«Φόνισσα» στο Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας

Η Χαδούλα, η λεγομένη Φράγκισσα, ή άλλως Φραγκογιαννού, ήτο γυνή σχεδόν εξηκοντούτις, καλοκαμωμένη, με αδρούς χαρακτήρας, με ήθος ανδρικόν, και με δύο μικράς άκρας μύστακος άνω των χειλέων της. Εις τους λογισμούς της, συγκεφαλαιούσα όλην την ζωήν της, έβλεπεν ότι ποτέ δεν είχε κάμει άλλο τίποτε ειμή να υπηρετή τους άλλους. Όταν ήτο παιδίσκη, υπηρέτει τους γονείς της. Όταν υπανδρεύθη, έγινε σκλάβα του συζύγου της – και όμως, ως εκ του χαρακτήρος της και της αδυναμίας εκείνου, ήτο συγχρόνως και κηδεμών αυτού· όταν απέκτησε τέκνα, έγινε δούλα των τέκνων της· όταν τα τέκνα της απέκτησαν τέκνα, έγινε πάλιν δουλεύτρια των εγγόνων της.

Η «Φόνισσα» (1903) είναι η δεύτερη νουβέλα του Παπαδιαμάντη και ανήκει στα έργα της ωριμότητας του. Κεντρικό πρόσωπο είναι η Φραγκογιαννού, μία ηλικιωμένη χήρα, η οποία έχοντας η ίδια ζήσει βασανισμένη ζωή,  θεωρεί ότι οι γυναίκες είναι άτυχα πλάσματα, επιφορτισμένα πάντα να υπηρετούν τους άλλους  κι ως εκ τούτου η γέννηση ενός κοριτσιού είναι πηγή δυστυχίας, τόσο για το ίδιο το παιδί, όσο και για την οικογένειά του, ιδίως αν  αυτή είναι φτωχή. Ορμώμενη απ’ αυτήν την πίστη, η Φραγκογιαννού θα διαπράξει μια σειρά από ιδιότυπα εγκλήματα με κοινό παρονομαστή την αποκλειστική θανάτωση μικρών κοριτσιών του στενού οικογενειακού αλλά και του ευρύτερου περιβάλλοντος της.

Το μεγάλο ενδιαφέρον στο έργο του Παπαδιαμάντη πέρα απ’ τη γλαφυρότητα με την οποία καταγράφει το κλίμα της φτώχειας στον τόπο του (σ.σ Σκιάθος στις αρχές του 20ου αιώνα), τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία και τον ευρύτερο περίγυρο του νησιού με τα ήθη και τα έθιμα του ή την αντίθεση ανάμεσα στους πλούσιους και τους φτωχούς, είναι αυτό καθεαυτό το ψυχογράφημα της Φραγκογιαννούς.

Είναι εκπληκτικός ο τρόπος που ο συγγραφέας διεισδύει στο μυαλό και την ψυχή μιας γυναίκας που παρόλο που από ένα σημείο και μετά την στοιχειώνουν οι ενοχές της, θεωρεί ότι έχει την αποστολή άνωθεν να σώσει τον κόσμο.

Είχα πρωτοδεί την «Φόνισσα» με την Κονιόρδου το 1998 στο Βεάκειο. Δεν θυμάμαι την παράσταση σ’ όλες της τις λεπτομέρειες, ωστόσο έχω ακόμη στη μνήμη μου μια γενικότερη αίσθηση της.  Ο Χατζάκης είχε διασκευάσει και σκηνοθετήσει με τρόπο τέτοιο που ήταν σαν να είχε ζωντανέψει το κείμενο του Παπαδιαμάντη στα μάτια μας, προβάλλοντας πολύ έντονα το στοιχείο της ηθογραφίας. Πολυπληθής ο θίασος και μια Κονιόρδου που άλωνε τη σκηνή με φοβερή ζωντάνια.

Ο Λιβαθινός, δεκατρία χρόνια αργότερα κι έχοντας ήδη στις αποσκευές του την επιτυχημένη «Νοσταλγό», έστησε μια ολότελα διαφορετική παράσταση της «Φόνισσας». Πρέπει να πούμε εξαρχής, ότι το έναυσμα δόθηκε μάλλον απ’ τις περιορισμένες δυνατότητες του θεάτρου. Χώρος μικρός, τετράγωνη σκηνή, ολόγυρα κολώνες. Οι ηθοποιοί δεν έχουν τη δυνατότητα να τρέξουν πάνω-κάτω ή να κινηθούν με μεγάλη άνεση. Επιπλέον, ο Λιβαθινός σκηνοθετεί με πιο εσωτερικό, «κλειστό» τρόπο. Διαλέγει να μας αφηγηθεί μια ιστορία διατηρώντας εξαρχής τη θεατρική σύμβαση.

Οι ηθοποιοί μας συστήνονται στην αρχή του έργου και μπροστά μας αρχίζουν να υποδύονται τους διάφορους ρόλους. Άλλοτε αφηγούνται κι άλλοτε μπαίνουν ξαφνικά μέσα στην ιστορία σαν δρώντα πρόσωπα. Σταθερά στο κέντρο, στέκει η  Φραγκογιαννού, μέσα στο «λαγούμι» της, σαν πλάσμα από κάπου αλλού. Σιγά-σιγά, αρχίζει να κινείται σαν να ξυπνά από ύπνο αιώνιο.

Η Φραγκογιαννού του Λιβαθινού είναι πλάσμα που ξεκινά απ’ τη γη χωμένο για ν’ αναληφθεί στους ουρανούς. Η τελευταία σκηνή της παράστασης είναι απ’ αυτές τις δεξιοτεχνικές, μαγικές στιγμές του σκηνοθέτη. Τολμώ δε να πω, ότι μου έφερε στο μυαλό τη Μήδεια του αρχαίου δράματος που μετά την αποτρόπαιη πράξη της, ανελήφθη επίσης στους ουρανούς. Η Φραγκογιαννού είναι κι αυτή ένα πλάσμα που δεν πρέπει να δικαστεί απ’ την ανθρώπινη δικαιοσύνη γιατί η ίδια της η πράξη ξεπερνά σε μέγεθος τα ανθρώπινα – την κρίση και την τιμωρία-. Δεν ξέρω αν ο σκηνοθέτης είχε στο μυαλό του αυτόν τον παραλληλισμό ή αν υποσυνείδητα τον καλλιέργησε, πάντως  η τελευταία εικόνα που μας δίνει είναι εξαιρετικά φορτισμένη και βαθιά ποιητική.

Η  Μπέτυ Αρβανίτη ήταν στην καλύτερη στιγμή της τα τελευταία χρόνια. Με μεστά υποκριτικά μέσα και ωριμότητα  προσέγγισε τη Φραγκογιαννού μ’ ευαισθησία και κατόρθωσε να φέρει στην επιφάνεια όλον τον καταπιεσμένο πόνο, την ενοχή αλλά και το γύρισμα του νου αυτής της ιδιόμορφης προσωπικότητας.

Η ομάδα των νέων ηθοποιών που την πλαισίωσαν στάθηκε επάξια στο πλευρό της συμπληρώνοντας ουσιαστικά τα υπόλοιπα πρόσωπα του περιβάλλοντος της Φραγκογιαννούς.

Εξαιρετικά τα σκηνικά και τα κοστούμια της Ελένης Μανωλοπούλου που με τη σειρά τους συνέβαλλαν στην ανάδειξη των ιδιαιτεροτήτων του μικρού θεατρικού χώρου και της κάλυψης των αδυναμιών του.

Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας – Α’ Σκηνή

«Φόνισσα» -Δραματοποιημένο Διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη 

Σκηνοθεσία: Στάθης Λιβαθινός

Δραματική επεξεργασία: Στρατής Πασχάλης

Σκηνικά-κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου

Μουσική: Τηλέμαχος Μουσάς

Φωτισμοί: Αλέκος  Αναστασίου

Ερμηνεύουν: Μπέτυ Αρβανίτη, Τζίνη Παπαδοπούλου, Λουκία  Μιχαλοπούλου, Λίλη Μελεμέ, Παναγιώτης  Παναγόπουλος, Χάρης Χαραλάμπους

Αξίζει επίσης ν’ αναφερθεί ότι το 1974 ο Κώστας Φέρρης πραγματοποίησε την κινηματογραφική μεταφορά της «Φόνισσας». Το ρόλο της Φραγκογιαννούς στην ταινία υποδύθηκε η Μαρία Αλκαίου.

Advertisements

0 Responses to “«Φόνισσα» στο Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας”



  1. Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s




Επισκεψιμότητα

  • 196,269 hits

Αρχείο


Αρέσει σε %d bloggers: