«Η αυλή των θαυμάτων» στο Εθνικό θέατρο (Κεντρική Σκηνή)

Όταν  πρωτοπαρουσιάστηκε η «Αυλή των θαυμάτων» στο υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης, (18 Ιανουαρίου του 1957), στην Αθήνα ξεκινούσε η μάστιγα της αντιπαροχής. Τα περισσότερα σπίτια με εσωτερικές αυλές γκρεμίστηκαν μπροστά στο όνειρο του μεταπολεμικού έλληνα  να κατοικήσει σ’ ένα διαμέρισμα με ανέσεις. Σήμερα, 55 χρόνια μετά, η εικόνα μιας πόλης στην απόλυτη παρακμή της σε όλα τα επίπεδα, φανερώνει μικρές αλλά ουσιαστικές ομοιότητες  με το παρελθόν αποδεικνύοντας ότι η ζωή κάνει τελικά κύκλους.

Το παράξενο και σπουδαίο συγχρόνως με την «Αυλή των θαυμάτων» είναι το πόσο εξακολουθεί να μας αφορά σε μια πραγματικότητα που δεν μοιάζει μεν καθόλου με την εικόνα της πόλης στο παρελθόν από πολεοδομικής πλευράς, αλλά δείχνει σημάδια ομοιότητας κι επιστροφής στο παρελθόν σε επίπεδο καθημερινής ζωής, εργασιακό και οικονομικό.

Το κατόρθωμα του Καμπανέλλη σ’ αυτό το έργο είναι πώς καταφέρνει και υπερβαίνει την ηθογραφία, διεισδύοντας στο ψυχογράφημα των απλών ανθρώπων της αυλής και της αναγκαστικής τους συνύπαρξης.

Ο Γιάννης Κακλέας υπέγραψε μια ροκ(sic) σκηνοθεσία. Είχε στόχο να δώσει στην «Αυλή των θαυμάτων» μια πιο σύγχρονη διάσταση, χωρίς ωστόσο να πειράξει κάτι απ’ το έργο. Εστίασε το ενδιαφέρον του κυρίως στους χαρακτήρες των ανθρώπων που ζουν σ’ αυτήν την αυλή αναδεικνύοντας έτσι εκείνα τα χαρακτηριστικά  που εξελισσόμενα οδήγησαν στους μικρομεσαίους του σήμερα. Ο έλληνας της αυλής δεν υπάρχει με την ίδια μορφή που είχε 50 χρόνια πριν. Έχει αποκτήσει έστω και μικρή ιδιοκτησία (γενική επιθυμία της μεταπολεμικής Ελλάδας) αλλά  σήμερα λόγω κρίσης, τίθεται κι αυτή υπό αμφισβήτηση.

Τα διαχρονικά αδιέξοδα αυτής της μικρομεσαίας τάξης, η αναζήτηση δουλειάς σε άλλη χώρα, μια ευκαιρία «να πιάσουμε την καλή»,  ένας εύκολος τρόπος πλουτισμού όπως η ενασχόληση με λαμπερά επαγγέλματα, ένας πλούσιος γάμος φαίνονται και σήμερα να είναι τα ίδια ζητούμενα για μια κατηγορία ανθρώπων.

Τα πρόσωπα του έργου υπάρχουν ακόμα ανάμεσα μας, ένα ζευγάρι προσφύγων που μια ζωή μετακινείται και δεν μπορεί να στεριώσει πουθενά, μια όμορφη κοπέλα απ’ τα λαϊκά στρώματα που ψάχνει να βρει τον πλούσιο γαμπρό ή μια καριέρα στον χώρο του θεάματος, μια γυναίκα συμβιβασμένη, μια άλλη που κακοποιείται  απ’ τον άντρα της, ένας εξαρτημένος  από τυχερά παιχνίδια που κάνει δουλειές του ποδαριού και ζει με δανεικά, μια μεσόκοπη που ζει μακριά απ’ το μοναχοπαίδι της και νιώθει ανεπιθύμητη…όλοι τους ονειρεύονται ένα καλύτερο μέλλον.

Ο σκηνικός χώρος του έργου παραπέμπει σε μια αυλή που θα μπορούσε να βρίσκεται ξεχασμένη σε μια γειτονιά της Αθήνας του σήμερα. Υπάρχουν ακόμα τέτοιες γειτονιές που σαν τις διαβείς,  οι κάτοικοί τους γυρνάνε και σε κοιτάνε και νομίζεις ότι ο χρόνος έχει παγώσει. Αυτές οι γειτονιές  σωρεύουν ανθρώπους γηγενείς και μη πια που θ’ αναγκαστούν να φύγουν όταν η αυλή τους πουληθεί για ν’ ανεγερθεί ένα πολυτελές συγκρότημα  από λοφτς.

Απ’ την ομάδα των ηθοποιών ιδιαίτερη αίσθηση έκαναν ο Νίκος Κουρής κι η Λένα Παπαληγούρα. Ο Κουρής είχε όλη εκείνη την υπερ-ενέργεια των ανθρώπων που δεν μπορούν ν’ απαλλαγούν απ’ τις αδυναμίες τους αλλά πιστεύουν ότι αν μεταθέσουν αλλού το πρόβλημα τους, όλα θα επιλυθούν ως δια μαγείας.  Ο Στέλιος (σ.σ: ο ήρωας που υποδύεται) δεν διστάζει να δανείζεται για να χαρτοπαίζει, αλλά πιστεύει ότι για την κατάντια του ευθύνεται  το σύστημα που δεν τον αφήνει να βρει μια φυσιολογική δουλειά. Θεωρεί ότι αν καταφέρει να μεταναστεύσει θα λυθεί αυτόματα το πρόβλημα του. Η  Ντόρα της Λένας Παπαληγούρα  στοχεύει σ’ έναν πλούσιο γάμο ή μια μεγάλη καριέρα για να σωθεί. Το κουκλίστικο πρόσωπο  της  ηθοποιού  μετατράπηκε επιτυχώς  σε μια φοβισμένη γεμάτη σκιές μάσκα προς το τέλος του έργου. Το σαρκίο της γυναίκας που συνεχίζει να υπάρχει αποκομμένο απ’ τον κόσμο των συναισθημάτων.

Έντονα τα κλισέ που χρησιμοποίησαν οι Θεοδώρα Τζήμου και Προμηθέας Αλειφερόπουλος στις μεταξύ τους σκηνές. Μου θύμισαν κάποτε επιθεωρησιακές σκηνές που ο ηθοποιός αφουγκράζεται τι ορέγεται το κοινό και του το δίνει μέχρι να «καεί» θεατρικά.

Λιτή αλλά αδιάφορη η Στελλάτου, σχετικά καλός ο Ασπιώτης, πιο πολύ υστερική απ’ ό, τι χρειαζόταν η Αϊδίνη, καρικατουρίστικοι οι βοηθητικοί ρόλοι των  Γιαννακόπουλου, Κουρλαμπά, Σαράντη.

Η Μίνα Αδαμάκη μου άρεσε περισσότερο στη δραματική καμπή του ρόλου της, ο Θόδωρος Κατσαφάδος σκιαγράφησε εξωτερικά τον ρόλο, αλλά δεν άγγιξε το βάθος του Ιορδάνη.

Η Εύη Σαουλίδου έχει δώσει και καλύτερες στιγμές στο θέατρο, ενώ η χημεία της με τον Νίκο Ψαρρά δεν λειτούργησε.

«Η αυλή των θαυμάτων»  του  Ιάκωβου Καμπανέλλη

ΚΤΙΡΙΟ ΤΣΙΛΛΕΡ – ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΚΗΝΗ

Σκηνοθεσία: Γιάννης Κακλέας

Σκηνικά: Μανόλης Παντελιδάκης

Κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου

Μουσική: Σταύρος Γασπαράτος

Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης

Σχεδιασμός βίντεο: Γιώργος Ζώης

Βοηθός σκηνοθέτη: Νουρμάλα Ήστυ

Βοηθός σκηνογράφου: Μαρία Φιλίππου

Βοηθός ενδυματολόγου: Τίνα Τζόκα

Δραματολόγος παράστασης: Εύα Σαραγά

Διανομή:

Βούλα: Θεοδώρα Τζήμου

Μαρία:Αλεξάνδρα Αϊδίνη

Γιάννης: Κωνσταντίνος Ασπιώτης

Αννετώ: Μίνα Αδαμάκη

Ιορδάνης: Θοδωρής Κατσαφάδος

Αστά: Αγγελική Στελλάτου

Ντόρα: Λένα Παπαληγούρα

Μπάμπης: Προμηθέας Αλειφερόπουλος

Στράτος: Νίκος Ψαρράς

Όλγα: Εύη Σαουλίδου

Στέλιος: Νίκος Κουρής

Μηχανικός: Γιώργος Τζαβάρας

Ένας Άνδρας – Μηχανικός-Αστυνομικός: Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος

Μηχανικός – Ταχυδρόμος – Αστυνομικός: Θανάσης Κουρλαμπάς

Ένας Νέος – Εργάτης: Μιχάλης Σαράντης

Advertisements

0 Responses to “«Η αυλή των θαυμάτων» στο Εθνικό θέατρο (Κεντρική Σκηνή)”



  1. Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s




Επισκεψιμότητα

  • 197,108 hits

Αρχείο


Αρέσει σε %d bloggers: