«Ευτυχισμένες μέρες» στο Θέατρο Τέχνης

les beaux jours

Αν προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε το θέατρο του Μπέκετ με όρους ζωγραφικής, δεν θα ήταν άστοχο να  ισχυριστούμε ότι μοιάζει με σκίτσο που ο δημιουργός του επίτηδες άφησε το χρώμα έξω. Οι ήρωες του μοιάζει να μην έχουν παρελθόν, δεν ξέρουμε από πού έρχονται και ποιο είναι το συναισθηματικό τους υπόβαθρο. Ο θεατής καλείται να προσθέσεις τις χρωματικές πινελιές, να εξηγήσει- αν το θεωρεί απαραίτητο- αυτά που ο συγγραφέας αφήνει σκοπίμως μετέωρα. Γιατί ο θεατρικός κόσμος του Μπέκετ δεν είναι τίποτα άλλο από την ανθρώπινη αγωνία για την ύπαρξη, τη φθορά και το τέλος.

Όλοι σχεδόν οι ήρωες του είναι παγιδευμένοι  σε κάτι, σε μια εμμονή, μια ιδέα, μια κατάσταση. Στις «Ευτυχισμένες μέρες» η Γουίννυ είναι χωμένη ως τη μέση  σ’ έναν αμμόλοφο με σκουπίδια, σε μια χωματερή. Δείχνει χαρούμενη που άλλη μια ευτυχισμένη μέρα έχει ξημερώσει. Βγάζει διαρκώς πράγματα από μια τσάντα που έχει δίπλα της, μια οδοντόβουρτσα με οδοντόκρεμα, ένα καθρεφτάκι, μια χτένα, ένα καπέλο, μια ομπρέλα , ένα περίστροφο κόκ. Συχνά απευθύνεται σ’ έναν άνδρα, τον άνδρα της μάλλον, τον Γουίλλυ που βρίσκεται κι αυτός κάπου εκεί κοντά  απορροφημένος στις δικές του δραστηριότητες.

Ο θεατής βλέπει ουσιαστικά τη Γουίννυ και μέσα απ’ αυτήν παίρνει κάποιες πληροφορίες και για τον Γουίλλυ. Μοιάζουν κι οι δυο τους αποκομμένοι από ο,τιδήποτε εγκόσμιο. Η Γουίννυ  σχολιάζει ότι βρέθηκε  κάποια στιγμή στο στόχαστρο ενός ζευγαριού που την παρατηρούσε ως κάτι το αξιοπερίεργο. Το προσπερνάει καθιστώντας μας σαφή την απουσία οποιασδήποτε σχέσης μαζί τους.

Η Γουίννυ προετοιμάζεται να υπερβεί την ανθρώπινη διάσταση της κι έτσι σταδιακά απομακρύνεται απ’ ό, τι συνιστούσε μέρος της προηγούμενης της κατάστασης. Λέει φράσεις και λέξεις που αποτελούν νύξη για την προηγούμενη ζωή της αλλά όλα αυτά είναι πια πολύ μακρινά καθώς η ίδια έχει μπει σ’ έναν δρόμο αναγκαστικής καταστροφής. Η φθορά είναι αναπόφευκτη κι η σχολαστική τήρηση της καθημερινής ρουτίνας απλώς οδηγεί τα βήματα της πιο κοντά σ’ αυτήν.

Δεν ξέρουμε τίποτα παραπάνω για τη Γουίννυ, ποιο ήταν το παρελθόν της, πώς κατέληξε εδώ. Μοιάζουν όλα πολύ φυσικά…  Ακούγεται ένα κουδούνισμα, ίσως ο χρόνος που τελειώνει…

Στον Μπέκετ τα σύμβολα δεν είναι ξεκάθαρα. Ο θεατής είναι ελεύθερος να καταλάβει ανάλογα με την ικανότητα πρόσληψης που έχει, το διανοητικό του υπόβαθρο, τις προσωπικές του φοβίες. Ποια είναι η Γουίννυ; Γιατί μοιάζει να επαναλαμβάνει τις ίδιες κινήσεις κάθε μέρα;

Στη δεύτερο μέρος, είναι χωμένη στη γη μέχρι το λαιμό. Ο λόγος της είναι πιο δραματικός, υπάρχει μεγαλύτερη ένταση. Είναι ο φόβος του ανθρώπινου όντος που φτάνει στο τέλος του. Είναι οι «ευτυχισμένες μέρες» που λιγοστεύουν.

Η Ναταλία Τσαλίκη είναι η 4η Γουίννυ που βλέπω. Δεν θα μπω στη διαδικασία να την συγκρίνω με άλλες. Νομίζω ότι το προκλητικό για έναν ηθοποιό στα έργα του Μπέκετ είναι η έλλειψη κάθε πεπατημένης. Ένας ρόλος χωρίς παρελθόν καλεί αυτόματα τον ηθοποιό ν’ ανασύρει προσωπικά στοιχεία για να βρει την άκρη του νήματος κι αυτό όπως είναι λογικό δημιουργεί μια ταυτότητα εντελώς ατομική.

Η Τσαλίκη είχε μια δυναμική σε όλη τη διάρκεια του έργου. Καθώς η εσωτερική αγωνία της Γουίννυ κλιμακώνεται για να κορυφωθεί, η ερμηνεία της αποκτούσε περισσότερη δραματική ένταση παραγκωνίζοντας το ανάλαφρο που προσπαθεί να έχει στην αρχή η ηρωίδα όταν λέει «σήμερα ξημερώνει άλλη μια ευτυχισμένη μέρα».

Ο Δημήτρης Κανέλλος  νομίζω ότι υπήρξε ο πιο «ζωηρός» Γουίλλυ που μπορώ να ανακαλέσω στη μνήμη μου. Είχε ζωντάνια και ρυθμό προσπαθώντας να δημιουργήσει ενδιαφέρον γι’ αυτόν το φαινομενικά μη ρόλο του Μπέκετ.

Μου άρεσε το κατάλευκο σκηνικό του Ζαμάνη. Απέπνεε μια τρομακτική αισιοδοξία ανάλογη με την ψυχική κατάσταση της Γουίννυ καθώς βυθίζεται στο χάος.

Η Λίνα Ζαρκαδούλα υπέγραψε μια ενδιαφέρουσα παράσταση ωστόσο δεν στάθηκε δυνατό να διακρίνω που σταματούσαν τα σκηνοθετικά όρια και που άρχιζαν οι ελευθερίες του ηθοποιού. Με άλλα λόγια, είναι πιθανόν τέτοια η φύση του έργου που δεν επιτρέπει πολλές σκηνοθετικές παρεμβάσεις. Από την άλλη, η Ναταλία Τσαλίκη είναι μια πολύ έμπειρη ηθοποιός που έβγαλε εις πέρας επάξια τον μακρύ μονόλογο της Γουίννυ.

«Ευτυχισμένες μέρες» του Σάμουελ Μπέκετ

Θέατρο Τέχνης (Φρυνίχου-Πλάκα)

Μετάφραση : Μπελιές Ερρίκος

Σκηνοθεσία : Ζαρκαδούλα Λίνα

Σκηνικά : Ζαμάνης Κωνσταντίνος

Κοστούμια : Ζαμάνης Κωνσταντίνος

Μουσική : Οικονόμου Θοδωρής

Φωτισμοί : Δρακουλαράκος Γιάννης

Διανομή

Γουίννυ: Ναταλία Τσαλίκη
Γουίλλυ: Δημήτρης Κανέλλος

Βοηθός Σκηνοθέτη: Ελένη Βλάχου
Συμπαραγωγή: «Θέατρο Τέχνης» – «ΗΡΩ»

Advertisements

0 Responses to “«Ευτυχισμένες μέρες» στο Θέατρο Τέχνης”



  1. Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s




Επισκεψιμότητα

  • 195,839 hits

Αρχείο


Αρέσει σε %d bloggers: