«Ο Χορός της μοναχικής καρδιάς» στο Εθνικό θέατρο

xoros1

Το να κάνεις θέατρο με αφορμή κάποια προσωπική εμπειρία δεν είναι κάτι πρωτότυπο. Όλοι οι μεγάλοι συγγραφείς έχουν κομμάτια απ’ τη ζωή τους στα έργα τους ή κι ολόκληρη τη ζωή τους όπως ο Ευγένιος Ο’ Νηλ που στο «Μακρύ ταξίδι της μέρας μέσα στη νύχτα» περιγράφει την ιστορία της οικογένειάς του κι είναι μάλιστα τόσο σκληρό αυτό, που ο ίδιος είχε απαγορεύσει να παιχτεί το έργο όσο ήταν εν ζωή και είχε βάλει όρο να περάσουν 25 χρόνια απ’ τον θάνατό του. «Πρόκειται για ένα έργο βαθιά αυτοβιογραφικό, με δάκρυα και αίμα που όχι μόνο αφορά τον σύγχρονο άνθρωπο, αλλά θα αφορά και τον άνθρωπο του μέλλοντος» λέει ο ίδιος ο συγγραφέας. «Η εργασία μου είναι αξεχώριστη απ’ τη ζωή μου. Δεν έχω γράψει ούτε μια γραμμή που δεν ήταν ο καρπός προσωπικής μου πείρας».

Οι δυο παραπάνω φράσεις του  Ο’ Νηλ φωτογραφίζουν με απόλυτη ακρίβεια αυτό που θέλω να πω για τον «Χορό της μοναχικής καρδιάς».

xoros2

Το έργο

Ο Ακύλας Καραζήσης είναι αξιόλογος ηθοποιός. Αποφάσισε φέτος να καταπιαστεί μ’ ένα δικό του κείμενο που έχει σημείο αναφοράς τα  χρόνια που έζησε ως μετανάστης στη Γερμανία. Το έργο του «Ο χορός της μοναχικής καρδιάς» είναι ουσιαστικά αυτό το απόσταγμα της ζωής του στην ξένη χώρα. «Με εφαλτήριο την πορεία αυτής της μοναχικής καρδιάς θέλουμε να πάμε παρακάτω, στη μυθοπλασία» λέει ο ίδιος. «Στην ουσία είναι η αισθηματική αγωγή ενός ανθρώπου. Το παρελθόν έρχεται ως ανάμνηση μέσα από αναφορές στην οικογένεια, τη μάνα, τον πατέρα, αλλά και το νότιο φως. Είναι η μύησή του σε έναν κόσμο πολύ διαφορετικό- τον αναπτυγμένο» .

Στιγμιότυπα, αφήγηση, σκηνές, δράση, χορικά και πολύ τραγούδι συνθέτουν τη μορφή της παράστασης. Αν θέλουμε να βάλουμε την ιστορία σε μια λογική σειρά, ο κεντρικός ήρωας ξεκινά από την Ελλάδα, διασχίζει, μέσα από τον μεγάλο αυτοκινητόδρομο, τη Γιουγκοσλαβία, μπαίνει στη Γερμανία, ζει μια ερωτική ιστορία και συναντά μια παρέα μέσα σε μια ταβέρνα τη νύχτα. Εκεί μπλέκονται άνθρωποι και ιστορίες, ερωτικές, φιλικές και κοινωνικές καταστάσεις, έξω από την αγκαλιά της μαμάς πατρίδας. «Είναι λίγο «φαουστικό»το κλίμα», εξομολογείται ο Καραζήσης. «Ακολουθεί τη ρήση γνωρίζω τον κόσμο πουλώντας την ψυχή μου στον διάβολο, εξ ου και ο υπότιτλος Cannabis indicapatria graeca. Δεν μου αρέσει να σκέφτομαι ότι κάτι πέρασε διά παντός – τίποτε δεν θέλω να περάσει διά παντός. Με ενδιαφέρει ο αγώνας για τη διάρκεια και την προβολή του παρελθόντος στο μέλλον».

Σε κάθε περίπτωση πάντως, το να μετουσιώσεις καλλιτεχνικά μια προσωπική εμπειρία απαιτεί ιδιαίτερες δεξιότητες. Ο Καραζήσης είναι αναμφίβολα απ’ τους ταλαντούχους της γενιάς του. Παρόλα αυτά, αυτό που είδα ένιωσα ότι δεν με αφορά και για να συνδέσω τη σκέψη μου με όσα ακροθιγώς έθιξα παραπάνω, θεωρώ ότι δεν αφορά ούτε τον σύγχρονο άνθρωπο αλλά ούτε και αυτόν του μέλλοντος-τουλάχιστον όχι έτσι όπως είναι δοσμένο. Ανοίγω παρένθεση εδώ για να πω ότι θα μπορούσε να αφορά το κοινό μια εμπειρία που προβάλλεται έντεχνα ακόμα κι αν δεν την έχει ζήσει κάποιος. Άλλωστε, υπάρχουν κλειδιά ικανά να ξεκλειδώσουν όλους τους συναισθηματικούς μηχανισμούς ή να ενεργοποιήσουν τη συλλογική μνήμη με αταβιστικό τρόπο και δεν χρειάζεται κάποιο ιδιαίτερο τέχνασμα. Τις περισσότερες φορές αρκεί να αφουγκραστείς τον παλμό των θεατών, να μπορείς να αντιστρέψεις τους ρόλους, να γίνεις θεατής στη θέση των θεατών με την έννοια του να μπορείς να βάλεις τα όρια που χρειάζονται, να έχεις συναίσθηση του τι μπορεί να κουράσει ή αν η παράσταση κάνει «κοιλιά» εδώ ή εκεί κόκ.

Η μεταπολεμική γενιά των Ελλήνων μεταναστών στη Γερμανία ή την Αμερική είναι μια πραγματικότητα που δεν αγνοούμε ή που δεν πρέπει να αγνοούμε. Γενιές ολόκληρες μεγάλωσαν με το όνειρο να γυρίσουν κάποτε στην πατρίδα, παιδιά μεγάλωσαν σε χέρια γιαγιάδων και παππούδων γιατί οι γονείς τους δούλευαν στην ξενιτιά. Δεν έχουν περάσει πολλά χρόνια άλλωστε από το θέαμα των Αλβανών στην Ομόνοια στις αρχές της δεκαετία του ’90. Άνθρωποι ταλαιπωρημένοι, με σκυφτό κεφάλι, εμφάνιση που παρέπεμπε σε Έλληνες του ’50, περίμεναν καρτερικά να βρουν δουλειά για να εξασφαλίσουν το «άγιο» μεροκάματο. Αλλά, ακόμη και σήμερα στην εκπνοή της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα που όλοι αναμέναμε σαν την ανατολή μιας πολλά υποσχόμενης νέας εποχής, τα πρόσωπα των μεταναστών είναι εδώ, δίπλα μας και προέρχονται απ’ όλο τον πλανήτη. Συνεπώς, το θέμα που πραγματεύεται το έργο του Καραζήση μας αφορά όλους, το ειδικό μπορεί να γίνει γενικό, αλλά χρειάζεται τον κατάλληλο τρόπο για να μας κεντρίσει το ενδιαφέρον.

Η παράσταση

Το βασικό πρόβλημα του έργου είναι ότι τα καλά του σημεία είναι δυο τρία μέσα στη δίωρη -χωρίς διάλειμμα -παράσταση με αποτέλεσμα να κουράζει και να εκνευρίζει τον θεατή. Αναμφίβολα υπήρχε η αίσθηση ότι ο συγγραφέας κάτι ήθελε να πει, απλώς αυτό δεν πέρασε κάτω (που λένε και στη θεατρική γλώσσα).

Η διανομή είχε ενδιαφέρον αφού τους 3 επαγγελματίες ηθοποιούς πλαισίωναν και 2 μη ηθοποιοί – ο Γιώργος Κοζομπόλης και η Λόλα Τότσιου- φίλοι του σκηνοθέτη- . Ο Γιώργος Κοζομπόλης μάλιστα, στον ρόλο ενός ταβερνιάρη, υπήρξε τόσο αυθεντικός που θα έπρεπε να τον παρακολουθήσουν πολλοί επαγγελματίες ηθοποιοί και να πάρουν μαθήματα αμεσότητας και απουσίας επιτηδευμένου ύφους.

Η Μαρία Σκουλά, απ’ την πλευρά των επαγγελματιών της διανομής, επιβεβαίωσε την σημαντική της υποκριτική στόφα και την αισθαντικότητα της.

Στη μουσική συνεργάστηκε η Λόλα Τότσιου που έπαιζε και πιάνο στην παράσταση και το ενδιαφέρον στοιχείο υπήρξε το βίωμα και η απουσία προϋπάρχουσας σύνθεσης. Η ίδια η συνθέτρια ήθελε τη μουσική να δουλεύει συμπληρωματικά με το κείμενο κι όχι περιγραφικά.  «Να μπαίνει μέσα στο κείμενο και να ενώνεται με τη γλώσσα, φτιάχνοντας ένα σύνολο. Θέλαμε η μουσική να βγει βιωματικά μέσα από τις πρόβες. Δεν πήρα ένα κείμενο για να κάνω το σάουντρακ. Το μόνο σίγουρο ήταν ότι το έργο και ο Ακύλας ήθελαν πολλή μουσική».

Σχετικά με τη χρήση των φωτισμών, αν και είχαν κάποια πρωτοτυπία, ήταν αρκετά κουραστικοί ιδιαίτερα στο σημείο που ο φωτισμός επιτυγχανόταν με δύο φακούς μόνο.

Προσθέτω στις συνολικές μου αντιρρήσεις μου κι ένα ερώτημα  που έχει να κάνει με την περαιτέρω πορεία του έργου.

Έχει τελικά ενδιαφέρον για το θέατρο ένα έργο τόσο στενά προσδιορισμένο απ’ τους δημιουργούς του που να μην μπορεί να αυτονομηθεί και να κάνει «καριέρα» μέσα στον χρόνο;

Ο χορός της μοναχικής καρδιάς / Cannabis indica-patria graeca  του Ακύλλα Καραζήση

Εθνικό Θέατρο- Σύγχρονο θέατρο Αθήνας – Σκηνή Α’

Σκηνοθεσία: Ακύλλας Καραζήσης

Σκηνικά: Ζυλιέτ Ζανκλώντ

Κοστούμια: Κατρίν Κρούμπαϊν

Μουσική σύνθεση – επιμέλεια: Λόλα Τότσιου

Φωτισμοί: Γιάννης Δρακουλαράκος

Βοηθός σκηνοθέτη / δραματουργική συνεργασία: Μαριλένα Ρασιδάκη

Βοηθός σκηνογράφου – ενδυματολόγου: Ευαγγελία Κατέχη

Διανομή:

Ευθύμης Θέου

Ακύλλας Καραζήσης

Γιώργος Κοζομπόλης

Θεανώ Μεταξά

Άλκηστις Πουλοπούλου

Ζωή Σίλλατ

Μαρία Σκουλά

Γιώργος Τζαβάρας

Πιάνο παίζει η Λόλα Τότσιου

Advertisements

0 Responses to “«Ο Χορός της μοναχικής καρδιάς» στο Εθνικό θέατρο”



  1. Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s




Επισκεψιμότητα

  • 196,279 hits

Αρχείο


Αρέσει σε %d bloggers: