«Κρίμα που είναι πόρνη» στο Εθνικό θέατρο – ΘΕΑΤΡΟ ΧΩΡΑ

pornh

Οι σχέσεις θεάτρου –εκκλησίας κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα δεν ήταν καθόλου αγαστές γι’ αυτό και αποτελεί τραγική ειρωνεία η γέννηση κι εξέλιξη του θεάτρου μέσα από τη λατρευτική πράξη, όπως ακριβώς είχε συμβεί και στην αρχαιότητα.

Το αρχαίο ελληνικό δράμα προέκυψε απ’ τον διθύραμβο, τη λατρεία δηλαδή προς τον Διόνυσο. Κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα, η εκκλησία δημιουργεί το έδαφος για την άνθιση της θεατρικής πράξης μέσα από τα πάθη του Χριστού και ειδικότερα απ’ τη γιορτή του Πάσχα. Συγκεκριμένα, το λυρικό μέρος της πρωινής λειτουργίας του Πάσχα αποτέλεσε τον βασικό άξονα της μελλοντικής εξέλιξης. Στις πρώτες χριστιανικές γιορτές υπήρχαν τραγουδιστικά κομμάτια που λεγόντουσαν τρόποι (tropes). Στον τρόπο του Πάσχα υπάρχει ένας μικρός διάλογος με στοιχειώδεις σκηνικές οδηγίες το «ποιον ζητάτε» (quem quaeritis). Το κομμάτι αυτό το έψελνε ο ιερέας που φορούσε λευκά και συμβόλιζε τον άγγελο ενώ τρία ψαλτοπαίδια παρίσταναν τις τρεις Μαρίες που πάνε στον τάφο του Χριστού την Κυριακή του Πάσχα. Αυτές απαντούσαν « Τον Ιησού από την Ναζαρέτ, τον εσταυρωμένο, παιδί του ουρανού.» «Δεν είναι εδώ. Αναστήθηκε όπως προείπε. Πηγαίνετε και πείτε ότι αναστήθηκε εκ νεκρών.»

Όπως ο διθύραμβος διευρύνθηκε για να περιλάβει ιστορίες Θεών και ηρώων από τους μεγάλους μυθολογικούς κύκλους, έτσι και η σκηνή με τις τρεις Μαρίες εκτείνεται τόσο στα γεγονότα πριν την Ανάσταση(Σταύρωση, Δίκη, προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης), όσο και σ’ αυτά μετά την Ανάσταση μέχρι και τη Δευτέρα Παρουσία αλλά ακόμα και σε ιστορίες παρμένες απ’ τη Βίβλο, ή σε βίους αγίων και μαρτύρων.

Τα πρώτα Λειτουργικά έργα γράφτηκαν για να παίζονται από ιερείς και ψαλτοπαίδια μέσα στην εκκλησία αλλά όσο αυτά εξελίσσονταν δόθηκε η άδεια να εμφανίζονται και μη εκκλησιαστικά πρόσωπα ενώ ο εκκλησιαστικός χώρος οργανώθηκε κι οριοθετήθηκε έτσι ώστε να προσφέρει ένα πολλαπλό σκηνικό με το κοινό να μπορεί να παρακολουθεί όλες τις σκηνές της παράστασης.
Η συμβολή των Λειτουργικών αυτών δραμάτων υπήρξε σημαντική αφενός για την εκκλησία αφού χρησίμευε σαν την καλύτερη κατήχηση για μεγάλο μέρος των αναλφάβητων πιστών, αφετέρου γιατί έβαλε τα θεμέλια για την ανάπτυξη των μετέπειτα εθνικών θεάτρων. Τα επόμενα χρόνια που εισάγεται πια η καθομιλουμένη γλώσσα μέσα σ’ αυτά και τα λατινικά σιγά- σιγά εξαλείφονται, η παράσταση μεταφέρεται εκτός εκκλησίας.

Το «Κρίμα που είναι πόρνη» γράφεται σε μια εποχή που το θέατρο έχει πια ανακτήσει τη χαμένη του αξιοπρέπεια. Έχουν προηγηθεί ο Σαίξπηρ κι ο Μάρλοου ενώ την εποχή που γράφει ο Τζον Φορντ ανθεί και το άστρο του Μπεν Τζόνσον.

Πρόκειται για ένα δράμα αιμομιξίας στην ιταλική Πάρμα. Ο Τζιοβάνι κι η Αναμπέλα ερωτεύονται παράφορα παρόλο που είναι αδέρφια. Η σχέση τους αν και βιώνεται απ’ τους ίδιους ως αγνή, αθώα κι άδολη αγάπη, ξεσηκώνει θύελλες αντιδράσεων και μάλιστα από ανθρώπους που στην κοινωνική ή την προσωπική τους ζωή φέρονται με υποκρισία και βία. Ο πατέρας των παιδιών αποφασίζει να παντρέψει την Αναμπέλα με κάποιον ισχυρό άνθρωπο του κύκλου τους προσπαθώντας έτσι να δώσει ένα τέλος στην αφύσικη σχέση. Η προσπάθεια του όμως σύντομα θα φέρει αντίθετα αποτελέσματα με τραγικές συνέπειες.

Ο Δημήτρης Λιγνάδης κάνει κάτι έξυπνο αλλά συγχρόνως παρακινδυνευμένο. Σκηνοθετεί το έργο παρουσιάζοντας το σαν ένα λειτουργικό δράμα που παρασταίνεται απ’ τους πιστούς μέσα στην εκκλησία. Οι παρευρισκόμενοι που τιμούν τη μνήμη της Αγίας Αναμπέλλας καλούνται απ’ τον ιερέα να ενσαρκώσουν την ιστορία, όπως κάνουν κάθε χρόνο τέτοια μέρα. Οι θεατές εισέρχονται στον χώρο σαν να μπαίνουν σ’ εκκλησία. Το όργανο αρχίζει πριν σβήσουν τα φώτα κι ο ιερέας δεν φεύγει απ’ τη θέση του ούτε στο διάλειμμα. Έτσι, παρακολουθούμε ένα παιγνίδι ρόλων που κρατάει λεπτές ισορροπίες ανάμεσα στους πιστούς και στους ρόλους που ερμηνεύουν, ένα θέατρο εν θεάτρω με άλλα λόγια.

Αν κι εξαιρετικά ενδιαφέρον για τους γνώστες του θεάτρου, το εγχείρημα ενέχει το ρίσκο του να μην γίνει κατανοητό στο ευρύ κοινό. Ο Λιγνάδης κλείνει το μάτι μόνο στους μυημένους προσφέροντας τους την αναβίωση μιας ξεχασμένης σελίδας στην παγκόσμια θεατρική ιστορία. Επιπλέον, συνομιλεί με τους διαβασμένους διανθίζοντας  το δράμα με αποσπάσματα απ’ τον «Μεγάλο Ανατολικό» του Εμπειρίκου χάριν εξυμνήσεως του έρωτα. Παράλληλα όμως, πιθανώς απομονώνει τον μέσο θεατή που ανυποψίαστος παρακολουθεί αδυνατώντας να κατανοήσει το ύφος και να κάνει τις απαραίτητες συνδέσεις… Παρόλα αυτά, η παράσταση όχι μόνο δεν περνά απαρατήρητη, αλλά κατορθώνει να επιτελέσει τον ιστορικό και καλλιτεχνικό σκοπό της. Εξαιρετική η συμβολή της Νάθενα στο σκηνικό και τα κοστούμια, του Χριστοδουλόπουλου στη μουσική  αλλά και των υπόλοιπων συντελεστών που εξυπηρέτησαν στο ακέραιο την άποψη και την οπτική του σκηνοθέτη.

Η Μαρία Κίτσου αναμετρήθηκε μ’ έναν ρόλο που σφραγίστηκε τριάντα χρόνια πριν απ’ την ερμηνεία της Καραμπέτη στην παράσταση του Ανοιχτού θεάτρου που τόσο είχε συζητηθεί την εποχή εκείνη. Η Κίτσου έχει τη δική της ξεχωριστή ταυτότητα στον θεατρικό χώρο ξεχωρίζοντας απ’ τις υπόλοιπες ηθοποιούς της γενιάς της. Είναι μια ενζενί της εποχής μας. Εύθραυστη και κοριτσίστικη στην εξωτερική της εμφάνιση αλλά με φοβερό δυναμισμό και σημαντικό υποκριτικό οπλοστάσιο στις αποσκευές της.
Στους υπόλοιπους ρόλους, αδύναμος ο Τζιοβάνι του Πασσά και άνισος στη σύγκριση με την Αναμπέλα, κάπως υπερβολικός ο Καλετσάνος στον ρόλο του Σοράντσο, λιτός και μ’ ενδιαφέρον ο Χατζησάββας, ελαφρώς καρικατουρίστικος ο κατά τα άλλα καλός Πάνου (αλλά νομίζω πρέπει να προσέξει την τυποποίηση και πρέπει να τον προσέξουν κι οι σκηνοθέτες του). Εξαιρετικός ο Γιωργής Τσουρής σ’ αυτό το αλλόκοτο πλάσμα που ενσαρκώνει ανοίγοντας και κλείνοντας την παράσταση.

«Κρίμα που είναι πόρνη» του Τζον Φορντ

Εθνικό θέατρο – ΘΕΑΤΡΟ ΧΩΡΑ

Μετάφραση: Γιάννης Λιγνάδης
Σκηνοθεσία: Δημήτρης Λιγνάδης
Σκηνικά – κοστούμια: Εύα Νάθενα
Μουσική: Γιάννης Χριστοδουλόπουλος
Φωτισμοί: Αλέκος Γιάνναρος
Μουσική διδασκαλία: Μελίνα Παιονίδου
Βοηθός σκηνοθέτη: Χρήστος Τζιούκαλιας
Βοηθοί σκηνογράφου – ενδυματολόγου: Δάφνη Κολυβά, Εβελίνα Δαρζέντα
Διανομή:
Ντονάτο: Γρηγόρης Γαλάτης/Ιππολύτη: Εβίτα Ζημάλη/Σοράντσο: Ιερώνυμος Καλετσάνος/Πότζιο: Μιχάλης Κίμωνας/Αναμπέλλα: Μαρία Κίτσου/Γκριμάλντι: Θύμιος Κούκιος/Πουτάνα – Καρδινάλιος: Σοφία Μυρμηγκίδου/Φλόριο: Χρήστος Νίνης/Ρικαρντέττο: Θέμης Πάνου/Τζιοβάννι: Δημήτρης Πασσάς/Φιλώτις: Ελεάννα Στραβοδήμου/Μπεργκέττο: Χάρης Τζωρτζάκης/Βάσκες: Γιωργής Τσουρής/Γέροντας: Μηνάς Χατζησάββας

Advertisements

0 Responses to “«Κρίμα που είναι πόρνη» στο Εθνικό θέατρο – ΘΕΑΤΡΟ ΧΩΡΑ”



  1. Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s




Επισκεψιμότητα

  • 195,833 hits

Αρχείο


Αρέσει σε %d bloggers: