«Ο Πρίγκηπας του Χόμπουργκ» στο Εθνικό Θέατρο

Έργο

Για να κατανοηθεί επαρκώς το θέατρο του Kleist, πρέπει να έχει κανείς κατά νου τη μεταφυσική του διάσταση που ενισχύεται άλλωστε απ’ το ότι ο συγγραφέας έζησε και δημιούργησε στην ακμή του γερμανικού ρομαντισμού (σ.σ ο ρομαντισμός ευνόησε στην ανάπτυξη του μεταφυσικού θεάτρου). Μεταφυσικό είναι το θέατρο που ασχολείται με το αιώνιο και το αμετάβλητο. Ο Kleist ενδιαφέρεται ιδιαιτέρως για ό, τι δεν εμπίπτει στον κόσμο της πλήρους συνείδησης και των αισθήσεων. Οι δραματικοί του ήρωες ζουν και αντιλαμβάνονται τον κόσμο και τη μοίρα τους με τρόπο παράφορο, όπως έκανε άλλωστε κι ο ίδιος.

Ένα απ’ τα τεχνάσματα που ευνοεί στην επικοινωνία με το ανεξήγητο, το παράδοξο, το παραπλανητικό είναι η συχνή χρήση του ονείρου. Οι ήρωες αφήνονται να ονειροπολούν, να παραληρούν, να ονειρεύονται. Συχνά μάλιστα τα όνειρα τους είναι προφητικά.

Στον «Πρίγκηπα του Χόμπουργκ», ο Πρίγκηπας ονειρεύεται ότι νικάει τους εχθρούς της πατρίδας του, δοξάζεται κι ευτυχεί. «Πλέκει στο όνειρό του ένα στεφάνι σαν να γιόρταζε κιόλας τη μελλοντική του δόξα» συμπεραίνουν οι γύρω του στην πρώτη σκηνή της πρώτης πράξης, παρακολουθώντας την υπνοβατική του δραστηριότητα. Κι ο ίδιος θα πει διηγούμενος αργότερα το όνειρό του. «Τι παράξενο όνειρο είδα! Ένας βασιλικός πύργος, αστράφτοντας από ασήμι και χρυσάφι ανοίχτηκε μπροστά μου και μια ολόκληρη συνοδεία από πρόσωπα που αγαπώ κατέβηκε από μια μαρμάρινη σκάλα. Κι Εκείνος, ο Εκλέκτορας με το ευγενικό μέτωπο κρατάει ένα δάφνινο στεφάνι στο χέρι. Έρχεται να μου το βάλει ακριβώς μπροστά στα μάτια μου. Για να με εξάψει περισσότερο, τυλίγει γύρω απ’ αυτό το περιδέραιο που φορούσε στο λαιμό του».

Ο τρόπος που λειτουργεί το όνειρο στον Kleist συνδέεται συχνά με την υλική πραγματικότητα, έτσι ώστε να δημιουργήσει ακόμα μεγαλύτερη σύγχυση. Τη στιγμή που ο πρίγκηπας ονειρεύεται και υπνοβατεί παρεμβαίνουν χωρίς να τον ξυπνήσουν τα πρόσωπα του άμεσου περιβάλλοντος του. Τυλίγουν γύρω του μια χρυσή αλυσίδα γύρω από το δάφνινο στεφάνι που ο ίδιος έχει πλέξει στον ύπνο του ονειρευόμενος τη δόξα του κι αφήνουν πίσω τους ένα γυναικείο γάντι, της Ναταλίας. Όταν ο πρίγκηπας ξυπνάει και ανακαλεί στην μνήμη του το όνειρο, αντιλαμβάνεται πώς κάτι απ’ αυτά που είδε στον ύπνο του υπάρχει και στην πραγματικότητα. Το γάντι μοιάζει σαν να δραπέτευσε απ’το όνειρο.

Ο «Πρίγκηπας του Χόμπουργκ», είναι το τελευταίο έργο της σύντομης ζωής του Kleist. Το τελείωσε λίγους μήνες πριν αυτοκτονήσει, το 1811, στα 30 του χρόνια. Ο βασικός ήρωας έχει χαρακτηριστικά του ίδιου του Kleist: στρατιωτικός κι αυτός, αλλά –ελεύθερο πνεύμα, ποιητική φύση και με αντισυμβατική συμπεριφορά– αισθάνεται να ασφυκτιά μέσα στη στολή του αξιωματικού.

Η υπόθεση έχει ιστορική βάση και εξελίσσεται το 1765. Ο ηγεμόνας του Βρανδεμβούργου αντιμετωπίζει εισβολή των Σουηδών. Ο πρίγκηπας, και ανιψιός του, που είναι αρχηγός του ιππικού, δεν τηρεί την εντολή του στην κρίσιμη μάχη, κι έτσι, παρά το θρίαμβο και τη νίκη, καταδικάζεται σε θάνατο. Ο ηγεμόνας δέχεται πιέσεις- τόσο απ’ το σύνολο του στρατού όσο κι απ’ την ανιψιά του Ναταλία- να άρει τη θανατική καταδίκη και οδηγείται σε μιαν απροσδόκητη πρόταση προς τον πρίγκηπα, ο οποίος όμως δεν θα συναινέσει, γιατί προτιμά να κρατήσει την αξιοπρέπειά του – στάση πολύ σωκρατική.

Παράσταση

Ο σκηνοθέτης Λευτέρης Βογιατζής που έκανε το θεατρικό του ντεμπούτο πριν από 26 χρόνια με την «Σπασμένη στάμνα» του Kleist, βλέπει μέσα στο έργο καθαρά την προσωπικότητα του Kleist, τις επιθυμίες, «τον διχασμό του ανάμεσα σε μια λογική αναζήτηση της ευτυχίας (έχει γράψει κι ένα δοκίμιο για την ευτυχία, τι πρέπει να κάνει κανείς για να είναι ευτυχισμένος) και σε μια διάθεση φυγής – από τον εαυτό του και τον κόσμο. Όλα όμως σιγά σιγά τα ένιωσε να γκρεμίζονται, πέρασε την περίφημη Κρίση του Καντ – μπήκε μέσα του το στοιχείο της σχετικότητας των πραγμάτων, καταβαραθρώθηκε η βεβαιότητα, πράγμα που, μαζί με άλλα, τον οδήγησε τελικά στην αυτοχειρία».

«Η παράσταση του Πρίγκηπα του Χόμπουργκ» σκηνοθετημένη απ’ τον Βογιατζή είναι η δεύτερη παρουσίαση του έργου στην Ελλάδα. Έχει προηγηθεί η σκηνοθεσία του Δημήτρη Ροντήρη το 1938 για το Εθνικό θέατρο πάλι. Ο Βογιατζής ενδιαφέρεται για τον πρίγκηπα και από υποκριτικής πλευράς «Ο πρίγκηπας του Χόμπουργκ» όμως τον ενδιέφερε από χρόνια – «μικρός ήθελα να παίξω τον πρίγκηπα, όπως και τώρα θα ήθελα να μπορούσα να έπαιζα τον θείο του, τον ηγεμόνα του Βρανδεμβούργου».

Ο Βογιατζής βρίσκεται σε μια ώριμη σκηνοθετική στιγμή. Στην παράσταση αυτή δεν πρέπει να περιμένει κανείς να δει τον Βογιατζή της οδού Κυκλάδων. Ούτε ο χώρος, αλλά ούτε το ίδιο το έργο προσφέρονται για πολλές «τεχνικές» επεμβάσεις. Εδώ έχουμε ένα συγκεκριμένο έργο των αρχών του 19ου αιώνα, επηρεασμένο απ’ τις ιστορικές και κοινωνικές αντιφάσεις, μπολιασμένο με μια συγκεκριμένη αισθητική άποψη που είναι και το υπαρξιακό στίγμα μιας ευαίσθητης μερίδας της διανόησης των αρχών του 19ου αιώνα. Ο σκηνοθέτης σεβάστηκε την «κατάθεση» του πρώσσου δραματουργού, ενέταξε αρμονικά τα στοιχεία της ενόρασης και τον αινιγματικό χαρακτήρα που απορρέει από τη σύγχυση πραγματικού και ονειρικού.

Σκηνικά το έργο αποδόθηκε με τον καλύτερο τρόπο. Προσεγμένο στις λεπτομέρειες, το αποτέλεσμα παραπέμπει σε τοπίο παραμυθιού, ακριβώς όπως το ήθελε κι ο σκηνοθέτης

«Το σκηνικό είναι πέρα από αυτό που βλέπεις. Χιονίζει συνέχεια – πώς μας ήρθε αυτό!; Υπάρχει ένα «κλίμα» πίσω από την πραγματικότητα του έργου, να τολμήσω να το πω “παραμυθιού”;». Έχει να κάνει ίσως με τη σιγή που φέρνει ένα χιονισμένο τοπίο; «Αυτό είναι το κύριο!», αναφωνεί. «Γι’ αυτό και δεν ξέρω ακόμα αν θα προσθέσω σε ορισμένες σκηνές ήχους περιβάλλοντος – γιατί για μουσική ούτε λόγος.»

Και πραγματικά, μουσική δεν ακούστηκε καθόλου. Ένας ήχος μόνο που σηματοδοτούσε την εμφάνιση του Πρίγκηπα κάθε φορά στη σκηνή, τόσο διακριτικός και συγχρόνως τόσο χαρακτηριστικός.

Τα κοστούμια επίσης του Γιώργου Πάτσα, επίσης είναι πάνω σε μια στρατιωτική βάση, άχρονα όμως, σε γκρίζους και μαυρόασπρους τόνους – χρώματα υπάρχουν μόνο σε κάτι στρατιωτάκια με τα οποία αναπαριστούν το πεδίο της μάχης.

Οι ηθοποιοί υπάκουσαν τον σκηνοθέτη παράγοντας ένα αποτέλεσμα που-ανεξάρτητα απ’ το αν βάσει θεματολογίας έλκει ή μη τον σημερινό θεατή-, είναι προϊόν σημαντικής δουλειάς. Ο Νίκος Κουρής υπήρξε ένας μελαγχολικός και ονειροπόλος Πρίγκηπας, όχι του κόσμου τούτου. Ο Δημήτρης Λιγνάδης, αν κι έχει έναν έμφυτο υποκριτικό ακκισμό, τον χαλιναγώγησε έτσι ώστε να είναι πειστικός ως Εκλέκτορας.

Ο Νίκος Αρβανίτης ήταν ένας συγκινητικός Συνταγματάρχης Κότβιτς. Η Λυδία Φωτοπούλου κάνει σύντομη αλλά με σκηνικό κύρος εμφάνιση σαν αρχόντισσα της Οράγγης, ενώ η Έμιλυ Κολιανδρή υπήρξε πολύ φρέσκια παρουσία στον ρόλο της ερωτευμένης Ναταλίας

Εθνικό θέατρο – Σκηνή Κοτοπούλη Ρεξ

Χάϊνριχ Φον Κλάιστ

«Ο Πρίγκηπας του Χόμπουργκ»

Μετάφραση: Τζένη Μαστοράκη

Σκηνοθεσία: Λευτέρης Βογιατζής

Σκηνικά-Κοστούμια: Γιώργος Πάτσας

Φωτισμοί:Λευτέρης Παυλόπουλος

Παίζουν: Νίκος Κουρής, Λυδία Φωτόπουλου, Δημήτρης Λιγνάδης, Νίκος Αρβανίτης, Γιάννης Τσορτέκης, Θόδωρος Κατσαφάδος, Έμιλυ Κολιανδρή, Στεφανία Γουλιώτη, Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος, Δημήτρης Καρτόκης, Παναγιώτης Κλίνης, Γιάννης Κότσιφας, Στράτος Μενούτης, Δημήτρης Ντάσκας, Όμηρος Πουλάκης, Νικόλας Παπαγιάννης, Μενέλαος Χαζαράκης, Γιάννης Χαρτδιπλωμένος

Λίγα βιογραφικά στοιχεία για τον συγγραφέα
Ο
Heinrich von Kleist (Χάινριχ φον Κλάιστ) γεννήθηκε στις 18 Οκτωβρίου 1777 στη μικρή πόλη της Φρανκφούρτης-πάνω-στον-Όντερ. Οι γονείς του πέθαναν όταν ο Kleist ήταν ακόμη μικρός και μια θεία του ανέλαβε την ανατροφή του. Το 1788 στάλθηκε σε οικοτροφείο και σε ηλικία 14 ετών κατατάχτηκε στη Φρουρά του Πότσδαμ. Έμεινε στο στρατό μέχρι το 1799. Το 1801 πήγε στο νησί Ντελοζέα στην ελβετική λίμνη Τουν. Εκεί γνώρισε μια σύντομη περίοδο ευτυχίας, αρκετή για να ολοκληρώσει το πρώτο του θεατρικό έργο, «Οικογένεια Γκόνορετς», που στη συνέχεια το έβαλε να διαδραματίζεται στη Γερμανία και του έδωσε τον τίτλο «Οικογένεια Στρόφενσταϊν» (1803). Με τη συγγραφή θεατρικών έργων ασχολήθηκε από το 1803 μέχρι το 1811: «Η οικογένεια Στρόφενσταϊν», 1803, «Η σπασμένη στάμνα», 1806, «Αμφιτρύων», 1807, «Πενθεσίλεια», 1807, «Το Κατερινάκι του Χάιλμπρον», 1807, «Η μάχη του Χέρμαν», 1808, και «Πρίγκιπας Φρειδερίκος του Χόμπουργκ», 1811. Έγραψε διηγήματα και νουβέλες από το 1806 έως το 1811: «Ο σεισμός στη Χιλή», 1807, «Η Μαρκησία του Ο…», 1808, «Μίχαελ Κολχάας», «Η ζητιάνα του Λοκάρνο», 1810, «Ο έκθετος», «Αρραβωνιάσματα στον Άγιο Δομήνικο», «Η Αγία Καικιλία ή η δύναμη της μουσικής» και «Η μονομαχία», 1811. Το 1807 ο Κλάιστ ξεκίνησε ένα μηνιαίο λογοτεχνικό περιοδικό, τον «Φοίβο». Ήταν το όχημα για τη δημοσίευση αποσπασμάτων των έργων του, αλλά μια σειρά από αντιξοότητες ακολούθησε την περίοδο της καλοτυχίας. Παρόλο που ο Γκαίτε συμφώνησε ν’ ανεβάσει τη «Σπασμένη στάμνα», απέρριψε την «Πενθεσίλεια». Επιπλέον η «Σπασμένη στάμνα» απέτυχε στη σκηνή της Βαϊμάρης, οι σχέσεις μεταξύ Γκαίτε και Κλάιστ έγιναν τεταμένες και ο «Φοίβος» έκλεισε τον Δεκέμβριο του 1808. Την περίοδο κατάθλιψης ακολούθησε ένας ανανεωμένος ενθουσιασμός. Το 1810 εξέδωσε την πρώτη ημερήσια πρωσική εφημερίδα «Berliner Abendblatter«, η οποία όμως έκλεισε τον Μάρτιο του 1811. Στην «Berliner Abendblatter» δημοσιεύθηκαν μερικά από τα διηγήματά του όπως το «Η Αγία Καικιλία ή η δύναμη της μουσικής» και σημαντικά δοκίμια, με κυριότερο το «Σχετικά με το θέατρο των μαριονετών», 1810. Το κλείσιμο της εφημερίδας του έδωσε το τελειωτικό χτύπημα. Στράφηκε πάλι στο θέατρο, αλλά κανείς δεν ήταν πρόθυμος ν’ ανεβάσει έργο του. Τότε έτυχε να συναντήσει τη Χενριέτε Φόγκελ, μια παντρεμένη γυναίκα που έπασχε από ανίατο καρκίνο. Προδίδοντας τη σύζυγό του, Μαρί φον Κλάιστ, που αρνήθηκε μια συμφωνία αυτοκτονίας, ο Kleist τ στράφηκε στη Φόγκελ που με ενθουσιασμό ασπάστηκε την ιδέα ενός διπλού θανάτου. Ετοίμασαν επιμελώς τις τελικές λεπτομέρειες. Ο Kleist έκαψε τα υπολείμματα των έργων του (μαζί και την αυτοβιογραφική νουβέλα του «Η ιστορία της ψυχής μου», που λέγεται ότι είχε καταπλήξει τους ελάχιστους που τη διάβασαν). Στις 21 Νοεμβρίου του 1811, βγήκαν στην εξοχή και ήπιαν τσάι εκεί ο Kleist πρώτα πυροβόλησε τη Φόγκελ κι έπειτα τον εαυτό του.


Advertisements

5 Responses to “«Ο Πρίγκηπας του Χόμπουργκ» στο Εθνικό Θέατρο”


  1. 1 renata Μαΐου 25, 2008 στο 10:50 πμ

    Δελάστηκα! 🙂

    Γι άλλη μια φορά η παρουσίαση ήταν πλήρης κι εν τω άμα άκρως επιμορφωτική! 😀

  2. 2 αλεπού Μαΐου 27, 2008 στο 11:28 πμ

    Ρεναρτάκι μου,
    σπεύσε! Ως την 1η Ιουνίου θα παίζεται.
    Σ’ ευχαριστώ ιδιαιτέρως για τα καλά σου λόγια 🙂

  3. 3 antigonos Ιουνίου 9, 2008 στο 1:32 μμ

    Εξαιρετική παράσταση.
    Συγκινεί παρόλο που ξενίζει τους ρεαλιστές.

  4. 4 roadartist Ιουλίου 17, 2008 στο 5:34 μμ

    Πολυ καλο ποστ.. Τη καλησπερα μου!

  5. 5 alepou Αύγουστος 20, 2008 στο 9:57 μμ

    @roadartist

    Αν και καθυστερημένα, σ’ ευχαριστώ πολύ 🙂


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s




Επισκεψιμότητα

  • 196,279 hits

Αρχείο


Αρέσει σε %d bloggers: