«Ερρίκος Δ»απ’ το Εθνικό Θέατρο

Σπεύδω να απαντήσω στο γράμμα σας της 19ης για το οποίο σας ευχαριστώ ολόψυχα. Σας είπα, την τελευταία φορά στη Ρώμη πως σκεφτόμουν κάτι για σας. Συνέχισα να το σκέφτομαι και τελικά ωρίμασε η κωμωδία που νομίζω πως είναι μια από τις πιο πρωτότυπες μου: Ερρίκος ο Δ’, τραγωδία σε τρεις πράξεις του Λουίτζι Πιραντέλλο.

Το ιστορικό: Περίπου είκοσι χρόνια νωρίτερα, στη διάρκεια του καρναβαλιού, μερικοί νέοι και νέες της αριστοκρατίας σκέφτηκαν για να διασκεδάσουν να οργανώσουν μια «καβαλαρία μεταμφιεσμένων»σε μια έπαυλη: καθένας από τους άρχοντες αυτούς είχε επιλέξει να παραστήσει ένα ιστορικό πρόσωπο, βασιλιά ή πρίγκηπα, έχοντας στο πλάι του τη συνοδό του, βασίλισσα ή πριγκίπησσα πάνω στο στολισμένο ανάλογα με τα κοστούμια της κάθε εποχής άλογο. Ένας απ’ τους άρχοντες επέλεξε τον Ερρίκο τον Δ’ […]. Δυστυχώς, τη μέρα της καβαλαρίας, το άλογο του τρόμαξε από μια σκιά, εκείνος έπεσε, χτύπησε το κεφάλι του και όταν συνήλθε από τη διάσειση παρέμεινε αγκιστρωμένος στο πρόσωπο του Ερρίκου του Δ’.[…]

Πέρασαν είκοσι χρόνια. Τώρα εκείνος – ο Ερρίκος Δ΄ – ζει σε μια απομονωμένη έπαυλη: ένας ήσυχος τρελός […] Ένα πρωί παρουσιάζεται σ’ έναν ανιψιό του ένας ψυχίατρος. Υπάρχει ίσως μια μέθοδος θεραπείας γι’ αυτό τον τρελό: να του ξαναδώσουν με ένα βίαιο τέχνασμα την αίσθηση της απόστασης του χρόνου. […]
Η τραγωδία τώρα ξεκινάει και νομίζω πως πρόκειται για ένα βάθος ασυνήθιστα φιλοσοφικό αλλά ολοζώντανο, σε μια δραματικότητα γεμάτη με όχι λιγότερο ασυνήθιστα αποτελέσματα[…]
Συμβαίνουν πράγματα αληθινά απροσδόκητα – εάν σκεφτείτε πως εκείνος που όλοι θεωρούν τρελό, στην πραγματικότητα εδώ και χρόνια δεν είναι πια τρελός μα προσποιείται φιλοσοφικά την τρέλα για να γελάει μέσα του με τους άλλους που τον θεωρούν τρελό και γιατί αρέσκεται σε εκείνη την καρναβαλική παράσταση που δίνει στον εαυτό του και στους άλλους της «αυλής» του […]
Και να σκεφτείτε πως στη συνέχεια, καθώς εν αγνοία του μπαίνει σε εφαρμογή το κόλπο του ψυχιάτρου, εκείνος προσποιούμενος τον τρελό, ανάμεσα σε τρομακτικά ρίγη, πιστεύει για μια στιγμή πως είναι στ’ αλήθεια τρελός και ετοιμάζεται ν’ αποκαλύψει την υποκρισία του, όταν ξαφνικά καταφέρνει να ανακτήσει τις δυνάμεις του και εκδικείται με έναν τρόπο που – ναι, στ’ αλήθεια, για να σας αφήσω κάποια έκπληξη, δεν θα σας το πω…».

Το παραπάνω αποτελεί μέρος της επιστολής που έστειλε ο Πιραντέλλο στον ηθοποιό και σκηνοθέτη Ρουτζέρο Ρουτζέρι, στις 21 Σεπτεμβρίου του 1921.

Ο «Ερρίκος Δ’» παρουσιάστηκε σε παγκόσμια πρεμιέρα στο θέατρο Manzoni του Μιλάνου με πρωταγωνιστή τον Ρουτζέρι, στις 24 Φεβρουαρίου του 1922.

Ο Πιραντέλλο εγκαταλείπει τη διδασκαλία κι αφοσιώνεται στο θέατρο. Είναι 54 χρονών.

Ζώντας από χρόνια πλάι στην τρελή γυναίκα του κι αποτραβηγμένος εξαιτίας του προσωπικού τους δράματος από τις κοινωνικές συναναστροφές, άρχισε να θεωρεί τη ζωή σαν ένα μεταίχμιο ανάμεσα στην πραγματικότητα και την τρέλα. Το θέατρο στη περίπτωση του αποτέλεσε μια διέξοδο στο προσωπικό του πρόβλημα, αλλά κι ένα γόνιμο πεδίο ν’ αναπτύξει μια διαλεκτική σχετικά με την πολλαπλότητα και το δράμα της προσωπικότητας, το θέμα της τρέλας και τη σχετικότητα της αλήθειας.

Ο «Ερρίκος Δ’» είναι ένα έργο σκηνικής δεξιοτεχνίας αλλά και το αντιπροσωπευτικότερο δείγμα του Πιραντέλλο για τη σχέση του είναι με το φαίνεσθαι, όχι μόνο από φιλοσοφικής πλευράς, αλλά μέσα απ’ την προσπάθεια του συγγραφέα να το παρουσιάσει σαν σκηνική πραγματικότητα. Είναι ουσιαστικά θέατρο εν θεάτρω. Επί είκοσι χρόνια μια ομάδα ανθρώπων ενδύονται ιστορικά πρόσωπα του 11ου αιώνα προκειμένου να μην διαλύσουν στον κεντρικό ήρωα την ψευδαίσθηση ότι αυτός είναι ο Ερρίκος ο Δ’ κι αυτοί οι αυλικοί του. Μεταμφιέζονται συνειδητά, δίνοντας κάθε μέρα και μια άλλη παράσταση. Ο ίδιος ο Ερρίκος είναι ένα τραγικό πρόσωπο, όχι επειδή εγκλωβίστηκε στην προσωπικότητα ενός ιστορικού προσώπου, αλλά επειδή ακόμα κι όταν συνήλθε, αρνήθηκε να βγει και να επανενταχτεί στην κανονική ζωή, συνεχίζοντας αυτό το θεατρικό παχνίδι εν πλήρη γνώση.

Ο ίδιος άλλωστε αποτυπώνει την τραγικότητα της αυτοπαγίδευσης του με σπαρακτικό τρόπο:

[..]Έχω θεραπευθεί κύριοι: επειδή ξέρω στην εντέλεια να κάνω τον τρελό, εδώ μέσα. Και τον κάνω ήρεμος. Το δυστύχημα είναι για σας που ζείτε τη δική σας τρέλα, μέσα σε συνεχή ταραχή, χωρίς να την ξέρετε και χωρίς να την βλέπετε!
[…]Αλλά εγώ δεν είμαι ένας τρελός κατά τον τρόπο τον δικό σας γιατρέ. Εγώ ξέρω καλά ότι εκείνος δεν μπορεί να είναι ο εαυτός μου, γιατί Ερρίκος Δ’ είμαι εγώ: εγώ εδώ και είκοσι ολόκληρα χρόνια. Καταλαβαίνετε; Σταθεροποιημένος σ’ αυτήν την αιωνιότητα της μάσκας.[…]

Η συκεκριμένη παράσταση δεν ήταν δυστυχώς αντάξια της δυναμικής του θεατρικού κειμένου. Αν και ο Δημήτρης Μαυρίκιος είχε δώσει πολύ θετικά δείγματα τέσσερα χρόνια πριν, όταν σκηνοθέτησε για το Εθνικό θέατρο τα «Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα», αυτή τη φορά προχώσρησε σε αυθαιρεσίες που αντί να αναδείξουν το πιραντελλικό πνεύμα, το αλλοίωσαν. Αφαίρεσε μεγάλα κομμάτια απ’ το έργο, προσπάθησε ανεπιτυχώς να το συνδέσει με το θέμα των δημόσιων φρενοκομίων στην Ιταλία τη δεκαετία του’ 20, μετέφερε τον χώρο δράσης από μιαν εξοχική βίλλα της Ούμπριας όπως ορίζει το θεατρικό κείμενο, σε μια αίθουσα θεάτρου.Χρησιμοποίησε βίντεο όπου πρόβαλε σκηνές από ντοκουμέντα της εποχής με φρενοβλαβείς – άγνωστο γιατί θεώρησε σκόπιμο να τα εντάξει στην παράσταση- και έδωσε στην ούτως ή άλλως καλή Αλέκα Παϊζη έναν ρόλο που δεν υπάρχει όμως στο έργο, αυτόν της άρρωστης Αντονιέτας της γυναίκας του Πιραντέλλο. Αυτά τα δύο στοιχεία, υποβαθμίζουν και δεν αναδεικνύουν το έργο, αφού είναι βεβιασμένες κι όχι δικαιολογημένες δραματουργικά απόπειρες να προκαλέσουν συγκινησιακή φόρτιση.

Ο Καραθάνος ως Ερρίκος ήταν καλύτερος από άλλες θεατρικές του στιγμές. Φαινόταν ότι του άρεσε πολύ ο συγκεκριμένος ρόλος αλλά αρκέστηκε να αποδώσει περισσότερο τα εξωτερικά χαρακτηριστικά της τρέλας, με εύκολο δηλαδή και αναγνωρίσιμο τρόπο, ενώ ο χαρακτήρας του Πιραντέλλο έχει περισσότερο βάθος και οπωσδήποτε ο τρελός –και μάλιστα τέτοιου είδους- δεν είναι αναγκαστικά και φωνακλάς. Η υπόλοιπη διανομή ήταν αξιοπρεπής μεν, αδιάφορη δε και επιπλέον συμπεριφερόντουσαν όλοι σαν υποκριτικοί δορυφόροι του πρωταγωνιστή. Οι καλοί ηθοποιοί Αιμίλιος Χειλάκης και Όλια Λαζαρίδου, σ’ αυτήν την παράσταση έδειχναν μια πρωτόγνωρη σκηνική αμηχανία. Ο Γιάννης Βογιατζής ήταν ένα βήμα πιο μπροστά απ’ τους άλλους, αφήνοντας στην άκρη τη γνωστή μας απ’ τη μεγάλη και μικρή οθόνη κινηματογραφική του ταυτότητα.

Το σκηνικό του Φωτόπουλου ήταν ευφυές και συγγενές με το Πιραντελλικό θέατρο.Τους φωτισμούς επιμελήθηκε ο Λευτέρης Παυλόπουλος, τη μουσική ο Στάθης Σκουρόπουλος και τις χορογραφίες η Αποστολία Παπαδαμάκη.

Στην Ελλάδα, το έργο παρουσιάζεται απ’ το Εθνικό Θέατρο για τέταρτη φορά. Έχουν προηγηθεί οι παραστάσεις των Καρόλου Κουν (1950), Λεωνίδα Τριβιζά (1967) και Κώστα Μπάκα (1991) με πρωταγωνιστές τους Βασίλη Διαμαντόπουλο, Δημήτρη Χορν και Γιώργο Μιχαλακόπουλο αντίστοιχα.

Advertisements

14 Responses to “«Ερρίκος Δ»απ’ το Εθνικό Θέατρο”


  1. 1 mpampakis Φεβρουαρίου 12, 2007 στο 3:29 μμ

    Δεν είχα υπ’ όψη μου το κείμενο πριν δω την παράσταση, αλλά αυτά που επισημαίνεις (και ειδικά ο ρόλος της Παϊζη) μου φανήκαν σαν παράτερα. Για άλλη μια φορά θεώρησα ότι ο μηχανισμός που στήνει σχεδόν σαν παγίδα ο Πιραντέλο για τους θεατές του είναι εξαιρετικός. Δεν έχω τρόπο να πω πόσο θαυμάζω τα κείμενά του και τον τρόπο που δομεί την υπόθεση κάθε έργου, δίνοντάς του ρυθμό όσο και ουσία.

    Επίσης: παρότι όλο το συγκεκριμένο έργο είναι ξεκάθαρα γύρω από στην τρέλα, έχω την αίσθηση ότι σε δεύτερο επίπεδο αναφέρεται σε *κάθε* διαφορετικότητα που κρίνεται επαρκής ως αφορμή για να εκμηδενίσουμε έναν συνάνθρωπό μας και να τον καταχωνιάσουμε κάπου που να μην μας χαλά την ωραία θέα της ζωούλας μας…

    Για τον Μαυρίκιο έχω πολύ καλή γνώμη. Αν είχες δει τον Γυάλινο Κόσμο στο Εμπρός ή Το Έβδομο Ρούχο – πάλι δικά του ήταν. Όπως λες είχε αρκετές διαφοροποιήσεις από το αρχικό κείμενο και αυτό ζημιώνει το αποτέλεσμα, όμως η επιδέξια χρήση των σκηνικών και των φωτισμών, καθώς και το παιχνίδι της έντασης των ήχων που χρησιμοποιεί για τους διαλόγους μου αρέσαν πολύ.

    Γενικά, χωρίς να έχω δει πολλές παραστάσεις φέτος, την θεωρώ μία παραγωγή που αξίζει κανείς να δει.

  2. 3 θέατρο Φεβρουαρίου 12, 2007 στο 3:43 μμ

    Φίλε μου,
    χαίρομαι που συμφωνούμε ως προς το παράταιρο του πράγματος.
    Για τον Μαυρίκιο δεν έχω κακή γνώμη. Άλλωστε, όλοι έχουν εξίσου δικαίωμα και σε κακές στιγμές. Παρόλα αυτά, νομίζω κι εγώ ότι είναι μια παράσταση που πρέπει να δει κανείς, κατά κύριο λόγο για τα σπανιότατα ανεβάσματα της στην Ελλάδα.

    ΥΓ: Ευχαριστώ για το σχόλιο έτσι κι αλλιώς. Φοβήθηκα ότι θα πιάσουμε αράχνες εδώ μέσα 😉

  3. 4 mpampakis Φεβρουαρίου 13, 2007 στο 12:48 μμ

    «Φοβήθηκα ότι θα πιάσουμε αράχνες εδώ μέσα»

    Χαχαχαχα – κι εγώ έχω ώρες – ώρες τους ίδιους φόβους για τα Οινομαγειρέματα. Είμαι και κακομαθημένος (πλέον) από το κυρίως μπλογκ.

    Πάντως, τα μονοθεματικά είναι λογικό να μαζεύουν λίγα σχόλια, ακόμα και για εύπεπτα θέματα όπως η μουσική ή το σινεμά. Πόσο μάλλον για πιο εξειδικευμένα.

  4. 5 θέατρο Φεβρουαρίου 14, 2007 στο 2:29 μμ

    Σωστά τα λες. Αλλά ήθελα να σε ανταγωνιστώ ως best commentator ever και γι’ αυτό έγραψα για νυχτερίδες κι αράχνες 😉

  5. 6 padrazo Φεβρουαρίου 14, 2007 στο 7:58 μμ

    Ως αδαής περί με τα θεατρικά, αγαπώντας όμως το θέατρο τα τρία τελευταία χρόνια μπορώ να αποφανθώ αν μια παράσταση είναι «όμορφη» ή «άσχημη» βασιζόμενος σε κριτήρια όχι προφανώς θεατρολογικά αν και πολυ θα ηθελα να ειχα αυτή την δυνατότητα. Ο χαρακτηρισμός επίσης «καλή» η «κακή» έχει από την μεριά μου διπολικό χαρακτήρα μιας και δεν είναι έυκολο για έναν μεσο θεατή να σκιαγραφήσει ενδιάμεσες αποχρώσεις.(ισως με τον καιρό…)
    Ετσι, με τα φτωχά μέσα που διαθέτω θα χαρακτηρίσω αυτή την παράσταση «όμορφη» και «καλή». Ξέρω βέβαια καλά γιατί αποδίδω αυτούς τους χαρακτηρισμούς. Γιατί κυρίως εντυπωσιάστηκα. Και είναι τόσο λίγα αυτά που μπορούν να με εντυπωσιάσουν που χάρηκα πολύ που την είδα. Το ίδιο συνέβει και με την «Σάρα» και φυσικά με τον «Ταρτούφο». Και οι τρείς παραστάσεις «ζυμώνουν» ακόμα το μυαλό μου.
    Με ενδιαφέρουν όμως και οι λεπτομέρειες και οι θεατρολογικές καθώς και οι σημειολογικές επισημάνσεις.
    Γιαυτό συνέχισε αυτό που κάνεις καλή μας Αλεπού.
    Και θα έρθει κόσμος στο «θέατρο».

  6. 7 okairos Φεβρουαρίου 15, 2007 στο 3:34 πμ

    Η ερωτηση ειναι ευθεια και επιθυμει μια δωρικη γενναια απαντηση.Το εχω δει με Χορν.Να το αποτολμησω;Διοτι δεν μου αρεσει να βριζω.Ευχαριστω εκ των προτερων.

  7. 8 θέατρο Φεβρουαρίου 15, 2007 στο 10:06 πμ

    @padrazo
    Είναι θετικό πράγμα η δυνατότητα μιας παράστασης να σου ζυμώνει-όπως λες- το μυαλό. Το θέατρο έχει ευεργετικές ικανότητες. Ευχαριστώ 🙂
    @okairos
    Σου δίνω μια δωρική απάντηση: ΌΧΙ.
    (Επίσης, σε ζηλεύω πολύ που έχεις δει τον Χορν στο θέατρο. Εγώ σε 2 ρόλους απ’ όσους έχει ερμηνεύσει τον φαντάζομαι έντονα: Στο ημερολόγιο ενός τρελλού και σ’ αυτόν του Ερρίκου του Δ’)

  8. 9 okairos Φεβρουαρίου 15, 2007 στο 11:34 μμ

    Σ ευχαριστω πολυ.Η προσωπικη τραγικοτητα του ανθρωπου αυτου τον εκανε να παιζει με μεγαλη μεταδοτικοτητα αυτους τους ρολους.

  9. 10 allmylife Φεβρουαρίου 16, 2007 στο 9:41 πμ

    λοιπόν,
    θα πάω και δεν θα σκέφτομαι τον Χορν – καθόλου!!!

    («κι΄εγώ σ’ αγαπώ…»
    την θυμάσαι την απάντησή του στην Λαμπέτη;)

  10. 11 θέατρο Φεβρουαρίου 16, 2007 στο 10:06 πμ

    @okairos
    🙂
    @allmylife
    («κι εγώ σ’ αγαπώ»)
    Πώς δεν τη θυμάμαι. Κορυφαία σκηνή. Άκρα ερωτική μόνο και μόνο να τους βλέπεις να κοιτάζονται και να λέει σ’ αγαπώ ο ένας στον άλλον.

  11. 12 αλκιμήδη Φεβρουαρίου 18, 2007 στο 2:08 μμ

    Κι εγώ σαν αδαής που το είδα (και χωρίς να έχω δει Χορν) μου άρεσε. Εικαστικό σα παράσταση, υπέροχο σα κείμενο. (Βλέπεις εγώ δε ξέρω πως είναι το κείμενο στην ολότητα του και εξέλαβα μόνο αυτό που μου σερβίρανε) Εμένα, η Αντονιέττα και οι αναφορές στο ψυχιατρικό της εγκλεισμό, έβαλαν τη σκέψη μου στο μονοπάτι της αμφισβήτησης της τρέλλας ως λόγου πεθωριασμού και την επιπτωση που έχει η περιθωριοποίηση στους αγαπημένους, και φυσικά πόσο σχετική είναι η τρέλλα έτσι κι αλλιως.

    Ασχετο, αλλά τα λόγια που τις λέει ο Πιραντέλλο » Μέσα μου ζουν δύο κύριοι, ένα μεγάλο Εγώ, κι ένα μικρό Εγώ, εσύ Αντονιέττα ποιόν θα αγαπήσεις, απο αυτό εξαρτάται η ευτυχία μας» είμαι σίγουρη ότι το έχω διαβάσει σε κάποιο μπλογκ αλλά δε μπορέσα να το βρω, θυμάσαι που;

  12. 13 θέατρο Φεβρουαρίου 18, 2007 στο 3:56 μμ

    @αλκιμήδη
    Αυό το κομμάτι με την Αντονιέτα δεν μου άρεσε καθόλου, παρόλο που η Παϊζη μου είναι εξαιρετικά συμπαθής και η παρουσία της είναι συγκινητική, γιατί κατά η γνώμη μου, δεν έχει δραματουργικό αντίκρυσμα και μπήκε για να «εκβιάσει» τη συγκίνηση.
    Όντως το έχεις διαβάσει σε μπλογκ. Στον padrazo. (αν θυμάμαι καλά, γύρω στον Οκτώβριο ή αρχές Νοεμβρίου πρέπει να δημοσιέυτηκε) 🙂

  13. 14 angra Οκτώβριος 12, 2007 στο 12:11 μμ

    ΕΙΝΑΙ Η ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΠΟΥ ΕΧΩ ΔΕΙ ΠΟΤΕ ΜΟΥ. ΒΕΒΑΙΑ ΕΧΩ ΑΡΧΙΣΕΙ ΝΑ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΩ ΘΕΑΤΡΟ ΕΔΩ ΚΑΙ ΔΥΟ ΧΡΟΝΙΑ ΜΟΝΟ. ΑΛΛΑ ΑΥΤΗ Η ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΜΕ ΕΚΑΝΕ ΑΠΟ ΕΔΩ ΚΑΙ ΠΕΡΑ ΠΙΟ ΑΠΑΙΤΗΤΙΚΟ. Ο ΚΑΡΑΘΑΝΟΣ ΜΕ ΕΚΑΝΕ ΝΑ ΤΟΝ ΑΚΟΛΟΥΘΩ ΑΠΟ ΠΙΣΩ ΚΑΙ ΟΤΙ ΕΧΩ ΔΕΙ ΑΠΟ ΤΟΤΕ ΑΠΟ ΑΥΤΟΝ ΕΙΝΑΙ ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ ΑΞΙΟΛΟΓΟ.


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s




Επισκεψιμότητα

  • 197,102 hits

Αρχείο


Αρέσει σε %d bloggers: