Η «Ήμερη» στο θέατρο της Οδού Κυκλάδων

Λίγα λόγια για την αφορμή της «Ήμερης»

Ο Ντοστογιέφσκι έγραψε την «Ήμερη» τον Οκτώβριο και τον Νοέμβριο του 1876 και τη δημοσίευσε στο «Ημερολόγιο ενός συγγραφέα», στο τεύχος του Νοέμβρη, αντί για το άρθρο που συνήθιζε.

Η πρώτη ύλη της «Ήμερης» είναι μια σύνθεση από περιστατικά που αναφέρονται στα ψιλά των εφημερίδων. Το πρώτο, αυτό που θα δώσει και το αρχικό έναυσμα, είναι η πλαστογράφηση της κληρονομιάς του λοχαγού Σεντκόφ από τη γυναίκα του, μια κοπελίτσα 16 χρονών, που ο άνθρωπος αυτός διωγμένος απ’ το στράτευμα για αισχροκέρδεια, είχε παντρευτεί  κι εμπλέξει στις δουλειές του. Η ζωή που της είχε επιβάλλει την είχε κάποια στιγμή οδηγήσει σε απόπειρα αυτοκτονίας. Όταν πέθανε ο άντρας της, πλαστογράφησε τη διαθήκη του, με την οποία την αποκλήρωνε. Το όλο ζήτημα παρουσίαζε ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον για τον Ντοστογιέφκσι, καθώς εισαγγελέας στην υπόθεση ήταν κάποιος φίλος του.

Το διάστημα 1876-77 εξάλλου, ασχολείται  και με δύο ακόμα περιστατικά. Τον Ιούνιο του 1876, πληροφορείται την αυτοκτονία και τις συνθήκες κάτω απ’ τις οποίες αυτοκτόνησε, η Λίζα Χέρτσεν, κόρη ενός εξόριστου ευρωπαϊστή συγγραφέα που ο Ντοστογιέφσκι θεωρούσε από τους σοβαρότερους αντιπάλους του κι απ’ τους κύριους υπεύθυνους για τον περιρρέοντα τότε μηδενισμό που είχε καταγγείλει με σφοδρότητα στους «Δαίμονες».  Η Λίζα, μια νέα, έξυπνη και μορφωμένη κοπέλα που δεν αντιμετώπιζε ιδιαίτερα υλικά προβλήματα, είχε αφήσει ένα ειρωνικό σημείωμα όπου υπαινισσόταν ότι αυτοκτονεί από βαρεμάρα, γιατί δεν άντεχε να υποφέρει το αίσθημα του κενού που τη ροκάνιζε.

Από την άλλη μεριά, στις αρχές Οκτωβρίου, η εφημερίδα «Novoie Vremia», (Νέοι Καιροί) δημοσιεύει μια μικρή αγγελία, αναφέροντας την αυτοκτονία μιας μοδίστρας, της Μαρίας Μπορίσοβα από τη Μόσχα που είχε έρθει στην Πετρούπολη μόνη και χωρίς έσοδα: στις 30 Σεπτεμβρίου παραπονέθηκε πως είχε ημικρανίες και στη συνέχεια ήπιε κι ένα τσάι με μπισκότο. Εκείνη την ώρα η ιδιοκτήτρια του σπιτιού θέλησε να βγει, να πάει στην αγορά. Δεν πρόλαβε καλά- καλά να κατέβει τη σκάλα και θραύσματα από γυαλιά άρχισαν να αιωρούνται πάνω από την αυλή, κι ύστερα αμέσως ακούστηκε ένας γδούπος- η Μπορίσοβα είχε ριχτεί στο κενό. Οι ένοικοι του μπροστινού διαμερίσματος την είδαν να διαπερνάει το διπλό τζάμι ενός παραθύρου, να γλιστράει πάνω στη στέγη με τεντωμένα πόδια, να σταυροκοπείται  και σφίγγοντας ένα εικόνισμα στο στήθος της να πέφτει για να σκοτωθεί. Η εικόνα ήταν της Παναγίας της Βρεφοκρατούσας που της είχαν αφήσει οι γονείς της μαζί με τις ευλογίες τους.   

Η παράσταση

Ο Λευτέρης Βογιατζής είναι -ας μου επιτραπεί ο χαρακτηρισμός- ένας ιδιοφυής τρελλός. Μπορεί κατά καιρούς να ακούγονται διάφορα, ότι κουράζει τους συνεργάτες του με τις ατέλειωτες πρόβες ή ότι τους βασανίζει ξεπερνώντας τα όρια, αλλά οφείλω να του αναγνωρίσω άρτιο καλλιτεχνικό αποτέλεσμα υψηλών προδιαγραφών.

Ο Βογιατζής είχε έμμονη ιδέα με το συγκεκριμένο αφήγημα του Ντοστογιέφσκι. Το υλοποίησε σκηνικά χρησιμοποιώντας δύο πρόσωπα, τον εαυτό του που περιφέρεται ακούραστα πάνω στη σκηνή για 2 σχεδόν ώρες χωρίς διάλειμμα και την Έλενα Τοπαλίδου που κάνει μια εμφάνιση λίγων λεπτών σε κάποια στιγμή του έργου.

Ο ήρωας του Ντοστογιέφσκι είναι ένας ενεχυροδανειστής που έρχεται αντιμέτωπος με την ξαφνική αυτοκτονία της νεαρής γυναίκας του. Τελεί υπό καθεστώς σύγχυσης. Το πτώμα της  βρίσκεται στο διπλανό δωμάτιο πάνω σ’ ένα τραπέζι, ενώ ο ίδιος πηγαινοέρχεται σ’ όλο το σπίτι προσπαθώντας να συνειδητοποιήσει τι ακριβώς έγινε και κυρίως πώς οδηγήθηκαν τα πράγματα σ’ αυτό το σημείο απ’ τη στιγμή που γνωρίστηκε με τη γυναίκα του.

Ο σκηνικός χώρος είναι έξοχα κατασκευασμένος απ’ την Χλόη Ομπολένσκι, χρόνια συνεργάτιδα του Βογιατζή στο θέατρο της οδού Κυκλάδων, ενώ στα φώτα καθοριστική υπήρξε η συμβολή τόσο του Λευτέρη Παυλόπουλου για τη σκηνή όσο και της Κατερίνας Μαραγκουδάκη στο βίντεο της παράστασης.

Το βίντεο λοιπόν, ίσως στην αρχή ξενίζει λίγο, αφού μάλιστα καταλαβαίνουμε σύντομα ότι παίζει σ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης, ακόμα και στο τέλος, όταν ο ηθοποιός σταματάει τον δικό του λόγο. Παρόλα αυτά, δένει αρμονικά  με το θεατρικό σώμα και ενισχύει την αντίληψη μας ότι πρόκειται για τη φωνή της συνείδησης που βαραίνει τον ενεχυροδανειστή στο ξεκαθάρισμα των προσωπικών του τελικά λογαριασμών.

Ο Λευτέρης Βογιατζής είναι ένας δύσκολος ηθοποιός με την εξής έννοια. Ο ρυθμός του λόγου του και η σωματική του κίνηση συχνά ξενίζουν τον θεατή, αφού φαντάζουν αρχικά παράταιρα, ενίοτε δε μπορούν να χαρακτηριστούν και φάλτσα. Είναι σαφές ότι πίσω απ’ την ερμηνεία του υπάρχει ολόκληρο ιδεολογικό και ψυχολογικό υπόβαθρο που αφορά τόσο στη σκηνοθετική σύλληψη της παράστασης και του ρόλου όσο και στην υποκριτική της εκτέλεση. Ο Βογιατζής είναι εγκεφαλικός ηθοποιός και λειτουργεί με ακρίβεια ρολογιού. Είμαι σίγουρη ότι όλοι οι σκηνικοί χρόνοι είναι αυστηρά μετρημένοι, όλες οι κινήσεις υπολογισμένες ξανά και ξανά και όλες οι παύσεις σοφά μοιρασμένες. Ο Βογιατζής προετοιμάζει λοιπόν εγκεφαλικά, δημιουργεί τέχνη χωρίς ν’ αφήνει τίποτα στην τύχη, αλλά κατορθώνει και χτυπάει κατευθείαν στο συναίσθημα του θεατή.

Η μεγάλη ικανοποίση που παίρνει ο θεατής στο θέατρο της Οδού Κυκλάδων είναι η αίσθηση ότι κάποιος έχει ασχοληθεί πολύ σοβαρά μ’ αυτό που σκηνικά προτείνεται, ότι υπάρχει σκηνοθέτης από πίσω κι ότι ο λόγος του συγγραφέα δικαιώνεται.

Σημείωμα του συγγραφέα για την «Ήμερη»

[…]Φανταστείτε ένα σύζυγο και σ’ ένα τραπέζι απάνω να κάθεται η γυναίκα του που αυτοκτόνησε, παν κάτι ώρες, πηδώντας απ’ το παράθυρο. Είναι ανάστατος, δεν μπορεί να μαζέψει το μυαλό του. Πηγαινοέρχεται από τη μια κάμαρα στην άλλη πασχίζοντας να συλλάβει  το τι έγινε, να «μαζέψει τις σκέψεις του σ’ ένα σημείο». Χώρια όλα τα’ άλλα, έχουμε να κάνουμε και μ’ έναν αρρωστημένα υποχόνδριο, από εκείνους που μιλάνε μόνοι τους με τον εαυτό τους. Και να τον που μονολογεί, ξετυλίγει την όλη υπόθεση, την ξεδιαλύνει ο ίδιος στον εαυτό του. Παρότι ο λόγος του φαινομενικά έχει συνοχή, οι αντιφάσεις ανάμεσα στη λογική και το συναίσθημα είναι απανωτές. Πότε πιάνει να δικαιολογεί τον εαυτό του, πότε να κατηγορεί εκείνη, και πότε χάνεται σε μικρόλογες διευκρινίσεις: εδώ θα βρούμε χοντράδα του νου και της καρδιάς, εδώ και το βαθύτερο αίσθημα. Σιγά- σιγά έρχεται να ξεδιαλύνει την ιστορία και να μαζέψει «τις σκέψεις του σ’ ένα σημείο». Η σειρά των αναμνήσεων, καθώς τελικά τις ανακαλεί, τον πάει καρφί στην αλήθεια κι η αλήθεια, ακάθεκτη, εξυψώνει το νου και την καρδιά του. Εκεί, προς το τέλος, αλλάζει ο τόνος της αφήγησης σε σχέση  με την αρχή που είναι ακατάστατη. Σ’ αυτόν τον δύσμοιρο φανερώνεται η αλήθεια αρκετά καθαρά και οριστικά, σε ό, τι αφορά τουλάχιστον τον ίδιο.

Αυτό είναι το θέμα. Φυσικά η πορεία της αφήγησης  πιάνει κάμποσες ώρες, με κενά και ξεστρατίσματα, και η μορφή της είναι ακανόνιστη: πότε μιλάει ο ίδιος στον εαυτό του, πότε απευθύνεται σε κάποιον αόρατο ακροατή σαν σε δικαστή. Όμως έτσι συμβαίνει πάντα και στην πραγματικότητα. Αν ένας στενογράφος κατάφερνε να στήσει αυτί και να κρατήσει σημειώσεις, τότε θα’ βγαινε κάτι λιγουλάκι πιο τραχύ και ακατέργαστο απ’ αυτό που δίνω εγώ, αλλά απ’ όσο τουλάχιστον μπορώ να δω, η ψυχολογική σειρά ίσως και να’ μενε απαράλλαχτη. Αυτήν λοιπόν την πιθανότητα να σημειώνει τα πάντα ένας στενογράφος (που τις σημειώσεις του μετά θα ερχόμουν εγώ να επεξεργαστώ), αυτό είναι  που βάφτισα φανταστικό σε τούτη την αφήγηση.[…]

Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι

Η «Ήμερη»

Μετάφραση: Λευτέρης Βογιατζής, Ειρήνη Λεβίδη

Σκηνική επεξεργασία: Λευτέρης Βογιατζής, Γιώργος Σκεύας

Σκηνοθεσία: Λευτέρης Βογιατζής

Βίντεο, οπτικοακουστικό υλικό: Γιώργος Σκεύας

Σκηνικά, κοστούμια:Χλόη Ομπολένσκι

Φωτισμοί:Λευτέρης Παυλόπουλος

Διεύθυνση φωτογραφίας για το βίντεο: Κατερίνα Μαραγκουδάκη

Διανομή

Ενεχυροδανειστής: Λευτέρης Βογιατζής

Θεατής: Έλενα Τοπαλίδου

Advertisements

8 Responses to “Η «Ήμερη» στο θέατρο της Οδού Κυκλάδων”


  1. 1 kalliopi Δεκέμβριος 10, 2007 στο 6:17 μμ

    Γειά σου!
    Ανέβασα στις απόψεις το Αίμα που Μαράθηκε και στις κριτικές την Ήμερη!!
    Πολύ καλό!!
    Φιλί.

  2. 2 renata Δεκέμβριος 10, 2007 στο 7:03 μμ

    Εγώ πάλι που μου καρφώθηκε πως το «μειλίχιο κορίτσι» που ξέρουμε εννοεί αυτό το βιβλίο? Ε? 🙂

    Η κριτική σου εξαιρετική! 😉

  3. 3 ελένη Δεκέμβριος 10, 2007 στο 10:18 μμ

    εκεί θα πάω.

    και ο Βογιατζής δεν θα μπορούσε να αποδωθεί καλύτερα!

    πιστεύω πως ούτε η παράσταση.

    (και επαναλαμβάνω το ερώτημα της Ρενάτας : είναι η Κρατκάγια;;;)

    🙂

  4. 4 alepou Δεκέμβριος 10, 2007 στο 11:54 μμ

    @kalliopi
    Σ’ ευχαριστώ πολύ! 🙂
    @renata
    Έγραψες πάλι 😉
    @ελένη
    Τελικά,ουδέν κρυπτόν Ελένη μου. Το βρήκατε! Ναι, την Krotkaya είδαμε στο θέατρο 🙂

  5. 5 antigonos Δεκέμβριος 11, 2007 στο 2:18 πμ

    Να υποθέσω ότι γίνεται πατείς με πατώ σε στο θέατρο;

  6. 7 mpampakis Ιανουαρίου 18, 2008 στο 3:01 μμ

    Πήγα την Τρίτη που μας πέρασε, κι είναι όντως πολύ ιδιαίτερη και πολύ καλοδουλεμένη παράσταση. Το βίντεο, μετά τα πρώτα 2-3 λεπτά του ξαφνιάσματος, είναι τόσο αρμονικά ενταγμένο στο δρώμενο που αναρωτιέσαι γιατί δεν έχεις ξαναδεί κάτι τέτοιο σε σκηνή. Ο δε τελειομανής Βογιατζής παίζει ακόμα και με τις γωνίες που στέκεται το σώμα του για να αλλάζει η αίσθηση που δίνει στον θεατή.

    Και (φυσικά) δεν έπεφτε καρφίτσα.

  7. 8 αλεπού Φεβρουαρίου 4, 2008 στο 10:16 πμ

    @mpampakis
    Τελειομανής, πράγματι. Η τελειομανία άλλωστε είναι και η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στον απλά καλό ηθοποιό και τον καλλιτέχνη.


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s




Επισκεψιμότητα

  • 197,093 hits

Αρχείο


Αρέσει σε %d bloggers: