«Ο Ηλίθιος» του Ντοστογιέφσκι στο Εθνικό Θέατρο.

Άφησα να περάσει καιρός για να μην παρασυρθώ απ’ τα συναισθήματα.

Αλλά και πάλι, τώρα που φέρνω στο μυαλό μου εικόνες και μνήμες της παράστασης,  μόνο επαίνους θα μπορούσα να δώσω.

Στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού θέατρου, συντελέστηκε το σχεδόν ακατόρθωτο: η μεταφορά στη σκηνή του θρυλικού μυθιστορήματος του Ντοστογιέφσκι υπήρξε κάτι παραπάνω από συνταρακτική, πράγμα σπάνιο για μεταφορές μυθιστορημάτων. Ενώ σχεδόν πάντα το πρωτότυπο διεκδικεί την καλύτερη θέση, εδώ ο θεατρικός «Ηλίθιος» απέδειξε ότι μπορεί να σταθεί ισάξια στο πλευρό του λογοτεχνικού αδερφού του.

 

Η αλήθεια είναι ότι ο Ντοστογιέφσκι προσφέρεται για θεατρικές μεταφορές. Οι ήρωες του κάνουν συχνούς διαλόγους, το σκηνικό δεν αλλάζει όλη την ώρα, υπάρχει πάντα μια έξυπνη αφήγηση που συνδέει χαλαρά το παρόν των προσώπων με το παρελθόν τους, ακριβώς όπως λειτουργούν τα επεξηγηματικά σχόλια στο θέατρο, εκτός σκηνικής δράσης. Απ’ όλα τα παραπάνω συνεπώς διαφαίνεται πόσο ευνοείται η θεατρική «απόδοση» του εν λόγω μυθιστορήματος.

 

Πολλοί διαφωνούν με τις θεατρικές μεταφορές της λογοτεχνίας και ίσως κάποτε  να έχουν και δίκιο. Δεν μπορούμε όμως να γενικεύσουμε. Οι λογοτεχνικές μεταφορές είναι σημάδι των καιρών μας και υποδεικνύουν μια θεατρική πενία ίσως στην πρωτότυπη συγγραφή τόσο στην  εγχώρια, όσο και  στην εισαγόμενη, αλλά και μια κόπωση από τις συχνές επαναλήψεις των ίδιων και των ίδιων έργων.

Απ΄την άλλη, ο ολοένα αυξανόμενος αριθμός των θεατρικών σχημάτων και παραστάσεων στην Αθήνα μαζί με τα πενιχρά στις περισσότερες περιπτώσεις οικονομικά, γέννησαν κι ανέπτυξαν την ιδέα της επέκτασης και σε άλλους χώρους όπως στη λογοτεχνία (πεζογραφία και ποίηση) ιδωμένους μέσα από μια θεατρική ματιά. Τέλος, η ανάγκη για πειραματισμό.

Στην περίπτωση του «Ηλίθιου», αυτό το στοιχείο του πειραματισμού ενέχει κάποιον περαιτέρω συμβολισμό γιατί μπορεί κανείς να το ανιχνεύσει από τα αρχικά ακόμη στάδια της σύλληψης του, προτού πάρει σάρκα και οστά και μας παραδοθεί με τη μορφή που το γνωρίζουμε.

 

Για τη συγγραφή του «Ηλίθιου», ο Ντοστογιέφσκι είχε πάρει προκαταβολή απ’ τον Κατκόφ στις αρχές του 1867. Μ’ αυτά τα χρήματα έκανε τον δεύτερο γάμο του, πλήρωσε κάποια χρέη και τον ίδιο χρόνο έφυγε για το εξωτερικό.

Την απόφαση ν’ αρχίσει να γράφει αυτό για το οποίο είχε προπληρωθεί, την έλαβε μήνες αργότερα, όταν έφτασε στη Γενεύη, έχοντας 18 μόνο φράγκα στην τσέπη. Το μυθιστόρημα υπάρχει και με τη βοήθεια του Θεού θα βγει ένα μεγάλο έργο και πολύ πιθανόν όχι άσχημο.

Είναι αλήθεια ότι όλον τον προηγούμενο χρόνο, το περιοδικό του Κατκόφ στη Μόσχα, δημοσίευε το «Έγκλημα και Τιμωρία». Η συμφωνία ήταν να ξεκινήσει να δημοσιεύεται το νέο μυθιστόρημα απ’ το πρώτο τεύχος της νέας χρονιάς. Ωστόσο, ως τον Οκτώβριο του 1867, η δουλειά δεν είχε προχωρήσει καθόλου:

Για τη δουλειά μου δεν σας γράφω τίποτα, γιατί δεν υπάρχει τίποτα. Ένα μόνο: πρέπει να δουλέψω πολύ, πάρα πολύ. Στο μεταξύ πάει να με αποτελειώσει η επιληψία […]Κι όμως το μυθιστόρημα είναιη μόνη μας λύση. Το χειρότερο απ’ όλα είναι πως πρέπει να βγει ένα πολύ καλό μυθιστόρημα. Χωρίς άλλο. […]. Φαντασία υπάρχει και μάλιστα σε καλή φόρμα: το δοκίμασα αυτές τις μέρες στο ίδιο το μυθιστόρημα. Νεύρα επίσης υπάρχουν. Μνήμη όμως όχι.  Μ’ ένα λόγο ορμώ στο μυθιστόρημα μ’ ένα ζήτω! Και με το κεφάλι εμπρός, όλα κάτω κι ό, τι βγει!  

Ο Ντοστογιέφσκι βασανίστηκε αρκετά με τον βασικό του ήρωα. Μάλιστα, όπως μας παραδίδεται απ’ τα «Σημειωματάρια» του, δεν είχε συλλάβει απ’ την αρχή τον πρίγκιπα Μίσκιν με τη μορφή που τον γνωριζουμε πια.

Ο «πρώτος» Μίσκιν εμφανιζόταν απελπισμένος, γεμάτος περιφρόνηση για τον εαυτό του και απερίσκεπτος καυχηματίας. Με την εμφάνιση του στην Πετρούπολη, αναστατώνει τον περίγυρο και προκαλεί θύελλα επειδή ηδονίζεται να νιώθει τη δική του δύναμη και τη δική τους μηδαμινότητα. Μάλιστα στο αποκορύφωμα, ο Μίσκιν σχεδόν παραβάλλεται με τον Σαιξπηρικό Ιάγο. Μόνο προς τα τελευταία κεφάλαια των «Σημειωματαρίων», αρχίζουν να παρατίθενται κάποια οικεία γνωρίσματα του πρίγκιπα και να μιλούν για συμπάθεια και ταπεινοφροσύνη την οποία χαρακτηρίζουν «ως τη μεγαλύτερη δύναμη που μπορεί να υπάρξει στον κόσμο».

Το κύριο μέλημα, έγραφε ο Ντοστογιέφσκι είναι ο χαρακτήρας του ηλίθιου. Πρέπει να τον αναπτύξω. Αυτή είναι ιδέα του μυθιστορήματος. Πώς αντανακλά τη Ρωσία; Να γιατί αρκεί να δείξω τον πρίγκιπα σιγά-σιγά εν δράσει. Αλλά, μου χρειάζεται μια ίντριγκα για να καταστήσω τον πρίγκιπα πιο συμπαθή, πρέπει να εφεύρω ένα πεδίο δράσης.  

Την ίδια πάνω κάτω εποχή των προετοιμασιών εξομολογείται στον Μάικοφ την αμηχανία του: από καιρό με βασάνιζε μια σκέψη, μια σκέψη που με έβαζε σε πειρασμό και την αγαπούσα. Εντούτοις, δεν τολμούσα να την κάνω μυθιστόρημα. Μου φαινόταν υπερβολικά δύσκολη κι ένιωθα ανέτοιμος. Ήθελα να παραστήσω έναν άνθρωπο πέρα για πέρα καλό. Κατά τη γνώμη μου, δεν υπάρχει τίποτα πιο δύσκολο προπάντων στις μέρες μας. Αυτή η ιδέα έχει περάσει στο νου μου με καλλιτεχνική μορφή, αλλά ήταν ακόμα ατελής ενώ μου χρειαζόταν μια ολοκληρωμένη φυσιογνωμία. Η απελπιστική μου κατάσταση με εξανάγκασε να καταπιαστώ μ΄ αυτήν την ιδέα προτού καν ωριμάσει. Ρισκάρισα λοιπόν όπως στη ρουλέτα. Ίσως να βγει, σκέφτηκα με το γράψιμο. Είναι ασυγχώρητο αυτό που πάω να κάνω. Το ασυγχχώρητο ή ακριβέστερα το ανέφικτο της προσπάθειας βρίσκεται στην αδυναμία του καλού να τεθεί σε δράση, να έχει ανθρώπινη συμπεριφορά και συνάμα να μην χάνει τίποτα από το απόκοσμο μεγαλείο του.

Άλλοτε φαντάζεται τον πρίγκιπα «σφίγγα», άλλοτε σαν «Χριστό», άλλοτε σαν απλή ενσάρκωση της συμπάθειας και της αγιότητας.

Υπήρχε ο φόβος ότι παρά τις εξαγγελίες της αρχής, στον τελικό ισολογισμό των ηρώων, ο Μίσκιν θα κατέληγε σε θλιβερή γελοιογραφία. Μια μορφή χωρίς δυνατότητες αληθοφάνειας που πρώτοι απ’ όλους θα καταγγελόταν απ’ τους υπόλοιπους ήρωες. Μπροστά στον Ραγκόζιν ή στη Ναστάζια Φιλίποβνα, ο Μίσκιν ως η απόλυτη μορφή ταπενοφροσύνης, ως η παθητικότητα προσωποποιημένη, από πού θα μπορούσε να αντλήσει μια κάποια μορφή εξουσίας; Ο Ντοστογιέφγκι έδωσε την απάντηση με την αρρώστια του ήρωα. Ο Μίσκιν σχεδιάστηκε επιληπτικός, αφού η επιληψία ήδη απ’ τα χρόνια του Ιπποκράτη θεωρείται «ιερά νόσος», ιδανική κατάσταση για να αναδείξει έναν άνθρωπο αλλοπαρμένο και θεόληπτο.

 

 Ο «Ηλίθιος» από μυθιστόρημα του 1867, κλασικό και σχεδόν πάντα διαχρονικό ως προς την ανάγνωση, ζωντάνεψε με τρόπο θαυμαστό στην Πειραματική Σκηνή σε συνολική διάρκεια 6 ωρών. Η ομάδα των ηθοποιών που συνήθως έχει στη διάθεση του ο Στάθης Λιβαθινός, δούλεψε πραγματικά σκληρά για να ανταπεξέλθει. Μετά από πρόβες 8 σχεδόν μηνών, «ο Ηλίθιος» ανέβηκε λίγο πριν το Πάσχα, ολοκλήρωσε έναν πρώτο κύκλο πορείας την Κυριακή στις 20 Μαίου και θα επανακάμψει τον Οκτώβριο.

 

Οι ηθοποιοί ένας προς έναν, ενδύθηκαν τους ρόλους τους και με τρόπο μαγικό μας μετέφεραν στην Πετρούπολη του τέλους του 19ου αιώνα για να ζωντανέψουν στα μάτια μας, τον παθιασμένο έρωτα, τη διεκδίκηση μέχρι ορίου τρέλας, το μίσος, τη ζήλεια, την οργή, τον φόνο, την παράνοια και την αθωότητα, όλα πτυχές της ανθρώπινης ψυχής, μοναδικά γραμένα απ’ τον Ντοστογιέφσκι και ενσαρκωμένα απ’ τους ίδιους με μάεστρο τον Στάθη Λιβαθινό, σε μια κορυφαία στιγμή της καριέρας του.

 

Η μετάφραση είναι του Άρη Αλεξάνδρου, η διασκευή- δραματουργική επεξεργασία του Σάββα Κυριακίδη, τα σκηνικά- κοστούμια της Ελένης Μανωλοπούλου, η μουσική του Θόδωρου Αμπαζή, η χορογραφία και η κίνηση της Σεσίλ Μικρούτσικου, οι φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου.

 

Έπαιξαν: Βασίλης Ανδρέου, Δημήτρης Ήμελλος, Μαρία Ναυπλιώτου, Νίκος Καρδώνης, Μαρία Κίτσου, Στράτος Σωπύλης, Μαρία Σαββίδου, Αλεξάνδρα Αϊδίνη, Κανελλίνα Μενούτη, Δέσποινα Κούρτη, Στέλιος Ιακωβίδης, Δημήτρης Παπανικολάου, Ελένη Ρουσσινού, Σταθης Γράψας, Σοφία Τσινάρη, Δημήτρης Μοθωναίος, Πέτρος Γιωρκάτζης, Δημήτρης Μυλωνάς, Γιάννης Τσεμπερλίδης.

 

Το έργο σκηνοθέτησε ο Στάθης Λιβαθινός.

Στοιχεία για το παρόν ποστ αντλήθηκαν απ’ το πρόγραμμα της παράστασης.

Advertisements

5 Responses to “«Ο Ηλίθιος» του Ντοστογιέφσκι στο Εθνικό Θέατρο.”


  1. 1 αλκιμήδη Μαΐου 22, 2007 στο 1:11 μμ

    άντε φαγωθήκατε όλοι σας, σας ακούω, και το Σεπτέμβριο θα πάω κι εγώ. Μα έξι ώρες;

  2. 2 Ψυχος Μαΐου 29, 2007 στο 10:43 μμ

    Ο Πετρος Γιωρκατζης μια μερα θα παει ψηλα.

  3. 3 lupa Ιουνίου 1, 2007 στο 12:49 μμ

    Αλεπουδίτσα περίμενα πολύ καιρό την παρουσίασή σου αυτή. Ήθελα πάρα πολύ να δω αυτήν την παράσταση κυρίως για τον αγαπημένου μου Ήμελλο (που λάτρεψα στον Μολιέρο) αλλά και λόγω σκηνοθεσίας Λιβαθινού (είναι κρίμα που εξαιτίας του νέου καθεστώτος στο Εθνικό θα λείψει η χαρισματική μορφή αυτού του ανθρώπου).
    Ακούω ότι και ο Καρδώνης είναι ξανά υπέροχος.
    Όι παραστάσεις τελείωσαν? Προλαβαίνουμε για φέτος?

  4. 4 αλεπού Ιουνίου 1, 2007 στο 3:41 μμ

    @αλκιμήδη
    Να πας! Θα σου αρέσει 🙂
    @Ψυχος
    όλοι τους αξίζανε κι ελπίζω να πάνε ψηλά!
    @lupa
    Οι παραστάσεις τελείωασν για φέτος, αλλά από Οκτώβριο ξεκινάνε πάλι και θα κρατήσουν ως τα Χριστούγεννα! Να σπεύσεις 🙂

  5. 5 Αντιγόνη Νοέμβριος 19, 2011 στο 2:36 μμ

    Παιδιά η παράσταση είναι υπέροχη!!! Την είχα δει πριν 2 χρόνια και όλοι οι ηθοποιοί ήταν ο ένας καλύτερος από τον άλλον!!!! Εγώ θα πάω να τη δω και φέτος!


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s




Επισκεψιμότητα

  • 196,289 hits

Αρχείο


Αρέσει σε %d bloggers: