«Ρίττερ, Ντένε, Φος» στη Σφενδόνη


Μια οικογενειακή ιστορία έρχεται στην επιφάνεια με το τρομερό «Ρίττερ, Ντένε, Φος» του Τόμας Μπέρνχαρντ, μια ιστορία που τα κομμάτια της ενώνονται σαν ένα παζλ κατά τη διάρκεια ενός δείπνου ανάμεσα σε τρία αδέρφια με σκοπό τον εορτασμό της εξόδου του ενός απ’ το ψυχιατρείο. Αξίζει να ειπωθεί ότι όλο το έργο διαδραματίζεται μέσα σε μια ημέρα, τηρώντας την αριστοτελική ενότητα χρόνου και χώρου.

Σύμφωνα με τα λεγόμενα του ίδιου του συγγραφέα, το υλικό του ο Μπέρνχαρντ το αντλεί από τον Λούντβιχ  Βιτγκενστάιν και τον ανιψιό του Πάουλ που ήταν στενός του φίλος. Αυτοί οι δυο αποτελούν το ένα σκέλος της εξίσωσης Ρίττερ, Ντένε, Φος , δηλαδή τον Φος, όπως έχει εξομολογηθεί ο συγγραφέας.

Ωστόσο, διαβάζοντας κανείς τα βιογραφικά του, μένει με την πεποίθηση ότι ο Μπέρνχαρντ γράφει το «Ρίττερ, Ντένε, Φος» σαν μια προσπάθεια ίσως να ξορκίσει και  την δική του οικογενειακή ιστορία. Δεν είναι ξεκάθαρο βέβαια κατά πόσο αυτό είναι συνειδητό,  είναι όμως τελικά αναπόφευκτο για κάποιον που κουβαλάει στις προσωπικές του αποσκευές θλιβερές αναμνήσεις απ’ τα παιδικά του χρόνια .Ο Μπέρνχαρντ δεν γνώρισε τον πατέρα του κι ένιωθε πάντα έντονη την απόρριψη απ’ τη μητέρα του η οποία θεωρούσε την ύπαρξη του καταστροφική για τη δική της  ευτυχία.

Στο «Ρίττερ, Ντένε, Φος» τρία αδέρφια προσπαθούν ν’ αποκηρύξουν το οικογενειακό παρελθόν τους  με ό, τι αυτό συνεπάγεται. Η έλλειψη της αγάπης των γονιών τους , η αυταρχικότητα, η καταπίεση και η ευκολία που τους παρείχε η τάξη και η τεράστια περιουσία τους, έχει διαλύσει τις προσωπικότητες τους, έχει πληγώσει τον ψυχικό τους κόσμο κι έχει αδρανοποιήσει τα συναισθήματα τους. Ο αγώνας για επιβίωση του ενός σημαίνει την ψυχική εξόντωση του άλλου. Παράλληλα, είναι κι οι τρεις τόσο εξαρτημένοι ο ένας απ’ τον άλλον όσο και με το πιο ασήμαντο οικογενειακό κειμήλιο του πατρικού σπιτιού τους. Σ’ αυτό το σπίτι-μαυσωλείο, δεν τολμούν ν’ αγγίξουν τίποτα σαν να μην τους ανήκει. Χρησιμοποιούν τα σερβίτσια της μητέρας, τα τραπεζομάντηλα της γιαγιάς, τρώνε γύρω απ’ τα ζωγραφισμένα πορτρέτα των προγόνων, υιοθετούν τις κινήσεις των γονιών τους, κάθονται στις ίδιες θέσεις μ’ αυτούς στο τραπέζι…

Η παράσταση των τριών ηθοποιών που υποδύονται και τα ισάριθμα πρόσωπα του έργου έφερε τη σφραγίδα της από κοινού σκηνοθεσίας. Έχω ξαναγράψει ότι οι ομαδικές σκηνοθεσίες με βρίσκουν αντίθετη. Ο σκηνοθέτης είναι το πρόσωπο αυτό που λειτουργεί σαν τον μαέστρο της παράστασης. Οι ηθοποιοί-όργανα πρέπει να υπακούνε σ’ αυτόν.

Σε μια παράσταση που οι ρόλοι είναι όσοι και οι σκηνοθέτες συν ενός επιπλέον, ο καθένας μπορεί ν’ αφοσιωθεί τόσο στον εαυτό του που να μην μπορέσει να επικοινωνήσει με τον άλλον. Με άλλα λόγια είναι σαν ο καθένας να έχει την  ευθύνη μόνο του εαυτού –ρόλου του και να μην ασχολείται με τον άλλον. Η σκηνική συνύπαρξη δεν είναι τίποτα άλλο απ’ την λογική των συγκοινωνούντων δοχείων.

Στη συγκεκριμένη παράσταση, οι ρόλοι αποδόθηκαν σωστά χάριν της πολύτιμης εμπειρίας των τριών ηθοποιών. Ωστόσο, κάποια προβλήματα ρυθμού κι έντασης οφείλονται στην απουσία του ενός που θα είχε τον πρώτο και τελευταίο λόγο∙ που θα έβλεπε με άλλα λόγια το όλον κι όχι μέρος της συνολικής εικόνας. Το σκηνικό της Εύας Μανιδάκη απόδωσε μια χαρά την αίσθηση του μεγαλοαστικού αυστηρού σπιτιού, ενώ ένα ανοξείδωτο πλέγμα σαν ντεκόρ γύρω-γύρω, στα μάτια μου πήρε την εξήγηση του ιστού μιας αράχνης που μεταφορικά έχει κυκλώσει τα τρία αδέρφια και τις ζωές τους. Οι φωτισμοί μπορούσαν να είναι αρτιότεροι και να μην εναλλάσσονται τόσο βίαια.

Απ’ τις τρεις ερμηνείες στέκομαι περισσότερο σ’ αυτήν της  Άννας Κοκκίνου. Η ηθοποιός υπήρξε λιτή κι ουσιαστική στην ερμηνεία της. Οι Δημήτρης Καταλειφός και Ράνια Οικονομίδου με παρέπεμπαν κάποιες στιγμές σε παλιότερες ερμηνευτικές τους στιγμές. Νιώθω ότι δεν μπόρεσαν ν’ αποποιηθούν εύκολα τη μανιέρα τους.

Δεν θα ήταν σωστό να συγκρίνω την παράσταση αυτή μ’ εκείνη του Λευτέρη Βογιατζή προ εικοσαετίας. Ήταν απ’ τις πρώτες σημαντικές θεατρικές μου εμπειρίες και παρόλο που τότε λόγω ηλικίας δεν ήμουν σε θέση να κατανοήσω το έργο, θυμάμαι ακόμα σκόρπιες σκηνές από τις ερμηνείες των Βογιατζή, Κονιόρδου και Λαζαρίδου.

Δύσκολο έργο σε κάθε περίπτωση το «Ρίττερ, Ντένε, Φος» απαιτεί υψηλού επιπέδου ερμηνείες και σκηνική πειθαρχία σαν μια παρτιτούρα που πρέπει να εκτελεστεί με χειρουργική ακρίβεια  και να «συνομιλήσει» με το κοινό.

Θέατρο Σφενδόνη

«Ρίττερ, Ντένε, Φος» του Τόμας Μπέρνχαρντ

Μετάφραση: Βασισμένη σε μία μετάφραση της Ιωάννας Μεϊτάνη
Σκηνοθεσία: Δημήτρης Καταλειφός, Άννα Κοκκίνου, Ράνια Οικονομίδου, Πάνος Παπαδόπουλος
Σκηνικό: Εύα Μανιδάκη
Φωτισμοί: Αλέκος Γιάνναρος

Παίζουν: Ράνια Οικονομίδου, Άννα Κοκκίνου, Δημήτρης Καταλειφός.

Advertisements

0 Responses to “«Ρίττερ, Ντένε, Φος» στη Σφενδόνη”



  1. Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s




Επισκεψιμότητα

  • 197,102 hits

Αρχείο


Αρέσει σε %d bloggers: