«Η τελευταία μαγνητοταινία του Κραπ» απ’ τον Robert Wilson

Έχουν περάσει ήδη δυο βδομάδες και δεν έχω προλάβει να γράψω ούτε λέξη για την παράσταση που έδωσε ο Bob Wilson στην Αθήνα με το μονόλογο του Μπέκετ «Η τελευταία μαγνητοταινία του Κραπ».

Στις 15 Μαρτίου του 1958, ο Μπέκετ έγραψε ένα γράμμα σ’ έναν βιβλιοπώλη στο Λονδίνο λέγoντας του ότι είχε τέσσερα δακτυλογραφημένα γραπτά με πολλές σημειώσεις, διορθώσεις και μουντζούρες ενός σύντομου μονολόγου που είχε γράψει στα αγγλικά για τον Pat Magee. Η σύνθεση του κειμένου είχε προκύψει από μαγνητοταινίες κι έτσι δεν υπήρχε χειρόγραφο.

Το έργο εκδόθηκε το καλοκαίρι του 1958 στη λογοτεχνική επιθεώρηση «Evergreen Review» και στη συνέχεια κυκλοφόρησε απ’ τον εκδοτικό οίκο Faber με τον τίτλο «Η τελευταία μαγνητοταινία του Κραπ και τ’ αποκαΐδια» (Krapp’s Last Tape and Embers το 1959. Έναν χρόνο αργότερα εκδίδεται εκ νέου απ’ τον οίκο Grove ως «Η τελευταία μαγνητοταινία του Κραπ κι άλλα έργα» (Krapp’s Last Tape and Other Dramatic Pieces)  Ο Μπέκετ μετέφρασε ο ίδιος το έργο του στα γαλλικά και κυκλοφόρησε στις 4 Μαρτίου του 1959 από τα Les Lettres Nouvelles με τίτλο «Η τελευταία μαγνητοταινία» ( La Dernière Bande).

Ο Κραπ είναι ένας ηλικιωμένος κύριος που κάθε βράδυ διηγείται τη μέρα που πέρασε ηχογραφώντας την σε μαγνητόφωνο. Με  άλλα λόγια κρατάει ένα είδος ηχητικού ημερολογίου. Τη μέρα των 70 του γενεθλίων μια παρόρμηση της στιγμής τον σπρώχνει ν’ ακούσει μια μαγνητοταινία απ’ το παρελθόν και συγκεκριμένα απ’ τη χρονιά που αποτέλεσε σταθμό στη μετέπειτα ζωή του. Βυθίζεται λοιπόν στη φωνή του απ’ το παρελθόν ∙ γι’ αυτόν είναι μια ξένη φωνή. Ανατρέχει ακόμα και στο λεξικό προκειμένου να βρει τις περίπλοκες λέξεις που χρησιμοποιούσε στην αφήγηση του άλλοτε. Καθώς ακούγεται η φωνή αυτού του «άλλου», η ταινία φτάνει στο σημείο της μεγάλης ενόρασης, της στιγμής που τότε του είχε φανεί σαν αποκάλυψη, σαν θησαυρός για τη μέρα που θα συμπληρωνόταν το σπουδαίο του έργο. Αρνείται να το ακούσει. Αντίθετα, το ενδιαφέρον του κεντρίζει η περιγραφή μιας ερωτικής σκηνής στη λίμνη. Η μόνη του ευτυχισμένη στιγμή. Η στιγμή που θυσίασε όμως για μια αποτυχημένη τελικά καριέρα. Ο Κραπ έγινε συγγραφέας, αλλά πούλησε ελάχιστα αντίτυπα του βιβλίου του.  Βιώνει και πάλι τη μεγάλη του απόφαση ν’ απαρνηθεί τον έρωτα για τη συγγραφική του καριέρα, θρηνεί σχεδόν για την απόφαση ανάμεσα στο μεγάλο ναι και το μεγάλο Όχι. Εκείνος αποφάσισε το δεύτερο και κάνει τώρα τον απολογισμό του. «Μπορεί τα καλύτερα χρόνια της ζωής να πέρασαν», λέει. «Δεν θα’ θελα όμως να ξαναγυρνούσαν. Όχι μ’ αυτή τη φλόγα που έχω τώρα μέσα μου. Όχι, δεν θα’ θελα να ξαναγυρνούσαν».

Κι ενώ κοιτάζει ασάλευτος το κοινό κι η ταινία ξετυλίγεται σιωπηλά, πέφτει η αυλαία.

Ειπώθηκε ότι το έργο είναι αυτοβιογραφικό του ίδιου του Μπέκετ. Σε τέτοιες περιπτώσεις και ειδικά όταν ο συγγραφέας όντας εν ζωή δεν έχει ούτε διαψεύσει ούτε επιβεβαιώσει, η αλήθεια παραμένει μετέωρη. Ο Μπέκετ βέβαια είναι πεθαμένος εδώ και χρόνια και το ερώτημα- αν και καθόλου σημαντικό κατά την γνώμη μου για την καλλιτεχνική του ποιότητα τελικά -δεν έχει λυθεί.  

Το σπουδαίο γεγονός παραμένει το ίδιο το κείμενο.

Έχω πολλές φορές γράψει πόσο θαυμάζω τον Μπέκετ και πόσο σημαντικό θεωρώ το έργο του. Όσο κι αν φαίνεται ακαταλαβίστικος ο τρόπος που περνάει το θέατρο του σπουδαίου Ιρλανδού στο κοινό, πρόκειται για έργο στο σύνολο του Τεράστιο και βαθιά σπαρακτικό. Η αγωνία του ανθρώπου για τον θάνατο, τα μεγάλα ερωτήματα, ή ο εκφυλισμός της γλώσσας, η κίνηση του σώματος, η ακινησία. Το θέατρο του Μπέκετ αποκρυσταλλώνει όλη τη θεατρική παραγωγή του 20ου αιώνα.

Η προσέγγιση του πολύ σημαντικού καλλιτέχνη Μπομπ Ουίλσον στο έργο του Μπέκετ  συνιστά  πολύτιμη θεατρική εμπειρία.

Ο ήχος της παράστασης αξεπέραστος. Νομίζω πως η εισαγωγή του έργου με τη βροχή, το φως που τρεμόπαιζε και τη φιγούρα του Ουίλσον στη σκηνή ήταν απ’ τα πιο εντυπωσιακά πράγματα που έχω δει στο θέατρο στα 20 σχεδόν χρόνια που παρακολουθώ συστηματικά.

Ο ίδιος ερμήνευσε συγκλονιστικά την περσόνα του Κραπ με εντελώς αφαιρετικό αλλά και τόσο ουσιαστικό τρόπο. Οι άηχες κραυγές του ήταν σπαρακτικές κι αγωνιώδεις.

Η ματιά του ήταν κοντινότερη από ποτέ στην  ερμηνεία που έχει δώσει ο μεγάλος θεωρητικός Μάρτιν Έσσλιν: ολόκληρο το έργο του Μπέκετ είναι μια προσπάθεια να ονομάσει το ακατονόμαστο.  Πρέπει να μιλώ, ο,τιδήποτε κι αν αυτό σημαίνει. Αφού δεν έχω τίποτα να πω, αφού δεν έχω άλλες λέξεις παρεκτός τις λέξεις των άλλων, πρέπει να μιλώ…»

«Η τελευταία μαγνητοταινία του Κραπ» – Σάμουελ Μπέκετ
Αττική Πολιτιστική Εταιρεία

Πολιτιστικό Κέντρο Ελληνικός Κόσμος 8 και 9 /5/2010

Ερμηνεία, Σκηνοθεσία, Σκηνογραφία και Σύλληψη Φωτισμού:
Robert Wilson

Σχεδιασμός Κοστουμιών και συνεργάτης σκηνογραφίας: Yashi Tabassomi
Σχεδιασμός Φωτισμού: A.J. Weissbard
Σχεδιασμός Ήχου: Peter Cerone / Jesse Ash
Συνεργάτης Σκηνοθεσίας και Διεύθυνση σκηνής: Sue Jane Stoker
Διευθυντής σκηνής στην περιοδεία: Sara Thaiz Bozano
Βοηθός σκηνοθεσίας: Charles Chemin
Βοηθός σχεδιασμού φωτισμού: Xavier Baron
Τεχνικός Διευθυντής: Amerigo Varesi
Επίβλεψη Φωτισμού: Aliberto Sagretti
Υπεύθυνος τεχνικών σκηνής: Antonio Verde
Τεχνικός Ήχου: Guillaume Dulac
Μακιγιάζ: Mariarita Parisi

Advertisements

1 Response to “«Η τελευταία μαγνητοταινία του Κραπ» απ’ τον Robert Wilson”


  1. 1 anastasia Μαΐου 20, 2010 στο 9:35 μμ

    έχω μετανιώσει που δε το είδα… και με την περιγραφή σου μετάνιωσα ακόμα περισσότερο…


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s




Επισκεψιμότητα

  • 196,279 hits

Αρχείο


Αρέσει σε %d bloggers: