Φεστιβάλ Αθηνών κι Επιδαύρου: «Πέρσες» του Αισχύλου.

perses

Eίναι απορίας άξιο πως μπορεί κάποιος να επιστρατεύσει όλη του τη φαντασία για να καταστρέψει ένα σημαντικό έργο, ενώ με όπλα του το μέτρο και την αφαιρετικότητα (άλλωστε διάγουμε εποχές που πίνουμε νερό στο όνομα του μινιμαλισμού) θα μπορούσε να δείξει περισσότερο τον σεβασμό του στο αρχαίο κείμενο.

Οι «Πέρσες» (472π.Χ) είναι απ’ τις σημαντικότερες τραγωδίες που διασώθηκαν ως τις μέρες μας. Βασισμένες στο πραγματικό ιστορικό γεγονός της ναυμαχίας της Σαλαμίνας, ο Αισχύλος μεταφέρει τη δράση στα Σούσα, στην αυλή του περσικού ανακτόρου όπου η βασίλισσα Άτοσσα γυναίκα του Δαρείου και μητέρα του Ξέρξη, πληροφορείται τη συντριβή του περσικού στόλου απ’ τον ελληνικό.

Η τραγωδία αυτή είναι σημαντική για προφανείς λόγους:  Ο Αισχύλος υμνεί τους νικητές δια στόματος των ηττημένων. Κατακρίνει την αλαζονεία του Ξέρξη, βάζει εντέχνως ερωτηματικά για το απολυταρχικό πολίτευμα της Περσίας, για την ελέω και φόβω βασιλεία κι εξυμνεί την αθηναϊκή δημοκρατία.

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Dimiter Gotscheff καταπιάνεται με τους «Πέρσες». Πρόσφατο  είναι το ανέβασμα  του των «Περσών» στο Deutsches Theater του Βερολίνου, μια λιτή, «δωρική» παράσταση που  επιλέχθηκε ως η παράσταση της χρονιάς στο γερμανόφωνο θέατρο για το 2006. Είναι όμως η πρώτη του φορά στην Επίδαυρο σκηνοθετώντας ηθοποιούς που μιλάνε διαφορετική γλώσσα από κείνον.

Έχω γράψει κι άλλες φορές ότι το επιθυμητό είναι ο σκηνοθέτης να μπορεί να κατανοήσει τη γλώσσα των ηθοποιών που σκηνοθετεί. Είναι σημαντικό να μπορεί να ελέγξει το ηχόχρωμα της γλώσσας στην οποία εκφέρεται το κείμενο απ’ τους ηθοποιούς και κατανοεί το κοινό. Το ότι ο Gotscheff δεν μπορεί να «ακούσει» ελληνικά, είχε σαν αποτέλεσμα να ακούγεται μια γλώσσα συλλαβική κι ανοίκεια.

Οι αναλογίες που προσπάθησε να βρει με τον Σαίξπηρ ήταν εντελώς ατυχείς. Υπήρξε μια φιγούρα που εμφανίστηκε με την έναρξη της παράστασης και θύμιζε ολίγον από κλόουν. Μια φιγούρα εντελώς αταίριαστη τόσο ιδεολογικά, όσο κι αισθητικά με το αρχαίο κείμενο. Ο Gotscheff δήλωσε ότι ήθελε να πειραματιστεί μ’ αυτήν τη φιγούρα γιατί ο τρελός στα σαιξπηρικά έργα τον απασχολεί εδώ και δεκαετίες. Δεν διστάζει μάλιστα να θυμηθεί και τον τρελό του Αλέξη Ζορμπά.  Και μετά θυμήθηκα ένα στοιχείο από τον Αλέξη Ζορμπά, όπου υπάρχει ο «χαζός του χωριού», μια ανάλογη φιγούρα, ένας τρελός. Και κατάλαβα ότι η μόνη φιγούρα, ακόμα και στους Πέρσες, που θα μπορούσε να αρθρώσει διαφορετικό λόγο θα ήταν ένα παιδί ή ένας τρελός. Μόνο ένα παιδί ή ένας τρελός θα μπορούσε να αμφισβητήσει το σύστημα, που ενώ έχει ηττηθεί δεν καταρρέει.

Προσωπικά, δεν καταλαβαίνω καθόλου την αναγκαιότητα μιας τέτοιας προσθήκης.

Ο Gotscheff που θεωρεί εαυτόν εξαρτημένο από τους ηθοποιούς του, δεν μπόρεσε να διδάξει σωστά τον αρχαίο ποιητή και δεν απέφυγε μια έντονα ψυχολογική προσέγγιση της τραγωδίας.

Το κέντρο βάρους μετατοπίστηκε από την αλαζονεία της εξουσίας, την ύβρη και την τιμωρία στον θρήνο επτά κοριτσιών που απάρτιζαν τον χορό, επτά αγγελιοφόρων που φέρνουν τα κακά μαντάτα και μιας βασίλισσας που αγωνιά για την ζωή του γιου της.

Η Αμαλία Μουτούση, ηθοποιός με φοβερή τεχνική, ωραία φωνή και δοκιμασμένη σε πολλούς και σύνθετους ρόλους υπήρξε ατυχώς λιγότερο η αυταρχική βασίλισσα των Περσών και περισσότερο η «μανούλα» του Ξέρξη. Επίσης, έχασε εντελώς το όνειρο που αφηγείται στον χορό και προμηνύει τα δεινά που βρήκαν τον γιο και την αυτοκρατορία της.

Ο Μηνάς Χατζησάβας ως το φάντασμα του Δαρείου, έπαιζε με στόμφο και διδακτικό τρόπο σαν να συμμετείχε σε παράσταση περασμένης δεκαετίας.
Ο Νίκος Καραθάνος στον ρόλο του Ξέρξη έμοιαζε περισσότερο με ημίτρελλο ανθρωπάκο παρά με την εικόνα του βασιλιά που συντρίβεται και βυθίζει μια αυτοκρατορία σε πένθος και κατάρρευση.

Ο αγγελιοφόρος που υπό κανονικές συνθήκες λέει έναν απ’ τους ωραιότερους τραγικούς μονολόγους, κατακερματίστηκε σε επτά πρόσωπα κι αποδυναμώθηκε πλήρως.

Το ίδιο κι ο χορός των σοφών γερόντων που αντικαταστάθηκε από επτά νεαρές κοπέλες.

Σπασμωδικές κινήσεις που κι ίδιος ο σκηνοθέτης δεν κατάλαβε γιατί έκανε: Το επτά είναι απλώς ένας ωραίος αριθμός. Δεν ξέρω γιατί, αλλά μου φαίνεται σωστός. Πέντε είναι πολύ λίγοι, εννέα είναι πάρα πολλοί. Έχει να κάνει με τον χώρο και την κίνηση. Στο Βερολίνο είχα μόνο μια γυναίκα σαν Χορό, αλλά όταν μιλάμε για ένα θέατρο όπως η Επίδαυρος τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά. Όσο για το θέμα των νέων γυναικών, ξέρετε, ηθοποιοί μεγάλης ηλικίας είναι συνήθως καθηλωμένοι σε έναν συγκεκριμένο τρόπο παιξίματος, λιγότερο ευέλικτο. Αλλά και από πλευράς εννοιολογικής, ένα νεανικό σύνολο ηττημένων δημιουργεί, λόγω ακριβώς της ηλικίας του, μια άλλη επιφάνεια τριβής, πολύ πιο ενδιαφέρουσα από ό,τι ένα σύνολο γερόντων, που είναι ήδη ηττημένοι από τον χρόνο. Και επίσης, ένας άλλος λόγος για το νεαρό των ηλικιών είναι η μουσικότητα της γλώσσας στον χώρο. Μια μάζα νεανικών φωνών μπορεί να δώσει τελείως άλλη αίσθηση και στην κραυγή και στον λόγο, πολύ πιο δυναμική απ’ ό,τι οι γερασμένες φωνές.

Ναι μεν, αλλά ο Αισχύλος  αντίθετα απ’ τον Gotscheff  δεν τοποθέτησε καθόλου τυχαία γέροντες. Είναι αυτοί που θα μιλήσουν στην Άτοσσα για το μεγαλείο της αθηναϊκής πολιτείας.  Κι επιπλέον, κόπηκαν τα χορικά του θρήνου παρόλο που οι γυναίκες επιλέχτηκαν, λέει ο Gotscheff,  γι αυτόν ακριβώς τον λόγο…

Η μετάφραση του έργου άλλοτε ακουγόταν στρωτή κι άλλοτε σαν να μην είχε ρυθμό. Νιώθω ότι δεν ήταν όσο ποιητική θα’ πρεπε, αλλά πιθανώς να αδικήθηκε κι απ’ τον τρόπο με τον οποίο εκφερόταν ο λόγος.

Αφήνω για το τέλος την παραφωνία της Λένας Κιτσοπούλου στον πρόσθετο ρόλο του «τρελού» που ανοίγει και κλείνει την παράσταση. Κάκιστη παρουσία, κακή φωνή που γινόταν ακόμη χειρότερη με την προσθήκη του μικροφώνου και που τελικά έφτανε τσιριχτή στ’ αυτιά μας, αλαζονική υπόκριση. Είναι κρίμα να μην έχουν οι ηθοποιοί συναίσθηση των ορίων τους και του μεγέθους του κειμένου που καλούνται να υπηρετήσουν.

Πέρσες»του Αισχύλου

Μετάφραση: Ελένη Βαροπούλου

Διασκευή – Σκηνοθεσία: Ντίμιτερ Γκότσεφ

Σκηνικά – κοστούμια: Μαρκ Λάμμερτ

Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος

Φωτητική διδασκαλία: Ρηνιώ Κυριαζή

Δραματουργική συνεργασία: Έλενα Καρακούλη

A΄βοηθός σκηνοθέτη: Ανέστης Αζάς

Β΄βοηθός σκηνοθέτη:Ασπασία- Μαρία Αλεξίου

Βοηθός σκηνογράφου – ενδυματολόγου: Μαριαλένα Λαπατά

Διανομή:

Άτοσσα: Αμαλία Μουτούση

Δαρείος: Μηνάς Χατζησάββας

Ξέρξης: Νίκος Καραθάνος

Αγγελιαφόρος: Βασίλης Ανδρέου, Λαέρτης Βασιλείου, Γιώργος Γάλλος,Δημήτρης Ήμελλος, Νίκος Κουρής, Δημήτρης Παπανικολάου, Πρόδρομος Τσινικόρης

Ένα άλλο πρόσωπο: Λένα Κιτσοπούλου

Χορός: Στεφανία Γουλιώτη, Αλεξία Καλτσίκη, Κόρα Καρβούνη, Σύρμω Κεκέ, Ρηνιώ Κυριαζή, Εύη Σαουλίδου, Έλενα Τοπαλίδου

Advertisements

0 Responses to “Φεστιβάλ Αθηνών κι Επιδαύρου: «Πέρσες» του Αισχύλου.”



  1. Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s




Επισκεψιμότητα

  • 196,271 hits

Αρχείο


Αρέσει σε %d bloggers: