«Ευτυχισμένες μέρες» στο Εθνικό Θέατρο

ευτυχισμενες-μερες

Οι «Ευτυχισμένες μέρες» είναι το ποίημα του Μπέκετ για την τραγικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης.

Η φθαρτότητα του ανθρώπινου σώματος κι η πάλη του με το πνεύμα κινητοποιεί την κλεψύδρα που τίθεται σε λειτουργία με τη γέννηση και σταματά με τον θάνατο. Και τι μένει; λόγια, λόγια, λόγια κι η ανθρώπινη τάση ν’ αγνοείς τον χρόνο που τρέχει μέσα απ’ την αέναη ροή της επανάληψης.

Μια γυναίκα χωμένη μέσα σ’ ένα σωρό σκουπιδιών. Κάνει κάποιες κινήσεις εν είδη πρωινής ιεροτελεστίας. Βουρτσίζει τα δόντια της, χτενίζει τα μαλλιά της, λέει αποσπάσματα από προσευχές, απευθύνεται στον σύντροφο της τον Γουίλλυ που είναι κι αυτός χωμένος κάπου πίσω της. Παράλληλα, ακούγεται ο ήχος ενός κουδουνιού που υποδηλώνει τη λήξη μιας μέρας και την έναρξη της επόμενης.

Γιατί τι άλλο είναι η Γουίννυ, η ηρωίδα του έργου, παρά ένα πλάσμα που καθώς βλέπει τον χρόνο να τελειώνει ακροβατεί ανάμεσα στην ευτυχία και τη δυστυχία προσπαθώντας να πάρει μια ψευδαίσθηση παράτασης κι επαναλαμβάνοντας κινήσεις σαν να θέλει να κρατήσει για πάντα αυτή τη γοητευτική ρουτίνα της καθημερινότητας. Η Γουίννυ χάνει σιγά-σιγά το σώμα της και μένει να παλέψει με τα λόγια για να ξορκίσει πιθανότατα την πραγματικότητα που την κυκλώνει καθώς όλα γύρω της αρχίζουν να καταρρέουν.

Η Σοφία Φιλιππίδου είναι η πέμπτη Γουίννυ που βλέπω μέσα σε εικοσιπέντε χρόνια. Η πρώτη ήταν η Ρούλα Πατεράκη η οποία παραμένει πάντα στη θύμηση μου ως μεγαλοπρεπής εικόνα μιας Γουίννυ σε ένα έργο με το οποίο ερχόμουν για πρώτη φορά σε επαφή. Η δεύτερη ήταν η Άννα Κοκκίνου το 2004 , αυτή η εύθραυστη εξωτερικά ηθοποιός που μεταμορφώνεται σε κάτι διαφορετικό κάθε φορά που ανεβαίνει στη σκηνή. Ακολούθησε η Φιόνα Σω το 2007 σε μια παράσταση που αδικήθηκε λόγω του ασυμβίβαστου του έργου με το αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου. Τέλος, ήταν η Ναταλία Τσαλίκη στην περυσινή παράσταση του Θεάτρου Τέχνης.

Προφανώς κι ερμηνευτικά θυμάμαι μόνο την Τσαλίκη την οποία και θα μπορούσα να συγκρίνω με την Σοφία Φιλιππίδου. Προσπαθώντας όμως να ανακαλέσω τις ερμηνείες όλων αυτών των Γουίννυ (sic), συνειδητοποιώ πόσο ανώφελη θα ήταν μια τέτοια σύγκριση και πόση ελευθερία αφήνει εδώ ο Μπέκετ στην ηθοποιό που κάθε φορά αναμετράται με το κείμενο. Διαφορετικής ιδιοσυγκρασίας η κάθε μια φέρει στη σκηνή αυτό που αντιλαμβάνεται κι αυτό που τελικά τη συγκινεί απ’ την επαφή της με το κείμενο.

Το ίδιο το έργο εξάλλου δεν είναι σαφές ως προς αυτό που θέλει να πει. Ως τυπικό δείγμα του θεάτρου του παραλόγου όπως χαρακτηρίστηκε ένα ολόκληρο κίνημα με συγκεκριμένους εκπροσώπους που αναπτύχθηκε μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο και άνθισε κυρίως τη δεκαετία του ‘60, το έργο έχει δεύτερη και τρίτη ανάγνωση κι έτσι αντίστοιχα προς την ηθοποιό και την υποκριτική ευελιξία που της επιτρέπεται στο τελικό αποτέλεσμα βαραίνει εξίσου κι η αντίληψη του κοινού ως προς αυτό που βλέπει.

Η σπουδαιότητα ενός τέτοιου κειμένου είναι η διάθεση του να προσφέρει στον θεατή πεδίο σκέψης και συλλογισμού. Παρακολουθείς αυτή τη γυναίκα να κινείται μερικώς και να μιλάει ακατάπαυστα και δεν μένεις προσκολλημένος στο τι λέει. Αυτό που λέει γεννάει μια εικόνα κι αυτή μια σκέψη κι η σκέψη σε οδηγεί σ’ έναν βαθύτερο συλλογισμό κόκ.

Διαβάζω σήμερα μ’ ενδιαφέρον τι έγραφα πέρυσι και πριν 8 χρόνια για το έργο και σκέφτομαι με πόση διαφορετική ματιά το βλέπω κάθε φορά αν και το γνωρίζω. Νομίζω αυτή η δυνατότητα της πολλαπλής ερμηνείας δίνει το στίγμα του θεατρικού κόσμου του Μπέκετ.

Με βάση τα παραπάνω, η Σοφία Φιλιππίδου συναντήθηκε μ’ αυτό τον εμβληματικό ρόλο και κατέθεσε το πηγαίο και καλά επεξεργασμένο κωμικό της κομμάτι. Η Φιλιππίδου είναι σκεπτόμενη κωμική ηθοποιός. Περνάει από φίλτρο την πρώτη ύλη και τη μετατρέπει σε όση δραματικότητα της επιτρέπεται κάθε φορά. Αν αντίστροφα σε κάθε δραματική στιγμή υπάρχει μια κωμική, η Φιλιππίδου γνωρίζει πώς να τις κάνει να έλκονται. Έπλασε μια ποιητική Γουίννυ που έντεχνα κάλυπτε τον φόβο προς το άγνωστο και το σκοτάδι μέσα από τη χαρά που της έδινε το προνόμιο ν’ αντικρύζει για μια ακόμη φορά το φως του ήλιου. Η μέρα που ξημερώνει έκανε την Γουίννυ της να σπαρταρά από ανείπωτη χαρά ενώ ολόγυρα περιβαλλόταν απ’ την άβυσσο που πλησίαζε.

Η σκηνοθετική συμβολή του Μανιώτη εδώ θεωρώ ότι υπήρξε από ελάχιστη ως ανύπαρκτη. Αν λίγο καιρό πιο πριν έγραφα για την τεράστια σημασία που έχει ο σκηνοθέτης στο θέατρο τον 21ο αιώνα, πρέπει με τον Μπέκετ να κάνω μια εξαίρεση. Οι «ευτυχισμένες μέρες» είναι η σύλληψη ενός σπουδαίου συγγραφέα κι η εκτέλεση της δύσκολης αυτής θεατρικής παρτιτούρας είναι ευθύνη του μοναδικού μουσικού της, της ηθοποιού που ενσαρκώνει την Γουίννυ.

Ο Γιάννης Γούνας προσπάθησε να τονίσει την μικρή σκηνική παρουσία του Γουίλλυ εστιάζοντας στην εκφραστική του προσώπου στην τελευταία σκηνή του έργου.

Ενδιαφέρον ο σκηνικός χώρος που έστησε η Θάλεια Ιστικοπούλου.

«Ευτυχισμένες Μέρες» του Σάμουελ Μπέκετ
Μικρό REX – Σκηνή «Κατίνα Παξινού»,

Μετάφραση: Σοφία Φιλιππίδου
Σκηνοθεσία: Γιώργος Μανιώτης
Σκηνικά-κοστούμια: Θάλεια Ιστικοπούλου
Μουσική διασκευή: Θοδωρής Οικονόμου
Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης
Βίντεο: Γρηγόρης Ρέντης
Βοηθός σκηνοθέτη: Γιάννης Γούνας

Διανομή
Γουίννυ: Σοφία Φιλιππίδου
Γουίλλυ: Γιάννης Γούνας

Advertisements

0 Responses to “«Ευτυχισμένες μέρες» στο Εθνικό Θέατρο”



  1. Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s




Επισκεψιμότητα

  • 195,843 hits

Αρχείο


Αρέσει σε %d bloggers: