H «Μάνα Κουράγιο» στο Εθνικό θέατρο.

Όταν η «Μάνα Κουράγιο και τα παιδιά της» πρωτοπαίχτηκε το 1941 στο Σάουσπιλχάουζ της Ζυρίχης, με την Τερέζα Γκίζε, η αντίδραση του κοινού ήταν τελείως διαφορετική απ’ την προσδοκώμενη: οι θεατές συγκινήθηκαν μέχρι δακρύων από τα βάσανα μιας δύστυχης γυναίκας, που χάνει τα τρία της παιδιά, μα συνεχίζει ηρωικά τον γενναίο αγώνα της κι αρνείται να υποκύψει- την είδαν σαν την ενσάρκωση των αιώνιων αρετών του κοινού λαού.
Ο Μπρεχτ εξαγριώθηκε, ξανάγραψε το έργο, τονίζοντας με έμφαση την πρόστυχη πλευρά του χαρακτήρα της Μάνας Κουράγιο. Ο ίδιος ο Μπρεχτ επέβλεψε τη Βερολινέζικη παράσταση του 1949, όπου τον επώνυμο ρόλο έπαιξε η γυναίκα του, Έλενα Βάγκελ, πολύ  λιγότερο θερμή και μητρική απ’την Τερέζα Γκίζε, και συνεπώς πιο κοντά στη γραμμή της πρόθεσης του Μπρεχτ. Η παράσταση του Βερολίνου κατέληξε σε θρίαμβο. Κι εδώ όμως, κανείς σχεδόν δεν πρόσεξε την κακή πλευρά της Μάνας Κουράγιο που επωφελείται απ’τον πόλεμο.

Η «Μάνα Κουράγιο και τα παιδιά της» δεν είναι μια κοινή αντιπολεμική προπαγάνδα. Χρονικό του Τριακονταετούς πολέμου ονομάζει ο Μπρεχτ το έργο που εμπνεύστηκε ενώ βρισκόταν εξόριστος στις Σκανδιναβικές χώρες, απ’ τα αφηγήματα του Grimmelshausen, γερμανού ποιητή του 17ου αιώνα.

Δεν είναι ένα δράμα με αντιπολεμική θέση όπου προβάλλονται μηχανικά οι καταστροφές του πολέμου κι οι συμφορές των απλών ανθρώπων απ’ τον πόλεμο. Ο Μπρεχτ προχωρεί ακόμα βαθύτερα απεικονίζοντας τον ρόλο που παίζουν οι απλοί άνθρωποι στον πόλεμο, είτε με ενεργητικό, είτε με παθητικό τρόπο. Δεν τους παρουσιάζει μόνο σαν θύματα του πολέμου αλλά ενίοτε και σαν δράστες. Δεν τους αποδίδει τα χαρακτηριστικά του αθώου. Έχουν κι αυτοί την ενοχή τους, μόνο που τους σπρώχνει προς αυτήν την κατεύθυνση η αναπότρεπτη Ανάγκη. Σ’ αυτήν την κατηγορία ανήκει και η Άννα Φίρλινγκ, η Μάνα Κουράγιο που γυρίζει με τον αραμπά της όλα τα στρατόπεδα κι επωφελείται του πολέμου για να πουλήσει την πραμάτεια της και να μαζέψει λεφτά. Έχει εξοικειωθεί τόσο με τον πόλεμο και το κέρδος που αποκομίζει απ’ αυτόν που μια πρόσκαιρη ειρήνη τη βυθίζει σε θλίψη και ψάχνει τρόπο να ξεπουλήσει σύντομα ακόμα και την τελευταία στιγμή ώστε να μην χάσει. Ο πόλεμος είναι το ψωμί της. Αφού δεν μπορεί να τον αποφύγει, τον αντιμετωπίζει με θάρρος….

«Αν πρέπει να περπατήσουμε στον θάνατο» λέει, «θέλουμε τουλάχιστον καλά παπούτσια».

Ο Μπρεχτ χωρίζει το έργο σε δώδεκα εικόνες, φροντίζοντας να τονίζει σχεδόν πάντα την πείνα, την εξαθλίωση και την ταλαιπωρία των ανθρώπων απ’ τη φρίκη του πολέμου, ενώ αντιπαραθέτει σ’ όλη αυτή τη φρικαλεότητα, τη μορφή της Άννας Φίρλινγκ που ζει εμπορευόμενη όπλα, ρούχα, τρόφιμα και που κατορθώνει με καπατσοσύνη να επιβιώνει κάτω απ’ τις πιο αντίξοες συνθήκες. Έχει μάλιστα εκπαιδεύσει και τα τρία παιδιά της να δρουν όπως εκείνη, χωρίς όμως να υπολογίζει τη διαφορά που μπορεί να κάνει η ξεχωριστή προσωπικότητα του καθενός ακόμα και με τραγικές συνέπειες.

Τα παιδιά της σκοτώνονται κάθε φορά που εκείνη λείπει σε δουλειές.

Ο ένας της γιος μάλιστα, σκοτώνεται απ’ τους στρατιώτες γιατί αρνείται να παραδώσει στους αντιπάλους το ταμείο που του είχε εμπιστευθεί ο στρατηγός και γιατί την ύστατη στιγμή, τότε που ακόμα διαπραγματεύεται η ζωή του με αντίτιμο το χρήμα, η μάνα του παζαρεύει για να δώσει όσο το δυνατό λιγότερα.

Ο δεύτερος  εκτελείται σ’ ένα σύντομο διάλειμα ειρήνης.

Η μουγγή κόρη της Κατρίν, τολμάει να χτυπήσει το ταμπούρλο για να ειδοποιήσει τη μάνα της και την πόλη ότι επίκειται επίθεση απ’ τον εχθρό και το πληρώνει με τη ζωή της.

Η Μάνα Κουράγιο μένει μόνη να σέρνει τον αραμπά της τραγουδώντας:

«Στην ήττα ή στη νίκη

όλοι βγαίνουνε χαμένοι.

Ντυμένοι κουρέλια, τρώγοντας ακαθαρσίες,

λέμε σφίγγοντας τα δόντια:
Ένα θαύμα

πρέπει να γίνει, ας μείνουμε στις γραμμές μας!»

 

Ο ίδιος ο Μπρεχτ σημειώνει το 1954, « […] Έγινε πολύ λόγος για το ότι η «Κουράγιο» δεν μαθαίνει τίποτε από την αθλιότητα της, ότι δεν καταλαβαίνει ούτε καν στο τέλος. Λίγοι αντιληφθήκανε ότι ακριβώς αυτό ήταν το πικρότερο και το πιο μοιραίο δίδαγμα του έργου».

 

Η παράσταση που σκηνοθέτησε ο Κώστας Τσιάνος για το Εθνικό θέατρο ήταν πετυχημένη ως προς το ύφος, τους στόχους και τον προβληματισμό που θέτει ο συγγραφέας. Ο Μπρεχτ βέβαια, δεν κατορθώνει να συγκινήσει, να δημιουργήσει μια ψυχική ανάταση στο θεατή  έτσι όπως τουλάχιστον γνωρίζουμε απ’ το υπόλοιπο θέατρο, αλλά δεν είναι αυτό το ζητούμενο. Ο Μπρεχτ θέλει να εξαγριώσει τον θεατή, να τον κάνει να θυμώσει για το πώς είναι δυνατό να υπάρχει τόση τύφλωση και ηλιθιότητα στους ανθρώπους, να τον διώξει προβληματισμένο απ’ το θέατρο. Ούτε γαληνεμένο, ούτε χαρούμενο, ούτε με την ψυχή σε κάθαρση.

Έτσι λοιπόν, όλοι οι συντελεστές της παράστασης κινήθηκαν σ’ αυτά τα ήδη διαμορφωμένα πλαίσια με επικεφαλής την Αντιγόνη Βαλάκου που παρόλο το προκεχωρημένο της ηλικίας της επιδεικνύει πρωτοφανή ζωντάνια και σκηνική ενέργεια και μας προσφέρει μια Μάνα Κουράγιο που είναι χωρίς να υποδύεται ότι είναι, αλλά που συγχρόνως πρέπει και να κάνει ευκρινή τα όρια ανάμεσα στο υποκρίνεσθαι και στο είναι για να δικαιώσει έτσι  την μπρεχτική οπτική για το θέατρο και την υπόκριση.

Τη μετάφραση έκανε ο Πέτρος Μάρκαρης, τα σκηνικά  επιμελήθηκε ο Γιώργος Γαβαλάς, τα κοστούμια η Ρένα Γεωργιάδου, τη μουσική ο Γιώργος Χριστιανάκης και τους φωτισμούς ο Λευτέρης Παυλόπουλος.

Έπαιξαν: Αντιγόνη Βαλάκου, Γιάννης Θωμάς, Περικλής Καρακωνσταντόγλου, Κων/να Τακάλου, Στάθης Βούτος, Μπάμπης Σαρηγιαννίδης, Ευαγγελία Μουμούρη, Μαρία Καντιφέ., Χρόνης Παυλίδης, Στέργιος Καλαιτζής, Αλέξανδρος Μπαλαμώτης, Σπύρος Παππάς, Ιωσήφ Ιωσηφίδης, Σπύρος Αυγουστάτος, Στέφανος Κοσμίδης, Χρήστος Νίνης, Λουκία Στεργίου, Νικολέττα Κοκκίνου, Χρήστος Σπανός.

 

Στοιχεία για το ποστ αντλήθηκαν από:

Έσσλιν, Μάρτιν, Μπρεχτ, ο άνθρωπος και το έργο του, απόδοση κειμένου Φώντας Κονδύλης. Αρίων 1971

Μπρεχτ, Μπέρτολντ, Ο Μπρεχτ ερμηνεύει Μπρεχτ, επιλογή και μετάφραση Αγγέλα Βερυκοκάκη-Αρτέμη, Νέα Σύνορα. Αθήνα 1977

 

Πλωρίτης, Μάριος, Πρόσωπα του Νεώτερου Δράματος, Εκδόσεις Γαλαξίας. Αθήνα 1971

 

 

 

Advertisements

8 Responses to “H «Μάνα Κουράγιο» στο Εθνικό θέατρο.”


  1. 1 o -kairos Μαΐου 9, 2007 στο 10:18 μμ

    Εξαιρετικη καταγραφη,εξω απο τα πεπατημενα.

  2. 2 αλεπού Μαΐου 10, 2007 στο 9:39 πμ

    @o-kairos
    Σ’ ευχαριστώ πολύ και με ανακουφίζει που το βρίσκεις καλό, γιατί η αλήθεια είναι ότι με παίδεψε λίγο 🙂

  3. 3 Χαρτοπόντικας Μαΐου 11, 2007 στο 9:45 μμ

    Χωρίς να θέλω να φανώ καιροσκόπος, θα συμφωνήσω με τον καιρό!

  4. 4 eleni Μαΐου 18, 2007 στο 5:24 μμ

    το ότι η μάνα κουράγιο δε μαθαίνει τίποτα απ’τις καταστροφές που της πέφτουν στο κεφάλι, αυτό δεν είναι και συνώνυμο και εξήγηση του ονόματός της, άρα αυτό δεν είναι και συνώνυμο της ανθρώπινης αξιοπρέπειάς της;
    δεν είναι η πρώτη φορά που ένας συγγραφέας δίνει μόνο μια ή μόνο κάποιες από τις ερμηνείες που ενδεχομένως να κάνουν το έργο του ακόμα πιο μεγάλο απ’ό,τι αυτός νομίζει;

  5. 5 akamas Μαΐου 19, 2007 στο 11:04 πμ

    Η ανάλυσή σου είναι καταπληκτική, όντως πρόκειται για ένα έργο που με αφορμή τον πόλεμο μας δίνει την δυνατότητα να αναλογιστούμε τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αντιδρούν σε κάποιες δύσκολες καταστάσεις και τι γίνεται με την ψυχολογία τους. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω και εγώ την παράσταση του Εθνικού Θεάτρου με την Αντιγόνη Βαλάκου να δίνει ένα ρεσιτάλ ερμηνείας και είχα την ευκαιρία να διαπυστώσω όλα αυτά που γράφεις.

  6. 6 αλεπού Μαΐου 21, 2007 στο 2:47 μμ

    @χαρτοπόντικας
    😉
    @eleni
    Δεν είμαι σίγουρη ότι μπορούμε να μιλάμε για αξιοπρέπεια όταν χάνει μια μάνα το παιδί της. θέλω να πω ότι δικαιούται και να μην είναι καθόλου αξιοπρεπής.
    Σχετικά με την ηρωίδα του έργου πάντως, ο Μπρεχτ δεν εννοεί αυτό που ενδεχομένως καταλαβαίνεις απ’ το μικρό απόσπασμα που παρέθεσα. Η Μάνα Κουράγιο διαπραγματεύεται τη ζωή του γιου της. Μπορεί να τον σώσει και δεν το κάνει για να μην ξοδέψει λεφτά…
    Ο Μπρεχτ είχε ολοκληρωμένη άποψη για τα έργα του καθώς αυτά γράφονταν για να εκπληρώσουν την πολύ συγκεκριμένη οπτική που είχε για το θέατρο. Η «Μάνα Κουράγιο» λόγω θέματος, καταφέρνει να συγκινεί παρόλο που αυτό ακριβώς απευχόταν ο συγγραφέας.
    @akamas
    Σ’ ευχαριστώ πολύ. Χαίρομαι που σου άρεσε αυτό που έγραψα. 🙂

  7. 7 eleni Μαΐου 22, 2007 στο 8:34 πμ

    αλεπού, νιώθω άβολα που θέλω σώνει και καλά να σου απαντήσω, και φορτώνω το μπλογκ σου με τις βλακείες μου.
    πιστεύω πως το κάθε έργο, πόσο μάλλον κάτι που πλησιάζει το αριστούργημα, ξεπερνάει πάντα, κι αφήνει πίσω το φθαρτό συγγραφέα του. αυτός έχει μια άποψη εμπεριστατωμένη, ίσως εφάμιλλη ή ανώτερη ή κατώτερη της άποψης ενός προσεκτικού κριτικού.το ίδιο το έργο όμως, όσο πιο συλλογικό αποδεικνύεται, όσο πιο πολλοί αναγνώστες, θεατές ή γενιές ακουμπούν επάνω του, τόσο περισσότερο αυταπόδεικτα τουλάχιστον για μένα φαίνεται το γεγονός ότι ένας δημιουργός είναι ένας πρώτος, αλλά όχι ιδανικός αναγνώστης του έργου του.
    το έργο είναι πάντα μεγαλύτερο από το δημιουργό του, και οι έννοιες, οι σημασίες, τα νοήματα, οι συνειρμοί, είναι πάντα περισσότερα απ’ό,τι νομίζει. είναι σαν τα χρώματα μιας κουρελούς που μπολιάζουν το ένα το άλλο μπροστά στα κοιτάγματα του καθενός μας.
    έτσι πιστεύω πως η μάνα κουράγιο έχει και τη σημασία που εγώ θέλησα να της βρω, καλώς ή κακώς. πώς αλλιώς θα ονομαζόταν έτσι; και πώς αλλιώς η επονομαζόμενη έτσι έχει ένα τόσο σαρκαστικά γυμνό ‘ηθικό δίδαγμα’ στο τέλος του έργου; σαν το έργο να είναι μια αφορμή, μόνο αφορμή, και γι’αυτήν την κορυφαία σκέψη.
    την έχω βάλει κάδρο πάνω από το γραφείο μου, θεωρώ ευλογία να μη μαθαίνεις τίποτα απ’τις καταστροφές και τις δυστυχίες σου, έτσι το μάθημα της ζωής σου δεν προέρχεται από την παθητικότητα που μας δημιουργεί η δυστυχία.
    η τύχη του καθενός δεν είναι ούτε ευ-, ούτε δυσ- τυχία.
    είναι η ζαριά της ελευθερίας. Του.
    ένα Του τρίτο πρόσωπο αδέσποτο.
    και γι’ αυτό μόνο, και γι’ αυτό πέρα από τη συνείδηση του καλού και του κακού.
    συχώρα την πολυλογία.
    την καλημέρα μου.

  8. 8 αλεπού Μαΐου 22, 2007 στο 1:54 μμ

    @eleni
    Αγαπητή Ελένη,
    καταρχήν Χρόνια πολλά για χτες που είχες τη γιορτή σου. 🙂
    Σχετικά μ’ αυτά που γράφεις, πρώτον, μην νιώθεις άβολα γιατί τη γνώμη σου λες και κάθε γνώμη είναι σεβαστή για ένα γόνιμο διάλογο.
    Σε γενικές γραμμές, δεν θα διαφωνήσω μαζί σου για την πολλαπλότητα των ερμηνειών που έχει ένα έργο πέραν αυτών που συνειδητά έδωσε ο συγγραφέας του.
    Σχετικά με το αν το έργο είναι μεγαλύτερο του δημιουργού του όμως, διαφωνώ γιατί αυτό αντιβαίνει την αρχή της ύπαρξης του έργου. Το έργο δεν είναι ερήμην του δημιουργού. Προέρχεται από δικές του σκέψεις και συναισθήματα, αντλεί συχνά δικά του βιώματα και διαφοροποιείται μόνο στο ότι αυτό παραδίδεται στο κοινό και μένει ακόμα και μετά το φυσικό τέλος του δημιουργού του. Όλα τα μεγάλα έργα είναι ταυτισμένα με τον δημιουργό τους. Για προσπάθησε να σκεφτείς τον «Ρωμαίο και την Ιουλιέτα» χωρίς τον Σαίξπηρ…
    Ειδικά με τη «Μάνα Κουράγιο», το έργο γράφτηκε για να υπηρετήσει μια συγκεκριμένη ιδεολογία. Το καλό και το κακό με ψυχολογικούς ή ηθικούς όρους λίγο ενδιαφέρει τον Μπρεχτ. Θέλει να ταρακουνήσει το κοινό. Τώρα, αν το πετυχαίνει ή όχι, αυτό έχει να κάνει και με το εκάστοτε ανέβασμα. Εδώ πάλι, το δημιούργημα γίνεται έρμαιο αφού αποχωρίζεται τον δημιουργό και αφήνεται στον σκηνοθέτη. Αν ο σκηνοθέτης είναι «μάγκας», μπορείς να πεις π.χ: Α, η «Ηλέκτρα» του Τσιάνου.


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s




Επισκεψιμότητα

  • 197,093 hits

Αρχείο


Αρέσει σε %d bloggers: