«Φάουστ» στο Εθνικό θέατρο

faust1

Το έργο

Ο μύθος  που περιβάλλει τον Φάουστ χάνεται πίσω στον χρόνο. Ο Γιόχαν Φάουστ υπήρξε Γερμανός μάγος που γεννήθηκε στην πόλη Γκέντλυγκεν της Βυρτεμβέργης και πέθανε στη πόλη Στάουφεν το 1538. Ο ίδιος ο Φάουστ καυχιόταν ότι είχε τις πιο απίστευτες μαγικές ικανότητες, οι διάφοροι θρύλοι όμως τον παρουσιάζουν σαν αγύρτη και τυχοδιώκτη που περιόδευε τις διάφορες μεγαλουπόλεις της Δυτικής κυρίως Ευρώπης, εμφανίζοντας τον εαυτό του άλλοτε ως γιατρό, άλλοτε ως αστρονόμο και μέγα αστρολόγο ή αλχημιστή. Ακόμη κι ο θάνατος του όμως περιβάλλεται από μυστήριο. Ένα ντοκουμέντο του 1539 τον αναφέρει ως νεκρό. Ήδη λίγες δεκαετίες αργότερα, δημιουργούνται θρύλοι για τις παράξενες συνθήκες του θανάτου του. Σύμφωνα με κάποιο χρονικό, ο διάβολος στραγγάλισε τον Φάουστ στο Μπράϊσγκαου. Ο Λούθηρος αναφέρει στους συνδαιτυμόνες του τον Φάουστ,  το 1535 και το 1537, ως κάποιον που κάνει συμφωνία με το Διάβολο. Έχουμε ήδη την ιδέα της συμφωνίας με το Διάβολο, το κεντρικό στοιχείο από την Ιστορία του Δρος Γιόχαν Φάουστους μέχρι τον Γκαίτε και τον Τόμας Μαν.
Το πρώτο φιλολογικό έργο με ήρωα τον Φάουστ εκδόθηκε στην Φραγκφούρτη από τον Ιωάννη Σπις με τίτλο «Historia von Dr. Johann Faust». Στο έργο αυτό όμως, ο συγγραφέας  διέψευδε την συμφωνία με τον Διάβολο, τονίζοντας αντίθετα ότι η επικοινωνία με το Πονηρό πνεύμα ενείχε σοβαρούς κινδύνους για την ανθρωπότητα.

Ο Γκαίτε ολοκλήρωσε τον «Φάουστ» το 1831, ένα χρόνο πριν τον θάνατο του. Αναμφίβολα, ο «Φάουστ» υπήρξε το δημιούργημα ολόκληρης της ζωής του μεγάλου Γερμανού ποιητή,  μια τραγωδία όπως την χαρακτήριζε ο δημιουργός αφού φανερώνει την τραγικότητα του ανθρώπου που είναι η πάλη των δύο ψυχών του που η μία θέλει να χωρίσει την άλλη, η μία θέλει να φτάσει ψηλά και η άλλη να μείνει στη γη.

Ο Γκαίτε είχε να αντιπαλέψει με πολλές δυσκολίες προτού ολοκληρώσει το έργο του. Καταρχήν, έπρεπε να βρει έναν τρόπο να χρησιμοποιήσει τον Μεφιστοφελή αφού η ίδια η παράδοση τον ήθελε να έχει κεντρικό ρόλο στην ιστορία του Φάουστ. Παράλληλα όμως, το ζητούμενο ήταν να πλάσει τον Φάουστ σύμφωνα με τα ιδεώδη του Διαφωτισμού και να αποσχιστεί από τις θρησκευτικές παραδόσεις. Ένας ζωντανός άνθρωπος του 18ου αιώνα, φυλακισμένος μέσα στην αντιφατικότητα της ύπαρξης του έγινε λοιπόν ο Φάουστ κι έτσι, ο Μεφιστοφελής μπορούσε να λειτουργήσει σαν το αρνητικό alter ego του. Ο Διάβολος της θρησκευτικής παράδοσης έδωσε τη θέση του στον αντίποδα της ιδεαλιστικής ύπαρξης του Φάουστ. Ο Φάουστ δεν βρίσκεται πια ανάμεσα στον ουρανό και την κόλαση, αλλά σε εσωτερικό διχασμό.

Ένα  άλλο ενδιαφέρον στοιχείο στην ιστορία του του Φάουστ μέχρι την εποχή του Γκαίτε είναι ότι το θηλυκό στοιχείο δεν είχε καμιά ενδιαφέρουσα ανθρώπινη μορφή και καμιά αυτοτελή αξία. Λειτουργούσε μόνο ως ο πειρασμός που θα έφερνε τον Φάουστ πιο κοντά στην κόλαση. Ο Γκαίτε ευφυώς δημιούργησε τη Μαργαρίτα (ή Γκρέτα-ανάλογα τη μετάφραση) και κατόρθωσε να φτιάξει μια μορφή που να συγκινεί με το δικό της τραγικό πεπρωμένο.

faust2

Η παράσταση

Ο «Φάουστ» ανήκει στα παγκόσμια αριστουργήματα, αλλά ενέχει τον κίνδυνο να γίνει βαρετός για το κοινό. Βαθειά φιλοσοφικό και ποιητικό έργο, με τεράστιους μονολόγους, δύσκολο για τους ηθοποιούς, κουραστικό κάποτε για το κοινό που κινδινεύει να παραμείνει στην απλή συμφωνία με τον Διάβολο και μάλιστα σε γραφικό επίπεδο  και να μην επικοινωνήσει με το βάθος του προβληματισμού του Γκαίτε.

Η παράσταση του Εθνικού μπορεί να ξενίζει και να θεωρείται μοντέρνα, αλλά η γνώμη μου είναι ότι βοηθάει και αναδεικνύει αυτό το παλιό και δύσκαμπτο έργο.

Στην πραγματικότητα  πρόκειται για ένα πείραμα. Πέντε απ’ τους ηθοποιούς που συμμετέχουν στην παράσταση έχουν αναλάβει και τη σκηνοθεσία. Το έργο έχει διαιρεθεί σε πέντε μέρη και στο καθένα απ’ αυτά υπάρχει μια διαφορετική προσέγγιση. Ακόμα και οι βασικοί ρόλοι, του Φάουστ και της Μαργαρίτας ερμηνεύονται από διαφορετικούς ηθοποιούς σε κάθε μέρος.

Το σκηνικό είναι μια τεράστια βιβλιοθήκη, παραπέμποντας εμφανώς στο σπουδαστήριο του Φάουστ, ωστόσο τα ράφια δεν φιλοξενούν βιβλία, αλλά χάρτινα κουτιά διαφορετικών μεγεθών και τους ίδιους τους ηθοποιούς όταν δεν παίζουν στη συγκεκριμένη σκηνή.

Είμαι εναντίον της συλλογικής σκηνοθεσίας μιας παράστασης. Θεωρώ ότι ένας μόνο σκηνοθέτης πρέπει να υπογράφει μια παράσταση για να είναι ξεκάθαρη η άποψη.

Ωστόσο, εδώ μπορούμε να τη δεχτώ και να κατανοήσω  τη σκηνοθεσία των πολλών, αντιλαμβανόμενη την παράσταση όχι ως όλον, αλλά ως πέντε διαφορετικά μικρά κομμάτια.

Θα ξεχωρίσω τη σκηνή της έναρξης κατά την οποία ο Μεφιστοφελής απευθύνεται στον Θεό και τις σκηνές της Μαργαρίτας στην κάμαρα της αλλά και στο τραγικό φινάλε.

Τα σύντομα ιντερμέδια με δύο ηθοποιούς ντυμένους σκελετούς και αναφορές σε γνωστά ονόματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας ή ακόμα και στους Μπόνυ και Κλάιντ, τα βρήκα πραγματικά κακόγουστα και περιττά. Περιττή βρήκα και την οθόνη προβολής, καθώς και τις κατά διαστήματα γερμανικές ή γαλλικές φράσεις που ακούγονταν παράλληλα με τα ελληνικά. Η Βαλπούργια Νύχτα που είναι μια εξαιρετική αλλά και δύσκολη σκηνή, εδώ δεν είχε δουλευτεί καθόλου και πέρασε σχεδόν απαρατήρητη, φανερώνοντας την αδυναμία των ηθοποιών να την προσεγγίσουν.

Οφείλω όμως να αναγνωρίσω καλή πρόθεση στην ομάδα των νεαρών ηθοποιών για την τόλμη τους να καταπιαστούν μ’ ένα τόσο μεγάλο κείμενο αφού το κοινό σημείο συνάντησης τους ήταν ένας σύγχρονος προβληματισμός: το αδιέξοδο της γνώσης και του ορθολογισμού, η επιστροφή στην αθωότητα, η μαγεία του έρωτα, η ροπή προς το απόλυτο και οι σπαρακτικές αντιφάσεις της ανθρώπινης φύσης. Το κλασικό κείμενο αποδίδεται  με μια ζωντανή και σύγχρονη σκηνική γλώσσα.

Σχετικά με την παραστασιογραφία του «Φάουστ» στην Ελλάδα:

Το  1829, ο «Φάουστ» του Γκαίτε γνώρισε το παρθενικό του ανέβασμα σε ελληνική σκηνή το 1904, όταν ο Θωμάς Οικονόμου τον σκηνοθέτησε στο Βασιλικό Θέατρο, σε μετάφραση Κωνσταντίνου Χατζόπουλου. Φάουστ ήταν τότε ο Εδμόνδος Φυρστ, Μεφιστοφελής ο Νικόλαος Ζάνος και Μαργαρίτα η Μαρίκα Κοτοπούλη. Στα χρόνια που ακολούθησα, δύο ακόμα σκηνοθέτες ανέβασαν «Φάουστ» στο Εθνικό θέατρο, ο Δημήτρης Ροντήρης το 1942 και ο Αλέξης Σολομώς το 1956.

Το 1970, ανέβηκε για περιορισμένο αριθμό παραστάσεων από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος το 1970, σε σκηνοθεσία Σπύρου Ευαγγελάτου και το 1999, ο Ευαγγελάτος επιχείρησε το πρώτο κανονικό ανέβασμα του «Φάουστ» τις τελευταίες τέσσερις σχεδόν δεκαετίες, στο Αμφι-θέατρο, που συνέπεσε μάλιστα με  τον εορτασμό των 250 χρόνων από τη γέννηση του Γκαίτε

Φάουστ -Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε

Εθνικό θέατρο  (Κτίριο Τσίλλερ) – Νέα  Σκηνή«Νίκος Κούρκουλος»

Κείμενο παράστασης βασισμένο στη μετάφραση του Πέτρου Μάρκαρη

Σκηνοθεσία – δραματουργική επεξεργασία: Γιώργος Γάλλος, Βασίλης Μαυρογεωργίου, Αργύρης Ξάφης, Ομάδα Blitz (Γιώργος Βαλαής, Αγγελική Παπούλια, Χρήστος Πασσαλής), Αργυρώ Χιώτη

Δραματουργική συνεργασία: Έλενα Καρακούλη

Σκηνικά: Εύα Μανιδάκη

Κοστούμια: Κυριακή Τσίτσα

Μουσική: Ανρί Κεργκομάρ

Κίνηση: Σταυρούλα Σιάμου

Φωτισμοί: Τάσος Παλαιορούτας

Διανομή:

Γιώργος Βαλαής

Γιώργος Γάλλος

Δέσποινα Κούρτη

Αριάν Λαμπέντ

Χρήστος Λούλης

Βασίλης Μαυρογεωργίου

Αργύρης Ξάφης

Αγγελική Παπούλια

Χρήστος Πασσαλής

Γιάννος Περλέγκας

Εύη Σαουλίδου

Αργυρώ Χιώτη

Advertisements

0 Responses to “«Φάουστ» στο Εθνικό θέατρο”



  1. Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s




Επισκεψιμότητα

  • 197,108 hits

Αρχείο


Αρέσει σε %d bloggers: