«Το πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα» στο Εθνικό θέατρο (Κεντρική Σκηνή)

 

electra

Ο Ευγένιος ο’ Νηλ δεν θεωρήθηκε άδικα πατέρας του σύγχρονου αμερικανικού θεάτρου. Η ματιά του διεισδυτική, η πένα του ασκημένη να καταγράφει και τις πιο δυσδιάκριτες ψυχολογικές λεπτομέρειες. Η γραφή του έχει πάντα δυο επίπεδα, το προφανές κι αυτό που προκύπτει απ’ όσα δεν λέγονται. Αν βρεθεί κι ο σκηνοθέτης που θα μπορέσει να τα εντοπίσει και αναδείξει, είναι μια ευτυχής σκηνική στιγμή.

Οι ήρωες του ο’ Νηλ είναι «περιθωριακοί» άνθρωποι. Εν πρώτοις, αυτό δυσκολεύεται κανείς να το αναγνωρίσει στο «Πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα» με την έννοια ότι καταγράφεται η ζωή μιας μεγαλοαστικής οικογένειας στον αμερικανικό Νότο στο τέλος του αμερικανικού εμφυλίου. Σε μια δεύτερη όμως ανάγνωση, σύντομα αποκαλύπτεται ότι κάτω απ’ την εικόνα της ηθικής και της τελειότητας που θέλουν να βγαίνει προς τα έξω, οι Μάννον είναι μια οικογένεια με πάθη, μίση , ανεκπλήρωτους έρωτες και μυστικά που απειλούν να τινάξουν στον αέρα τις ισορροπίες και που τους κατατάσσουν σε μια οικογένεια εκτός νόρμας.

Ο ο’ Νηλ πατάει πάνω στην «Ορέστεια» του Αισχύλου συνθέτοντας ένα έργο με ίδια δομή. Διαιρεμένη σε 3 μέρη, στον Γυρισμό (Αγαμέμνων), στους  Κυνηγημένους (Χοηφόροι) και στους Στοιχειωμένους (Ευμενίδες), «Το Πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα» παραπέμπει στον Οίκο των Ατρειδών αλλά χωρίς εντολές άνωθεν, χωρίς οριστική κάθαρση και τελικά χωρίς διέξοδο  για την οικογένεια Μάννον.

Από φροϋδικής πλευράς έχει ενδιαφέρον να δούμε πώς λειτουργεί μέσα στο έργο αυτό που αργότερα η επιστήμη (ορμώμενη βέβαια απ’ το αρχαίο δράμα) ονόμασε Οιδιπόδειο σύμπλεγμα και σύμπλεγμα της Ηλέκτρας. Η σχέση της Λαβίνιας Μάννον με τον πατέρα της αλλά και η σχέση του Όριν με τη μητέρα του Κριστίν είναι σχέσεις που ξεφεύγουν απ’ το φυσιολογικό. Ο κάθε γονιός έχει επιλέξει ένα παιδί ως το αγαπημένο του παραμελώντας  το άλλο και προσπαθώντας να προκαλέσει τον σύντροφό του. Χρησιμοποιεί αυτό το παιδί για να πετύχει τους σκοπούς του, το χειραγωγεί, το  καλοπιάνει, το στρέφει εναντίον του άλλου γονιού, το φορτίζει συναισθηματικά. Αλλά κι απ’ την πλευρά του παιδιού, η Λαβίνια προσπαθεί να είναι αρεστή στον πατέρα της με κάθε τρόπο, τον περιμένει και τον υποδέχεται σαν να επρόκειτο για τον άντρα  της. Βλέπει ως αντίζηλο τη μητέρα της με τον ίδιο τρόπο που ο Όριν αργότερα θα δει ως αντίζηλο τον πλοίαρχο Μπραντ…

Εξαιρετική σκηνοθεσία απ’ τον Γιάννη Χουβαρδά. Αισθητική υψηλού επιπέδου, σκηνικές λύσεις που δεν προδίδουν το έργο και παράλληλα το εκσυγχρονίζουν.

Οφείλω να πω ότι αυτό που κάνει ο Χουβαρδάς τα τελευταία χρόνια με τα μεγάλα κείμενα μ’ έχει εντυπωσιάσει. Τόσο στον «Θείο Βάνια» (2009) όσο και στον «Περικλή» (2011),στον «Αρχιμάστορα Σόλνες» (2012) και τώρα εδώ αναζητά  τα σκηνοθετικά του όρια  μέσα σ’ αυτά και προσαρμόζει τη γραμμή που έχει χαράξει χωρίς να στοχεύει προς το αντίθετο που γίνεται κατά κόρον και συχνά εγείρει και συζητήσεις για την ελευθερία του σκηνοθέτη απέναντι στο κείμενο.

Εκπληκτικά τα κοστούμια εποχής κι ενδιαφέρουσα η παντελής απουσία σκηνικού (τουλάχιστον με τη συμβατική έννοια). Έξυπνη η ιδέα να χρησιμοποιήσει ως θεατές τα πρόσωπα που παρατηρούν και σχολιάζουν τη ζωή των Μάννον σαν ένας άλλος χορός αρχαίας τραγωδίας.

Σε πολύ ώριμη υποκριτική στιγμή η Μαρία Πρωτόπαπα. Ήταν νομίζω η αποκάλυψη της παράστασης υποδυόμενη μια Λαβίνια που έπαιζε με λεπτές αποχρώσεις  και με την πλήρη γκάμα των εκφραστικών της μέσων. Αξίζει να τη δει κανείς για να παρατηρήσει  πώς χρησιμοποιεί ο καλός ηθοποιός το όλον:τα μάτια, την έκφραση, τη στάση του σώματος.

Η αισθαντικότητα της Καριοφυλλιάς Καραμπέτη δεν διδάσκεται, η σπουδαία τεχνική της όμως είναι σίγουρα μάθημα προς τους νεότερους συναδέλφους της. Είναι απόλαυση να παρατηρείς  πώς εξελίσσει κάθε φορά τον ρόλο.

Διαφορετικός απ’ ό, τι έχουμε συνηθίσει ο Χρήστος Λούλης υποδύθηκε έναν πληγωμένο κι εξαρτώμενο συναισθηματικά Όριν. Μετρημένος και με πλήρη κυριαρχία στα εκφραστικά του μέσα  ήταν ο Ακύλλας Καραζήσης,  ενώ πιο αδύναμοι υπήρξαν οι άλλοι τρεις ηθοποιοί της διανομής (Γιώργος Γάλλος, Γιούλικα Σκαφιδά, Αργύρης Πανταζάρας).

Πολύ ωραίος ο χαρακτήρας που έπλασε ο πάντα καλός Χρήστος Στέργιογλου.

Απολαυστική  τέλος η ομάδα των 4 θεατών. Με ζωντάνια και  κέφι, κατόρθωσαν να μας δώσουν την ατμόσφαιρα αυτού που ακριβώς  περιγράφει  ο συγγραφέας( όλα τα αφηγηματικά μέρη του έργου ειπώθηκαν απ’ αυτούς), να σχολιάσουν πάνω στα πρόσωπα και την πλοκή και να ελαφρύνουν το βαρύ κλίμα του έργου. Ευφάνταστο το εύρημα της «ανταλλαγής» ρόλων στο φινάλε.

 

«Το πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα» του Γιουτζήν Ο’Νηλ

ΚΤΙΡΙΟ ΤΣΙΛΛΕΡ – ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΚΗΝΗ

 

Μετάφραση:  Ερρίκος Μπελιές

Σκηνοθεσία – Διαμόρφωση σκηνικού χώρου: Γιάννης Χουβαρδάς

Δραματουργική επεξεργασία:  Γιάννης Χουβαρδάς – Σάββας Κυριακίδης

Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη

Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος

Βοηθός σκηνοθέτη: Νατάσα Τριανταφύλλη

Μουσική διδασκαλία: Μελίνα Παιονίδου

Διανομή:

Στρατηγός Έζρα Μάννον: Ακύλλας Καραζήσης

Κριστίν Μάννον:  Καρυοφυλλιά Καραμπέτη

Λαβίνια Μάννον:  Μαρία Πρωτόπαππα

Όριν Μάννον: Χρήστος Λούλης

Πλοίαρχος Άνταμ Μπραντ: Γιώργος Γάλλος

Λοχαγός Πήτερ Νάιλς: Αργύρης Πανταζάρας

Χέιζελ Νάιλς: Γιούλικα Σκαφιδά

Σεθ, ο επιστάτης των Μάννον: Χρήστος Στέργιογλου

Θεατής 1: Χάρης Τσιτσάκης

Θεατής 2: Θέμις Μπαζάκα

Θεατής 3: Μάγια Λυμπεροπούλου

Θεατής 4:  Γιώργος Κοτανίδης

 

Advertisements

0 Responses to “«Το πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα» στο Εθνικό θέατρο (Κεντρική Σκηνή)”



  1. Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s




Επισκεψιμότητα

  • 196,269 hits

Αρχείο


Αρέσει σε %d bloggers: