« Σε στενό οικογενειακό κύκλο» του Οστρόφσκι στο Αμόρε.

amore.jpg

Το έργο

Στο πάνθεον της ρωσικής δραματουργίας του 19ου αιώνα, ο Αλεξάντρ Οστρόφσκι κατατάσσεται στους πρωτοπόρους του κοινωνικού ρεαλισμού. Υπήρξε πολυγραφότατος και έχοντας ιδιαίτερα πλούσιες γνώσεις γύρω από την αστική τάξη, απ’ την παιδική του ήδη ηλικία, έγραψε αργότερα έργα, έχοντας την άνεση και τη γνώση να «στοχεύσει» στην τάξη των εμπόρων και τα ελαττώματα τους. Χωρίς καμία υπαινικτική διάθεση, αλλά έξω απ’ τα δόντια, ο Οστρόφσκι καταγράφει την απληστία, την ασυδοσία, την υστεροβουλία, αλλά και την πανουργία των εμπόρων που μπορούσαν να καταλύσουν οποιαδήποτε ηθική αξία στον βωμό του χρήματος. Η θέση του αργότερα, ως υπαλλήλου του Εμπορικού Δικαστηρίου Μόσχας, του έδωσε την ευκαιρία να μάθει και όλα τα τεχνάσματα που μπορούσε να επιστρατεύσει ένας έμπορος για να βγει απ’ τη δύσκολη θέση. Τέτοιας θεματολογίας είναι και το έργο που εξετάζουμε εδώ, το οποίο έκανε την εμφάνιση του το 1847 με τίτλο «Οικογενειακή υπόθεση». Το έργο απαγορεύεται απ’ την κυβέρνηση του τσάρου αφού θεωρείται σκανδαλώδες για τον τρόπο που παρουσιάζονται οι ήρωες.

Το 1849, ο Οστρόφσκι κάνει κάποιες διορθωτικές επεμβάσεις και το παρουσιάζει ξανά με τον όχι και τόσο ευέλικτο τίτλο: «Είμαστε μεταξύ μας, θα τα βρούμε». Η επιτυχία του προκαλεί τη μήνιν των εμπόρων κι ο συγγραφέας αναγκάζεται να παραιτηθεί από την υπηρεσία του.

Στις μέρες μας, το παρελθόν του έργου, μπορεί να μας εξάψει κάπως τη φαντασία, όπως κάθε τι απαγορευμένο, αλλά σύντομα διαπιστώνουμε ότι μπορεί κανείς να το δει με γλυκόπικρο χιούμορ, να αναδείξει τα κωμικά του στοιχεία όπως ακριβώς έγινε και με την παράσταση κάτω απ’ τη σκηνοθετική μπαγκέτα του έμπειρου Νίκου Μαστοράκη.

Η υπόθεση είναι η εξής: ο Μπαλσόφ, ένας πλούσιος, αλλά τσιγκούνης έμπορος μηχανεύεται με τη βοήθεια ενός αλκοολικού, κακομοίρη δικηγόρου έναν τρόπο να γλυτώσει απ’ τους δανειστές του. Χρονικά, το γεγονός συμπίπτει με την επιθυμία της μοναχοκόρης του να παντρευτεί κάποιον αριστοκράτη και τα αδιάκοπα καπρίτσια της να γυρίζει πίσω στην προξενήτρα όλους αυτούς που δεν πληρούν τις «υψηλές» προδιαγραφές της.

«Μα δεν μπορεί να σας ικανοποιήσει κανείς τόσο εύκολα, αγάπες μου. Ο μπαμπάς θέλει σώνει και καλά έναν πλούσιο. Λέει πως δεν τον νοιάζει αν είναι και πορτιέρης, με την προϋπόθεση να έχει χρήματα και να μη ζητάει μεγάλη προίκα. Και η μαμά σου, από την άλλη, έχει τα δικά της γούστα. Θέλει να της φέρω έναν καθωσπρέπει έμπορο, που να έχει άλογα και να κάνει το σταυρό του με τον παλιό τρόπο. Εσύ, πάλι, έχεις τις δικές σου απαιτήσεις. Πώς μπορεί κανείς να σας ικανοποιήσει όλους;» λέει σε κάποια στιγμή η προξενήτρα.

Στο παιχνίδι εμπλέκεται κι ένας ασήμαντος υπαλληλάκος του Μπαλσόφ, ο Λάζαρος, ο οποίος θα λειτουργήσει ως καταλύτης. Ο Μπαλσόφ τον θεωρεί του χεριού του κι αποφασίζει να του μεταβιβάσει την περιουσία του έτσι ώστε ο ίδιος να φαίνεται χρεωκοπημένος κι άρα να μην μπορεί να πληρώσει τους δανειστές του και να πετύχει κάποιον συμβιβασμό. Συγχρόνως, αποφασίζει να ξεμπλέξει και με τον βραχνά της κόρης του και την παντρεύει με τον Λάζαρο που δεν ζητάει και προίκα.

Η ιστορία παίρνει άλλη πλοκή όταν η κόρη- παρά τις αρχικές αντιρρήσεις- αποφασίζει τελικά να συναινέσει στον γάμο και κάνει συμμαχία με τον Λάζαρο με στόχο την κοινή άμεση εκδίκηση προς τον πρόσωπο του Μπαλσόφ. Ο αχόρταγος, ραδιούργος έμπορος θα μεταμορφωθεί σε ανθρωπάκι που θα παρακαλεί κόρη και γαμπρό να τον βοηθήσουν, αλλά μάταια. Το νεόπλουτο ζεύγος θα φερθεί αλαζονικά και με αχαριστία σε όλον τον οικογενειακό περίγυρο.

Η παράσταση

Η παράσταση στο «θέατρο του Νότου»- Αμόρε, ξεχωρίζει για την σπιρτάδα και τον γρήγορο ρυθμό της. Αυτό το έργο που ουσιαστικά σηματοδοτεί την αποσύνθεση και την παρακμή ενός κοινωνικού ιστού, γοητεύει τον θεατή του σήμερα, όχι βέβαια για τα θέματα του γάμου ή της προίκας που όπως διατυπώνονται εδώ είναι παρωχημένα, αλλά γιατί εύκολα ο σημερινός θεατής μπορεί να αναγνωρίσει μια διαχρονικότητα στον κόσμο της δολιοφθοράς και της απληστίας ή την ανάγκη για κοινωνική άνοδο μέσω του χρήματος ή ακόμα και τη θεοποίηση του χρήματος στον βαθμό που όποιος δεν το έχει είναι δούλος αυτού που το ορίζει και κατά συνέπεια ορίζει και τον ίδιο κι όταν αλλάξει χέρια μεταμορφώνει τον υποτελή σε κυρίαρχο και δυνάστη χειρότερο κι απ’ τον πρότερο αφέντη του. Σ’ αυτό το σημείο μάλιστα, δεν θα ήταν ίσως χωρίς νόημα η αναφορά στο θέατρο του Μπρεχτ με τον «Βίο του Γαλιλαίου» και τον «Άντρας γι’ άντρα» που δείχνουν την μεταστροφή του χαρακτήρα και της ιδεολογίας μέσω του ενδύματος ως φορέα εξουσίας.

Η μετάφραση του Γιώργου Δεπάστα υπήρξε ζωντανή και γλωσσικά εύπλαστη για τους ηθοποιούς, ενώ συνεργάστηκε άψογα και με την σκηνοθεσία του Νίκου Μαστοράκη στο να παραδώσουν μια άρτια παράσταση. Δεν γνωρίζω το κείμενο στο πρωτότυπο του, αλλά έχω την αίσθηση ότι ο Μαστοράκης μετατόπισε το κέντρο βάρους πολύ σωστά στην κωμική του πλευρά με μια γλυκόπικρη απόχρωση, έτσι όπως συμβαίνει στην πραγματική ζωή, δίνοντας την ευκαιρία στους ηθοποιούς να αναδείξουν τα ιδιαίτερα ερμηνευτικά τους προσόντα σ’ ένα κείμενο παλιό αλλά συγχρόνως φρέσκο.

Η Εύα Μανιδάκη έστησε ένα έξυπνο και λειτουργικό σκηνικό χώρο και σχεδίασε πολύ επιτυχημένα κοστούμια. Οι φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου λειτούργησαν πολύ αρμονικά στο πρώτο μέρος, ενώ είχαν ιδιαίτερα ενεργό ρόλο στο τέλος του δεύτερου μέρους.

Οι ηθοποιοί, αν και με διαφορετικό υποκριτικό κώδικα ο καθένας, έδεσαν σαν σύνολο και αλληλοσυμπλήρωναν ο ένας τον άλλον όπου χρειαζόταν.

Ο Δημήτρης Πιατάς μου θύμισε παλιές, καλές στιγμές της «Νόνας» του. Ήταν απόλυτα ελεγχόμενος στα εκφραστικά του μέσα, όριζε την κυριαρχία, την οργή, την πονηριά, την ελεημοσύνη του τέλους με θαυμαστό τρόπο. Η Σοφία Σεϊρλή έπλασε μιαν έξοχη φιγούρα προξενήτρας της εποχής, ενώ η Φωτεινή Μπαξεβάνη προσπάθησε να αποποιηθεί την τηλεοπτική της αναγνωρισιμότητα και κατάφερε να πείσει στον ρόλο της υποταγμένης μητέρας και συζύγου με την παράλληλη χρήση άφθονων κωμικών στοιχείων.

Η Εύη Σαουλίδου έχει καταγραφεί στη συνείδηση μου ως μία απ’ τις καλύτερες της γενιάς της και η παρουσία της διαρκώς το επιβεβαιώνει. Έχει σκηνικό αέρα και μια παιχνιδιάρικη ειρωνεία που της πάει πολύ. Στέκομαι ιδιαιτέρως στην πρώτη σκηνή του έργου όπου παρέα με την Άλκηστη Πουλοπούλου πραγματικά «κεντάνε».

Ο Γιάννης Νταλιάνης στον ρόλο του δικηγοράκου απατεωνίσκου-αλκοολικού ήταν αυτό ακριβώς που ήθελε ο ρόλος, ενώ πολύ αξιόλογα διεκπεραίωσαν τους ρόλους τους και ο Θάνος Τοκάνης ως Λάζαρος και η Άλκηστις Πουλοπούλου ως υπηρέτρια.

Θέατρο του Νότου(Αμόρε- Κεντρική Σκηνή)

«Σε στενό οικογενειακό κύκλο» του Αλεξάντρ Οστρόφσκι

Μετάφραση: Γιώργος Δεπάστας

Διασκευή- Σκηνοθεσία: Νίκος Μαστοράκης

Σκηνικά- Κοστούμια: Εύα Μανιδάκη

Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου

Παίζουν: Δημήτρης Πιατάς, Σοφία Σεϊρλή, Εύη Σαουλίδου, Φωτεινή Μπαξεβάνη, Γιάννης Νταλιάνης, Θάνος Τοκάνης, Άλκηστις Πουλοπούλου

Advertisements

2 Responses to “« Σε στενό οικογενειακό κύκλο» του Οστρόφσκι στο Αμόρε.”


  1. 1 leila Μαρτίου 28, 2008 στο 8:52 μμ

    ρωσικος ρεαλισμος..
    δεν εχω δει καποιο εργο.. μου αρεσει η συνθεση των ηθοποιων.. αν εχω χρονο θα το δω..

  2. 2 alepou Απρίλιος 1, 2008 στο 10:42 μμ

    @leila,
    Αν το δεις, να μου πεις τη γνώμη σου 🙂


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s




Επισκεψιμότητα

  • 197,102 hits

Αρχείο


Αρέσει σε %d bloggers: