Αρχείο για Μαΐου 2006

ΕΛΕΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ :Μια παλιά θεατρική ιστορία με τραγικό φινάλε. Β’ μέρος

Η Παπαδάκη διέπρεψε σε μια εποχή που η προχειρότητα κι ο αυτοσχεδιασμός στο θέατρο θριάμβευαν. Γράφει η Ειρήνη Καλκάνη σ’ ένα άρθρο της: […]Μόνο όποιος είδε την Ελένη να «κρεάρει» ένα ρόλο, είναι σε θέση να μαρτυρήσει τι ακριβώς σημαίνει τούτο…Από τη στιγμή που ήταν να ζωντανέψει στη σκηνή μια ηρωίδα, ο έξω κόσμος έπαυε να υπάρχει γι’ αυτήν. Τα κείμενα των έργων που έπαιζε είναι βασανισμένα από μολυβιές, παρατηρήσεις, σχόλια, σκέψεις που φανέρωναν μια κατανόηση εκπληκτική, όπου καμιά λεπτομέρεια δεν έμενε χωρίς να σχολιαστεί… Διάβαζε τα απάντα, ό, τι είχε γραφτεί για το συγγραφέα, το έργο αλλά και τους ηθοποιούς που το είχαν παίξει…μέσα στη σύλληψη του συγγραφέα έβρισκε την ψυχή της ηρωίδας που γινόταν τώρα δική της ψυχή…Η Ελένη έπαυε να είναι αυτή η ίδια, έπλαθε το βάδισμα της, την κίνηση των χεριών της, το λόγο στα χείλη της, τον πόνο στην έκφραση της… όσες φορές συναντιόμουν με την Ελένη έμενα με την εντύπωση ότι είχα πράγματι ανταμωθεί μ’ ένα «ιερό τέρας»[…]

Οι προσπάθειες παραγκωνισμού της (οι οποίες τις περισσότερες φορές πέτυχαν), ο αμείλικτος πόλεμος που της έγινε, η αναπάντεχη σύλληψή της από το ΕΑΜ με την κατηγορία της «αντιδραστικής» και της «φιλενάδας του Ράλλη» αντικατοπτρίζουν μια από τις πιο σκοτεινές περιόδους της σύγχρονης ελληνικής Ιστορίας.
Το «Ελληνικόν Αίμα», αντιστασιακή εφημερίδα της Κατοχής, έγραφε στις 15 Οκτωβρίου 1943 για την «ψευδοκυβέρνηση των Αθηνών»: «Ο πρωθυπουργός, κερδοσκοπήσας στο χρηματιστήριο, εδώρησε στον γεροντικό του έρωτα μία ζώνη από πλατίνα αξίας εκατοντάδων εκατομμυρίων». Μιλούσε για τον κατοχικό πρωθυπουργό Ράλλη και την κόρη ενός φίλου του, τη διάσημη ηθοποιό τού θεάτρου Ελένη Παπαδάκη. Το άρθρο τη χαρακτήριζε επίσης «ομοφυλόφιλη». H ίδια δεν παραδέχθηκε ποτέ ερωτική σχέση με τον πρόεδρο της δοτής κυβέρνησης. Του είχε όμως επιτρέψει να της στέλνει το υπηρεσιακό του αυτοκίνητο για να την πηγαίνει στο Εθνικό Θέατρο. Αργότερα οι ΕΛΑΣίτες που τη συνέλαβαν, έψαξαν και για τη ζώνη αυτή, χωρίς όμως αποτέλεσμα. H σύλληψη και εκτέλεση της Ελένης Παπαδάκη από τον ΕΛΑΣ υπήρξε μία από τις βαρβαρότητες των Δεκεμβριανών. Υπόθεση που ακόμα δεν έχει εξιχνιαστεί πλήρως, καθώς έχει καλά κρυμμένα μυστικά. Ιδεολογική διαφορά, υπερβάλλων ζήλος, επαγγελματικός φθόνος ή ερωτική αντιζηλία; Όλα είναι πιθανά, με πιθανότερη εκδοχή τα επαγγελματικά πάθη. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Ελένη Παπαδάκη σε πολλές περιπτώσεις έσωσε ανθρώπους ανεξαρτήτως φρονημάτων, από τους Γερμανούς. Ένας από αυτούς λεγόταν Ελευθερουδάκης. Γιος του ιδιοκτήτη του βιβλιοπωλείου. Επίσης ο γιατρός Γιώργος Μουστρούφας, κατοπινό στέλεχος του υπουργείου Υγείας υπό τον Πέτρο Κόκκαλη στην Κυβέρνηση του βουνού, ύστερα από παράκληση της συγγραφέως Λιλίκας Νάκου. H
Παπαδάκη είχε πρόσβαση και στον δήμαρχο (Άγγελο Έβερτ) και στον πρωθυπουργό. Εν τέλει όμως αυτό έγινε μπούμερανγκ και της κόστισε τη ζωή.
«Δίκη» ήταν, η συνέλευση του Σωματείου Ηθοποιών στο θέατρο Διονύσια στις 24 Νοεμβρίου 1944, όπου αποφασίστηκε η διαγραφή της Παπαδάκη («Θάνατος στην πουτάνα», φώναζαν κάποιοι) που έστρωσε το έδαφος για την εκτέλεσή της.
Εκείνη δεν προσήλθε για να απολογηθεί, έστειλε όμως την παρακάτω επιστολή στο δικηγόρο του Σωματείου κ. Δάνο: «Λυπούμαι διότι δεν μου είναι επιτετραμμένον να παρουσιαστώ ενώπιον της Συνελεύσεως για να απολογηθώ επί των κατηγοριών, τας οποίας μου αποδίδει η απόφασις του Διοικητικού Συμβουλίου του Σωματείου, λόγω του ανάρμοστου τρόπου καθ’ ον είναι συντεταγμένη αύτη. Νομίζω ότι πάσα άμυνα επί τόσο αναρμόστως συντεταγμένου εγγράφου, πλήρους αορίστων και αβάσιμων στοιχείων και συκοφαντικής δυσφημίσεως, οικοδομήματος ασύστολων κατηγοριών βασιζομένων μόνο «επί εντυπώσεων», ως ρητώς αναφέρει το απόσπασμα των παρακτικών, μια τοιαύτη άμυνα, επαναλαμβάνω, θα απετέλει ύβριν εναντίον εμού της ιδίας, απρεπώς ήδη δια της ως άνω αποφάσεως καθυβρισθείσης και δια τρόπου απάδοντος, ως φρονώ, εις Σωματείον ευσεβούμενον εαυτόν και τις αποφάσεις του.Κατά πόσον η όλη στάσις μου κατά το διάστημα της κατοχής υπήρξεν «αντεθνική, αντισυναδελφική, εγωιστική και απρεπής», δύνανται καλλίτερον από εμέ να διαφωτίσουν την Συνέλευσιν πολλοί εκλεκτοί συνάδελφοι, οι οποίοι, ασφαλώς θα παρίστανται εις αυτήν, αλλά και πολλοί επίσης διακεκριμένοι συνάδελφοι μη προς εμέ φιλικά διακείμενοι, θα ευρεθούν έστω και κατ’ ιδίαν σκεπτόμενοι ότι εις πολλάς περιπτώσεις η στάσις μου υπήρξε κάθε άλλο παρά αντισυναδελφική ή εγωιστική…».
Το φινάλε γράφεται τη νύχτα της 21ης προς 22 Δεκεμβρίου 1944. Ο πολιτοφύλακας της ΟΠΛΑ με το ψευδώνυμο καπετάν Ορέστης την καταδικάζει σε θάνατο με τσεκούρι και την παραδίδει στον σκληροτράχηλο Βλάση Μακαρώνα. «Τη διέταξαν να γδυθεί, ενώ εκείνη είχε αντιληφθεί ότι πλησιάζει το τέλος της και είχε τρομάξει πολύ. Έτρεμε από το κρύο και τον φόβο και κλαίγοντας τους παρακαλούσε. Έβγαλε τη γούνα της την οποία παρέλαβε ο Ορέστης και, όταν τη διέταξε να βγάλει και τα υπόλοιπά της ρούχα, αναλύθηκε σε δυνατές κραυγές απελπισίας και σε γόους. Όρμησαν τότε σαν αφιονισμένοι πάνω της και μέσα σε έναν καταιγισμό από προπηλακισμούς την έσυραν κοντά σε ανοιγμένο λάκκο και εκεί την έγδυσαν με τη βία. Ο Βλάσης Μακαρώνας ξαφνικά δείλιασε, τον πείραξαν και οι κραυγές της και τελικά καθίζοντάς την χάμω τράβηξε το περίστροφό του και της φύτεψε μια-δυο σφαίρες στον αυχένα (…)» Λίγο αργότερα, στη δίκη του, ο Μακαρώνας δήλωσε ότι ο Ορέστης τον κατηγόρησε πως έκανε σαμποτάζ που δεν τη σκότωσε με το τσεκούρι αλλά με το περίστροφο.
Και πρόσθεσε: «Δεν λυπήθηκα τίποτα άλλο παρά το γούνινο παλτό της που το πήρε ο Ορέστης».

Πέρασε πάνω από μήνας, όταν στις 26 Ιανουαρίου του 1945, κατά την εκταφή των πτωμάτων στον περίβολο των Διυλιστηρίων της Ούλεν, βρέθηκε το πτώμα της Παπαδάκη σε μια κατηφόρα φυτεμένη με πεύκα, σ’ ένα λάκκο μαζί με τρεις τέσσερις άλλους. Με μια κομπινεζόν ανασηκωμένη γύρω απ’ το θώρακα, με τις ζαρτιέρες ζωσμένες στη μέση και με το σώμα της γεμάτο κακώσεις και μια σφαίρα φυτεμένη στον αυχένα. . Μόλις διαδόθηκε το νέο, μαθητές και μαθήτριες της δραματικής σχολής του Εθνικού Θεάτρου προσήλθαν και κάλυψαν το σώμα με κλαριά. . Κηδεύτηκε στις 28 Ιανουαρίου από την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου Καρύτση σε μια ατμόσφαιρα βαθύτατου πένθους και αγανάκτησης και με πλήθος καλλιτεχνικού και πνευματικού κόσμου.

«…Χρειάζεται να φανούμε μεγάλοι, να φανούμε τέλειοι(…)για να μπορέσουμε να ονομαστούμε χωρίς τύψεις, συνάδελφοι της Ελένης Παπαδάκη(…). Χάσαμε ένα απ’ το πιο τρανά κι απ’ τα πιο σπάνια καυχήματα της ελληνικής σκηνής-χάσαμε έναν καλό φίλο κι έναν ωραίο άνθρωπο(…). Κοιμήσου ειρηνικά, αγαπημένη φίλη…Ίσαμε επάνω δεν φτάνουν μήτε η αρρώστια μιας εποχής, μήτε μιας φυλής η παραφροσύνη. Μια λέξη ακόμα: συγχώρεσέ μας…» Αλέξης Σολομός, 28.11.1945

Μνήσθητι Κύριε: Για την ώρα που η λεπίδα του φονιά άστραψε κι όλος ο Θεός της Τραγωδίας εφάνη.
Μνήσθητι Κύριε: Για την ώρα που άξαφνα κι οι εννιά αδερφές, εσκύψαν να της βάλουνε των αιώνων το στεφάνι.
Άγγελος Σικελιανός

Η ψυχή της Ελένης Παπαδάκη μπορεί να αναπαυθεί με τη συναίσθηση ότι εξετέλεσε τον προορισμό της, έστω κι αν δεν πρόφθασε να τον συμπληρώσει. Όσοι δημιουργούν και χαρίζουν ομορφιά, δεν ματαιοπονούν(…). Η Ελένη Παπαδάκη δεν πέθανε: Τότε οι νεκροί πεθαίνουνε όταν τους λησμονάνε, λέει ο ποιητής». Άλκης Θρύλλος , «Νέα Εστία», 1.10.1945

Advertisements

ΕΛΕΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ :Μια παλιά θεατρική ιστορία με τραγικό φινάλε. Α’ μέρος

Ορμώμενη από τον chartopontika που στο post του «Η βασίλισσα κι ο καμπούρης», θυμίζει μια λησμονημένη ιστορία, αποφάσισα να δημοσιεύσω κι εγώ με τη σειρά μου την ιστορία που ακολουθεί σαν μια ιστορία που αν και παλιά, δεν της πρέπει να μείνει ξεχασμένη.

Το άστρο της Ελένης Παπαδάκη διέγραψε σύντομη τροχιά γύρω απ’ τον πλανήτη γη, αλλά έλαμψε με ασυνήθιστη ένταση για 19 ολόκληρα χρόνια, όσα δηλαδή κράτησε και η καριέρα της στο θεατρικό στερέωμα. Έμελλε να έχει μόνο καλλιτεχνικές αποχρώσεις, αλλά η απρόβλεπτη τροπή των γεγονότων μέσα στις βαρβαρότητες ενός εμφυλίου, προσέδωσαν μια έντονη πολιτική χροιά στο τραγικό της φινάλε.
Η ιστορία της τα είχε όλα: έρωτα, πάθη, τέχνη κι ένα φόνο που παραμένει ανεξιχνίαστος ως τις μέρες μας. Ίσως γι’ αυτό να ιντριγκάρει κιόλας.
Η ηθοποιός Ελένη Παπαδάκη είναι λιγότερο γνωστή σήμερα, αλλά στην εποχή της, ήταν μια από τις σπουδαιότερες ερμηνεύτριες του θεάτρου. Όσοι την είδαν επί σκηνής, συμφωνούσαν πως το παίξιμό της δεν είχε ούτε προηγούμενο ούτε επόμενο. Κι αυτό, ενώ συνυπήρχε με «ιερά τέρατα», όπως η Παξινού, η Μανωλίδου, ο Βεάκης, ο Μινωτής, η Αλκαίου, ο Γληνός, κ.ά. Άλλωστε, όταν την είδαν για πρώτη φορά στη σκηνή, τόσο η Κοτοπούλη, όσο κι η Κυβέλη, αναγνώρισαν στο πρόσωπό της τη μεγάλη διάδοχό τους. Όμως, στα 41 της χρόνια και στο απόγειο της καριέρας της, έμελλε να βρει τραγικό και αποτρόπαιο θάνατο την περίοδο των Δεκεμβριανών.
Ποιος έδωσε την εντολή να σκοτώσουν την Ελένη Παπαδάκη; Ερώτημα που μάλλον δεν πρόκειται ν’ απαντηθεί ποτέ. Οι ηθικοί αυτουργοί δεν έχουν κατονομαστεί αν και ο φόνος της χρεώνεται στο αριστερό λαϊκό κίνημα της εποχής. Πάντως, ακόμη και ξένες μυστικές υπηρεσίες ενεπλάκησαν στην υπόθεση.
Αλλά ας ξετυλίξουμε το νήμα της ιστορίας απ’ την αρχή:

Γεννήθηκε στις 4 Νοεμβρίου του 1903 στην οδό Ιπποκράτους 70Β, σ’ ένα νεοκλασικό σπίτι απ’ αυτά που κοιτώντας τα σήμερα προσπαθούμε να μαντέψουμε την ιστορία των ανθρώπων που τα κατοίκησαν κάποτε και που συμπτωματικά υπάρχει ακόμα.
Κάποια Κυριακή, την ώρα που η οικοδέσποινα τραγουδούσε μια άρια απ’ την «Τόσκα», ακούστηκε ασυνήθιστος θόρυβος απ’ το διπλανό δωμάτιο. Όταν οι καλεσμένοι και οι οικοδεσπότες άνοιξαν περίεργοι την ενδιάμεση πόρτα βρέθηκαν μπροστά σ’ ένα ασυνήθιστο θέαμα. Όλες οι καρέκλες ήταν βαλμένες προσεκτικά σαν να κάθονταν πάνω τους θεατές. Το μικρό κορίτσι ήταν ανεβασμένο πάνω στο τραπέζι κάνοντας παντομιμικές κινήσεις και υποκλινόταν μπροστά στο κοινό της.
«Ελένη, τι κάνεις εκεί»; ρώτησαν οι γονείς της. «Είμαι…θοποιός», απάντησε με σταθερή φωνή το μικρό κορίτσι.

Η Ελένη Παπαδάκη μεγάλωσε σ’ ένα περιβάλλον διανοούμενων. Ο παππούς της υπήρξε διαπρεπής φιλόλογος και καθηγητής αισθητικής. Ο πατέρας της γεννημένος στο Φανάρι σπούδασε στη Ροβέρτειο Σχολή, η μητέρα της πήρε ανώτατη μουσική παιδεία. Απ’ τα παιδικά της χρόνια λοιπόν, η μικρή Ελένη γαλουχήθηκε με τη μουσική και τη λογοτεχνία. Λάτρευε το διάβασμα, τη μελέτη και την ησυχία. Τελείωσε το Γυμνάσιο Κρίκου και μιλούσε άριστα τέσσερις γλώσσες, γερμανικά, γαλλικά, αγγλικά και ιταλικά. Παρακολούθησε ως ακροάτρια τα μαθήματα της Φιλοσοφικής σχολής για δύο χρόνια. Αγαπημένα της βιβλία ήταν αυτά που μιλούσαν για το ίνδαλμα της, την Ελισάβετ της Αυστρίας. Μάλιστα δεν πραγματοποίησε ποτέ και το όνειρο της να ερμηνεύσει κάποτε ένα θεατρικό ρόλο εμπνευσμένο απ’ τη ζωή της αυτοκράτειρας.
Ως άνθρωπος ήταν ιδιόρρυθμη, πολύ ευγενική με όλους, πολύπλοκη και δύσκολη. Την αποκαλούσαν «πριγκίπισσα της μοναξιάς».
(…) φύση πολύπλευρα χαρισματική και υπερευαίσθητη (…) αγχώδης και συχνά απειθάρχητη (…) υπέφερε από τη δίψα που ένιωθε να κατακτήσει το φευγαλέο απόλυτο προπάντων στη δουλειά της (…) ήταν η εκλεκτή ανάμεσα στους εκλεκτούς (…) παιδί μέσα στην ψυχή της, γεμάτη ευαισθησίες και τρυφερότητα (…) δυνατή προσωπικότητα, ανεξάρτητη, αποφασιστική, ριψοκίνδυνη, γενναία (…) πνευματικός άνθρωπος (…) σιλουέτα λεπτή και σβέλτη με αρμονικές, αργές, αριστοκρατικές κινήσεις και λυγερό παράστημα (…) γνωστή για το χιούμορ της που σε ορισμένες περιπτώσεις μπορούσε να γίνεται και καυστικό (…) ζεστός άνθρωπος (…) με αλάνθαστη έμφυτη διαίσθηση (…) καλή και ευγενική με όλους, πρόθυμη να ακούσει και να βοηθήσει (…) ένας θησαυρός ανεκτίμητος για εκείνους που κέρδιζαν την εμπιστοσύνη και εκτίμησή της, τη συμπάθεια και τη φιλία της (…) σεμνή (…) αγαπούσε και αναζητούσε τη μοναξιά…».
Η επιθυμία της να βγει στο θέατρο δεν μπορούσε να ικανοποιηθεί εύκολα καθώς οι γονείς της δεν διανοούνταν ν’ ασχοληθεί η κόρη τους με το ευτελές επάγγελμα της θεατρίνας. Την άφησαν ωστόσο ν’ ασχοληθεί με τη μουσική προσπαθώντας να δώσουν ένα διέξοδο στις παράξενες ανησυχίες της. Το 1923 εξαιτίας μιας σοβαρής πλευρίτιδας, αναγκάστηκε να διακόψει τα μαθήματα τραγουδιού και πιάνου κι έπεισε τελικά τους γονείς της να παρακολουθήσει ως ακροάτρια τα μαθήματα της Δραματικής σχολής του Ελληνικού Ωδείου. Συμμαθήτρια της στη σχολή και η Αντιγόνη Μεταξά, μετέπειτα «Θεία Λένα». Η πρώτη της εμφάνιση πραγματοποιήθηκε με το «Gloria Victis
» του Στέφανου Δάφνη και την «Μακρινή πριγκίπισσα» του Χέρμαν Σούντερμαν.

«[…]κυριαρχία της σκηνής, επιβολή αυστηρή στον εαυτό της και αυτοπειθάρχησις αξιοθαύμαστη, τάκτ σπάνιο, αέρας θεάτρου σπάνιος, βλέμμα θερμό κι εκφραστικό, πολλή εξυπνάδα κι αντίληψις, έκφραση, μιμική του προσώπου καλή και προπάντων τέμπο και κλίμαξ φωνής σπανίως θεατρικά. Να την φωτίσει μονάχα το Άγιο Πνεύμα να μείνει οριστικά στο θέατρο! Αυτή είναι το μεγάλο άστρο του Ελληνικού Ωδείου[…]»

Στις 10 Ιανουαρίου του 1925 παίρνει και επίσημα το βάπτισμα της σκηνής σε επαγγελματική παράσταση με τον «Πειρασμό» του Ξενόπουλου υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση του Σπύρου Μελά.
Μέσα σε 19 μόλις χρόνια καριέρας σφράγισε όσο ελάχιστες την θεατρική τέχνη με συγκλονιστικές ερμηνείες. Αναφέρονται ενδεικτικά: Μαργαρίτα Γκοτιέ στην «Κυρία με τας καμελίας» του Αλεξάνδρου Δουμά υιού, Ελα Ρέντχαϊμ στον «Γιάννη Γαβριήλ Μπόρκμαν» του Ίψεν, Λαίδη Ουίντερμηρ στη «Βεντάλια της Λαίδης Ουίντερμηρ» του Όσκαρ Ουάιλντ, Δυσδαιμόνα στον «Οθέλλο», Πόρσια στον «Έμπορο της Βενετίας» του Σαίξπηρ, Πριμαντόνα στη «Ζακυνθινή Σερενάτα» του Διονύση Ρώμα, Κλυταιμνήστρα στην ιστορική παράσταση της «Ηλέκτρας» του Σοφοκλή στο Αρχαίο θέατρο Επιδαύρου στις 11/9/1938, «Αντιγόνη» του Σοφοκλή, βασίλισσα Ελισάβετ στον «Ντον Κάρλος» του Σίλερ, Ερσίλια Ντρέι στο «Να ντύσουμε τους γυμνούς» του Πιραντέλο, Ιφιγένεια στην «Ιφιγένεια εν Ταύροις» και τέλος Εκάβη στην «Εκάβη» του Ευριπίδη.

«[…]Κι ήταν για μένα μια μικρή ευτυχία η γνωριμία μου με το κείμενο του Όσκαρ Ουάιλντ. Ευτυχία να βλέπω την Ελένη Παπαδάκη να κατεβαίνει τη μνημειακή εσωτερική σκάλα της πλημμυρισμένης από άπλετη λάμψη σκηνής του Βασιλικού Θεάτρου με τη βεντάλια της Λάιδης Ουίντερμηρ στα χέρια της. Η βεντάλια με τα γλυκά χρωματιστά φτερά, η χάρη κι η λυγεράδα της Ελένης, ο κομψός σαρκασμός του Ουάιλντ, μια τέλεια βραδιά το δίχως άλλο[…] Ι.Μ Παναγιωτόπουλος, 8/12/37

Με την είσοδο της στο νεοσύστατο Εθνικό θέατρο το 1932,δεν άργησε να γνωρίσει το φθόνο και τον παρασκηνιακό πόλεμο που της κήρυξαν οι ίδιοι της οι συνάδελφοι, με αποτέλεσμα να της δίνονται ρόλοι δευτερεύοντες ή ακατάλληλοι για την αξιοποίηση των δυνατοτήτων της.
Ενώ τη διόρισαν στο Εθνικό, τη διέγραψαν αμέσως επειδή δεν μπόρεσε να διακόψει τις παραστάσεις της στην Κωνσταντινούπολη και να επιστρέψει πάραυτα! Μετά την ξαναπήραν, βέβαια. Οι αντιπαλότητες όμως ήταν μεγάλες σε μία εποχή που γέννησε μύθους: Παξινού, Μινωτής, Μανωλίδου, Χορν, Αυλωνίτης, αδελφές Καλουτά, Βλαχοπούλου και από την ΕΑΜική πλευρά Βεάκης, Κατράκης, Βανδής, Δημήτρης Μυράτ, Βασταρδής, Ασπασία Παπαθανασίου και τόσοι άλλοι. Όπως αποκαλύπτεται από γράμμα της Ελένης Παπαδάκη προς φίλη της από την Αγγλία, όπου είχε πάει με την Κατίνα Παξινού και τον Κωστή Μπαστιά. «Δεν φαντάζεσαι πόσο «καλλιεργημένο» είναι το έδαφος από την Κατίνα για την Κατίνα (…) H
κατάστασις πάντοτε αηδής».

Με αφορμή τον τελευταίο της ρόλο στην Εκάβη, ο Λίνος Καρζής έγραψε:

«[…]Την έχω παρακολουθήσει από τα πρώτα υποσχετικά βήματα της πάνω στη σκηνή. Την είδα να μαραίνεται στο περιθώριο αδυνατώντας να εξανθήσει την πλούσια θεατρική της ιδιοφυΐα. Την ένιωσα στα δεσμά αντιτραγικών σκηνοθετικών αντιλήψεων που είχαν τη δύναμη από εξωκαλλιτεχνικούς λόγους να την κρατούν στα πλαίσια τους ανίκανη ν’ αποδώσει την τραγική που μέσα της ανυπομονούσε ν αναδυθεί έξαρση. Έπρεπε να’ ρθει η ώρα που οι σκηνοθετικές αντιλήψεις στα χέρια διστακτικών επιγόνων θα’ χαναν την επιβολή τους. Οι κλίκες θα σκορπίζονταν. Και ιδού η εξάνθηση των ικανοτήτων, η θαυμαστή αποκάλυψη[..]»

και αλλού:

«[…]ήταν μια γνήσια τραγωδός η Ελένη Παπαδάκη εκείνο το Δεκέμβρη του 43. Το Εθνικό θέατρο έδινε κι αυτό τη μάχη του όπου καμιά κατοχή δεν μπορούσε να θολώσει. Ήταν! Η ευγένεια και το μεγαλείο με τα οποία ενσάρκωσε τη βασιλική γερόντισσα της Τροίας […]»
«[…]Αλλά, αφού είδαμε οπωσδήποτε τη ρίζα και μαντέψαμε τη ζωτικότητα της ρίζας, τούτο μόνο για την ώρα ας μας αρκεί. Κι όταν η ρίζα υπάρχει, αύριο θα ξαναϋπάρξει και ο κορμός […]» Άγγελος Σικελιανός, Ελεύθερον Βήμα, 30 12.1943).

Αγαπητέ Θεέ

Ψαχουλεύοντας λίγο τα βιβλία μου, έπεσα στο μυθιστόρημα του Ερίκ-Εμανουέλ Σμιτ, «Oscar et la dame rose» που έχει διασκευαστεί για το θέατρο πριν λίγα χρόνια με τον τίτλο «Αγαπητέ Θεέ». Το βιβλίο μιλάει για τον Όσκαρ, ένα δεκάχρονο αγόρι που πάσχει από καρκίνο, περνάει τις τελευταίες του μέρες του στο νοσοκομείο παίζοντας με τ’ άλλα επίσης άρρωστα παιδιά, φιλοσοφεί με τη γιαγιά Ροζ, μια εθελόντρια νοσοκόμα, και στέλνει με τη φαντασία του γράμματα στο Θεό προσπαθώντας να προκαλέσει το ενδιαφέρον του.
«Δεν σου’ γραψα μέχρι σήμερα γιατί δεν πίστευα πως υπάρχεις! Ναι, αλλά λέγοντας σου αυτό δεν θα ενδιαφερθείς για μένα! Κι άμα δεν ενδιαφερθείς, λέει η γιαγιά Ροζ, κάηκα!»
Κάθε μέρα του διηγείται και μια ιστορία και κάποια στιγμή, η γιαγιά Ροζ που ξέρει ότι του απομένουν μόνο λίγες μέρες ζωής, τον προτρέπει να παίξει το ακόλουθο παιχνίδι. Κάθε μέρα που θα περνάει θα μετράει γι’ αυτόν σαν δέκα χρόνια. Έτσι θα προλάβει να ζήσει μέσω του παιχνιδιού όσα δεν θα του επιτρέψει η αρρώστια του.
Το προτελευταίο γράμμα του έχει ως εξής:
«Αγαπητέ Θεέ.
Έγινα εκατό χρονών. Κοιμάμαι περισσότερο αλλά είμαι μια χαρά. Σήμερα μίλησα στους γονείς μου για τη ζωή. Ελπίζω να κατάλαβαν. Η ζωή είναι ένα παράξενο δώρο. Στην αρχή τρελαινόμαστε που μας το χάρισαν, νομίζουμε πως είναι για πάντα. Ύστερα, με τις δυσκολίες, το υποτιμάμε, το βρίσκουμε σύντομο, ασήμαντο, είμαστε έτοιμοι να το πετάξουμε. Στο τέλος καταλαβαίνουμε πως δεν είναι δώρο, είναι παιχνίδι δανεικό. Και τρέχουμε να προλάβουμε, να επωφεληθούμε. Είμαι εκατό χρονών και ξέρω πολύ καλά για τι πράγμα μιλάω. Όσο γερνάς, πρέπει να αποδεικνύεις πως μπορείς να εκτιμήσεις τη ζωή. Πρέπει να γίνεσαι καλλιτέχνης. Οποιοσδήποτε ηλίθιος δέκα ή είκοσι χρονών είναι γεμάτος ζωή, αλλά στα εκατό, όταν δεν μπορεί να κουνηθεί, για ν’ αποδείξει πως ζει πρέπει να σκέφτεται. Δεν ξέρω αν μπορώ να πείσω τους γονείς μου. Δεν πας μια επίσκεψη και σ’ αυτούς; Θα τα καταφέρεις καλύτερα. Εγώ δεν μπορώ να κάνω τίποτ’ άλλο.
Είμαι λίγο κουρασμένος. Τα λέμε αύριο! Φιλιά! »


Επισκεψιμότητα

  • 200,016 hits

Αρχείο

Advertisements