«Δεσποινίς Τζούλια» στο Απλό Θέατρο

587677-31607486.jpg

Το έργο

Η «Δεσποινίς Τζούλια» συγκαταλέγεται ανάμεσα στα σπουδαία έργα του Σουηδού δραματουργού. Γράφεται το 1888, έναν χρόνο πριν τον «Πατέρα» (το σωστό είναι «Δεσποινίς Julie», με γαλλικό το όνομα το όνομα της σνομπ ηρωίδας: «Frοken Julie») και παρουσιάζεται πρώτη φορά το 1904 αποτελώντας από τότε πόλο έλξης για τις γυναίκες ηθοποιούς που θέλουν να υποδυθούν την ασυμβίβαστη ηρωίδα.  

Σε πρώτο επίπεδο, η ιστορία είναι αυτή της νεαρής κι ατίθασης αριστοκράτισσας που όχι μόνο καταδέχεται την παρέα του υπηρέτη Ζαν αλλά συνευρίσκεται μαζί του στην κουζίνα, σηματοδοτώντας έτσι την αυτοκαταστροφή της.

Σε δεύτερο επίπεδο, ο Στρίντμπεργκ καταπιάνεται με το προσφιλές του θέμα της σύγκρουσης των δύο φύλων, αλλά και με την πάλη των τάξεων, θέματα που αγγίζουν τον συγγραφέα σε προσωπικό επίπεδο. Ο Στρίντμπεργκ είχε πάντα προβληματικές σχέσεις με το άλλο φύλο – την ίδια εποχή ο γάμος του με τη Σίρι Φον Έσσεν περνάει σοβαρή κρίση, ενώ πάντα ένιωθε κοινωνικά στιγματισμένος εξαιτίας του ότι η μάνα του ήταν δούλα-.

Στα τέλη του 19ου αιώνα, φαίνονται τα πρώτα σημάδια παρακμής της αριστοκρατικής τάξης, ωστόσο ο λαός δεν έχει σηκώσει ολότελα το κεφάλι- κι αυτό δίνει ακόμα μεγαλύτερη ένταση στο δράμα όπου η σκιά του Κόμη (σ.σ του πατέρα της Τζούλιας) πιέζει τυραννικά τον φιλόδοξο υπηρέτη.

Στον Πρόλογο του έργου του ο  Στρίντμπεργκ περηφανεύεται – και πολύ δίκαια- πως προίκισε τον χαρακτήρα της ηρωίδας του με πολλαπλά κίνητρα αντίθετα με τα μονοκόμματα πρόσωπα του θεάτρου της εποχής του. Χαρακτηριστικά λέει ο ίδιος: «Παρατήρησα στο μανιφέστο του Νατουραλισμού πως εκείνο που ενδιαφέρει τη νεώτερη γενιά είναι η ψυχολογική ανέλιξη. Οι ερευνητικές ψυχές μας δεν ικανοποιούνται βλέποντας να γίνεται κάτι. Θέλουν να ξέρουν πώς γίνεται. Θέλουμε να δούμε τα σύρματα, τον μηχανισμό, να εξετάσουμε το κουτί με τον ψεύτικο πάτο, να πιάσουμε το μαγικό δαχτυλίδι, να κοιτάξουμε τα τραπουλόχαρτα και να δούμε πως είναι σημαδεμένα. Ο αληθινός όμως, ο μεγάλος νατουραλισμός θέλει να δει εκείνο που δεν βλέπουμε κάθε μέρα…Παρουσιάζει το ασυνήθιστο, όχι το συνηθισμένο…αναζητάει τα σημεία όπου δίνονται οι μεγάλες μάχες…και χαίρεται τη σύγκρουση των φυσικών δυνάμεων».

Με την Τζούλια ο Στρίντμπεργκ γίνεται ο δημιουργός του σύγχρονου ψυχολογικού δράματος. Το παμφάγο θηλυκό που θέλει να καταβροχθίσει τον άντρα, (θέμα που θα τον απασχολήσει άλλωστε και στον «Πατέρα», αλλά και στον «Χορό του θανάτου»),

οι μικρές και μεγάλες παρορμήσεις , χειρονομίες, πράξεις που καθώς  σωρεύονται  αισθητά ή ασυναίσθητα η μια πάνω στην άλλη, οδηγούν σε αδιέξοδο.

 Η παράσταση 

Την «χρώσταγα» την αποτίμηση αυτής της παράστασης, με την έννοια του ότι ενώ την έχω δει πολύ πριν τα Χριστούγεννα, με απογοήτευσε και δεν μου έκανε κέφι να ασχοληθώ.

Ήταν νομίζω η τρίτη «Δεσποινίδα Τζούλια» που βλέπω. Είχε προηγηθεί αυτή του Θεάτρου Τέχνης με την Κάτια Γέρου και τον Γιάννη Καρατζογιάννη το 1990 αν θυμάμαι καλά και λίγα χρόνια αργότερα την είδα με την Καραμπέτη και τον Κιμούλη.

Εδώ η Νικαίτη Κοντούρη που σκηνοθέτησε το έργο δεν έφερε τίποτα καινούργιο παρά τις καλές συνθήκες που είχε για να δημιουργήσει. Η αίσθηση μου είναι ότι διεκπεραίωσε απλώς το σπουδαίο κείμενο, χωρίς την προσωπική της κατάθεση. Το σκηνικό του έμπειρου Πάτσα ήταν ευρηματικό και λειτουργικό, ενώ η διανομή είχε φαινομενικά καλούς ηθοποιούς.

Η μεγάλη μου έκπληξη υπήρξε η εντελώς αδιάφορη υποκριτική της Ταμίλα Κουλίεβα. Αυτή η ηθοποιός που στο παρελθόν είχα απολαύσει στη σκηνή, δεν είχε τίποτα απ’ το νεύρο της ηρωίδας του Στρίντμπεργκ. Η είσοδος της στη σκηνή ήταν καθαρά επιδερμική. Όλα ψεύτικα. Καμία έξαψη απ’ τη γιορτή για το καλοκαίρι που υποτίθεται ότι γίνεται έξω απ’ το σπίτι, κανένας ερωτισμός.

Για τον Λεμπεσόπουλο τι να πω; Εξελίσσεται σε νευρόσπαστο. Αναπαράγει διαρκώς το ίδιο πράγμα. Μοιάζει σαν να μην εμπνέεται καθόλου από τον ρόλο που υποδύεται. Καμώνεται τον ρόλο, αλλά δεν είναι.

Η Λαμπρινή Αγγελίδου στον ρόλο της υπηρέτριας, έδινε περισσότερο την αίσθηση της κυρίας παρά της εκπροσώπου μιας κατώτερης τάξης.

Το ζωώδες ερωτικό παιχνίδι της κυρίας και του υπηρέτη δεν είχε καμία σοβαρή υπόσταση εδώ αφού τίποτα το τραγικό δεν εισέπραξε ο θεατής. Αλλά και μετά, την στιγμή που η Τζούλια περιφρονεί τον Ζαν στο όνομα της ανώτερης τάξης στην οποία ανήκει ή την ώρα που ο άξεστος και κουτοπόνηρος Ζαν κάνει τους λογαριασμούς του σαν καλός λογιστής θέλοντας να της ανταποδώσει την ταπείνωση, είναι σκηνές που αντιμετωπίζονται άνευρα απ’ τους ηθοποιούς. Η Τζούλια και ο Ζαν είναι άκρως δραματικά πρόσωπα μέσα στην σκληρότητα τους κι αγγίζουν τα όρια του τραγικού επειδή δεν μπορούν να ξεφύγουν απ’ τη μοίρα τους. Η Τζούλια- όχι τυχαία- θα αυτοτιμωρηθεί, ενώ ο Ζαν θα παραμείνει ο φοβισμένος δούλος του κυρίου που ζητάει τον καφέ και τις μπότες του.

Σκηνοθεσία: Νικαίτη Κοντούρη
Μετάφραση: Μαργαρίτα Μέλμπεργκ
Σκηνικά-κοστούμια: Γιώργος Πάτσας
Φωτισμοί: Μελίνα Μάσχα
Σύνθεση Ήχων: Δημήτρης Ιατρόπουλος
Παίζουν: Ταμίλα Κουλίεβα (Τζούλια), Άρης Λεμπεσόπουλος (Ζαν), Λαμπρινή Αγγελίδου (Κρίστεν)

Advertisements

3 Responses to “«Δεσποινίς Τζούλια» στο Απλό Θέατρο”


  1. 1 renata Φεβρουαρίου 5, 2008 στο 10:22 μμ

    Καλά που το έγραψες! 🙂 Ήταν στα προσεχή σχέδια.

  2. 2 kaloutsiki Φεβρουαρίου 7, 2008 στο 9:04 μμ

    «Είδα ένα όνειρο, κάποτε,
    που κάθε τόσο μου ‘ρχεται στο μυαλό.
    Ήμουν λέει σκαρφαλωμένη στην κορυφή μιας κολώνας…»

  3. 3 alepou Φεβρουαρίου 8, 2008 στο 11:37 μμ

    @renata
    έχω καλύτερα να σου προτείνω! 🙂
    @kaloutsiki
    Νομίζω συνεννοηθήκαμε 😉


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s




Επισκεψιμότητα

  • 197,102 hits

Αρχείο


Αρέσει σε %d bloggers: