«Ευτυχισμένες μέρες» του Beckett στην Επίδαυρο

Happy days

«Για μένα, το θέατρο δεν είναι ένας ηθικός θεσμός κατά την έννοια του Σίλερ. Δεν θέλω μήτε να καθοδηγήσω μήτε να βελτιώσω μήτε να απομακρύνω τους ανθρώπους από την ανία. Θέλω να φέρω την ποίηση στη δραματουργία, μια ποίηση που πέρασε μέσα από το κενό και κάνει μια καινούργια αρχή σε έναν καινούργιο χώρο. Σκέφτομαι σε νέες διαστάσεις και κατ’ ουσίαν δεν ανησυχώ πολύ για το εάν γίνομαι ή όχι κατανοητός. Δεν θα μπορούσα να δώσω τις επιθυμητές απαντήσεις. Δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις.»

Σάμουελ Μπέκετ

Το 1960, όταν ξεκίνησε ο Μπέκετ να γράφει τις «Ευτυχισμένες μέρες», είχε ήδη εδραιώσει τη φήμη του στους θεατρικούς κύκλους με το «Περιμένοντας τον Γκοντό» γεγονός που έκανε τους κριτικούς να μιλάνε για ενσυνείδητη από μέρους του μινιμαλιστική χρήση στον τρόπο επεξεργασίας του υλικού του ως αντίδραση στην φιλολογία που είχε ξεσπάσει  γύρω απ’ το προηγούμενο έργο του.

Ο Μπέκετ σταδιακά αρχίζει να περιορίζει τα διαλογικά μέρη, να προτιμάει τον μονόλογο, να αφαιρεί τις πολλές κινήσεις των ηρώων, να δημιουργεί πιο έντονη αποσπασματικότητα και να χρησιμοποιεί κυρίως τεχνικά  μέσα όπως ήχο και φωτισμό.

Όπως εξομολογήθηκε κάποτε ο ίδιος ο Μπέκετ στην ηθοποιό Μπρέντα Μπρους, κατέληξε να γράψει το έργο σκεπτόμενος ότι «το πιο τρομερό πράγμα που θα μπορούσε να σου συμβεί θα ήταν να μη σου επιτρέπεται να κοιμάσαι, κάθε φορά που θα πήγαινε να σε πάρει ο ύπνος να ακούγεται ένα δυνατό καμπάνισμα και να πετάγεσαι… και σκέφτηκα, ποιος θα μπορούσε να το αντιμετωπίσει αυτό, να το υπομείνει μάλιστα τραγουδώντας; Μονάχα μια γυναίκα».

Στις «Ευτυχισμένες μέρες», η ηρωίδα είναι εγκλωβισμένη πάνω στη σκηνή σ’ έναν σωρό από σκουπίδια. Ο λόγος της είναι απόλυτα συνυφασμένος με τον επαναληπτικό σε αραιά χρονικά διαστήματα ήχο ενός κουδουνιού.

Η Γουίνι είναι μια παλιά πρωταγωνίστρια του θεάτρου που κάθε βράδυ πρέπει να υποδυθεί έναν ρόλο, χρησιμοποιώντας – αυτό που η ίδια αποκαλεί παλιό στυλ- και που κάποτε της χάρισε στιγμές δόξας.

Εσκεμμένα ο Μπέκετ αφήνει απέξω το πώς και το γιατί, το παρελθόν με άλλα λόγια της ηρωίδας του. Ο θεατής δεν ξέρει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες βρέθηκε η Γουίνι χωμένη μέσα στα σκουπίδια με μοναδικά της όπλα την τσάντα της και τα αντικείμενα που κατά διαστήματα ανασύρει μέσα απ’ αυτήν. Αντικείμενα θεατρικά όπως ένας καθρέφτης, ένα κραγιόν, μια οδοντόβουρτσα, μια ομπρέλα ή και απόλυτα χρηστικά για μια γυναίκα που χρησιμοποιεί απλώς το κορμί της απ’ τη μέση και πάνω.

Η Γουίνι καθρεφτίζεται και βάφει τα χείλη της φέροντας τη στόφα παλιάς θεατρικής δόξας, κρατάει την ομπρέλα της έτοιμη να απογειωθεί σαν θεταρική Μαίρη Πόπινς ή βουρτσίζει συνεχώς τα δόντια της σαν να διακατέχεται από μια μανία να σιγουρευτεί ότι κι αυτή ακόμα η οδοντόβουρτσα βρίσκεται πάντα εκεί.

Μοναδική παραφωνία αλλά συγχρόνως και αναγκαιότητα είναι η ύπαρξη του Γουίλι που η παρουσία του σ’ αυτήν τη χωματερή έρχεται να ενισχύσει την εικόνα της Γουίνι.

Όταν ο ίδιος ο Μπέκετ σκηνοθέτησε το έργο το 1971( σ.σ: στο Schiller-Theater του Βερολίνου), έδωσε ηθελημένα μεγαλύτερη έμφαση στον Γουίλι, προσπαθώντας μ’ αυτόν τον τρόπο να αναδείξει τις ιδιαίτερες αποχρώσεις του λόγου της Γουίνι.

Όταν τα αντικείμενα της τσάντας της εξαντληθούν, η Γουίνι θα περάσει στη δεύτερη πράξη του έργου, χωμένη στα σκουπίδια ως τον λαιμό και με μοναδικό απόθεμα τις λέξεις. Ο ήχος του κουδουνιού θα γίνεται όλο και πιο επίμονος, σχεδόν βασανιστικός. Η Γουίνι θα στραφεί στο περιβάλλον της μνήμης της. Θα επαναλάβει την μάλλον βιωματική ιστορία που αφηγήθηκε  και στην πρώτη πράξη, ανίκανη όμως να της προσδώσει ένα λογικό νόημα. Κι έτσι θα σηματοδοτήσει την αέναη συνέχιση των παραστάσεων της, πάντα θαμμένη ίσως πιο βαθιά κάθε φορά, χωρίς όμως να εξαφανιστεί εντελώς απ’τη σκηνή.

 Οφείλω ίσως να ξεκαθαρίσω ότι τρέφω μεγάλη εκτίμηση στο έργο του Μπέκετ. Θεωρώ ότι πρόκειται για ιδιοφυή συγγραφέα που καταφεύγει σε μια φαινομενικά απλή, εξαιρετικά σύνθετη όμως και πολύπλοκη γραφή (το πιο δύσκολο πράγμα είναι να γράψεις απλά ), προχωρώντας σε μια αφαίρεση που σηματοδοτεί τον ίδιο τον ορισμό του θεάτρου. Το θέατρο σε έναν εντελώς σχηματικό αλλά αναγκαίο ορισμό υπάρχει με την βασική προϋπόθεση  να έχεις καταρχήν  έναν υποκριτή Α και έναν θεατή Β.

Ο Μπέκετ αντιλήφθηκε νωρίς τα προβλήματα φόρμας, ύφους και περιεχομένου, την έλλειψη παρθενογένεσης στη σύλληψη, τη θεματολογία και την επεξεργασία ενός υλικού και κατάφερε να ποιήσει θέατρο εμπλέκοντας αυτή την ιδιότυπη σταδιακή αποδόμηση που παρατηρούμε στο σύνολο του έργου του με την υπαρξιακή αγωνία του σύγχρονου ανθρώπου.

Ο Μπέκετ επαναλαμβάνει με διαφορετικούς τρόπους το βασικό παράδοξο που αντιμετωπίζει ως συγγραφέας: η γλώσσα αδυνατεί να εκφράσει την αλήθεια, αποτελεί όμως το μοναδικό μέσο που έχει στη διάθεση του για να δώσει μια εικόνα αυτής της αλήθειας.

Η παράσταση της Επιδαύρου ήταν μια παραγωγή του Εθνικού θεάτρου της Μεγάλης Βρετανίας και είχε κάνει πρεμιέρα στο Λονδίνο στις 24 Ιανουαρίου 2007 έχοντας αποκομίσει πλήθος εγκωμιαστικών σχολίων τόσο ως προς τη σκηνοθεσία όσο και ως προς την ερμηνεία της Φιόνα Σο.

Παρακολούθησα τις «Ευτυχισμένες μέρες» στην πρώτη και τελικά μοναδική λόγω πυρκαγιών παράσταση στην Επίδαυρο. Συμβολικά σκέφτομαι ότι ο τίτλος του έργου υπήρξε σε απόλυτη αντίθεση με τις δυστυχισμένες  για τον τόπο μέρες που ακολούθησαν.

Η αυθόρμητη αντίδραση μου στο τέλος  ήταν η φράση «τον κατάπιε τον Μπέκετ η Επίδαυρος».

Στην πραγματικότητα δεν φταίει ο Μπέκετ γι’ αυτό (και πως θα μπορούσε άλλωστε) αλλά όσοι αποφάσισαν να παρουσιάσουν αυτό το κατεξοχήν  έργο κλειστού χώρου σε αρχαίο θέατρο.

Η Επίδαυρος είναι θέατρο ειδικών προδιαγραφών και όσο παλιομοδίτικο κι αν ακούγεται ή συντηρητικό, μόνο το αρχαίο δράμα της ταιριάζει.

Απ’ την άλλη, οι «Ευτυχισμένες μέρες» χρειάζονται κλειστό θέατρο, έτσι ώστε ο θεατής να μπορεί να προσηλώνεται σ’ αυτό που τεκταίνεται, εν προκειμένω στη γυναικεία φιγούρα που είναι θαμμένη μέσα στα σκουπίδια και παίζει μόνο με το λόγο και με τις ελάχιστες δυνατές κινήσεις που η κατάσταση της επιτρέπει.

Την ερμηνεία της Φιόνας Σω θα ήταν άδικο λοιπόν να την κρίνω έχοντας υπόψη τις προαναφερθείσες δυσκολίες.

Πιθανολογώ να ήταν εντελώς διαφορετική σε έναν άλλο χώρο. Θα ήθελα πολύ να τη δω να ξανάρχεται του χρόνου σε κλειστό θέατρο έτσι ώστε να μπορέσω να την συγκρίνω ερμηνευτικά και επί της ουσίας με τις άλλες δύο Γουίνι που έχω παρακολουθήσει (της Ρούλας Πατεράκη το 1990 και της Άννας Κοκκίνου το 2004).

 

Συντελεστές:
Σκηνοθεσία: Deborah Warner
Σκηνικά: Τom Pye
Φωτισμοί: Jean Kalman
Ήχος: Mel Mercier
Ηχητικός Σχεδιασμός: Christoper Shutt
Κοστούμια: Luca Costigliolo
Διανομή:
Γουίνι: Fiona Shaw
Γουίλι: Tim Potter

     

Advertisements

4 Responses to “«Ευτυχισμένες μέρες» του Beckett στην Επίδαυρο”


  1. 1 imikrimarika Σεπτεμβρίου 20, 2007 στο 10:29 πμ

    Μάλιστα ! Ευχαριστούμε για την προσέγγιση .Δύσκολος ο Μπέκετ όσο και να είναι απλός !

  2. 2 alepou Οκτώβριος 2, 2007 στο 1:27 μμ

    @imikrimarika
    Πράγματι, δύσκολος. Ωστόσο, γοητευτικός…


  1. 1 scraps « Кроткая Παράθεση σε Νοέμβριος 22, 2009 στο 6:26 μμ
  2. 2 «Ευτυχισμένες μέρες» στο Εθνικό Θέατρο | Θέατρο Παράθεση σε Φεβρουαρίου 27, 2015 στο 3:45 μμ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s




Επισκεψιμότητα

  • 196,279 hits

Αρχείο


Αρέσει σε %d bloggers: