«Τζούλια» στο Nixon

 julia

Η παράσταση

Ένα απ’ τα συναρπαστικά πράγματα της τέχνης του θεάτρου είναι η δυνατότητα που δίνει τόσο στους δημιουργούς όσο και στους αποδέκτες, στο κοινό δηλαδή να «διαβάσουν» οι μεν και να «γευτούν» οι δε την εκάστοτε προσέγγιση ενός έργου. Κάποια έργα είναι πιο γενναιόδωρα ως προς αυτό. Η περίπτωση της «Δεσποινίδος Τζούλιας» του Στρίντμπεργκ ανήκει σ’ αυτήν την κατηγορία.

Αν και πάνω από 100 χρονών, (σ.σ το έργο γράφτηκε το 1888), εύκολα διαβλέπει κανείς τη μοντέρνα γραφή του Σουηδού δραματουργού ακόμα κι αν δεν την αποσπάσει απ’ το πλαίσιο της. Η «Δεσποινίς Τζούλια» είναι γνήσιο παιδί του νατουραλισμού αλλά και προάγγελος του σύγχρονου ψυχολογικού δράματος που τόσο πιστά  υπηρέτησε ο συγγραφέας της.

Ο Στρίντμπεργκ βασανιζόταν μια ολόκληρη ζωή από ένα ταξικό σύμπλεγμα κατωτερότητας. Ως γιος δούλας, ένιωθε πάντα κοινωνικά στιγματισμένος, ενώ παράλληλα και ίσως και εξαιτίας αυτού του γεγονότος, οι σχέσεις του με το άλλο φύλλο ήταν επίσης δύσκολες. Την εποχή μάλιστα που γράφει τη Τζούλια, ο γάμος του με τη Σίρι Φον Έσσεν δοκιμάζεται από μια σοβαρή κρίση.

Ο συνηθισμένος χώρος εξέλιξης του έργου είναι μια ζεστή βραδιά  της γιορτής του μεσοκαλόκαιρου όπου η Τζούλια έχοντας πιει πολύ ξεχνάει τους καλούς της τρόπους και περνάει τη νύχτα στην κουζίνα του αρχοντικού της παρέα με τον υπηρέτη της Ζαν με αυτοκαταστροφικές συνέπειες.

Το έργο 

Ο Δημήτρης Φοινίτσης επιχείρησε μια έξυπνη διασκευή του έργου. Καταρχήν, το μετέφερε τη σημερινή εποχή, σε κάποιο πλουσιόσπιτο της πρωτεύουσας που η κακομαθημένη κόρη πλήττει, μεθάει και συνευρίσκεται ερωτικά με τον υπηρέτη της τον Γιάννη, έναν οικονομικό μετανάστη. Η πρόθεση του σκηνοθέτη-διασκευαστή να «συνομιλήσει» με την πραγματικότητα της εποχής του είναι θεμιτή και σαφής

Επιπλέον, η παράσταση συνδυάζει θεατρικά με κινηματογραφικά στοιχεία.αφού η οθόνη στην αίθουσα του Nixon κάθε άλλο παρά διακοσμητικά λειτουργεί, άλλοτε προβάλλοντας σκηνές απ’ την κινηματογραφική μεταφορά της Τζούλιας  του 1951 (σκηνοθεσία: Alf Sjöberg), κι άλλοτε μεταφέροντας τη δράση απ’ το «σανίδι»στην οθόνη. Έτσι, στη σκηνή της ερωτικής τους συνεύρεσης αρχίζει ένα διπλή όψης παιχνίδι με το πρωταγωνιστικό ζευγάρι να είναι αγκαλιασμένο στο μεγάλο τραπέζι του σκηνικού και να κάνει έρωτα στην οθόνη. Λίγο μετά, ο διάλογος τους εναλάσσεται απ’ τον φυσικό στον κινηματογραφικό χώρο και τούμπαλιν κάνοντας έτσι το θέαμα να κινείται σε δύο επίπεδα μ’ έναν εξαιρετικά πρωτότυπο τρόπο.

Ο κινηματογράφος εκτός των προαναφερθέντων έρχεται να καλύψει και μια ακόμη ανάγκη της παράστασης: προβάλλονται όσα δεν βρίσκονται φυσικά στη σκηνή, όπως πχ το καναρίνι που θα σφαγιαστεί αργότερα, κουζινικά σκεύη, ποτήρια, μπουκάλια, αλλά και την υπηρέτρια που θα ξυπνήσει το επόμενο πρωί να συγυρίσει τις «αταξίες» της περασμένης νύχτας. Ο Γιάννης θα φορέσει τη στολή του σωφέρ για να πάει να υπηρετήσει τον κύριο του που επιτακτικά τον καλεί στο κινητό και η Τζούλια, ταπεινωμένη και ντροπιασμένη όσο ποτέ θα βάλει τέλος στη ζωή της κάτω απ’ το τραπέζι ενώ οι τίτλοι της έναρξης της κινηματογραφικής Τζούλιας θα πέφτουν καθώς προχωράμε στο φινάλε.

Η Ελευθερία Γεροφωκά κι ο Κρις Ραντάνοφ από τη  Βουλγαρία είναι απ’ τις πιο πετυχημένες σκηνικές μετενσαρκώσεις της Τζούλιας που έχω δει. Επιτέλους, μια παράσταση με ερμηνείες που αναδύουν  γλαφυρά το ζωώδες των δύο χαρακτήρων σε μια στιγμή που η λογική περισσεύει και το ένστικτο θριαμβολογεί!

Ο Κρις Ραντάνοφ είχε απόλυτη κυριαρχία των εκφραστικών του μέσων. Πέρασε με μεγάλη άνεση απ’ τον ρόλο του υποτακτικού υπηρέτη στον ρόλο του επιβήτορα και εξουσιαστή και ενδύθηκε και πάλι με επιτυχία τη στολή της «υποταγής» του αφού πρώτα έγινε ο ηθικός αυτουργός μιας προαναγγελθείσας αυτοκτονίας.

Η  Ελευθερία Γεροφωκά εμφανίστηκε με αέρα χολυγουντιανής ντίβας περασμένων δεκαετιών, χυμώδης, αυθάδης και προκλητική ως πλούσια γόνος που έχει μάθει να διατάζει και να την υπακούνε, γυναίκα βιασμένη σωματικά και ψυχικά μετά την ερωτική πράξη με τον υπηρέτη της, ανθρώπινο κουβαράκι κάτω απ’ το τραπέζι για να μην γίνει ο περίγελος του υπηρετικού προσωπικού, γενναία στο τέλος όχι μόνο απ’ τον φόβο του κοινωνικού διασυρμού, αλλά κι απ’ την αναπάντεχη εμφάνιση  μιας κοιμισμένης αυτοεπίγνωσης.

Τέλος, η επιλογή της παράστασης στο Nixon, έχει ένα ακόμα θετικό στοιχείο, αφού ο πραγματικός χώρος του bar με τη μουσική λειτουργεί ως τέλεια μουσική υπόκρουση για την  είσοδο της Τζούλιας που μπαίνει στη σκηνή μεθυσμένη ύστερα από μια βραδιά ξέφρενου γλεντιού.

 «Τζούλια»( πρωτότυπο κείμενο «Δεσποινίς Τζούλια του Α. Στρίντμπεργκ)

Απόδοση-διασκευή-σκηνοθεσία: Δημήτρης Φοινίτσης
Βίντεο: Αλίκη Πίτερσον
Φωτισμοί: Χριστίνα Θανάσουλα
Κοστούμια: Δημήτρης Πέτρου
Μουσική επιμέλεια: Δημήτρης Πάντσος
Επιμέλεια κίνησης: Νερίνα Ζάρπα
Βοηθός σκηνοθέτη: Βάσω Δημητρακοπούλου
Φωτογραφίες: Ερρίκος Ανδρέου

Ερμηνεύουν: Ελευθερία Γεροφωκά, Κρις Ραντάνοφ, Χαρίκλεια Μπέλλο

Χώρος: Screening Room , Bar Nixon, Αγησιλάου 61Β, Κεραμεικός
Τηλ: 210 3462077
Μέχρι τις 27 Δεκεμβρίου 2009
Ημέρες παραστάσεων: Πέμπτη-Σάββατο 21.00, Κυριακή 20.00

Advertisements

1 Response to “«Τζούλια» στο Nixon”


  1. 1 anastasios simerakis Φεβρουαρίου 10, 2010 στο 8:32 πμ

    symfwnw, poly endiaferousa douleia, ananewtikh gia ena ergo palio.


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s




Επισκεψιμότητα

  • 195,839 hits

Αρχείο


Αρέσει σε %d bloggers: