«Πρόβα νυφικού» στο Εθνικό Θέατρο (Θέατρο Rex)

prova nyfinou
Δεν ξέρω ποια ανάγκη ώθησε το Εθνικό θέατρο να εντάξει στο ρεπερτόριο του ένα μπεστ σέλλερ είκοσι χρόνων πριν που εντυπώθηκε μάλιστα στην κοινή τηλεοπτική μνήμη με μια επιτυχημένη σειρά, αν δεν επρόκειτο να καταθέσει μια καινούργια πρόταση. Η παράσταση που αρχικά ξεκίνησε απ’ τον Βασίλη Βαφέα και κατέληξε στον Σωτήρη Χατζάκη δεν ευτύχησε να ξεπεράσει την ανάμνηση της τηλεοπτικής σειράς. Δεν έδωσε και τίποτα το διαφορετικό όμως…

Η διασκευή  της συγγραφέως με τη συνδρομή του Νιάρχου κατόρθωσε επιτυχώς να απομονώσει τα σημαντικότερα γεγονότα του μυθιστορήματος ώστε να χωρέσουν σε μια συγκεκριμένης διάρκειας θεατρική παράσταση.  Είναι προφανές ότι άλλη λειτουργικότητα έχουν τα τρία είδη, το ανάγνωσμα, η τηλεοπτική σειρά και η θεατρική παράσταση. Στο θέατρο μάλιστα, λείπει η μαγεία που μπορεί να προκύψει είτε απ’ τη φαντασία είτε απ’ το μοντάζ, οπότε ο θεατής πρέπει να την αναπληρώσει με μια έξυπνη σκηνοθεσία ή με πολύ καλές ερμηνείες ή ιδανικά και με τα δυο. Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω τι παραπάνω μπορεί να πρόσθεσε η δραματουργική επεξεργασία των Κων/νου και Αντώνη Κούφαλη. Εικάζω ότι ο σκηνοθέτης το έκρινε απαραίτητο…

Οι σκηνοθετικές ικανότητες του Σωτήρη Χατζάκη φαίνεται πως εξαντλήθηκαν χρόνια πριν όταν ακόμα κόμιζε στη σκηνή κάτι ιδιαίτερο με τις ατμοσφαιρικές  παραστάσεις του ( «Νύχτα του τράγου», «Φόνισσα», «Ντιμπούκ»). Πώς αλλιώς να εξηγήσει κανείς ότι η «Πρόβα Νυφικού» που φέρει την υπογραφή του δεν είναι τίποτα άλλο από μια κακή και ξεπερασμένη mise en scene (χρησιμοποιώ τη φράση στην κυριολεξία της που σημαίνει σκηνική τοποθέτηση κι όχι σε ελεύθερη μετάφραση που σημαίνει σκηνοθεσία), ποτισμένη με εθνικοπατριωτικό παραλήρημα;  Άνευρη και χωρίς καμιά ευρηματικότητα  η σκηνοθεσία του περιορίστηκε στο να παραθέσει μια σειρά από μικρές σκηνές που διαδέχονταν γρήγορα η μία την άλλη χωρίς βάθος και χωρίς χρόνο ούτε στους θεατές αλλά ούτε και στους ηθοποιούς να εξελίξουν τον ρόλο.

«Οι δεύτερες σκέψεις είναι πάντα σοφότερες» λέει σε κάποια στιγμή στο βιβλίο ο Μανιάς που εδώ τον υποδύεται ο Θέμης Πάνου. Τι κρίμα που είδαμε μια παράσταση χωρίς δεύτερες σκέψεις, χωρίς συναισθηματικό υπόβαθρο αλλά κυρίως  χωρίς στόχο.

Οι ρόλοι του βιβλίου δεν είναι ανθρώπινα σκίτσα με απότομες μεταβολές. Λυπάμαι που δεν υπήρξε καμία διεργασία, κανένας ψυχικός πόνος, καμιά αιτιολογία που να  δικαιολογεί τις μεταστροφές τους. Σχηματικός ο παράνομος έρωτας του Απόστολου και της Όλγας, άνευρη η εμφάνιση της ελαφρών ηθών Ματίνας με την αντιστασιακή δράση, επιγραμματική η εξέλιξη της συμπάθειας σε αγάπη ανάμεσα στην Αγγελική και τον αστυνόμο. Το ίδιο  αναίμακτα(sic) πέρασε η αλλαγή αξιών  στη  μικρή κοινωνία με την κατάκτηση της χώρας απ΄τους Γερμανούς που σκηνικά παρουσιάστηκαν σαν γραφικοί  μέθυσοι και κυνηγοί του ποδόγυρου(!!!) ,η σχέση της Ρηνούλας με τον γιατρό, ο απόηχος της ιστορίας του πατέρα της με τη μητέρα της Αγγε λικής κόκ

Αντιθέτως, σε δυο ολόκληρες ώρες, χώρεσαν τα πιο απίθανα πράγματα: όλος ο θίασος επί σκηνής στην έναρξη για να μας συστήσουν τον  κάθε ρόλο, τα tableaux vivants, τα πατριωτικά τραγούδια της Βέμπο, τα γλυκερά και νοσταλγικά άσματα που παρακινούν το κοινό να τραγουδήσει, οι  δυο μουσικοί ωσάν πλανόδιοι επί σκηνής, ο Εθνικός ύμνος, η ελληνική σημαία παρέα με μια κόκκινη προοιωνίζοντας τον εμφύλιο κόκ. Συνδετικός κρίκος σε όλα τα προαναφερθέντα η ανεκδιήγητη παρουσία της Ευανθούλας σαν ξωτικό. Η φιγούρα αυτού του διαισθητικού κι ευαίσθητου πλάσματος μετατράπηκε εδώ σ’ ένα κορίτσι που τρέχει πάνω- κάτω ντυμένο νεράϊδα…

Νιώθω ότι οι μόνοι που κάπως διεσώθηκαν απ’ τον πολυμελή θίασο ήταν η Θέμις Μπαζάκα κι ο Άλκις Κούρκουλος, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι δεν μπορούσαν και καλύτερα… Ο Γιώργος Κοτανίδης ήταν κάτι σαν bon viveur θείος από τις παλιές ταινίες της Φίνος. Η Ευγενία Δημητροπούλου κι η Δανάη Σκιάδη ήταν εντελώς εξωτερικές. Η δε Σκιάδη πάσχιζε να μιμηθεί την Πέγκυ Τρικαλιώτη που είχε ερμηνεύσει τον ίδιο ρόλο στο σίριαλ. Λυπήθηκα για τον πολύ καλό ( και το λέω ανεξαρτήτως του πρόσφατου κινηματογραφικού του βραβείου) Θέμη Πάνου που προσπάθησε αλλά μάταια, ενώ έκανε σήμα κατατεθέν στο τέλος κάθε του εμφάνισης ένα ατυχές  λεκτικό ευφυολόγημα… Κάκιστη η Αλεξάνδρα Παλαιολόγου που δεν έχει κανένα υποκριτικό βάθος, δεν είχε δουλέψει καθόλου τον ρόλο και δεν ανέδειξε κανέναν αισθησιασμό. Κι εδώ η τηλεοπτικη μνήμη την εξαφάνισε… Ανεκδιήγητος ο Μαγδαληνός που έπαιξε τον χωροφύλακα σαν να ήταν σε ελληνική κωμωδία του ’60, αδιάφοροι όλοι οι υπόλοιποι.

Η Έρση Δρίνη δημιούργησε ένα φλύαρο και κακόγουστο σκηνικό. Η μουσική ήταν προβλέψιμη χωρίς καμιά δημιουργικότητα ενώ τα χορευτικά μέρη φαινόντουσαν εντελώς  αδούλευτα.

Κρίμα για μια παράσταση που εισπρακτικά μεν θα επιτελέσει τον στόχο της, αλλά καλλιτεχνικά θα έχει πλήρως αποτύχει, αφού δεν έχει ταυτότητα…

«Πρόβα νυφικού»  των Ντόρας Γιαννακοπούλου – Θανάση Νιάρχου

ΘΕΑΤΡΟ REX – ΣΚΗΝΗ «ΜΑΡΙΚΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ»

Διασκευή: Ντόρα Γιαννακοπούλου, Θανάσης Νιάρχος

Δραματουργική επεξεργασία: Κωνσταντίνος και Αντώνης Κούφαλης

Σκηνοθεσία: Σωτήρης Χατζάκης

Σκηνικά – Κοστούμια: Έρση Δρίνη

Χορογραφίες: Κική Μπάκα

Φωτισμοί: Αντώνης Παναγιωτόπουλος

Μουσική επιμέλεια: Βασίλης Δρογκάρης

Advertisements

0 Responses to “«Πρόβα νυφικού» στο Εθνικό Θέατρο (Θέατρο Rex)”



  1. Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s




Επισκεψιμότητα

  • 197,108 hits

Αρχείο


Αρέσει σε %d bloggers: