«Ο θάνατος του Δαντόν» στη Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών

Στο πολιτικό θέατρο ελλοχεύει πάντα ο κίνδυνος να χαθεί η ισορροπία ανάμεσα στο ιστορικό γεγονός και το δραματικό κείμενο. Επιπλέον, απαιτείται απ’ τον θεατή μεγάλη προσήλωση καθώς και γνώση της πραγματικής ιστορίας. Δεν μπορεί ν’ αγνοείς την ιστορία της Γαλλικής επανάστασης, την ύπαρξη του Μαρά (παραπέμπω στο θεατρικό έργο «Η Δολοφονία του Μαρά») ή του Δαντόν επί του προκειμένου, όταν το έργο είναι σχετικό, γιατί αλλιώς δεν είσαι σε θέση να κατανοήσεις τον δρόμο που διήνυσε το ιστορικό γεγονός για ν’ ανέβει στο θεατρικό σανίδι.

Ο ίδιος ο Μπύχνερ έλεγε ότι «Ο ποιητής δεν είναι τίποτε άλλο από έναν ιστορικό, αλλά στέκεται πάνω από τον τελευταίο, γιατί δημιουργεί ιστορία για δεύτερη φορά. Αντί να μας τη διηγείται στεγνά, μας μεταφέρει στη ζωή της εποχής. Μας δίνει χαρακτήρες αντί για χαρακτηριστικά και πραγματικούς ανθρώπους αντί για περιγραφές».

Εύκολα όμως μπορεί ν’ αναρωτηθεί κανείς τι ώθησε έναν νεαρό (σ.σ ο Μπύχνερ γράφει το έργο το 1835 σε ηλικία μόλις 22 χρόνων και δύο χρόνια πριν πεθάνει) να γράψει ένα ολόκληρο έργο με βασικό θέμα τις τελευταίες μέρες ενός μεγάλου πρωταγωνιστή της Γαλλικής Επανάστασης.

Η απάντηση θα μπορούσε ν’ αναζητηθεί απ’ τη μια στην κοινωνικοπολιτική κατάσταση της Γερμανίας  κατά το πρώτο ήμισυ του 19ου αιώνα με τον διάχυτο επαναστατικό αναβρασμό που θύμιζε προ-επαναστατική Γαλλία κι απ’ την άλλη στην ιδεολογική ταύτιση που πιθανώς έβρισκε ο Μπύχνερ με το πρόσωπο του Δαντόν.

Την εποχή που γράφεται το έργο, ο Μπύχνερ βρίσκεται απομονωμένος σ’ ένα πανεπιστήμιο μιας Γερμανικής επαρχίας, νιώθοντας απόγνωση κι αποξένωση απ’ τους αλλοτινούς του συντρόφους- σαν τον ήρωα του δηλαδή.

«Ο θάνατος του Δαντόν» είναι  η ματιά του Μπύχνερ στη Γαλλική Επανάσταση μέσα από την ιδεολογική αναμέτρηση των πρωτεργατών της Δαντόν και Ροβεσπιέρου σε μια κρίσιμη ιστορική στιγμή: ο γαλλικός λαός εξακολουθεί να πεινάει, δεν έχει κατακτήσει κανένα από τα δικαιώματα για τα οποία πολέμησε. Άγεται και φέρεται κάθε φορά από διαφορετικό ηγέτη και μ’ ευκολία προχωρά στον απαγχονισμό αυτών που πριν  είχε υποδεχτεί ως σωτήρες. Ο Μπύχνερ παρουσιάζει δραματοποιημένα τη σύγκρουση μεταξύ των δύο αντρών χωρίς να παίρνει ανοιχτά θέση υπέρ του ενός ή του άλλου, αλλά με περισσότερη συμπάθειά προς το πρόσωπο του Δαντόν.

Ο Δαντόν αποποιούμενος τη θέση που είχε εκφράσει στην αρχή της επανάστασης, εμφανίζεται μετανοημένος μετά το αιματοκύλισμα των «Σεπτεμβριανών», διαφωνεί με τις συνεχείς πολιτικές δολοφονίες, και ασπάζεται μια πιο ήπια θέση που απαιτεί «οικονομία στο ανθρώπινο αίμα». Θεωρεί εαυτόν σωτήρα της επανάστασης, αφού συμμετείχε στον νικηφόρο πόλεμο εναντίον των εξωτερικών εχθρών της Γαλλίας και πιστεύει ότι είναι από τους μόνους που μπορούν να βοηθήσουν στην εδραίωσή της.

Απ’ την άλλη, ο  Ροβεσπιέρος παρουσιάζεται αδιάλλακτος και πιστεύει ότι η «Επιτροπή Κοινής Σωτηρίας» που ίδρυσε πρέπει να συνεχίσει το έργο της, δηλαδή την εκκαθάριση των αντιεπαναστατικών στοιχείων.

Στην κορύφωση του έργου ο μετανοημένος Δαντόν, παρότι είχε έγκαιρα προειδοποιηθεί, αρνείται τη φυγή προκειμένου να σωθεί και προτιμά να οδηγηθεί σε μία παρωδία δίκης. Ξεσκεπάζει την αδικία που συντελείται, αλλά το τέλος του είναι προδιαγεγραμμένο∙ αφήνεται όμως να διαφανεί ότι το ίδιο μοιραίο τέλος περιμένει και τον Ροβεσπιέρο.

Ο Στάθης Λιβαθινός ανήκει στους σκηνοθέτες που με εκπλήσσουν πάντα ευχάριστα αφού κάθε φορά που νιώθει οικεία δουλεύοντας με τις συνθήκες που εκείνος ορίζει, ξεπερνά τον εαυτό του. Στον ολοκαίνουργιο χώρο της Στέγης Γραμμάτων &Τεχνών, έστησε μια άρτια παράσταση δημιουργώντας μια άκρως ποιητική ατμόσφαιρα σ’ ένα έργο που αντηχεί βία, σύγκρουση και θάνατο. Ο τρόπος που οι ηθοποιοί έκαναν είσοδο στη σκηνή ήταν μαγικός. Η υπαινικτική μουσική του Reininger, τα σύμβολα της Γαλλικής επανάστασης, το σκηνικό της Μανωλοπούλου με τον μεγάλο καναπέ που παραπέμπει αργότερα σε φυλακή και τελικά σε ικρίωμα, οι προσεγμένοι φωτισμοί του Αναστασίου, η καλή ομάδα των ηθοποιών με τους παλιούς της ομάδας του Εθνικού, αλλά και νέες προσθήκες- όλα συνετέλεσαν σε μια παράσταση που ανέδειξε το έργο του Μπύχνερ με τον καλύτερο τρόπο.

Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών – Κεντρική Σκηνή

«Ο θάνατος του Δαντόν» του Georg Büchner

Μετάφραση: Γ ιώργος Δεπάστας

Σκηνοθεσία-Διασκευή: Στάθης Λιβαθινός

Σκηνικά-Κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου

Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου

Μουσική: Blaine L. Reininger

Χορογραφία-Κινησιολογία: Ζωή Χατζηαντωνίου

Βοηθός σκηνοθέτη: Πρόδρομος Τσινικόρης

Βοηθός σκηνογράφου-ενδυματολόγου: Τίνα Τζόκα

Ερμηνεύουν: Βασίλης Ανδρέου, Κωνσταντίνος Ασπιώτης, Μελέτης Ηλίας, Στέλιος Ιακωβίδης, Νίκος Καρδώνης, Μιχάλης Μουλακάκης, Δημήτρης Μπίτος, Δημήτρης Μυλωνάς, Μαρία Ναυπλιώτου, Παναγιώτης Παναγόπουλος, Ευθύμης Παππάς, Χρήστος Σουγάρης, Γιωργής Τσαμπουράκης

 

Advertisements

0 Responses to “«Ο θάνατος του Δαντόν» στη Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών”



  1. Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s




Επισκεψιμότητα

  • 197,108 hits

Αρχείο


Αρέσει σε %d bloggers: