«Ο Βυσσινόκηπος» στην Οδό Κεφαλληνίας

Το έργο

Υπάρχουν δυο τουλάχιστον έργα που με συγκινούν βαθύτατα για τον τρόπο με τον οποίο καταλήγουν. Τα τελευταία λόγια που βάζει ο συγγραφέας στο στόμα κάποιου προσώπου συμπυκνώνουν όλο το πνεύμα του έργου και καταδεικνύουν τη μαεστρία του να κλείσει αριστοτεχνικά το δημιούργημα του.  Ένα απ’ αυτά τα έργα, είναι «ο Βυσσινόκηπος».

« Ο Βυσσινόκηπος» είναι το κύκνειο άσμα του Τσέχωφ. Το έγραψε το 1904- τη χρονιά που πέθανε – και σ’ αυτό επανέλαβε τα μοτίβα που είχε χρησιμοποιήσει στο παρελθόν στα άλλα του έργα και που τόσο αγαπούσε: τη ρώσικη επαρχία, την πλήξη, την αλλαγή του πολιτικοκοινωνικού συστήματος της Ρωσίας τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα. Στον «Βυσσινόκηπο» ο Τσέχωφ συνόψισε  ό, τι έζησε κι αφουγκράστηκε στη σύντομη ζωή του∙ ό, τι είδε, παρατήρησε, ότι προαισθάνθηκε πως θα συμβεί. Για μια ακόμη φορά, επάνδρωσε το έργο του με ανθρώπους μιας χώρας που γερνάει και μιας τάξης που αργοσβήνει, αλλά άφησε μια τελευταία ελπίδα πλάθοντας τον χαρακτήρα του διανοούμενου Τροφίμωφ. « […] ο παππούς σας, ο προπάππος σας κι όλοι οι πρόγονοί σας ήταν τσιφλικάδες που είχαν δούλους ιδιοκτησία τους. Ζωντανές ψυχές. Δεν σας φαίνεται ότι πίσω απ’ το κάθε βύσσινο, πίσω απ’ το κάθε φυλλαράκι, πίσω απ’ το κάθε κλαδί σας κοιτάει έν’ ανθρώπινο πλάσμα, ότι μπορεί τάχα ν’ άκουσες τη φωνή τους; Αυτό είναι τρομερό. Ο κήπος σας είναι τρομερός. Κι όταν τη νύχτα περνάς από κει, η παλιά φλούδα των δέντρων αντιφεγγίζει θαμπά και θαρρείς πως οι βυσσινιές βλέπουν στον ύπνο τους κι ονειρεύονται εκείνα που έγιναν πριν εκατό-διακόσα χρόνια και αυτές οι οπτασίες τις τυραννούνε. Η σκλαβιά των ζωντανών ψυχών. Η δουλοπαροικία. Μέσα απ’ το θεσμό αυτό γίνατε όλοι σας άλλοι άνθρωποι και τώρα η μητέρα σας, ο θείος σας, εσείς, δεν καταλαβαίνετε πως αν ζείτε, αυτό το χρωστάτε σ’ άλλους, ζείτε εις βάρος άλλων, εις βάρος εκείνων των ανθρώπων που δεν τους αφήνετε ούτε στο κατώφλι σας να πλησιάσουν [… ]‘Εχουμε μείνει πίσω τουλάχιστο διακόσια χρόνια, δεν έχουμε απολύτως τίποτα, δεν ξεκαθαρίσαμε τις σχέσεις μας με το παρελθόν. Το μόνο που κάνουμε είναι να φιλοσοφούμε, να παραπονιόμαστε πως η ζωή είναι πληχτική, ή να πίνουμε βότκα. Κι όμως είναι ολοφάνερο πως για ν’ αρχίσουμε να ζούμε σήμερα, πρέπει να εξιλεωθούμε από το παρελθόν μας, να το ξεπεράσουμε και μπορούμε να εξιλεωθούμε μονάχα αν κοπιάσουμε με αδιάκοπη και σκληρή δουλειά.»

Κάπου διάβαζα ότι στον «Βυσσινόκηπο» δεν υπάρχει ένα βασικό  πρόσωπο, αλλά πρωταγωνιστής είναι ο ίδιος ο κήπος για τον οποίο πολύς λόγος γίνεται απ’ την αρχή ως το τέλος του έργου. Οι άνθρωποι στον «Βυσσινόκηπο» είναι βασανισμένα πλάσματα που περιφέρονται σαν μικρές μαριονέτες που κινούνται ανυποψίαστες απ’ τα νήματα των εξελίξεων που κυοφορούνται.

Οι χαρακτήρες που στήνει ο Τσέχωφ  είναι πλάσματα που βιώνουν κάποια ματαίωση. Η Λιούμπωφ θρηνεί τον μεγάλο έρωτα που την απογοήτευσε στο Παρίσι, ο αδερφός της Γκάγεφ είναι ο αριστοκράτης που ξαφνικά βρίσκεται σε δύσκολη θέση και δεν ξέρει πώς να το αντιμετωπίσει πέρα απ’ το να φλυαρεί αδιάκοπα∙ ένας άνθρωπος που έχει μάθει να τον φροντίζουν σ’ όλη του τη ζωή που στην πραγματικότητα δεν είναι σε θέση να κάνει τίποτα εκτός ίσως απ’ το να παρευρεθεί στον πλειστηριασμό για το πατρογονικό του κτήμα, αλλά κι εκεί προσέρχεται με δανεικά χρήματα. Ο Λοπάχιν έχει τη δύναμη του χρήματος, αλλά η ψυχή του φέρει ακόμα σημάδια των δούλων προγόνων του. Ο  Επιχόντοφ αποζητά εις μάτιν τον έρωτα της Ντουνιάσα, ενώ εκείνη  είναι μια φαντασμένη υπηρέτρια που μιμείται κακότεχνα τρόπους μεγαλοκυρίας και φλερτάρει ψάχνοντας να επιβεβαιωθεί μέσα απ’ τα μάτια ενός άντρα. Ο Γιάσα – το αντικείμενο του πόθου της-  μισεί τη ζωή στη ρώσικη επαρχία και θεωρεί το Παρίσι ως τον μοναδικό επίγειο παράδεισο. Ο Πίστσικ διαρκώς ψάχνει να δανειστεί χρήματα, η Σαρλότα είναι μια περιπλανώμενη ταχυδακτυλουργός καταδικασμένη να μην έχει πατρίδα, η Άνια αρχίζει ουσιαστικά να ενηλικιώνεται μετά την απώλεια του Βυσσινόκηπου. Σ’ αυτό ήδη έχει συμβάλλει βέβαια η μύηση της απ’ τον Τροφίμωφ.  Η ψυχοκόρη Βάρια δεν μπορεί ν’ αποτινάξει από πάνω της ό, τι πιθανώς θα στιγμάτιζε την αψεγάδιαστη και καθωσπρέπει εικόνα της προκειμένου να παραδεχθεί τον έρωτα της για τον Λοπάχιν.

Ο Φιρς, ένας υπέργηρος υπηρέτης, είναι η τραγικότερη φιγούρα του έργου. Είναι αυτός που έμαθε να είναι υπηρέτης όλη του τη ζωή. Αντιλαμβάνεται πλήρως τον ξεπεσμό των αφεντικών του, αφουγκράζεται τα επερχόμενα, είναι το τραγικό φινάλε «Φύγανε. Εμένα με ξεχάσανε… […] Πέρασε η ζωή…πάει…Σαν να μην έζησα…»

Η παράσταση

Η παράσταση του Στάθη Λιβαθινού είχε αρκετές ευαίσθητες στιγμές. Ωστόσο, όσοι πήγαν να δούνε κάτι ανάλογα μ’ αυτό που έκανε στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου πριν από λίγα χρόνια, υποθέτω πως θα απογοητεύτηκαν. Φυσικό είναι. Οι μεγάλες στιγμές δύσκολα επαναλαμβάνονται. Επιπλέον, ο Λιβαθινός εδώ δεν είχε όλη του την ομάδα, αλλά μικρό μέρος αυτής καθώς και ηθοποιούς που είναι χρόνια στο θέατρο, όπως η Μπέτυ Αρβανίτη, ο Φέρτης, ο Γαλανάκης και που δύσκολα θα προσαρμοζόντουσαν σε όλες τις απαιτήσεις του σκηνοθέτη.

Ο Λιβαθινός έχει εξαιρετική γνώση του ρώσικου θεάτρου και των σκηνικών ρυθμών. Προσπάθησε να αξιοποιήσει τη μικρή και με ελάχιστες δυνατότητες του θεάτρου Κεφαλληνίας. Πολύτιμος αρωγός του η Ελένη Μανωλοπούλου που βρήκε τρόπο ν’ αξιοποιήσει τις κολώνες της σκηνής κάνοντας τες βιβλιοθήκη. Οι φωτισμοί ήταν εξαιρετικοί κι απέδιδαν την ατμόσφαιρα, η μουσική επίσης καθώς και η μετάφραση προσεγμένη ως την τελευταία της λεπτομέρεια.

Απ’ τη διανομή θα ξεχωρίσω την εξαιρετική Πηνελόπη Μαρκοπούλου στον ρόλο της Ντουνιάσα (επιτέλους μια υπηρέτρια που κλέβει την παράσταση! )που κατά τη γνώμη μου είναι το απ’ τις πιο αισθησιακές, αισθαντικές και πολύ ταλαντούχες ηθοποιούς της γενιάς της και τον Κώστα Ζαχαράκη που είχε όλη την προσωπικότητα, το μεγαλείο και την τραγικότητα ενός υπηρέτη παλαιάς γενιάς.

Δύο επίσης και οι σκηνές που ανύψωσαν την παράσταση και τον σκηνοθέτη, ο στρατιωτικός χαιρετισμός του Λοπάχιν όταν εξέρχεται του σπιτιού έχοντας μόλις ανακοινώσει ότι είναι ο νέος ιδιοκτήτης και το φινάλε του Φιρς που χάνεται στην αιώρα σαν το βρέφος που γυρίζει στη μήτρα της μάνας του, στη μάνα –γη.

Περισσότερα ιστορικά στοιχεία για τον Βυσσινόκηπο, είχα γράψει εδώ

«Ο Βυσσινόκηπος» του Άντον Τσέχωφ

Θέατρο της Οδού Κεφαληνίας

Μετάφραση: Χρύσα Προκοπάκη

Σκηνοθεσία: Στάθης Λιβαθινός

Σκηνικά-Κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου

Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου

Μουσική: Θοδωρής Αμπαζής

Χορογραφία: Κωνσταντίνος Μίχος

Βοηθός σκηνοθέτη: Μάρκος Τσούμας

ΠΑΙΖΟΥΝ: Μπέττυ Αρβανίτη, Γιάννης Φέρτης, Κώστας Γαλανάκης, Στέλιος Ιακωβίδης, Βασίλης Καραμπούλας, Πηνελόπη Μαρκοπούλου, Δημοσθένης Παπαδόπουλος Τζίνη Παπαδοπούλου, Δημήτρης Παπανικολάου, Μαρία Σαββίδου, Μαρίνα Συμεού, Άρης Τρουπάκης

Advertisements

2 Responses to “«Ο Βυσσινόκηπος» στην Οδό Κεφαλληνίας”


  1. 1 μαρια Αναγνωστοπουλου Μαρτίου 15, 2010 στο 11:54 πμ

    Πιστεύω ότι ο Βυσσινόκηπος μαζί με τον Θείο Βάνια είναι τα καλύτερα έργα του Τσέχωφ, αλλά η συγκεκριμένη παράσταση με απογοήτευσε. Το πρόσωπο της κυρίας Αρβανίτη μια μάσκα, ο Δημοσθένης Παπαδόπουλος πάλι, ένας εξαιρετικός ηθοποιός, δε μπορούσε να αποδώσει το εύρος του Λιοπάχιν. Οι υπόλοιποι νέοι ηθοποιοί, αδύναμοι. Ο Γιάννης Φέρτης και ακόμα περισσότερο ο Κώστας Γαλανάκης (και όχι Ζαχαράκης!) ήταν αυτοί που θύμιζαν στον θεατή ότι έβλεπε Τσέχωφ. Η Σόνια της Τζίνης Παπαδοπούλου καλή επίσης.Τα σκηνικά εντυπωσιακά, αλλά μπούκωναν ακόμα περισσότερο τη μικρή σκηνή.Πολλοί θεατές δεν είχαν καλή ορατότητα και πολλά πράγματα χάνονταν.΄Οσο για τους φωτισμούς εγώ ΄πιστεύω ότι μόνο στην πρώτη και την τελευταία σκηνή απόδωσαν το πνεύμα του έργου, αυτή τη βαθιά νοσταλγικότητα και επιθυμία για έναν καλύτερο κόσμο. Τα έργα του Τσέχωφ περιέχουν τόση ανθρωπιά κι αγάπη για το δύστυχο γένος των ανθρώπων, έχουν τόση ποιητικότητα και εύρος οι λέξεις του, τόσο λεπτό σαρκασμό! ΄Οσον αφορά δε τον εκωφαντικό θόρυβο που κάνουν τα δένδρα του Βυσσινόκηπου όταν πέφτουν υποδηλώνοντας το μέλλον που έρχεται ακάθεκτο, πνίγηκε μέσα στον συρφετό από τις βαλίτσες των ηρώων.

  2. 2 Αλεξία Τζαμικόσογλου Μαρτίου 15, 2010 στο 12:06 μμ

    @μαρία Αναγνωστοπούλου

    Πολύ σωστά, Γαλανάκης! Ο δαίμων του τυπογραφείου που θα σας έλεγα αν είμασταν σε εφημερίδα…
    Ευχαριστώ για τη διόρθωση. Σπεύδω να αποκαταστήσω το όνομα του πολύ καλού Κώστα Γαλανάκη(ευτυχώς τον ανέφερα σωστά πιο κάτω στη διανομή)και στο κείμενο.
    Σας ευχαριστώ!


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s




Επισκεψιμότητα

  • 196,289 hits

Αρχείο


Αρέσει σε %d bloggers: