«Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ» στο Απλό θέατρο

Το έργο

Το πρωτοδιάβασα στα 18 μου και το είδα στο θέατρο Τέχνης απ’ τον  Μίμη Κουγιουμτζή  που είχε και την ευθύνη της σκηνοθεσίας και την Ρένη Πιττακή κάπου στα μέσα της δεκαετίας του ΄90.

Την περασμένη βδομάδα ήταν η δεύτερη φορά που το έβλεπα στο θέατρο και νομίζω η πρώτη που συνειδητοποίησα πόσο πρέπει να σόκαρε ο Άλμπι το 1962 το αμερικανικό κοινό τραβώντας τους βίαια την κουρτίνα που αποκάλυπτε μιαν άλλη πραγματικότητα  πέρα από κοινωνικές συμβατικότητες και μικροαστισμούς.

Πίσω από ένα καθωσπρέπει για τον έξω κόσμο ζευγάρι, κρύβεται δυστυχία και πόνος. Ο ευηπόληπτος καθηγητής κι η κόρη του Πρύτανη συνυπάρχουν εδώ και 20 χρόνια «τρώγωντας» ο ένας τα κομμάτια του άλλου  βοηθούντος και του αλκοόλ. Αυτή η ανελέητη λεηλασία των ψυχών τους, το μελανό σημείο της σχέσης τους με το παιδί που τόσο επιθυμούσαν και ποτέ δεν ήρθε, η επινόηση ενός φανταστικού κόσμου για να δραπετεύουν απ’ την φοβερή τους πραγματικότητα, τα συμφέροντα, οι προσδοκίες κι οι ματαιώσεις συνθέτουν το συνταρακτικό αριστούργημα του Έντουαρντ Άλμπι που είδε το φως στις 13 Οκτωβρίου του 1962 στη Νέα Υόρκη στο θέατρο Billy Rose Theater και για το οποίο την ίδια χρονιά ο συγγραφέας απέσπασε το βραβείο Τόνυ.

Τέσσερα είναι όλα κι όλα τα πρόσωπα αυτού του σπαρακτικού έργου. Η δράση ξεκινάει στις 2 το πρωί στο σπίτι της Μάρθας και του Τζωρτζ και φτάνει μέχρι την αυγή.  Ο Τζωρτζ είναι καθηγητής ιστορίας και παντρεμένος εδώ και 20 χρόνια με τη Μάρθα την κόρη του Πρύτανη του πανεπιστημίου στο οποίο διδάσκει. Μετά από μια δεξίωση που έδωσε ο πρύτανης, το ζευγάρι επιστρέφει σπίτι ελαφρώς μεθυσμένο κι έχοντας προσκαλέσει για ένα ακόμη ποτό τον Νικ- νεοφερμένο καθηγητή Βιολογίας- και τη γυναίκα του Χάνυ. Το αλκοόλ ρέει άφθονο, τα ποτήρια γεμίζουν πριν καλά- καλά αδειάσουν και ο Τζωρτζ με τη Μάρθα ξεσκίζουν τις σάρκες και τις ψυχές τους μπροστά στα έκπληκτα μάτια των καλεσμένων τους.

Η παράσταση

Ο Αντώνης Αντύπας είναι τυχερός γιατί δουλεύει με καλούς κι έμπειρους ηθοποιούς. Το λέω αυτό γιατί το αποτέλεσμα των σκηνοθεσιών του τα τελευταία χρόνια  δημιουργεί την εντύπωση ότι απλώς τοποθετεί χωροταξικά τους ηθοποιούς του κι αφήνει το έργο να κυλίσει. Ίσως βέβαια αυτό να συνιστά μια εμμονή σε θέατρο λίγο παλαιότερου τύπου όπου κυριαρχεί η ερμηνεία της πρότασης (της σκηνοθετικής εννοώ).  Ομολογώ ότι πήγα στην παράσταση ελαφρώς μουδιασμένη και ο βασικός κινητήριος μοχλός υπήρξε το ίδιο το έργο. Η αλήθεια είναι βέβαια πως το συγκεκριμένο έργο βασίζεται κατά κύριο λόγο στις ερμηνείες και ειδικά σ’ αυτές των ηθοποιών που ενσαρκώνουν τον Τζωρτζ και τη Μάρθα. Ευτυχώς λοιπόν αυτές ξεπέρασαν τις προσδοκίες μου.

Ο Καταλειφός κι η Οικονομίδου είναι παλιοί γνωστοί στο σανίδι ήδη απ’ την εποχή του Εμπρός. Αυτή λοιπόν η θεατρική τους προϋπηρεσία σε συνδυασμό με την συνεργασία τους τα τελευταία χρόνια στη σκηνή του Απλού θεάτρου, συγκαταλέγεται στα θετικά τους. Αναμφίβολα, ο ένας είναι απόλυτα εξοικειωμένος με τους υποκριτικούς κώδικες του άλλου κι έτσι σκηνικά μπορούν να επικοινωνούν με φυσικό τρόπο.

Τόσο ο ένας, όσο και η άλλη είναι ηθοποιοί με ιδιαίτερο υποκριτικό στίγμα που πολλές φορές ξεπερνά τα όρια και γίνεται μανιέρα. Ο Άλμπι με το έργο του, τους έδωσε βήμα να ξεπεράσουν τους εαυτούς τους. Η σκηνκή τους σύγκρουση υπήρξε τόσο τέλεια, ξεκινώντας σαν καλοφτιαγμένη σύνθεση από χαμηλά για να κορυφωθεί, να γίνει σπαρακτική και να καταλαγιάσει στο τέλος. Η Οικονομίδου ιδιαιτέρως, μπορεί να περηφανεύεται για τη Μάρθα που έπλασε  με όλο της το είναι.

Οι ρόλοι του Νικ και της Χάνυ είναι συνήθως δευτερεύοντες, αφού το βάρος δίνεται όπως είπαμε στους πρωταγωνιστές. Ωστόσο, αν διαβάσει κανείς καλά το έργο, θα διαπιστώσει ότι αυτό το νεαρο κι ανυποψίαστο ζευγάρι είναι εν δυνάμει ο Τζωρτζ κι η Μάρθα πριν από 20 χρόνια. Γεμάτοι όνειρα, νιόπαντροι, με επιθυμίες για καριέρα και παιδιά, θα δουν σ’ ένα βράδυ την εικόνα της μελλοντικής τους ζωής. Ο Αλέξανδρος Μπουρδούμης είναι ακόμα σκηνικά άπειρος κι υπήρξαν πολλές φορές που αισθανόμουν ότι γινόμουν κοινωνός της αμηχανίας του. Η Σωτηρία Ρουβολή, αντίθετα, ήταν πολύ άμεση ερμηνεύοντας την δειλή αλλά υστερική Χάνυ που σε μια βραδιά ξεπερνά τα προσωπικά της όρια.

Η μουσική της Καραΐνδρου ειδικά για την παράσταση ήταν όπως πάντα αξιόλογη. Τα σκηνικά και τα κοστούμια της Μαγιού Τρικερώτη τα βρήκα συντηρητικά και χωρίς έμπνευση, ενώ ο φωτισμός υπήρξε εντελώς διεκπεραιωτικός. Επιπλέον, τη φωνητική διαμόρφωση (;) και την επιμέλεια κίνησης, δεν τις διέκρινα καθόλου κι αναρωτιέμαι και για τον λόγο της ύπαρξης τους…

Συμπερασματικά, θα έλεγα ότι η παράσταση διασώζεται χάρη στο έργο και τις ερμηνείες, αφού σαν πρόταση δεν έχει να πει τίποτα καινούργιο.

«Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ» του Έντουαρντ Άλμπι

Απλό θέατρο- Κεντρική σκηνή

Μετάφραση: Τζένη Μαστοράκη
Σκηνοθεσία: Αντώνης Αντύπας
Σκηνικά-Κοστούμια: Μαγιού Τρικεριώτη
Μουσική: Ελένη Καραΐνδρου
Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος
Φωνητική Διαμόρφωση: Ρηνιώ Κυριαζή
Επιμέλεια Κίνησης: Πέρσα Σταματοπούλου

Διανομή:

Τζωρτζ: Δημήτρης Καταλειφός

Μάρθα: Ράνια Οικονομίδου

Νικ: Αλέξανδρος Μπουρδούμης

Χάνυ: Σωτηρία Ρουβολή

Advertisements

3 Responses to “«Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ» στο Απλό θέατρο”


  1. 1 ψουξ Φεβρουαρίου 22, 2010 στο 6:36 μμ

    και πότε είχε να πει κάτι καινούριο μια σκηνοθεσία του Αντύπα;…..αυτά τα τα έργα είναι (τώρα πια) για να σώζονται οι «σοβαροί» σκηνοθέτες κ τ΄αντίστοιχα επιχορηγούμενα θέατρα τους με χαμηλά εργατικά σε περιτύλιγμα «κλασσικού» ρεπερτορίου…… έτσι νομίζω μην είμαστε κ απόλυτοι 🙂

  2. 2 Αλεξία Τζαμικόσογλου Φεβρουαρίου 26, 2010 στο 11:23 μμ

    @ψουξ

    υπάρχουν και χειρότερα! Ο Αντύπας μπορεί να μην είναι πολύ σπουδαίος σκηνοθέτης, αλλά στήνει καλές δουλειές- αυτό οφείλω να το αναγνωρίσω.

  3. 3 ψουξ Μαρτίου 1, 2010 στο 5:51 μμ

    @Αλεξία Τζαμικόσογλου

    Φυσικά και υπάρχουν πολλοί χειρότεροι…Συμφωνώ.
    τουλάχιστον αυτός δεν «σκηνοθετεί»
    ….διαλέγει καλούς ηθοποιούς κ έργα που δεν χρειάζονται τίποτα άλλο εκτός από καλούς ηθοποιούς…και τους προσφέρει χωροταξία και μισθό.

    απλά βαριέμαι τώρα πια να βλέπω δουλειές του
    γιατί περνάω μια περίοδο που προτιμώ να προσπαθώ να δω Ζωντανό Θέατρο (εστω κ με μέτριους ηθοποιούς) παρά καλούς σε Δεδομένα Περιβάλλοντα.

    δεν βαριέσαι όμως …
    όπως το είπες…. αν αρχίζαμε να μιλάμε για τους χειρότερους …τότε θα εκτιμούσαμε περισσότερο αυτό που κάνει.

    καλησπέρα


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s




Επισκεψιμότητα

  • 195,843 hits

Αρχείο


Αρέσει σε %d bloggers: