώ να μην σκεφτώ πόσο τραγικά επίκαιρο είναι το αρχαίο αττικό δράμα και πόσο σατανική η σύμπτωση να περιλαμβάνονται στο φετινό φεστιβάλ Επιδαύρου δύο αντι-πολεμικές τραγωδίες, οι Πέρσες του Αισχύλου και οι Ικέτιδες του Ευριπίδη.

ΔΑΡΕΙΟΣ
Λοιπόν γι’ αυτό όσες συμφορές εφέραν,
πιο λίγες δεν πληρώνουν, όμως κι άλλες
τους μέλλεται να πάθουν, μήτε ακόμη
φάνηκε του κακού το βάθος, μα ολοένα
φουσκώνει γιατί θα’ ναι τόσο το αίμα
που θα χυθεί κι ο φόνος απ’ τη λόγχη
των Δωριέων στων Πλαταιών τη χώρα,
που των νεκρών οι στοίβες ως την τρίτη
γενιά θα λεν στα μάτια των ανθρώπων
δίχως φωνή, πως ο θνητός δεν πρέπει
πέρα απ’ το μέτρο να’ χει περηφάνια.
γιατί η αλαζονεία όταν μεστώσει.
καρπίζει του χαμού το στάχυ, απ’ όπου
πολύκλαυτους καρπούς τρυγάει. Τέτοια
την πλερωμή τους βλέποντας για τούτα,
πάντοτε να θυμάστε την Ελλάδα
και την Αθήνα, και ποτέ κανένας
να μην καταφρονάει της δικιάς του
μοίρας τα δώρα, μη, ποθώντας άλλα,
σκορπίσει τα’ αγαθά του. Στέκει ο Δίας
βαρύς δικαιοκρίτης από πάνω
και τη μεγάλη υπεροψία τσακίζει

(Αισχύλου, Πέρσες. Μετ.: Τάσου Ρούσσος)

ΘΗΣΕΑΣ
[…]Όμως μετά, όταν όλους τους Αργείους
στον πόλεμο οδηγούσες, αν και οι μάντεις
προφήτευαν το μέλλον, εσύ διόλου
δεν τους λογάριασες και καταφρόνια
δείχνοντας στους θεούς, έχεις βυθίσει
την πόλη στο χαμό. Σε παρασύραν
οι νέοι, που για αξιώματα διψώντας,
ανέμυαλους πολέμους ξεσηκώνουν
και τους πολίτες αφανίζουν. Ο ένας
στρατηγός για να γίνει, ο άλλος πάλι
για να κομπάζει δύναμη αποκτώντας,
για να μαζέψει πλούτη ο τρίτος, δίχως
να νοιάζεται αν μ’ αυτόν τον τρόπο
πάσχει ο λαός. Γιατί οι πολίτες είναι
σε τρεις μερίδες χωρισμένοι. Οι πλούσιοι
δεν ωφελούνε και γυρεύουν πάντα
περσότερα. Οι φτωχοί που καν δεν έχουν
το καθημερινό τους, φόβο φέρνουν
καθώς, ξεγελασμένοι από το φθόνο
και τους κακούς δημαγωγούς, σαΐτες
ρίχνουν πικρές στους πλούσιους. Η μεσαία
μερίδα από τις τρεις σώζει τις πόλεις,
φυλάγοντας της πολιτείας το νόμο,
[…]
νιώστε ποιες είναι, ανόητοι, των ανθρώπων
οι δυστυχίες. Αγώνας η ζωή μας.
Τώρα ευτυχούν αυτοί, κατόπι οι άλλοι
Κι ύστερα πάλι οι άλλοι. Μόνο η τύχη
είναι άστατη, γι αυτό και τη δοξάζει
ο δύστυχος σαν του’ ρθει η ευτυχία,
κι ο ευτυχισμένος από φόβο μήπως
τ’ αγέρι της χαράς τον παρατήσει
ψηλά την ανεβάζει.

(Ευριπίδη, Ικέτιδες. Μετ.: Τάσος Ρούσσος)  

Ο θάνατος του θεάτρου;

Κουβέντιαζα μ’ ένα φίλο που αναρωτήθηκε αν το θέατρο έχει αρχίσει να παρακμάζει και αναφερόταν κυρίως στο γεγονός ότι σπανίζουν πια τα θεατρικά έργα πρωτότυπης γραφής. Η θεματολογία είναι κορεσμένη. Ένας επίδοξος θεατρικός συγγραφέας πρέπει να παιδευτεί πολύ για να βρει θέμα που θα έλκει το κοινό που θα έχει μια διαχρονικότητα και που θα μπορεί να παρασταθεί με τρόπο που να καθηλώσει. Παρόλο που δεν έχει καμία σχέση με το χώρο, ως προς το τυπικό τουλάχιστον μέρος, δηλαδή δεν έχει κάνει θεατρικές σπουδές, οφείλω να παραδεχτώ ότι η ερώτηση του έχει μεγάλη βάση αλήθειας. Κι αυτό δεν οφείλεται μόνο στις διανοητικές του ικανότητες που του επιτρέπουν να έχει σωστή κρίση, αλλά και στο ότι επειδή ακριβώς δεν ανήκει στο θεατρικό χώρο μπορεί να έχει πιο καθαρό μάτι γύρω από τα θεατρικά δρώμενα. Συνήθως, οι άνθρωποι που σχετίζονται με το θέατρο, είτε με το τεχνικό είτε με το θεωρητικό του κομμάτι, δύσκολα θα έφταναν σε μια τέτοια παραδοχή ή ερώτηση. Εγώ για παράδειγμα, δυσκολεύομαι να δώσω μια σαφή απάντηση, ωστόσο οφείλω να παραδεχτώ ότι το ερώτημα έχει βάση και θέτω εδώ τον προβληματισμό μου γύρω απ’ το μέλλον του θεάτρου ως τέχνη, τουλάχιστον με την παραδοσιακή του φόρμα. Η πληθώρα θεατρικών παραστάσεων κάθε χρόνο – τουλάχιστον στην Αθήνα- δείχνουν μια έντονη κινητικότητα. Θα μπορούσε βέβαια να υποστηρίξει κανείς και κατά πάσα πιθανότητα θα είχε και δίκιο ότι όλη αυτή η κίνηση δεν υποκινείται μόνο απ’ την αγάπη ενός ειδικού κοινού για το θέατρο (που άλλωστε αγγίζει κι ένα μικρό ποσοστό) αλλά κι απ’ το γεγονός ότι το επάγγελμα ηθοποιός είναι στη μόδα λόγω τηλεόρασης πια που καλλιεργεί και προβάλλει με ζήλο οτιδήποτε έχει μια λαμπερή ταυτότητα.
Μια μορφή τέχνης δεν μπορεί να σβήσει εντελώς, απλώς μπορεί να γνωρίσει περιόδους ακμής και παρακμής και να μεταβάλλεται ανάλογα με τις απαιτήσεις των καιρών. Οι εποχές που ο παραδοσιακός τρόπος παρουσίασης ενός θεατρικού έργου μπορούσε να καθηλώσει και να μαγέψει τους θεατές έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Ακόμα και στη διεθνή σκηνή, ήδη απ’ τα τέλη της δεκαετίας του 70 ο
Bob Wilson με σλόγκαν του το space to see and time to feel εισάγει το κοινό στο πολυθέαμα, δηλαδή σε μια παράσταση όπου χορός και μουσική συνυπάρχουν με το θεατρικό κείμενο και με την εναλλαγή φωτισμών μπορούν να του προσδώσουν κι άλλες διαστάσεις. O Wilson χρησιμοποιεί και διάφορα άλλα happenings στη σκηνή, ενώ δεν διστάζει να επιλέξει ακόμα και τη σιωπή, την παντελή απουσία δηλαδή του λόγου, οδηγώντας έτσι τη θεατρική πράξη σε πρωτόγνωρα μονοπάτια. Κάνοντας μια περιήγηση στα sites που δείχνουν τη θεατρική κίνηση στις μεγάλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, με έκπληξη διαπίστωσα ότι η πλειονότητα των έργων είναι τα παλιά γνωστά κλασικά κείμενα του Σαίξπηρ, του Μολιέρου, του Ίψεν, του Λόρκα. Μια ολόκληρη γενιά θεατρικών συγγραφέων ακόμα ψάχνει την ταυτότητα και τη γλώσσα της μέσα απ’ την ταχύτητα της εποχής μας, τις νέες ανακαλύψεις, τα επιτεύγματα, το νέο τρόπο σκέψης και εκφοράς της γλώσσας, την παγκοσμιοποίηση σε όλα τα επίπεδα. Επιπλέον, η εξέλιξη του κινηματογράφου με τη χρήση των ειδικών εφέ, αλλά και ο νέος τρόπος ζωής με τα home cinema
έχουν εθίσει το κοινό σε άλλους τρόπους διασκέδασης, έτσι ώστε να είναι πια σπάνιες οι στιγμές που μια θεατρική παράσταση μπορεί να ψυχαγωγήσει με την κυριολεκτική έννοια της λέξης.
Θα επανέλθω.
 

 

 


Αρχείο