«Ο Πατέρας» στο θέατρο Στοά

«Ο Πατέρας» συμπληρώνει φέτος 120 χρόνια ζωής. Τόσο η πατρότητα, όσο και το μεγάλο, αιώνιο χάσμα ανάμεσα στον άντρα και τη γυναίκα, αλλά κυρίως η πολύ χαλασμένη σχέση που είχε ο Στρίντμπεργκ με τη γυναίκα του Σίρι Φον Έσσεν εκείνη την περίοδο, ήταν η αφορμή να γραφτεί το έργο. Μπορεί κανείς να ονομάσει τον «Πατέρα» μια αυτοβιογραφία πάνω στη συγκεκριμένη αγωνία που διακατείχε διαρκώς τον Στρίντμπεργκ και που μεταφέρει στον ήρωα του έργου, προσπαθώντας να κρατήσει το δικαίωμα της απόλυτης ευθύνης πάνω στο παιδί και στην προσπάθεια της γυναίκας του να έχει την ευθύνη ανατροφής της κόρης της. Το ταραγμένο μυαλό του Στρίντμπεργκ και κατ’ επέκταση και του ήρωα του δεν μπορεί να ηρεμήσει, και βασανίζεται από μια υποψία.Πολλά στοιχεία του έργου βασίζονται σε αληθινά γεγονότα απ’ τον έγγαμο βίο του συγγραφέα, ενώ ένα μεγάλο μέρος προέρχεται απ’ τις φαντασιώσεις του.Οι δύο τελευταίες πράξεις του «Πατέρα», γράφτηκαν μέσα σε εννιά μέρες. Πρόκειται για την σταδιακή αμφιβολία που σφηνώνεται στο μυαλό του ιλάρχου, κορυφώνεται και καταλήγει με τον θάνατο του. Τον καιρό που γράφονται αυτά, ο Στρίντμπεργκ είναι σαν άρρωστος: Μου φαίνεται πως ζω σαν υπνοβάτης, πως το φανταστικό και το πραγματικό μπλέκονται. Δεν ξέρω αν ο Πατέρας είναι κάτι το φανταστικό ή αν η ζωή μου ήταν πραγματικά έτσι.

Ο προβληματισμός του συγγραφέα είχε ξεκινήσει ήδη απ’ το 1884 με μια σειρά διηγημάτων με τίτλο «Ο γάμος». Με τα διηγήματα αυτά έδειχνε ξεκάθαρα την αντίθεση του στην χειραφέτηση της γυναίκας. Εξαιτίας αυτού, μηνύθηκε για βλασφημία, αλλά τελικά αθωώθηκε. Εξάλλου, λίγο πριν ξεκινήσει να γράφει τον «Πατέρα», ο Στρίντμπεργκ βρέθηκε στα πρόθυρα νευρικού κλονισμού. Την ίδια χρονιά, το 1887 δηλαδή, γράφει στα γαλλικά την «Απολογία ενός τρελού», που αποτελεί αφήγηση του δικού του γάμου. Πέρα απ’ τα προβλήματα του γάμου του όμως, υπάρχουν άλλες δύο εμμονές που του στοιχειώνουν το μυαλό. Η πρώτη έχει να κάνει με τις φεμινίστριες της εποχής εκείνης, οι οποίες πίστευε ότι ήταν εξαγριωμένες με τους δύο τόμους του βιβλίου του «Παντρεμένοι» και συνωμοτούσαν για να τον καταστρέψουν. Η δεύτερη έχει να κάνει με τη δύναμη της υποβολής. Έχοντας εντυπωσιαστεί με τον «Οθέλλο» του Σαίξπηρ, ήταν πεπεισμένος ότι η υποβολή είναι αποτελεσματικότερη μέθοδος φόνου απ’ το δηλητήριο ή το μαχαίρι κι αποφασίζει να τη χρησιμοποιήσει.

Κεντρικό θέμα του έργου είναι η εξοντωτική πάλη ανάμεσα στον ίλαρχο και τη Λάουρα, που ξεπερνάει τα στενά όρια διαμάχης ανάμεσα σ’ έναν συγκεκριμένο άνδρα και στη συγκεκριμένη γυναίκα του και παίρνει τις διαστάσεις της αέναης αναμέτρησης ανάμεσα στα δύο φύλλα.

Ο ίλαρχος, ένας καλλιεργημένος άνθρωπος με ευρύτερα επιστημονικά ενδιαφέροντα, είναι είκοσι χρόνια παντρεμένος με μια γυναίκα σκληρή και ασήμαντη, κατά τα λεγόμενα του. Η αρχική τους αγάπη έχει παραχωρήσει πια τη θέση της σε μια γλυκειά ανάμνηση στο μυαλό του ιλάρχου, ενώ αντίθετα στη Λάουρα, φέρνει τις μνήμες της ενοχής, αφού όπως υποστηρίζει με πάθος η ίδια σε μια απ’ τις δυο μεγάλες σκηνικές αναμετρήσεις τους, ακόμα και η ερωτική τους επαφή είχε στοιχεία κατάκτησης, εξουσίας και ενοχής σε βαθμό που της προκαλούσε ενόχληση.
Η πραγματική σύγκρουση ανάμεσα τους, ξεσπάει σαν βίαιος πόλεμος όταν η κόρη τους η Βέρθα γίνεται δεκαεφτά χρονών και πρέπει ν’ αποφασίσουν για το μέλλον της. Ο ίλαρχος θέλει να την απομακρύνει από το γυναικοκρατούμενο, στενόμυαλο και γεμάτο προκαταλήψεις περιβάλλον του σπιτιού τους. Θέλει η κόρη του να φύγει από το σπίτι, να σπουδάσει και να διευρύνει τους πνευματικούς της ορίζοντες.
Η Λάουρα αντιδρά επιμένοντας να κρατήσει την κόρη της στο σπίτι, και στον αγώνα της να απομακρύνει ή να εξοντώσει τον άντρα της, στήνει μια πλεκτάνη, υποβάλλοντας στον άντρα της την ιδέα πως μπορεί να μην είναι αυτός ο φυσικός πατέρας της κόρης τους. Παράλληλα εμποδίζει την επιστημονική του έρευνα κατακρατώντας την αλληλογραφία του, και διαδίδει φήμες για ψυχική ανισορροπία του ιλάρχου.
Μην μπορώντας να αντέξει την αμφιβολία που του επιβάλλει σχετικά με την πατρότητα της Βέρθας, ο ίλαρχος εξουθενώνεται ηθικά και σωματικά και οδηγείται στην παραφροσύνη. Πεπεισμένοι όλοι για την ψυχική του ανισορροπία, στρέφονται εναντίον του κι αποφασίζεται ο εγκλεισμός του σε φρενοκομείο. Η παραμάνα του που τον έχει μεγαλώσει από μικρό, αναλαμβάνει να τον γαληνέψει με τα λόγια και τα χάδια της, θυμίζοντας του τρυφερά περιστατικά από τα παιδικά του χρόνια.
Ο ίλαρχος αφήνεται στην αγκαλιά της, ανακαλώντας τις ευτυχισμένες στιγμές της παιδικής του ηλικίας καθώς εκείνη τον ντύνει με τον ζουρλομανδύα, όπως ακριβώς τον έντυνε με τα παιδικά του ρούχα.
Ντυμένος με το ατιμωτικό ρούχο, λίγο πριν οδηγηθεί στο άσυλο, ο ίλαρχος πεθαίνει στην αγκαλιά της παραμάνας του, λέγοντας τα τελευταία του λόγια: […]είναι γλυκό να κοιμάσαι στον κόρφο της γυναίκας, μάνας ή αγαπητικιάς, μα πιο γλυκό στης μάνας!

Το 1888, «Ο Πατέρας» ανεβαίνει για πρώτη φορά στο Βερολίνο στη Freie Βühye (Ελεύθερη Σκηνή) με σκηνοθέτη τον Ότο Μπραμ, τον καλλιτέχνη που κωδικοποίησε στο γερμανικό θέατρο την αισθητική του νατουραλισμού του Ζολά και τις αρχές του πρώτου σκηνοθέτη στην ιστορία του θεάτρου και πρώτου νατουραλιστή, δάσκαλο και ίνδαλμα του Στανισλάβσκι, τον Γεώργιο του Μαϊνίγκεν. Ο Ότο Μπραμ έριξε τότε το σύνθημα: «Να αποθεατροποιήσουμε το θέατρο», δηλαδή να αφαιρέσουμε κάθε θεατρικότητα, σύμβαση, ποιητικούς ενδείκτες και να ανεβάσουμε στη σκηνή τη ζωή γυμνή, χωρίς «επίθετα», στολίδια, φιλολογία, αισθητικούς κανόνες της συντεχνίας, χωρίς αναφορές στην ιστορία του και στην παράδοση των εργαλείων και των κωδίκων του. Μια «φέτα ζωής», για να παραπέμψουμε στο νατουραλιστικό σύνθημα του Ζολά. Δεν είναι λοιπόν παράξενο ούτε απροσδόκητο που ο Ότο Μπραμ γνώρισε στον «Πατέρα» ένα κείμενο που ερχόταν να επαληθεύσει τη σκηνική του δογματική. Άλλωστε κι ο ίδιος ο Στρίντμεργκ ονόμαζε τον Πατέρα «μια νατουραλιστική τραγωδία». Η παράσταση της Στοάς σεβάστηκε όλα τα στοιχεία της αρχής του νατουραλισμού, μ’ ένα λιτό σκηνικό, απλά κοστούμια και χωρίς φτιασιδώματα τόσο στον σκηνικό χώρο όσο και στις ερμηνείες.Ο Παπαγεωργίου ήταν για μένα μια έκπληξη. Τον είχα συνηθίσει σε ελληνικά έργα και ομολογώ ότι δεν περίμενα να του ταιριάζει ο ρόλος του ιλάρχου. Δυστυχώς, δεν μπορώ να πω το ίδιο και για τη Λήδα Πρωτοψάλτη η οποία μου φαίνεται ότι είναι ίδια τα τελευταία χρόνια. Προσωπικά διαφωνώ μ’ αυτό το μονίμως αγέλαστο και ψυχρό στυλ γιατί δεν προσδίδει στον ρόλο, αντιθέτως τον ενδύει μ’ έναν μανδύα αδικαιολόγητης κακίας. Επίσης διαφωνώ με την μεγάλη σκηνή της σύγκρουσης ανάμεσα στον ίλαρχο και τη Λάουρα. Ο Παπαγεωργίου που σκηνοθέτησε την παράσταση, τους βάζει να κάθονται τον ένα δίπλα στον άλλο και να μην κοιτάζονται καθόλου. Το να μην κοιτάς αυτόν στον οποίο εκσφενδονίζεις κακίες, δεν προσθέτει, αλλά αφαιρεί σε δυναμική στη συγκεκριμένη σκηνή. Η Λάουρα τον παγιδεύει τεχνηέντως, δεν τον αγνοεί. Πρέπει λοιπόν να τον κοιτάει για να τον παγιδεύσει αποτελεσματικότερα, ακριβώς όπως ο κυνηγός με το θήραμα στη φύση. Ο Πολύκαρπος Πολυκάρπου ήταν ένας αξιοπρεπής πάστορας μ’ όλες τις αποχρώσεις της θρησκευτικής υποκρισίας στην υποκριτική του. Οι υπόλοιποι ρόλοι ήταν αξιοπρεπείς. (Σβερντ ο Αλέκος Κούρος, Νέντ ο Στέφανος Καλαϊτζής, Μάργκρετ η Άννα Κοζαδίνου, Γιατρός ο Γιώργος Ζιόβας και Βέρθα η Νάντια Περιστεροπούλου).

Τη μετάφραση επιμελήθηκε η μεταφραστική ομάδα της Στοάς, τα σκηνικά και τα κοστούμια έκανε η Λέα Κούση, ενώ τη μουσική επιμέλεια, τους φωτισμούς και τη σκηνοθεσία έκανε ο Θανάσης Παπαγεωργίου.

Advertisements

6 Responses to “«Ο Πατέρας» στο θέατρο Στοά”


  1. 1 o -kairos Απρίλιος 3, 2007 στο 10:25 μμ

    Το αγελαστο και ψυχρο στυλ,ομως,ειναι της ηθοποιου.Δεν ειναι της ηθοποιϊας της.Εχεις δικιο στην παρατηρηση.Ας προσεχε η ηθοποιος.

  2. 2 markosthegnostic Απρίλιος 6, 2007 στο 7:18 μμ

    νομίζω ότι με τις επισκέψεις σ αυτό το blog μπορούμε να μαθαίνουμε πολλά

  3. 3 αλεπού Απρίλιος 10, 2007 στο 10:09 πμ

    @o -kairos
    Άρα δεν είμαι εγώ κακια΄που το επισημαίνω. Τό λέω γιατί διαβάζοντας τις επαγγελματικές κριτικές που την εξυμνούν, απορώ…
    @markos the gnostic
    🙂

  4. 4 Βασιλική Δεκέμβριος 27, 2007 στο 2:27 μμ

    «Ο Παπαγεωργίου που σκηνοθέτησε την παράσταση, τους βάζει να κάθονται τον ένα δίπλα στον άλλο και να μην κοιτάζονται καθόλου. Το να μην κοιτάς αυτόν στον οποίο εκσφενδονίζεις κακίες, δεν προσθέτει, αλλά αφαιρεί σε δυναμική στη συγκεκριμένη σκηνή.»
    Σκέφτομαι ότι με τον τρόπο αυτό φάνηκε η διάσταση των κόσμων των δύο φύλων. Δεν υπάρχει κανένα κοινό σημείο πια. Ακόμα και η συνάντηση των βλεμάτων τους είναι ανεπιθύμητη. Στέκονται πίσω από την ασπίδα τους χτυπόντας τυφλά.

  5. 5 Βασιλική Δεκέμβριος 27, 2007 στο 2:30 μμ

    ουπς! χτυπώντας

  6. 6 alepou Δεκέμβριος 29, 2007 στο 12:37 πμ

    @Βασιλική

    Δεν έχεις καθόλου άδικο έτσι όπως το λες, απλώς η συγκεκριμένη σκηνή τους φέρνει αντιμέτωπους με τις κακίες που εκσφενδονίζονται εκατέρωθεν και ήδη έχει τεθεί και το θέμα της αμφισβήτησης της πατρότητας του παιδιού τους. Όταν υπάρχει τέτοιο ζήτημα, κοιτάς τον άλλο που σου σπέρνει την αμφιβολία κατάματα, μήπως και διακρίνεις την αλήθεια στο βλέμμα του.


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s




Επισκεψιμότητα

  • 197,108 hits

Αρχείο


Αρέσει σε %d bloggers: