«Βάσσα» στο θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας

Το έργο

H «Βάσσα» είναι απ’ τα λιγότερο γνωστά έργα του Γκόρκι. Γράφτηκε στην πρώτη της εκδοχή το 1910 και παρουσιάστηκε στο θέατρο Τέχνης της Μόσχας τον Φεβρουάριο του 1911. Την ίδια χρονιά κέρδισε το βραβείο Griboedov.

Η «Βάσσα» είναι ένα προεπαναστατικό έργο, τόσο ως προς την κοσμοθεωρία του δημιουργού της, όσο και κυριολεκτικά, ως προς τον χρόνο συγγραφής της δηλαδή, καθώς απηχεί όλα τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα του 1905, την απεργία στα εργοστάσια της Πετρούπολης, τη στάση του θωρηκτού Ποτέμκιν, τις λαϊκές εξεγέρσεις που κατέπνιξε ο τσάρος.

 

Ο Γκόρκι γράφει τη «Βάσσα» για να μιλήσει γι’ αυτήν τη νέα τάξη ανθρώπων που εμφανίστηκε στη ρωσική κοινωνία ανάμεσα στους ευγενείς και τον φτωχό λαό. Η ίδια η Βάσσα Βελεζνόβα και η οικογένεια της ανήκουν στην τάξη των εμπόρων, των μικρομεσαίων επιχειρηματιών που ήταν κάποτε αγρότες.

 

Ο Γκόρκι πίστευε ότι η λογοτεχνία της πατρίδας του δεν ασχολήθηκε όσο προσεκτικά θα όφειλε με τους εμπόρους μην μπορώντας να τους δει ως ήρωες ή θεωρώντας τους εχθρούς.

«Για τους αριστοκράτες συγγραφείς, ο έμπορας δεν αποτελεί ήρωα, ενώ για εκείνους που προέρχονται από τα κατώτερα στρώματα είναι αφεντικό κι εχθρός»

 

Τον Γκόρκι φαίνεται να τον ιντριγκάρει αυτή η ανερχόμενη τάξη που γεννήθηκε απ’ τους δούλους. «Οι προπάπποι και οι παππούδες τους ήταν δεμένοι με τη γη, μουζίκοι, πίστευαν ότι η δουλεία ήταν νόμιμη, έβλεπαν καθαρά την ανομία της ελευθερίας των ευγενών, προσπαθούσαν κι οι ίδιοι τον καιρό της Αικατερίνης- να αποκτήσουν το δικαίωμα να έχουν δούλους κι αργότερα ασκούσαν αυτό το δικαίωμα αγοράζοντας μουζίκους στο όνομα των τσιφλικάδων.» Ως εκ τούτου λοιπόν, ο έμπορος διατηρεί την αβεβαιότητα του αφού είναι κοινωνικά ασταθής. Αυτό βέβαια για τον Γκόρκι σημαίνει και αναζήτηση των ορίων της ελευθερίας του: «Ο διαμορφωμένος επί αιώνες δούλος είναι γερά θρονιασμένος μέσα στον άνθρωπο και η θρησκεία τον στέριωνε με την ιδέα της δουλείας στον Θεό. Έτσι λοιπόν, με τον φόβο του δούλου μέσα του, ο άνθρωπος δεν πιστεύει στην σταθερότητα της ελευθερίας κι όλο αναζητά τα όρια της, όλο δοκιμάζει. Μήπως μπορώ να κάνω και τούτο; Μήπως και το άλλο;[…] Και πραγματικά, ο καθένας τους αντιμετώπιζε το ερώτημα: όλα επιτρέπονται; Και μετά φόβου, δοκιμάζοντας το έλεος του Κυρίου, επέτρεπαν στον  εαυτό τους τα πάντα.[…

 

Ένας τέτοιος τύπος ανθρώπου είναι και η Βάσσα. Σ’ ένα απόλυτα μητριαρχικό περιβάλλον, με τον πατέρα της οικογένειας να ψυχορραγεί, η Βάσσα προσπαθεί με νύχια και με δόντια να κρατήσει ζωντανή την οικογενειακή επιχείρηση και ακέραιη την περιουσία. Το οικογενειακό της περιβάλλον όμως είναι εχθρικό, αφού άλλα είναι αυτά που ονειρεύονται κι όχι η παραμονή σ’ ένα επαρχιακό μέρος και η ενασχόληση με το εμπόριο των οικοδομικών υλικών. Ως άλλοι Τσεχωφικοί ήρωες, οι συγγενείς της Βάσσα, θέλουν ν’ αποτινάξουν από πάνω τους τη μιζέρια και τον φόβο της επαρχιακής τους πόλης και ν’ αναζητήσουν την ευτυχία στην πόλη.

Ο αδερφός του άντρα της, ένας φαύλος μεσήλικας, κυνηγός εφήμερων ηδονών, ετοιμάζεται να αποσύρει τα κεφάλαια του απ’ την οικογενειακή επιχείρηση κι ονειρεύεται να εγκατασταθεί στη Μόσχα. Ο γιος της Σεμιόν με την υστερική γυναίκα του Νατάλια επίσης ονειρεύονται ν’ απογαλακτιστούν και να φύγουν για την πόλη, στήνοντας ένα χρυσοχοείο. Ο Πάβελ, ο δύσμορφος μικρός γιος, απογοητευμένος απ’ την απιστία της όμορφης γυναίκας του, θέλει το μερίδιο του και μια καινούργια ζωή. Η Λουντμίλα η κόρη του επιστάτη και σύζυγος του Πάβελ, διεκδικεί το δικαίωμα να ερωτευτεί και να αποδεσμευθεί απ’ το καταπιεστικό περιβάλλον του γάμου της. Η Άννα, η κόρη της Βάσσα που λείπει χρόνια απ’ το σπίτι, παντρεμένη στην πόλη, έρχεται ως σανίδα σωτηρίας της μητέρας της, κουβαλώντας πρωτευουσιάνικο αέρα και αποχρώσεις ματαίωσης της προσωπικής της ζωής. Μέχρι κι η Λίπα η υπηρέτρια του σπιτιού, είναι πρόθυμη να κάνει τα πάντα προκειμένου να έχει την ελευθερία της. Μοναδικός σύμμαχος της Βάσσα ο επιστάτης Μιχαήλ Βασίλιεβιτς που γνωρίζει όλα τα μυστικά του σπιτιού και συμμετέχει στις δολοπλοκίες που μηχανεύεται η Βάσσα για να πετύχουν τα σχέδια της.

 

Η ίδια η Βάσσα αναγνωρίζει ως μοναδικό της Θεό τη δουλειά. Πάνω απ’ όλα η επιχείρηση. Είναι ανελέητη και λυπάται μόνο αυτούς που θα ήθελαν να δουλέψουν και δεν μπορούν, τους άδικα φυλακισμένους δηλαδή, για τους υπόλοιπους δεν υπάρχει οίκτος. Τα παιδιά της δεν εξαιρούνται απ’ τα πιστεύω της. Τους θεωρεί ανεπρόκοπους κι ανίκανους, έχει αποφασίσει εκείνη για τη ζωή τους, είναι βέβαιη πως θ’ αποτύχουν φεύγοντας απ’ την κυριαρχία της, έχει προσχεδιάσει το μέλλον τους στο όνομα της μητρικής αγάπης και του οικογενειακού συμφέροντος.

«Όλες οι μητέρες είναι εκπληκτικές. Μεγάλες αμαρτωλές αλλά και μάρτυρες». (Βάσσα- Γ’ πράξη)

 

Αυτή η διαμάχη του παλιού κόσμου με τον καινούργιο που έχει ξεπροβάλλει είναι ενδεικτική των ανακατατάξεων και των κοινωνικών εξελίξεων στη Ρωσία των αρχών του 20ου αιώνα.

 

Η παράσταση 

Η παράσταση ήταν η πρώτη σκηνοθετική δουλειά του Στάθη Λιβαθινού μετά την επιτυχημένη θητεία του στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού θεάτρου.

Ο Λιβαθινός είναι γνώστης του ρωσικού θεάτρου και ξέρει να δημιουργεί ατμόσφαιρα, ακόμα και μέσα απ’ τις πολύ δουλεμένες λεπτομέρειες. Ωστόσο, στη συγκεκριμένη παράσταση μου φάνηκε πως δεν υπήρχε εκείνος ο δημιουργικός οίστρος που σφράγισε τις προηγούμενες δουλειές του. Νομίζω ότι αυτό οφείλεται και στο έργο που ενώ έχει κάποια δυναμική, αυτή δεν κορυφώνεται κατά το αναμενόμενο.

Η μετάφραση της Χρύσας Προκοπάκη ήταν θεατρική, με ρεαλιστικό, καθημερινό διάλογο, χωρίς να προκαλεί την πλήξη. Η μουσική του Αμπαζή υπογράμμιζε με εξαιρετικό τρόπο την ψυχοσύνθεση των ηρώων και μαζί με το έξοχο σκηνικό «κλουβί» της Ελένης Μανωλοπούλου κλείνανε ειρωνικά το μάτι στους φυλακισμένους της Βάσσας Βελεζνόβα που θέλουν ν’ αποδράσουν, δεν μπορούν όμως να ξεφύγουν απ’ τη μοίρα τους. Η σκηνή του χορού ήταν μια ανάλαφρη πινελιά, όμορφα δοσμένη απ’ την Σεσίλ Μικρούτσικου που επιμελήθηκε την κίνηση.

 

Οι ερμηνείες ήταν άρτιες στο σύνολο τους. Τόσο η λιτή μέσα στην αυταρχικότητα της φιγούρα της μάνας της Μπέτυς Αρβανίτη, όσο και τα φυλακισμένα μέλη της οικογένειας που αισθάνονται ότι το περιβάλλον τους πνίγει και θέλουν να φύγουν, ήταν συνεπείς στην ατμόσφαιρα του Γκόρκι. Ξεχωρίζω την Άννα Κουτσαφτίκη που έπλασε μια Λουντμίλα ονειροπόλα, δυναμική, με θέληση κι επιθυμίες που σου σπαράζουν την ψυχή.

Ο Βακούσης στον ρόλο του θείου ήταν εύστοχος, ο Πάβελ του Ηλία Κουνέλα.είχε μια κλοουνίστικη παρουσίαση κι έπαιξε ανάμεσα στο τραγικό της δυσμορφίας του και στην κακία που γεννάει αυτή η φυσική ατέλεια. «Οι δυστυχισμένοι άνθρωποι είναι πάντα πολύ κακοί» (Νατάλια)

Η Μαρία Καλλιμάνη μου δίνει την εντύπωση ότι καλλιεργεί μια μανιέρα. Βέβαια ο τρόπος που πλησίασε τον ρόλο της Άννας δεν πρόδιδε τον ρόλο. Ο Κώστας Ζαχαράκης ήταν όχι απλώς το φερέφωνο της Βάσσα αλλά και εκφραστής της παλιάς τάξης πραγμάτων με τον καλύτερο τρόπο. Αξιοσημείωτες και οι ερμηνείες της Ελένης Ουζουνίδου και της Ευτυχίας Γιακουμή που κατάφερε να μην περάσει απαρατήρητος ο μικρός ρόλος της υπηρέτριας. Η Τζίνη Παπαδοπούλου ως Νατάλια κατάφερε να παίξει στις λεπτές παρυφές του ρόλου, να μιλήσει δηλαδή με τα χέρια της και το κορμί της υποδηλώνοντας με τις κινήσεις της την υστερία και το δράμα της ηρωίδας που υποδυόταν. Ο Δημοσθένης Παπαδόπουλος ήταν ένας χαμηλών τόνων Σεμιόν, αλλά στην περίπτωση του αυτό είναι πια μια μανιέρα που δεν βοηθάει πάντα.

 

Για την ιστορία, ας σημειωθεί ότι ο Γκόρκι ξαναγράφει τη «Βάσσα»το 1935 και την παρουσιάζει στο Κεντρικό θέατρο του Κόκκινου Στρατού. Το θέατρο Τέχνης της Μόσχας του είχε ζητήσει να εκσυγχρονίσει το έργο προσαρμόζοντας το στη δεκαετία του 1930. Στη νέα λοιπόν εκδοχή, το πλαίσιο παραμένει η οικογενειακή επιχείρηση, αλλά στην πλοκή εντοπίζονται αρκετές ηθικιστικού τύπου νύξεις όπου θίγεται η διαφθορά της προεπαναστατικής Ρωσίας και επαινείται η αναγκαιότητα της ρωσικής επανάστασης. Ας μην ξεχνάμε ότι ο Γκόρκι είναι πια το φερέφωνο του καθεστώτος…

 

Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας

Βάσσα

Μαξίμ Γκόρκι

Μετάφραση: Χρύσα Προκοπάκη

Σκηνοθεσία: Στάθης Λιβαθινός

Σκηνικά- Κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου

Μουσική: Θοδωρής Αμπαζής

Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου

Κίνηση: Σεσίλ Μικρούτσικου

 

Παίζουν: Μπέττυ Αρβανίτη, Μαρία Καλλιμάνη, Δημοσθένης Παπαδόπουλος, Ηλίας Κουνέλας, Τζίνη Παπαδοπούλου, Άννα Κουτσαφτίκη, Μάνος Βακούσης, Κώστας Γαλανάκης, Ελένη Ουζουνίδου, Ευτυχία Γιακουμή.

Advertisements

0 Responses to “«Βάσσα» στο θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας”



  1. Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s




Επισκεψιμότητα

  • 195,833 hits

Αρχείο


Αρέσει σε %d bloggers: