«Ο Κόκκινος Βράχος» στο Εθνικό θέατρο (Νέα Σκηνή)

Αρκεί το όνομα του συγγραφέα και μόνο για να τραβήξει τον κόσμο στις αίθουσες. Ο Ξενόπουλος αποτελεί ξεχωριστή περίπτωση στην ελληνική λογοτεχνία και το θέατρο. Υπήρξε αποκλειστικά βιοποριζόμενος απ’ την συγγραφική του ιδιότητα σε εποχές όπου κάτι τέτοιο δεν ήταν αυτονόητο. Σκεφτείτε για παράδειγμα ότι ο Παλαμάς που έζησε πάνω- κάτω την ίδια εποχή εργαζόταν ως γραμματέας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών για να μπορεί να ζήσει.

Θεωρείται ο εισηγητής του «αστικού μυθιστορήματος», με βασικό θέμα στα έργα του τον έρωτα μεταξύ ατόμων από διαφορετικές τάξεις. Στο θέατρο, ο Ξενόπουλος υπήρξε υπέρμαχος του αστικού ρεαλισμού και σημαντικός εισηγητής ξένων συγγραφέων που έγιναν ιδιαίτερα δημοφιλείς στην πορεία αν και στην αρχή ξένισαν το κοινό (πχ Ίψεν).

Ωστόσο, αν και υπήρξε πολυγραφότατος, σε αντίθεση με το κοινό που τον λάτρεψε, η κριτική δεν στάθηκε πάντα κολακευτική απέναντι του επικρίνοντας τον κάποτε για προχειρότητα ή ποιοτικές εκπτώσεις

Έγραψε αρχικά τον «Κόκκινο Βράχο» ως μυθιστόρημα το 1905. Την ίδια χρονιά, από τον Απρίλιο ως τον Σεπτέμβριο δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στο περιοδικό Παναθήναια, ενώ το 1915 εκδόθηκε απ’ το Βιβλιοπωλείο της Εστίας.
Εντωμεταξύ, το 1908 ο ίδιος ο συγγραφέας διασκευάζει τη νουβέλα του- η οποία πλέον τιτλοφορείται «Φωτεινή Σάντρη»- σε θεατρικό έργο κατόπιν προτροπής της Κυβέλης: «[…] Η Κυβέλη ήταν ακόμα κυρία Μυράτ, όταν την είδα μια μέρα με τον άντρα της στην πλατεία της Ομόνοιας. […]είχε διαβάσει στα Παναθήναια τον «Κόκκινο βράχο», της άρεσε πολύ ο τύπος της Φωτεινής Σάντρη κι ήθελε να με παρακαλέσει να της διασκευάσω το μυθιστόρημα σε δράμα

Η επιτυχία του έργου ήταν τέτοια που απ’ τις 11 Αυγούστου του 1908 όπου πρωτοπαρουσιάστηκε στο θέατρο Πανελλήνιον, ο θίασος έδωσε αμέτρητες παραστάσεις:«[…]Κανέν’ άλλο δράμα δεν είχε κάνει τόσες, ούτ’ ελληνικό ούτε ξένο[…]» Η δε Κυβέλη δεν σταμάτησε να το εντάσσει ανελλιπώς στο ρεπερτόριο της τα επόμενα χρόνια. Το έργο υπήρξε όμως αφορμή να υμνηθεί κι ο ίδιος ο Ξενόπουλος ως θεατρικός συγγραφέας και μάλιστα απ’ την κριτική της εποχής που αποκάλεσε τη «Φωτεινή Σάντρη» θρίαμβο της ελληνικής δραματουργίας. Ο δε Παλαμάς αναλύθηκε σε λυγμούς στο τέλος του έργου: « […]Εκείνο που θέλει να πει το έργο σου –μου είπε ύστερα– το λέει. Κι επειδή κι άλλες φορές είχε κλάψει διαβάζοντας βιβλία μου, στο χαρακτηρισμό που μου έκαμε στα Παναθήναια λέει: «Άλλοι έχουν τούτο ή εκείνο. Ο Ξενόπουλος έχει το πάθος∙ σε κάνει να κλαις».

Σε εποχές μεγάλης κρίσης όπως αυτή που διανύουμε, η επιλογή του Εθνικού θεάτρου για Ξενόπουλο είναι μια ασφαλής αλλά όχι εύκολη επιλογή.
Όπως προαναφέρθηκε, ο Ξενόπουλος είναι ιδιαίτερα προσφιλής σε πολύ μεγάλη μερίδα του κοινού ακόμα κι απ’ τις εποχές που τα μυθιστορήματα του γνώριζαν επιτυχία στις τηλεοπτικές μεταφορές τους.
Η σκηνική απόδραση στη Ζάκυνθο της πρώτης δεκαετίας του προηγούμενου αιώνα αποπνέει νοσταλγία, τρυφερότητα, ευαισθησία και μια αθωότητα που μοιάζει να έχει χαθεί απ’ τη σύγχρονη πραγματικότητα που μας περιβάλλει. Επιπλέον, ο απαγορευμένος έρωτας της Φωτεινής και του Άγγελου δημιουργεί όλα εκείνα τα συναισθήματα της έντασης και της προσδοκίας στο θεατρικό κοινό που παρακολουθεί προσηλωμένο.
Απ’ την άλλη πλευρά, υπάρχει ο κίνδυνος της πτώσης σε ευκολίες και μανιερισμούς που ευτυχώς η έμπειρη Ρούλα Πατεράκη με εξαιρετική μαεστρία απέφυγε.

Καταρχήν, το κείμενο διασκευάστηκε κι εμπλουτίστηκε τόσο με στοιχεία απ’ την αρχική του μορφή ως μυθιστόρημα, όσο κι απ’ την αυτοβιογραφία του συγγραφέα θέλοντας μ’ αυτόν τον τρόπο να ζωντανέψει τον κόσμο του Ξενόπουλου στη Ζάκυνθο των αρχών του 20ου αιώνα.

Ο σκηνικός χώρος ήταν υπαινικτικός μ’ ένα πολύ ενδιαφέρον στοιχείο ∙ αυτό της οριοθέτησης του και της εναλλαγής των σκηνών και των πράξεων μ’ ένα κομμάτι ύφασμα που οι γυναίκες του σπιτιού κεντάνε.
Η ζωντανή μουσική με τραγούδια της παλιάς Αθήνας πρόσθεσε επίσης μια ενδιαφέρουσα πινελιά στο σκηνικό ζωντάνεμα αυτής της ρετρό ιστορίας. Μοναδική μου ένσταση εδώ είναι η ενσωμάτωση του πιανίστα στην παράσταση ως ρόλος. Ο καλός μουσικός Νίκος Πλάτανος δεν διαθέτει δυστυχώς υποκριτικά προσόντα με αποτέλεσμα να μην μπορεί να υποστηρίξει τη σκηνοθετική άποψη που τον ήθελε ενεργό μέρος της παράστασης και να παραμένει αμήχανος λίγο πριν την είσοδο των ηθοποιών στη σκηνή.

Η ομάδα των ηθοποιών ήταν εξαιρετική. Θα ήθελα ξεχωριστά ν’ αναφέρω τη Θέμιδα Μπαζάκα που γοήτευσε με το σκηνικό μπρίο της και τον Κοσμά Φοντούκη που ενσάρκωσε έξοχα μια τυπική ζακυνθινή φιγούρα διανοούμενου της εποχής.

«Ο Κόκκινος Βράχος» του Γρηγορίου Ξενόπουλου
ΚΤΙΡΙΟ ΤΣΙΛΛΕΡ – ΝΕΑ ΣΚΗΝΗ «ΝΙΚΟΣ ΚΟΥΡΚΟΥΛΟΣ»

Σκηνική προσαρμογή: Ρούλα Πατεράκη – Άκις Βλουτής
Σκηνοθεσία: Ρούλα Πατεράκη
Σκηνικά: Εύα Νάθενα
Κοστούμια: Άγγελος Μέντης
Μουσική: Νίκος Πλάτανος
Φωτισμοί: Αλέκος Γιάνναρος
Μουσική διδασκαλία: Μελίνα Παιονίδου
Βοηθός σκηνοθέτη: Σύλβια Λιούλιου
Βοηθός σκηνογράφου: Ευαγγελία Κατέχη
Δραματολόγος παράστασης: Εύα Σαραγά

Διανομή:
Κύριος Σάντρης: Θεμιστοκλής Πάνου
Κυρία Σάντρη: Θέμις Μπαζάκα
Φωτεινή: Γιούλικα Σκαφιδά
Μίμης :Αργύρης Πανταζάρας
Άγγελος: Μαρίνης Θανάσης Ευθυμιάδης
Τώνης Βρονκίνης: Δημήτρης Μοθωναίος
Γιούλια Βρονκίνη: Ιωάννα Παππά
Μαριέτα: Αμαλία Τσεκούρα
Κοσμάς Αλιμπράντε: Κοσμάς Φοντούκης
Ο πιανίστας: Νίκος Πλάτανος

Τα πλάγια γράμματα είναι αποσπάσματα απ’ την αυτοβιογραφία του Γρηγορίου Ξενόπουλου: » Η ζωή μου σαν μυθιστόρημα»

Advertisements

5 Responses to “«Ο Κόκκινος Βράχος» στο Εθνικό θέατρο (Νέα Σκηνή)”


  1. 1 Αλεξάνδρα Ροζοκόκη Νοέμβριος 15, 2011 στο 6:35 μμ

    Soft πορνό από το Εθνικό αποτελεί η παράσταση. Το ολόγυμνο ανδρικό γυμνό σοκάρισε αρκετούς θεατές και σε άλλους δημιούργησε απέχθεια. Δεν έχω δει γυμνό αδελφό να επισκέπτεται τη γυμνή αδελφή του στη ντουσιέρα, έτσι για πλάκα. Ούτε ξαδέλφια να χαιδολογούνται ερωτικώς φανερά μπροστά σε όλους και αυτό να θεωρείται συγγενικό χάδι. Άπειρες φορές μετακινήθηκαν τα έπιπλα πέρα -δώθε δημιουργώντας νευρικότητα και τρελαίνοντας τους θεατές. Η υπερκινητικότητα της νεαρής πρωταγωνίστριας κατέστρεφε τον ρόλο. Ωραία τα σκηνικά που έδειχναν ζακυθινό τοπίο, αλλά σοβαρή η απουσία του βράχου. Ωραία τα ρούχα και επαινετή η απαγγελία των στίχων του Γ. Σουρή «Ποιος είδε κράτος». Εντελώς άστοχη η απαγγελία της «Ξανθούλας» του Σολωμού. Δεν μπορεί να γκρεμοτσακίζεται η πρωταγωνίστρια και οι άλλοι να την αποχαιρετούν κουνώντας το μαντήλι ενώ απαγγέλουν ¨Την είδα την ξανθούλα / την είδα ψες αργά / που μπήκε στη βαρκούλα / να πάει στην ξενητειά». Ποια ξενητειά, το κοριτσάκι τράβηξε για τον άλλο κόσμο! Πότε επιτέλους θα απαλλαγούμε από την αβάσταχτη ελαφρότητα της εποχής μας που τίποτα δεν θέλει να πάρει στα σοβαρά; Κορύφωση της δραματικής έντασης στην παράσταση δεν υπήρξε, διότι τάχα ο θεατής δεν πρέπει να παραφορτώνεται με θλιβερές σκηνές. Έτσι οδηγούμαστε σε ανάλαφρες παραστάσεις. Τόσο ανάλαφρες ώστε καταντούν ανούσιες όπως τα light εδέσματα της εποχής μας. Ένα πράγμα ξέρω: αν παρανερώσεις το κρασί, τότε δεν είναι πλέον να το πίνεις αλλά να το φτύνεις.

  2. 3 Αλεξάνδρα Ροζοκόκη Νοέμβριος 15, 2011 στο 6:39 μμ

    Soft πορνό από το Εθνικό αποτελεί η παράσταση. Το ολόγυμνο ανδρικό γυμνό σοκάρισε αρκετούς θεατές και σ άλλους δημιούργησε απέχθεια. Δεν έχω δει γυμνό αδελφό να επισκέπτεται τη γυμνή αδελφή του στη ντουσιέρα, έτσι για πλάκα. Ούτε ξαδέλφια να χαιδολογούνται ερωτικώς φανερά μπροστά σ όλους και αυτό να θεωρείται συγγενικό χάδι. Άπειρες φορές μετακινήθηκαν τα έπιπλα πέρα – δώθε δημιουργώντας νευρικότητα και τρελαίνοντας τους θεατές. Η υπερκινητικότητα της νεαρής πρωταγωνίστριας κατέστρεψε τον ρόλο. Ωραία τα σκηνικά που έδειχναν ζακυθινό τοπίο, αλλά σοβαρή η απουσία του βράχου. Ωραία τα ρούχα και επαινετή η απαγγελία των στίχων του Γ. Σουρή «Ποιος είδε κράτος». Εντελώς άστοχη η απαγγελία της «Ξανθούλας» του Σολωμού. Δεν μπορεί να γκρεμοτσακίζεται η πρωταγωνίστρια και οι άλλοι να την αποχαιρετούν κουνώντας το μαντήλι ενώ απαγγέλουν ¨Την είδα την ξανθούλα / την είδα ψες αργά / που μπήκε στη βαρκούλα / να πάει στην ξενητειά». Ποια ξενητειά, το κοριτσάκι τράβηξε για τον άλλο κόσμο! Πότε επιτέλους θα απαλλαγούμε από την αβάσταχτη ελαφρότητα της εποχής μας που τίποτα δεν θέλει να πάρει στα σοβαρά; Κορύφωση της δραματικής έντασης στην παράσταση δεν υπήρξε, διότι τάχα ο θεατής δεν πρέπει να παραφορτώνεται με θλιβερές σκηνές. Έτσι οδηγούμαστε σε ανάλαφρες παραστάσεις. Τόσο ανάλαφρες ώστε καταντούν ανούσιες όπως τα light εδέσματα της εποχής μας. Ένα πράγμα ξέρω: αν παρανερώσεις το κρασί, τότε δεν είναι πλέον να το πίνεις αλλά να το φτύνεις.

  3. 4 habilis Νοέμβριος 24, 2011 στο 10:30 μμ

    Ενδιαφέρον ιστολόγιο !!!

  4. 5 Αλεξία Τζαμικόσογλου Δεκέμβριος 7, 2011 στο 4:40 μμ

    @habilis
    Ευχαριστώ πολύ!
    @ Αλεξάνδρα Ροζοκόκη
    Η κάθε γνώμη είναι σεβαστή.
    @ Αλέξανδρος Παπαδημάκης
    Προτιμώ να μην απαντήσω γιατί στο κείμενο που έγραψα εγώ, πουθενά δεν γίνεται μνεία σε γύμνια ηθοποιών. Δεν λέω ότι δεν υπάρχει (1 ηθοποιός αν θέλουμε να είμαστε ακριβείς), αλλά η δική μου προσέγγιση δεν εστιάζει εκεί.


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s




Επισκεψιμότητα

  • 196,279 hits

Αρχείο


Αρέσει σε %d bloggers: