«Θέλω να σας διαβάσω κάτι»- Συνέντευξη με τον Δημήτρη Αλεξάκη

Για το «Δωμάτιο της Έλσας» έχω γράψει εδώ και καιρό. Από τότε γυρόφερνα στο μυαλό μου την ιδέα να κάνω μια μικρή συνέντευξη στον συγγραφέα του έργου, τον Δημήτρη Αλεξάκη. Του το είχα προτείνει και είχε δεχτεί, αλλά από τότε μεσολάβησε αρκετός καιρός και λόγω φόρτου εργασίας, δεν έτυχε να συναντηθούμε. Στο τέλος της περασμένης εβδομάδας του έστειλα μερικές ερωτήσεις κι εκείνος πολύ ευγενικά ανταποκρίθηκε αμέσως. Θα προτιμούσα να είχαμε τον χρόνο να κάνουμε αυτή τη συνέντευξη-συζήτηση από κοντά.  Η προσωπική επαφή είναι πάντα προτιμότερη. Έχω την αίσθηση ότι θα μιλούσαμε πολλές ώρες και με ουσία. Ο Δημήτρης είναι ένας νέος άνθρωπος με πολύ μεράκι γι’ αυτό που κάνει. Ο δρόμος που διάλεξε δεν είναι στρωμένος με ρόδα αλλά φαίνεται αποφασισμένος να τον διαβεί.

Επειδή όμως τα πολλά λόγια είναι φτώχεια, καλύτερα να τον αφήσω να μας  τα πει μόνος του.

Ο τίτλος του ποστ είναι και ο τίτλος της συνένετυξης και τον έχει εμπνευστεί ο ίδιος ο συγγραφέας. Σας παραθέτω τα λόγια του Δημήτρη αυτούσια, χωρίς καμία δική μου παρέμβαση. Απολαύστε τον:

 «Θέλω να σας διαβάσω κάτι»

 Το Δωμάτιο της Έλσας είναι αν δεν κάνω λάθος το τρίτο σου θεατρικό έργο. Πόσο διαφορετικά αισθάνθηκες απ΄ το ξεκίνημά σου; Ένιωσες π.χ. να έχεις αποκτήσει περισσότερη άνεση στον χειρισμό του λόγου ή στην πλοκή;

Ήταν πιο δύσκολο να γράψω Το Δωμάτιο της Έλσας, νομίζω… Ή, μάλλον, αντιμετώπισα μια άλλη δυσκολία. Το προηγούμενο έργο, Στην χώρα μου, λένε ότι το Τσερνόμπιλ είναι ένα δέντρο που μεγαλώνει, αποτελείται από 7 γυναικείους μονολόγους. Οι μονόλογοι αυτοί γράφτηκαν κάθε φορά σε λίγες μέρες. Ανάμεσα σε κάθε μονόλογο, διάβαζα βιβλία, μελέτες, μαρτυρίες για την καταστροφή του Τσερνόμπιλ, έπαιρνα σημειώσεις ή ζωγράφιζα σ΄ ένα τετράδιο… Με τη Φωτεινή Μπάνου, που σκηνοθέτησε το έργο για τις Αναγνώσεις του Εθνικού Θεάτρου (το παρουσιάσαμε υπό τον τίτλο Παραμύθι της κίτρινης χώρας), συζητούσαμε κάθε μέρα γι΄ αυτό το ατύχημα, γι΄ αυτούς τους ανθρώπους… Και περίμενα να σχηματιστούν μέσα μου οι πρώτες λέξεις του επομένου μονολόγου. Για το Δωμάτιο της Έλσας, επειδή, μάλλον, είχα να κάνω με μία μοναδική φωνή, μ΄ ένα μόνο πρόσωπο, η δουλειά έγινε μ΄ έναν εντελώς άλλον τρόπο, πιο υπομονετικό, πιο κοπιαστικό, ξυπνούσα κάθε πρωί πολύ νωρίς σαν να με είχε ξυπνήσει η Έλσα, άνοιγα τον υπολογιστή και προσπαθούσα να στέκομαι εκεί, δίπλα της, ακόμα κι όταν δε μου μιλούσε… Αυτό για πολλούς μήνες, χωρίς να ξέρω, σχεδόν μέχρι το τέλος, αν θα κατάφερνα να τα βγάλω πέρα μαζί της, να βρω τον τρόπο να διηγηθώ την ιστορία της, την ιστορία μιας κοπέλας που μια μέρα χάνει το νήμα της ιστορίας της.

Αυτό που μπορώ να πω τώρα για τη δυσκολία, ή για την άνεση στην οποία αναφέρεσαι, εκ των υστέρων, είναι ότι το δούλεψα λίγο σαν να έβαζα εμπόδια στον εαυτό μου, σα να αναζητούσα το εμπόδιο, τη δυσκολία, σα να φοβόμουν τη δική μου άνεση στο λόγο. Το παραμύθι που κλείνει το έργο, το ζωγράφισα πάνω στην οθόνη του υπολογιστή αντί να το γράψω με το χέρι ή το πληκτρολόγιο. Και η δυσκολία, η καθαρά τεχνική δυσκολία αυτή με βοήθησε στο να βρω μια γλώσσα πιο άμεση, πιο λιτή, πιο γυμνή: δεν είχα την πολυτέλεια να γράψω πολλές λέξεις, ήταν λίγο σα να είχα αρχίσει να γράφω με το αριστερό χέρι αντί να γράφω με το δεξί. Απ΄ αυτό το τεχνητό εμπόδιο βγήκε νομίζω το πιο αληθινό κομμάτι του έργου, κάτι σαν μια περιγραφή της ψύχωσης μέσα από τα μάτια ενός παιδιού.

Γενικότερα, δε νομίζω πως η λογοτεχνία έχει να κάνει με την άνεση στον χειρισμό του λόγου, τουλάχιστον η λογοτεχνία που αγαπώ.  Αλλιώς δε θα έγραφα στα ελληνικά, μια γλώσσα που άρχισα πραγματικά να μαθαίνω πριν ένδεκα χρόνια, μια γλώσσα που δεν είναι για μένα ξένη, αλλά όπου διαθέτω ακόμα πολύ λιγότερες λέξεις απ΄ ό,τι στη μητρική μου γλώσσα, τα γαλλικά. Η γραφή έχει πολύ περισσότερο να κάνει με αυτό το «κάτι» που για κάποιο λόγο έχουμε την επιθυμία να εκφράσουμε χωρίς να ξέρουμε καλά καλά τι είναι.

 Τι είναι πιο δύσκολο για έναν θεατρικό συγγραφέα; Ο μονόλογος ή ένα έργο με πολλά πρόσωπα και διαλόγους;

 Για πολλούς μήνες δεν ήμουνα καθόλου σίγουρος ότι αυτό που έγραφα ήταν ένα θεατρικό έργο, και νομίζω πως άφησα συνειδητά αυτό το ερώτημα, αν αυτό που γράφω μπορεί όντως να παιχτεί ή όχι, κατά μέρος. Μια απ΄ τις πιο ωραίες παραστάσεις που έχω δει ήταν εκείνη του Διηγήματος της υπηρέτριας Τσερλίνε του Hermann Broch ερμηνευμένο από τη Jeanne Moreau. Το κείμενο είναι ένα αφήγημα, λίγο πριν πεθάνει, στην αρχή της δεκαετίας του ΄50, ο Broch το ενέταξε στο μυθιστόρημα Die Schuldlosen, και έγινε τελικά θεατρικό έργο χάριν στον Klaus Michael Grüber που το ανέβασε το 1986. Θυμάμαι πολύ καλά ότι, παρότι η Jeanne Moreau ήταν σχεδόν όλη την ώρα μόνη της στη σκηνή, καθισμένη γύρω απ΄ ένα τραπέζι, καθάριζε ένα μήλο και μιλούσε, στο τέλος της παράστασης ήταν σα να είχαν περάσει μπροστά μου όλες οι σκηνές κι όλα τα πρόσωπα της ιστορίας. Είναι κάτι που με ελκύει πολύ: μια φωνή που λέει μια ιστορία. Τίποτε άλλο. Είναι οι πρώτες λέξεις του Company του Beckett, στα γαλλικά: « Une voix parvient à quelqu’un dans le noir. Imaginer. » Μια φωνή σού έρχεται στο σκοτάδι κι αρχίζεις να φαντάζεσαι…

 Ποια ήταν η αφορμή για το Δωμάτιο της Έλσας;

 Νομίζω πως ήταν μια φράση, «Είμαι ακόμα ζωντανή», σ΄ ένα γράμμα που μας διάβασε ένα βράδυ μια φίλη, το περασμένο Μάιο, στην αυλή μιας μονοκατοικίας, στον Κολωνό. Το γράμμα αυτό, το είχε γράψει η αδερφή της, που πάσχει από σχιζοφρένεια. Ήταν η φράση αυτή, τα γράμματα που ήταν σαν πεταμένα πάνω στο χαρτί, και η κίνηση της φίλης μας, που στο τέλος της βραδιάς μάς άφησε για λίγο, επέστρεψε μ΄ αυτό το χαρτί, και μας είπε: «Θέλω να σας διαβάσω κάτι.» Σκέφτομαι τώρα ότι κάθε βράδυ, η παράσταση επαναλαμβάνει την κίνησή της: να διαβάζει φωναχτά την ιστορία της αδερφής της και εμείς να είμαστε γύρω της και να ακούμε.

Σε δυσκόλεψε καθόλου που έπρεπε να μπεις στην ψυχοσύνθεση μιας νέας γυναίκας; Πώς νιώθει ένας άντρας συγγραφέας προσπαθώντας ν’ αγγίξει τον ψυχισμό του άλλου φύλου και μάλιστα όταν αυτό το πρόσωπο υποφέρει από κάποια διαταραχή;

Το θέμα δεν είναι η δυσκολία του εγχειρήματος, δεν «έπρεπε» να μπω στην ψυχοσύνθεση μιας νέας γυναίκας… Θέλω να πω ότι κανείς δε με υποχρέωσε να το κάνω. Με το προηγούμενο έργο, που αποτελείται από 7 γυναικείους μονολόγους, άρχισα να συνειδητοποιώ πως έγραφα κυρίως για γυναίκες επειδή είχα ήδη μπει στην ψυχοσύνθεση μιας γυναίκας, κι αυτό πολύ πιο παλιά. Η φιγούρα που επαναλαμβάνεται σ΄ αυτό το έργο είναι εκείνη της γυναίκας μόνης. Κάποια στιγμή, ήταν λίγο δύσκολο να μην αναρωτηθώ ποια ήταν, στη δική μου ιστορία, αυτή η γυναίκα μόνη.

Βρήκα το νήμα της ιστορίας της Έλσας όταν άρχισα να γράφω τα παιδικά της ημερολόγια που ξεκινούν πολύ πριν την εκδήλωση της αρρώστιας. Αυτό είναι που έδωσε μορφή σ΄ όλο το έργο: έχω την εντύπωση ότι, αντί να αντιμετωπίσω τη διαταραχή της μετωπικά, όπως το επιχειρούσα στην αρχή, άρχισα κάποια στιγμή να την αντιμετωπίζω από την οπτική γωνία του κοριτσιού που ήταν πριν αρρωστήσει. Πρόκειται δηλαδή, αν θέλεις, για ένα κανονικό κοριτσάκι, για μια κανονική κοπέλα στην οποία συμβαίνει κάτι το εντελώς μη κανονικό, κάτι το τρομακτικό. Αυτή είναι νομίζω η ιδιαιτερότητα του έργου, που δεν είναι ένα ρεαλιστικό έργο, που δε μεταφέρει ένα ρεαλιστικό ψυχωτικό λόγο. Και αυτό είναι το νήμα, η πολύ λεπτή ισορροπία στην οποία κινήθηκαν η Φωτεινή και οι ηθοποιοί. Το ανακαλύψαμε μαζί, στις πρόβες: το θέμα δεν είναι να παριστάνουν με πειστικό, ρεαλιστικό τρόπο, «μια τρελή». Όπως και τα γυναικεία πρόσωπα του προηγούμενου έργου, η Έλσα είναι κι αυτή μια αφηγήτρια.

Αυτό που με οδήγησε, αυτό που με συγκινούσε όσο έγραφα το έργο ήταν λοιπόν η φωνή ενός κοριτσιού. Μπορώ ίσως να πω ότι την ιστορία της Έλσας, τη διηγείται η Έλσα όταν ήτανε κορίτσι.

Δεν είναι ρεαλιστικό, «δεν υπάρχει, αυτό το πράγμα», όπως λέμε — κι όμως υπάρχει, στις παραστάσεις μας, όταν παίζουν η Χριστίνα και η Βούλα.

Η αποσπασματικότητα του κειμένου μέσα από ένα ημερολόγιο πιστεύεις ότι ευνοεί τη συγκίνηση ή την περιορίζει;

Δεν ξέρω… Μπορώ απλώς να πω ότι η αποσπασματικότητα αυτή διακρίνει σχεδόν ό,τι έχω γράψει μέχρι στιγμής, και ότι, τουλάχιστον, συγκινεί εμένα! Μου αρέσει να αφήνω τον αναγνώστη, τον θεατή, να φαντάζεται τα κομμάτια που λείπουν. Ένας κριτικός είχε μιλήσει, μετά από μια συναυλία του πιανίστα Michel Petrucciani, για την «κομψότητα» του παιξίματός του: ο τρόπος με τον οποίο δεν έπαιζε, παρέλειπε να παίξει ορισμένες νότες και τις άφηνε στη φαντασία του ακροατή. Δεν είναι ανάγκη να τα γράψεις, να τα διευκρινίσεις όλα. Στην ιστορία της Έλσας, δε λέω στον αναγνώστη τι προκάλεσε την πρώτη της κρίση. Ολόκληρα τμήματα από την ιστορία της, που θα ήταν ίσως τα πιο σημαντικά αν είχα επιχειρήσει να γράψω μια βιογραφία, λείπουν. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι ακριβώς αυτό: να μην πω κάποια πράγματα κι αυτά τα πράγματα που δε λέω να είναι ωστόσο εκεί, στις παύσεις, στις σιωπές, ανάμεσα. Αυτό που με συγκινεί στις παραστάσεις είναι ο τρόπος με τον οποίο οι ηθοποιοί, η Παρασκευή Πατελάκη και η Χριστίνα Μαξούρη, η καθεμία με τον δικό της τρόπο, δίνουν υπόσταση σε ό,τι λέει το κείμενο χωρίς να είναι γραμμένο. Έχει σχέση με μια εσωτερικότητα, και με το ότι δεν είναι πάντα ανάγκη να μιλάμε. Και βέβαια έχει σχέση με το θέατρο — στο θέατρο ο καθένας αφήνει χώρο στον άλλον, είτε είναι ο συγγραφέας, ο σκηνοθέτης, ο ηθοποιός, ο σκηνογράφος ή οι θεατές.

Νιώθεις δικαιωμένος απ΄ το αποτέλεσμα της παράστασης; Συμμετείχες καθόλου στη διαδικασία ή άφησες τη σκηνοθέτρια να κινηθεί εντελώς ελεύθερα;

Κάποιες φορές ακούω την ιστορία και θέλω να μάθω τη συνέχεια… Ξεχνάω τι έχω γράψει μετά, γιατί εκείνη τη στιγμή μιλάει μόνο η ηθοποιός. Άλλες φορές γελάω, ή συγκλονίζομαι, όταν η Βούλα ή η Χριστίνα αυτοσχεδιάζουν, όταν κάνουν στη σκηνή κάτι που δεν το είχαν προβλέψει ούτε οι ίδιες… H Φωτεινή έθεσε ένα πολύ σαφές πλαίσιο, αυστηρό, εξαιρετικά λιτό, για την παράσταση, χορογράφησε την κάθε κίνηση, και ταυτόχρονα φρόντισε μέσα σ΄ αυτό το πλαίσιο να υπάρχει ένας ανοιχτός χώρος όπου η κάθε ηθοποιός χτίζει την δική της Έλσα… Αυτό ήταν το διακύβευμα της διπλής διανομής: η κάθε ηθοποιός να βρει τη δική της Έλσα, τον εντελώς δικό της τρόπο να δώσει φωνή σ΄ αυτή την κοπέλα, σ΄ ένα πλαίσιο που παραμένει λίγο ως πολύ το ίδιο. Το στοιχείο του θεάτρου σκιών, η χρήση των ομοιωμάτων, η παντομίμα είναι στοιχεία της σκηνοθεσίας που βγήκαν από τις συζητήσεις μας, από μια κοινή αίσθηση, κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων μηνών, και που με βοήθησαν να οριστικοποιήσω το κείμενο, να καταλάβω καλύτερα την ιδιαιτερότητά του. Το μυστικό όμως, αυτό που μαθαίνω δουλεύοντας αυτά τα τρία τελευταία χρόνια με τη Φωτεινή, είναι η δουλειά με τους ηθοποιούς…

Υπήρχε έτσι ένας συνεχής διάλογος ανάμεσα στη γραφή, τη σκηνοθεσία, τις ηθοποιούς και, λίγο αργότερα, τις σκηνογράφους, την Ευαγγελία Θεριανού, την Ελένη Αηδόνη και τη Θάλεια Βελεγράκη. Και τα σκίτσα της Κωνσταντίνας Φόρου, που δούλευε παράλληλα την εικονογραφημένη έκδοση του έργου, μας βοήθησαν πολύ, για να βρούμε την πραγματική φωνή της Έλσας.

Είναι μια παράσταση που εξελίσσεται ακόμη, είναι όπως το λέει η Χριστίνα «ένα ταξίδι που δεν τελειώνει ποτέ», αλλά η Έλσα είναι ήδη εδώ, μιλάει, γελάει, ρεμβάζει, προσπαθεί ν΄ απαντήσει στον δικό της τρόμο.

Γιατί θα πρότεινες σε κάποιον να έρθει να δει Το Δωμάτιο της Έλσας;

Όταν ξεκίνησα το έργο, ονειρευόμουν έναν χώρο όπου οι θεατές θα μοιράζονταν μία ώρα της ζωής τους με την Έλσα, θα έμεναν αφοσιωμένοι για μία ώρα στην ιστορία της… Θα κάθονταν δίπλα της και θα την άκουγαν. Και νομίζω πως αυτό είναι που συμβαίνει, τώρα, στις παραστάσεις.

(28 Μαρτίου 2011)

 

 

Advertisements

0 Responses to “«Θέλω να σας διαβάσω κάτι»- Συνέντευξη με τον Δημήτρη Αλεξάκη”



  1. Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s




Επισκεψιμότητα

  • 196,289 hits

Αρχείο


Αρέσει σε %d bloggers: