«1900» του Alessandro Baricco

1900a1
Πολλές φορές λέμε ότι δεν αρκεί να βρει κανείς μια πρωτότυπη ιστορία να πει, αλλά σημασία έχει ο τρόπος που θα την πει. Στην περίπτωση του «1900», ισχύει μάλλον το αντίθετο: ο Alessandro Baricco, έχει την ιδέα, έχει την ιστορία, έχει το 50% του όλου εγχειρήματος.

Το «1900» είναι ένα εξαιρετικά δημοφιλές έργο, αν μετρήσει κανείς τις αλλεπάλληλες παραστάσεις του σε περισσότερες από 20 χώρες καθώς και την μεταφορά του στην μεγάλη οθόνη το 1998 από τον Τζιουζέπε Τορνατόρε.

Το έργο
Κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου, ένα ατμόπλοιο, το «Virginia», ταξίδευε συνέχεια ανάμεσα σε Ευρώπη κι Αμερική, φορτωμένο εκατομμυριούχους και μετανάστες.
Στη διάρκεια ενός τέτοιου ταξειδιού, ένα νεογέννητο βρίσκεται αφημένο μέσα σε μια χαρτόκουτα από λεμόνια πάνω στο πιάνο της 1ης θέσης. Το βρέφος εικάζεται ότι εγκαταλείφθηκε από φτωχούς μετανάστες της 3ης θέσης που δεν είχαν προφανώς τα μέσα να θρέψουν ένα στόμα παραπάνω και αποφάσισαν ότι ίσως κάποιος απ’ τους επιφανείς ταξειδιώτες της 1ης θέσης να πρόσφερε μια καλύτερη ζωή στο μωρό.
Τελικά, το βρέφος «υιοθετείται» από έναν ναύτη περασμένης ηλικίας που το παίρνει υπό την προστασία του αψηφώντας ανθρώπους και νόμους (το μωρό έχει γεννηθεί στη θάλασσα και δεν είναι πουθενά δηλωμένο) και του δίνει το επιβλητικό όνομα Ντάννυ Μπούντμαν Τι Ντι Λέμον Χιλιαεννιακόσια. Το αγόρι μένει ορφανό στα 8 του χρόνια όταν ο θετός του πατέρας πεθαίνει ύστερα από ένα ατύχημα. Οι ανώτεροι αξιωματικοί του πλοίου και ειδικά ο καπετάνιος θεωρούν ότι πρέπει να το αποβιβάσουν στη Νέα Υόρκη και να ζήσει από δω και πέρα κανονικά.. Το παιδί όμως, δεν έχει γνωρίσει άλλο σπίτι πέραν του πλοίου και της ανοιχτής θάλασσας κι έτσι καταφέρνει να μείνει.
Μεγαλώνει και ανδρώνεται κάτω απ’ το λίκνισμα του ωκεανού και μαθαίνει μόνος του να παίζει πιάνο, (το γραφτό της μοίρας καθώς φαίνεται. Ανταποδίδει τα ίσα στο πιάνο που τον φιλοξένησε σαν κούνια τις πρώτες ώρες της ζωής του). Με τα πλήκτρα του πιάνου θα συνδέσει από δω και πέρα όλη του την ύπαρξη. Κάθε βράδυ εμφανίζεται μπροστά στο κοινό παίζοντας με εκπληκτική δεξιοτεχνία μια πρωτάκουστη μουσική, αυτήν του Ωκεανού. Παίζει πρώτα στα σαλόνια της 1ης θέσης και στη συνέχεια κατεβαίνει στους από κάτω, στους φτωχούς μετανάστες κι εκεί ξεδιπλώνει πια ολόκληρο το ταλέντο του. Σύντομα, μετατρέπεται σε ζωντανό Μύθο, σε σημείο που κάποτε ανεβαίνει στο πλοίο ν’ αναμετρηθεί μουσικά μαζί του ένας δεξιοτέχνης της τζαζ.

Ο Alessandro Baricco αφηγείται την πρωτότυπη αυτή ιστορία μέσα απ’ το στόμα ενός τρομπετίστα που για κάποια χρόνια έπαιξε μουσική στο «Virginia» κι έγινε στενός φίλος του Χίλιαεννιακόσια.
Ο συγγραφέας έχει κάνει σπουδές φιλοσοφίας και μουσικής. Μέσα απ’ τον μονόλογό του δεν αφηγείται απλώς την ιστορία ενός ανθρώπου που γεννιέται και πεθαίνει στη θάλασσα, χωρίς να έχει πατήσει ποτέ το πόδι του στη στεριά. Μας παρασύρει συγχρόνως σ’ ταξείδι στην ιστορία της τζαζ, μας μιλάει για τη μοναξιά των ανθρώπων που ζουν κι εργάζονται σ’ ένα πλοίο, μας θυμίζει εικόνες από απίστευτο αριθμό μεταναστών που στο θέαμα της Αμερικής αλαλάζουν για τη γη της Επαγγελίας.
Ο Χίλιαεννιακόσια είναι εκείνος ο προφήτης ή εκείνος ο γλυκός συνοδοιπόρος τους στο ταξείδι απ’ τον παλιό στον νέο κόσμο. Η μουσική του βγαίνει απ’ αυτό με το οποίο εκείνοι τον τροφοδοτούν. Είναι η φτώχεια τους, οι αναμνήσεις τους, αυτά που άφησαν πίσω τους, μα πάνω απ’ όλα αυτά που θα έρθουν.
«Στα μάτια των ανθρώπων φαίνεται αυτό που θα δουν. Όχι αυτό που έχουν δει».

Η παράσταση
Ο Γιάννης Ρήγας έστησε έναν αισθαντικό και τρυφερό μονόλογο και βρήκε στον Μιλτιάδη Νίκα έναν άξιο ερμηνευτή. Ο Νίκας έχει ένα χάρισμα. Είναι μόνος του πάνω στη σκηνή και νομίζεις ότι βρίσκονται και χίλιοι άλλοι. Στην προκειμένη περίπτωση, εκείνος αφηγείτο μια ιστορία κι εμείς μπροστά μας βλέπαμε το ατμόπλοιο, το πιάνο, τους επιβάτες και πάνω απ’ όλα τον Χίλιαεννιακόσια να παίζει αυτήν τη μαγική μουσική.
Άλλοτε με χιούμορ, άλλοτε με μια δόση γλυκόπικρης ειρωνείας κι άλλοτε με βαθύ συναισθηματισμό, οι τρεις άντρες της παράστασης, ο Baricco στη συγγραφή, ο Ρήγας στη σκηνοθεσία κι ο Νίκας στην ερμηνευτική απόδοση, μιλάνε με σπαρακτικό και συγχρόνως κωμικό και τρυφερό τρόπο για τη μετανάστευση, την ελπίδα, τη φιλία, τις ανθρώπινες σχέσεις, για το πεπερασμένο της ζωής και την απεραντοσύνη του κόσμου. Η συμβολή της μουσικής του Γιώργου Χριστιαννάκη και των φωτισμών της έμπειρης πλέον Κατερίνας Μαραγκουδάκη, συνέβαλλαν στην ενίσχυση αυτού του κλίματος.
Έχω μόνο μια ένσταση σε σχέση με τη διάρκεια του μονολόγου. Ως γνωστόν, «ουκ εν τω πολλώ το ευ». Η διάρκεια του μονολόγου μπορούσε να κοπεί κατά μισή ώρα κι αυτό όχι γιατί είναι κουραστικό για τον ηθοποιό ή το κοινό από πλευράς χρόνου και μόνο, αλλά γιατί επαναλαμβάνονται τα ίδια πράγματα χωρίς λόγο. Η συγκίνηση επιτυγχάνεται και με μια φράση μόνο, δεν χρειάζεται να τονίζουμε το ίδιο πράγμα ή να γυρνάμε γύρω του. Υπάρχει η στιγμή της κορύφωσης σε κάθε θεατρικό κείμενο που θέλει να θεωρείται άρτιο και δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να την υπονομεύει ο δημιουργός του (συγγραφέας, σκηνοθέτης, ηθοποιός. Χρησιμοποιώ και τους 3 γιατί – κατά την προσωπική μου άποψη- ο καθένας τους συνθέτει από ένα μέρος στο όλο). Την τελευταία μισή ώρα της παράστασης, είχα την αίσθηση ότι τώρα κορυφώνεται, τώρα έρχεται η στιγμή της μεγάλης συγκίνησης, ο έλεος κι ο φόβος πριν την κάθαρση (ας μην μας ξενίζουν οι όροι που νομίζουμε ότι μόνο στο αρχαίο δράμα ταιριάζουν) και ολοένα αυτή η στιγμή αναβαλλόταν.
Σε καμία περίπτωση πάντως, αυτή η τελευταία μου επισήμανση δεν ακυρώνει τη γενικότερη θετική αίσθηση που μου άφησε η παράσταση.

Στην Αθήνα, δυστυχώς οι παραστάσεις ολοκληρώθηκαν στις 18 Ιανουαρίου, αλλά αυτόν τον καιρό και συγκεκριμένα από τις 5 Φεβρουαρίου παίζεται στο θέατρο Σοφούλη στη Θεσαλονίκη.(Θέατρο Σοφούλη (Τραπεζούντος 5 & Σοφούλη, Καλαμαριά/
Tηλέφωνα κρατήσεων : 2310423925,6956399918)


«1900» του Alessandro Baricco
από την ομάδα Πανδαιμόνιο 7

Σκηνοθεσία: Γιάννης Ρήγας
Μετάφραση: Σταύρος Παπασταύρου
Μουσική: Γιώργος Χριστιανάκης
Σκηνικό και κοστούμια: Χρήστος Μπρούφας
Κίνηση: Αλεξάνδρα Τσοτανίδου
Φωτισμός: Κατερίνα Μαραγκουδάκη
Βοηθός σκηνοθέτη: Καρολίνα Ρήγα

Ερμηνευτής: Μιλτιάδης Νίκας.

Advertisements

2 Responses to “«1900» του Alessandro Baricco”


  1. 1 renata Φεβρουαρίου 3, 2009 στο 5:57 μμ

    Κρίμα που δεν το πήρα χαμπάρι νωρίτερα. Γιατί εννοείται ως άλλο η ταινία κι άλλο η θεατρική παράσταση.


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s




Επισκεψιμότητα

  • 195,833 hits

Αρχείο


Αρέσει σε %d bloggers: