«Travelling Light» στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών

Αν κάτι είναι γοητευτικό στην τέχνη του θεάτρου είναι το εφήμερο της φύσης του. Η δημιουργία μιας θεατρικής πραγματικότητας που γεννιέται και πεθαίνει σε κάθε παράσταση είναι ευλογία και κατάρα μαζί για ηθοποιούς και κοινό.  Η κάθε κορυφαία στιγμή δεν πρόκειται να επαναληφθεί και η οποιαδήποτε κακή δεν μπορεί να διορθωθεί. Όλα είναι ζωντανά, μπροστά στις αισθήσεις και την κρίση των θεατών.

Θα μπορούσα να μιλάω ώρες γι’ αυτή τη μαγεία, γι’ αυτή τη γοητεία του ανεπανάληπτου που θα έπρεπε να κάνει το θέατρο να διατηρείται στον χρόνο ως ανάμνηση για όσους τυχερούς υπήρξαν μύστες κι όχι να προσπαθεί να το φυλακίσει στον χρόνο μέσα από μια κάμερα.

Η τεχνολογία επιχειρεί να το ανατρέψει αυτό καταγράφοντας παραστάσεις που για τον ένα ή τον άλλο λόγο πρέπει να διασωθούν. Στην εγχώρια παραγωγή, δεν έχουμε δει κάτι αξιόλογο μέχρι στιγμής και αναφέρομαι στην ποιότητα της λήψης κι όχι της παράστασης (αν κι αυτό το τελευταίο είναι επίσης συζητήσιμο). Η ιδιωτική τηλεόραση πρόβαλε τα τελευταία είκοσι χρόνια μαγνητοσκοπημένες παραστάσεις του εμπορικού – κατά την προσφιλή έκφραση- θεάτρου.

Στο εξωτερικό δεν ξέρω καθόλου τι γίνεται. Επίσης, δεν γνωρίζω πόσες και ποιες παραστάσεις τόσο στην Ελλάδα όσο κι έξω μαγνητοσκοπούνται για αρχειακούς λόγους. Στην Ελλάδα, αν συμβαίνει πάντως, μόνο το Εθνικό θέατρο έχει τη δυνατότητα αλλά και την ανάγκη να το κάνει.

Η εμπειρία που είχα πριν από δυο εβδομάδες με το «Travelling light» ήταν αυτή μιας μαγνητοσκοπημένης παράστασης εξαιρετικής ποιότητας όμως στην οπτικοακουστική της απόδοση.

Το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών έχει ξεκινήσει μια ενδιαφέρουσα συνεργασία με τη Βρετανική Πρεσβεία και το Βρετανικό Συμβούλιο, μετέχοντας στο δίκτυο του National Theatre Live. Έτσι, έχει κανείς τη δυνατότητα να παρακολουθήσει μερικές σημαντικές παραστάσεις του Εθνικού Θεάτρου της Αγγλίας με οπτικοακουστικά μέσα υψηλής ευκρίνειας και σε τιμή σχεδόν ανάλογη ενός εισιτηρίου κινηματογράφου,

Το «Travelling light» του Nicholas Wright είναι μια αναδρομή στις απαρχές του κινηματογράφου. Ένας καταξιωμένος σκηνοθέτης θυμάται το ξεκίνημα της σταδιοδρομίας του με αφορμή την επιστροφή του στη γενέθλια γη για τον θάνατο του πατέρα του και την κάμερα που κληρονόμησε απ’ τον αποθανόντα. Αναπολεί το κινηματογραφικό ταξίδι στο οποίο μπήκε κάπως αναπάντεχα και με αρκετές επιφυλάξεις, ωθούμενος κυριολεκτικά απ’ το δαιμόνιο επιχειρηματικό πνεύμα ενός πλούσιου εβραίου εμπόρου της περιοχής. Το επιχειρηματικό δαιμόνιο του Jacob, η αναπόφευκτη ματαιοδοξία που γέννησε στους ανθρώπους της κοινότητας η απαθανάτιση στο πανί, τα ήθη και τα έθιμα τους, αλλά και οι δυσκολίες που γέννησαν ιδέες ήταν τελικά το πλούσιο κληροδότημα που κουβάλησε στις αποσκευές του ο νεαρός Μοτλ τη νύχτα που δραπέτευσε απ’ αυτόν τον μικρόκοσμο για να πάει στην Αμερική, στη γη της ευκαιρίας, όπου και πέτυχε υλοποιώντας αυτά που έμαθε στη μικρή κοινότητα απ’ την οποία τόσο καταπιεζόταν.

Απ’ τις πολύ συγκινητικές στιγμές του έργου, η νύχτα όπου ο νεαρός Μοτλ με την Άννα (την κοπέλα που στάθηκε η πηγή της έμπνευσης του) ανακαλύπτουν με πρωτόγονα μέσα το μοντάζ, το γύρισμα κατά τη διάρκεια του οποίου οι ιδέες που γεννιούνται δίνουν το close up ή τον τρόπο να εκδηλώνει ένας ηθοποιός του βωβού κινηματογράφου τη συναισθηματική του φόρτιση, αλλά και η σκηνή που ο Μοτλ ως Maurice Montgomery πλέον ανακαλύπτει τις παλιές κόπιες και μέσα απ’ τις εικόνες κάνει μια αναδρομή στα πρώτα του βήματα ( εδώ μάλιστα αναπόφευκτα ο θεατής θυμάται το κινηματογραφικό «Σινεμά ο Παράδεισος»)

Ο Nicholas Hytner σκηνοθέτησε μια παράσταση με πολύ χιούμορ κι έντονη συναισθηματική φόρτιση φροντίζοντας να κρατάει τις ισορροπίες ώστε να μην γίνει ούτε μελό, ούτε αστεία. Τα απολύτως ρεαλιστικά σκηνικά και κοστούμια έδωσαν μια νότα νοσταλγίας, ενώ η μουσική «έντυσε» με ιδιαίτερο τρόπο το έργο. Ιδιαίτεροι κι οι φωτισμοί του Bruno Poet αφού έπρεπε να αποδώσουν άλλοτε μια «ασπρόμαυρη» κι άλλοτε μια «έγχρωμη» πραγματικότητα, στη σκηνή ή στη μεγάλη οθόνη.

Αξιόλογες οι ερμηνείες με κορυφαίες αυτές του Antony Sher (μέσα απ’ τον λόγο και τις χειρονομίες του θαρρείς και φωτίζεται όλη αυτή η γενιά των ευρωπαίων μεταναστών που έδωσαν τα φώτα τους στην αμερικανική κινηματογραφική βιομηχανία όταν ακόμα ήταν στα πρώτα της βήματα.) και της Lauren O’Neil που έβγαζε ζεστασιά κι αισθαντικότητα. Πολύ καλοί κι οι υπόλοιποι ηθοποιοί. Κάτι έλειπε ωστόσο – κατά τη γνώμη μου- τόσο στον Damien Molony που ενσάρκωνε τον Μοτλ όσο και στον Paul Jesson. Ίσως αυτό το στοιχείο που θα μπορούσε να είναι υποκριτικά κι ο συνδετικός κρίκος ανάμεσά τους αφού κι οι δυο υποδύονται το ίδιο πρόσωπο σε δυο διαφορετικές ηλικιακές φάσεις της ζωής του.

Μέγαρο Μουσικής Αθηνών

Nicholas Wright: «Travelling Light» του Nicholas Wright

Με αγγλικούς υπότιτλους

Μαγνητοσκοπημένη μετάδοση από το Εθνικό Θέατρο της Αγγλίας
(παράσταση: 9 Φεβρουαρίου)

Σκηνοθεσία: Nicholas Hytner
Σκηνικά: Bob Crowley
Κοστούμια: Vicki Mortimer
Φωτισμοί: Bruno Poet
Μουσική: Grant Olding

Στην παράσταση συμμετέχουν:
Mo: Mark Extance
Josef: Colin Haigh
Maurice Montgomery: Paul Jesson
Tsippa: Sue Kelvin
Ida: Abigail McKern
Motl Mendl: Damien Molony
Anna: Lauren O’Neil
Ensemble: Tom Peters
Jacob Bindel: Antony Sher
Ensemble: Jill Stanford
Hezzie: Darren Swift
Itzak: Karl Theobald
Ensemble: Geoffrey Towers
Ensemble: Kate Webster
Aron: Jonathan Woolf
Rivka: Alexis Zegerman

photos by Johan Persson

Advertisements

0 Responses to “«Travelling Light» στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών”



  1. Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s




Επισκεψιμότητα

  • 195,839 hits

Αρχείο


Αρέσει σε %d bloggers: