«Παρακαλώ ας μείνει μεταξύ μας» στο θέατρο Κάτια Δανδουλάκη

07-01-08_217409_21.jpg

Ένα κριτήριο αποτίμησης μιας θεατρικής παράστασης είναι σίγουρα το κείμενο. Στο θέατρο βέβαια αυτό δεν αποτελεί προϋπόθεση καθώς νοείται παράσταση και χωρίς κείμενο ή ακόμα και χωρίς την εκφορά λόγου. Πάντως, όταν ένα έργο έχει γραφτεί πριν παρασταθεί συνήθως σου δίνει από μόνο του μια πρώτη δυνατότητα να το κρίνεις ως λογοτεχνικό προϊόν καταρχήν και εν συνεχεία να αναλογιστείς κατά πόσον μπορεί να υπερβεί τα στενά δεδομένα της εποχής του, αν δηλαδή είναι διαχρονικό. Όταν το δεις στη σκηνή έχεις και τη δυνατότητα να διαπιστώσεις κατά πόσον η παράσταση το στήριξε ή όχι, αν ήταν ανώτερη ή κατώτερη του κειμένου κλπ.

Τελοσπάντων, οι παραπάνω διαπιστώσεις ισχύουν όταν έχουμε να κάνουμε με κείμενο που προϋπάρχει της παράστασης του. Επιπλέον, όταν μιλάμε για ένα ελληνικό έργο και μάλιστα σύγχρονο, μπαίνει κι ένας άλλος παράγοντας διόλου ευκαταφρόνητος μια και η τέχνη πρέπει να μπορεί να σπάει τα χωροταξικά της σύνορα όταν αυτό είναι εφικτό. Το ελληνικό έργο είχε ανέκαθεν ένα σκοτεινό σημείο σ΄αυτό το εκτός συνόρων παιχνίδι. Άλλοτε αποδίδεται στη δυσκολία της γλώσσας – ανεπαρκής αιτία κατά την γνώμη μου, αφού η μετάφραση λύνει τέτοια προβλήματα-, άλλοτε στην προσκόλληση του θεάτρου σε στενά κοινωνικά πλαίσια. Είναι ας πούμε σχεδόν βέβαιο ότι η θρυλική «Αυλή των θαυμάτων» δεν θα μπορούσε να ενδιαφέρει το ευρωπαϊκό ή αμερικανικό κοινό αφού η έννοια της αυλής και της αντιπαροχής ευαισθητοποιεί είτε αυτούς που την έζησαν είτε αυτούς στους οποίους με κάποιον τρόπο έχει αυτό μεταφερθεί δια της αφηγήσεως. Αλλά και τα έργα της μεταπολίτευσης, με ελάχιστες εξαιρέσεις, έχουν μια τυπολογία μορφής και χαρακτήρων που δεν βρίσκει την αντίστοιχη αναφορά της εκτός συνόρων. Υπάρχει ας πούμε μια ολόκληρη εγχώρια θεατρική παραγωγή που «ακουμπάει» στα κοινά μας βιώματα ως λαού. Ευτυχώς, υπάρχουν αρκετοί ακόμα συγγραφείς που έχουν τη δυνατότητα να περάσουν την γραμμή και να γράψουν άλλης ποιότητας θέατρο. Θα αναφέρω ενδεικτικά τον Διαλεγμένο της «Νύχτας της Κουκουβάγιας και της «Bella Venezia» χωρίς όμως να θέλω να αδικήσω κι άλλους.

Αν έκανα όλη αυτή την εισαγωγή είναι για να πω ότι δυστυχώς στην παράσταση που ανέβασε η Κάτια Δανδουλάκη στο θέατρο της και που βασίζεται σε ένα νέο ελληνικό έργο, το κείμενο ήταν αδύναμο, ανισοβαρές και χωρίς σαφή προσανατολισμό. Το συγγραφικό δίδυμο Ρήγας- Αποστόλου έχει βέβαια υπογράψει επιτυχημένα τηλεοπτικά σενάρια κι έχει ξαναγράψει για το θέατρο- δεν έχω δει κάτι δικό τους στο θέατρο κι έτσι δεν μπορώ να ξέρω – αλλά το έργο που έγραψαν για την Δανδουλάκη δείχνει ότι δεν έχουν αφομοιώσει έναν σοβαρό θεατρικό κώδικα.

Οι συγγραφείς κλήθηκαν να γράψουν έργο για την πρωταγωνίστρια κι αυτό το τονίζω γιατί είναι άλλο πράγμα να παίζεις ένα ήδη γραμμένο έργο κι άλλο εντελώς το έργο να γράφεται πάνω σου και ίσως και κατά τη διάρκεια των προβών. Στη δεύτερη κατηγορία ανήκει η παράσταση με τον πιασάρικο (κατά τη θεατρική ορολογία) τίτλο «Παρακαλώ ας μείνει μεταξύ μας». Το έργο χαρακτηρίζεται απ’ τους δημιουργούς του, εις εκ των οποίων (ο Αλέξανδρος Ρήγας) υπογράφει και τη σκηνοθεσία – κατά το τηλεοπτικό του σύνηθες- ως μαύρη κωμωδία. Εγώ θα έλεγα απλώς ότι πρόκειται για ένα μεικτό είδος που εμπεριέχει κάποια επιθεωρησιακά στοιχεία με την έννοια ότι πρόκειται για σάτιρα επικαιρότητας, έχει λίγη μουσική, λίγο τραγούδι και αρκετά κωμικά στοιχεία. Το χειρότερο απ’ όλα όμως, είναι ότι ενώ τα έχει όλα από λίγο, έχει σε υπερθετικό βαθμό στοιχεία τηλεόρασης. Το έργο είναι ας πούμε μια πιο φροντισμένη τηλεοπτική σειρά με τα γνώριμα αστεία ατάκας, με αναφορές σε πρόσωπα και καταστάσεις της εγχώριας τηλεοπτικής αγοράς, με υπαινιγμούς και κλείσιμο του ματιού στον έμπειρο τηλεθεατή, έντονα φώτα, εναλλασσόμενο σκηνικό τηλεοπτικό επίσης και αναγνωρίσιμους στο κοινό ηθοποιούς. Υποθέτω ότι οι συγγραφείς πρέπει να δυσκολεύτηκαν να στήσουν το έργο τους όπως άλλωστε και οι συγγραφείς που βάζουν ως πρόσωπα του έργου τους. Ακολούθησαν λοιπόν την μέθοδο της κλειδαρότρυπας απευθυνόμενοι σ’ ένα κοινό που πολύ τα εκτιμάει αυτά. Δες λοιπόν κι εσύ καλέ θεατή τι γίνεται πίσω απ’ τα παρασκήνια.

Η υπόθεση απλή: Μια πρωταγωνίστρια μετά από σειρά αποτυχιών λόγω εμμονής σε ποιοτικό ρεπερτόριο, αποφασίζει να ανεβάσει έργο επιτυχημένου τηλεοπτικού διδύμου. Η συμφωνία κλείνεται και αποφασίζεται και μια υποτυπώδης υπόθεση του έργου που θα γράφεται παράλληλα με τις πρόβες. Η πρωταγωνίστρια ερωτεύεται τον μικρότερο της συμπρωταγωνιστή, νεαρό εμφανίσιμο αλλά ατάλαντο μέχρι που ανακαλύπτει ότι αυτός την απατά με μια νεαρή που παίζει στον ίδιο θίασο. Σε μια στιγμή απελπισίας τον απειλεί με το σκηνικό όπλο και τον σκοτώνει. Έντρομη συνειδητοποιεί ότι τελικά το όπλο δεν ήταν ψεύτικο, πανικοβάλλεται, εξαφανίζει το πτώμα με τη βοήθεια της κολλητής της και απεγνωσμένα ζητάει με πρόσχημα την πλοκή του έργου που έχει φτάσει σε αδιέξοδο μια δραματουργική λύση απ’ τους συγγραφείς που με τη σειρά τους έχουν περιέλθει σε τέλμα αφού δεν μπορούν να βρουν την ανατροπή για το φινάλε κι όλα αυτά παράλληλα με την ανεξήγητη εξαφάνιση του νεαρού πρωταγωνιστή απ’ τις πρόβες και τις έρευνες ενός αστυνομικού… Κουραστήκατε; Και που να το βλέπατε…

Το μόνο στοιχείο της παράστασης που αξίζει να αναφέρω είναι η παρουσία του Γιώργου Μαρίνου και η ευτυχώς κατάλληλη αξιοποίηση του στον ρόλο του κομπέρ- κάτι που ξέρει να κάνει πολύ καλά. Ο Μαρίνος είναι λαμπερός, αειθαλής, ακούραστος και γεννημένος για το σανίδι. Χάρηκα πραγματικά που τον είδα.

Φαντάζομαι ότι είναι περιττό να πω ότι δεν βρήκα ερμηνευτικά τίποτε άλλο ενδιαφέρον. Η Κατιάνα Μπαλανίκα είχε έναν αβανταδόρικο ρόλο που όμως τον απέδωσε πολύ εξωτερικά – ελλείψει και καλού κειμένου να τη στηρίζει βέβαια. Η Κάτια Δανδουλάκη ήταν στη χειρότερη θεατρική στιγμή της. Ένιωθα βλέποντας την ότι προσπαθούσε να πείσει και η ίδια τον εαυτό της ότι όλο αυτό άξιζε τον κόπο κι ότι εκείνη θα βγει τελικά αλώβητη απ’ αυτήν την τηλεοπτικούρα που αν είχε μια αρετή ήταν το ακριβό της παραγωγής της. Η μουσική και τα τραγούδια του Κραουνάκη με άφησαν επίσης αδιάφορη. Θύμιζαν παλιές, δικές του μελωδίες. Γενικά, η συνολική μου εντύπωση είναι ότι ξοδεύτηκαν πολλά λεφτά για την παραγωγή, αλλά ελάχιστος χρόνος για μια δημιουργική θεατρική παράσταση. Είμαι απολύτως βέβαιη ότι αυτό το κείμενο δεν θα λέει απολύτως τίποτα σε δυο τρία χρόνια με μια εντελώς διαφορετική επικαιρότητα.

«Παρακαλώ ας μείνει μεταξύ μας»

Σκηνοθεσία: Αλέξανδρος Ρήγας
Σκηνικά: Μανόλης Παντελιδάκης
Κοστούμια: Κατερίνα Δαφίνη
Μουσική – τραγούδια: Σταμάτης Κραουνάκης
Φωτισμοί: Ελευθερία Ντεκό
Παίζουν: Κάτια Δανδουλάκη, Γιώργος Μαρίνος, Κατιάνα Μπαλανίκα, Κώστας Σπυρόπουλος, Αλέξανδρος Μπουρδούμης, Γρηγόρης Σταμούλης, Ζώγια Σεβαστιανού, Λευτέρης Λαμπράκης, Βασίλης Παλαιολόγος, Κατερίνα Θεοχάρη, Ολυμπία Σκορδίλη

Advertisements

4 Responses to “«Παρακαλώ ας μείνει μεταξύ μας» στο θέατρο Κάτια Δανδουλάκη”


  1. 1 kaloutsiki Φεβρουαρίου 13, 2008 στο 6:30 μμ

    Μ’αρέσει όταν δεν σ’αρέσει μια παράσταση!
    😉

  2. 3 mpampakis Μαρτίου 21, 2008 στο 4:21 μμ

    Έκανα το σφάλμα να το δω χθες βράδυ – ευτυχώς με προσκλήσεις – και το ακόμα μεγαλύτερο σφάλμα να μην φύγω στο…ημίχρονο.

    Συμφωνώ απόλυτα με την περιγραφή σου. Το κείμενο είναι ανυπόφορα τηλεοπτικό (ειδικά για έναν άνθρωπο που επιμένει να μην βλέπει τηλεόραση). Το χειρότερο στοιχείο του δεν είναι ούτε τα προβλέψιμα αστειάκια, ούτε οι καρικατούρες-χαρακτήρες, ούτε το κλισέ μελό που ρέει πίσω από την υπόθεση, ούτε καν οι συχνές-πυκνές αφορμές που δίνονται σε δύο από τους ηθοποιούς να μισογδύνονται (να δει κι ο μικροαστός λίγη σάρκα δωρεάν, να γουστάρει). Το χειρότερο είναι η διάρκεια του έργου που σε αφήνει ζαλισμένο να παρακαλάς να τελειώσει. Δλδ, αν κόβανε μισή ώρα, θα ζημιωνόταν σε κάτι η…αρτιότητα της τελικής ανατροπής; (που έχει φανεί από το πρώτο δεκάλεπτο ακριβώς ποια θα είναι, αλλά τέλος πάντων…)

    Ξεχωρίζει πράγματι ο Μαρίνος, και μάλιστα τόσο πολύ που είναι κρίμα για την προσπάθειά του.

    Α, το μόνο που διαφωνώ είναι τούτο: «Είμαι απολύτως βέβαιη ότι αυτό το κείμενο δεν θα λέει απολύτως τίποτα σε δυο τρία χρόνια». Πιστεύω ότι *ήδη* δεν λέει απολύτως τίποτα. 🙂

  3. 4 αλεπού Μαρτίου 26, 2008 στο 4:38 μμ

    @mpampakis

    Σαφώς και δεν λέει απολύτως τίποτα και τώρα, αλλά το έγραψα έτσι εννοώντας ότι τα πρόσωπα και τα γεγονότα της επικαιρότητας με τα οποία γελάει ο κόσμος σήμερα(αυτοί που γελάνε τελοσπάντων και δυστυχώς είναι αρκετοί: σκέψου ότι μπροστά μουυ γελάγανε και ρουφούσαν και γρανίτα…), θα έχουν ξεθωριάσει ή/και ξεχαστεί εντελώς στο εγγύς μέλλον.


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s




Επισκεψιμότητα

  • 197,093 hits

Αρχείο


Αρέσει σε %d bloggers: