«Οι δούλες» στο Εθνικό Θέατρο

Les bonnes

Ψάχνω να βρω έναν τρόπο να εντάξω το έργο του Ζενέ στη σημερινή εποχή κι η επικαιρότητα μου δίνει τροφή με τον καλύτερο(sic) τρόπο.
Τον 21ο αιώνα, στην πολιτισμένη Δύση, ένα νεαρό παιδί αναγκάζεται να υποστεί σωρεία κακοποιήσεων γιατί είναι διαφορετικό απ’ τους άλλους. Πώς ορίζεται εδώ το διαφορετικό; ευαίσθητο, ευάλωτο, συνεσταλμένο, ευγενικό…
Απ’ την άλλη μεριά, ένας νεαρός μετανάστης κακοποιείται βάναυσα απ’ τους εργοδότες του στη χώρα όπου ακόμα πίνουμε νερό στο όνομα της δημοκρατίας, των ένδοξων αρχαίων προγόνων και άλλων τέτοιων γραφικών (με την έννοια της κακομεταχείρισης των εννοιών απ’ την πολύ και άσκοπη χρήση). Το «έγκλημα» συντελείται στην ηρωική Σαλαμίνα που στην «εθνική» μας συνείδηση έχει ταυτιστεί με τη ναυμαχία κατά την οποία εξολοθρεύσαμε τους βαρβάρους. Ποιος είναι ο βάρβαρος σήμερα αναρωτιέμαι…

Δεν δυσκολεύομαι να κάνω τη σύνδεση. Ο ίδιος ο Ζενέ ήταν ένας διαφορετικός άνθρωπος. Ο καθένας από μας είναι διαφορετικός με την έννοια της μοναδικότητας του ατόμου βέβαια αλλά η κοινωνία δεν γνωρίζει από τέτοια κι οι άνθρωποι μαθαίνουμε από μικροί να κοιτάμε περίεργα ό, τι δεν μας μοιάζει…

Ο Ζαν Ζενέ, ομοφυλόφιλος, εκδιδόμενος, κλέφτης κατ’ ανάγκη και τρόφιμος φυλακών για μεγάλο χρονικό διάστημα γνώρισε το σκληρό πρόσωπο της κοινωνίας απ’ τα γεννοφάσκια του αφού εγκαταλείφθηκε σε ηλικία επτά μηνών.

«Οι Δούλες» γράφτηκαν το 1947 κι αποτελούν κατά κάποιον τρόπο έναν καθρέφτη της προσωπικότητας του. Ένα έργο εξάλλου δεν είναι ποτέ αποκομμένο απ’ την ψυχοσύνθεση και τις εμπειρίες του δημιουργού του.

Ο Ζενέ εμπνεύστηκε την ιστορία από μια είδηση που διάβασε στην εφημερίδα το 1933. Οι αδερφές Παπέν, οικιακοί βοηθοί μιας οικογένειας, δολοφονούν άγρια την κυρία που ως τότε αποκαλούσαν μαμά και την κόρη αυτής. Στο δικαστήριο δεν ζητάνε κανένα ελαφρυντικό. Θέλουν μόνο να μοιραστούν απόλυτα την ευθύνη της πράξης τους.
Ο Ζενέ γοητεύεται απ’ αυτή την είδηση και φτιάχνει ένα έργο που κατατάσσεται σε ό,τι θεατρολογικά ονομάζουμε θέατρο του παραλόγου.

Δυο αδερφές, η Σολάνζ κι η Κλαιρ δουλεύουν ως υπηρέτριες σ’ ένα μεγαλοαστικό σπίτι.
Προκειμένου ν’ αντέξουν την καταπίεση των αφεντικών, παίζουν καθημερινά ένα παιχνίδι αλλαγής ταυτότητας, υποδυόμενες η μεν Κλαιρ την κυρία τους, η δε Σολάνζ την Κλαιρ. Παράλληλα, σχεδιάζουν την απόδραση τους απ’ τα δεσμά της δουλείας ενοχοποιώντας τον κύριο του σπιτιού κι επιτυγχάνοντας τη φυλάκιση του και οργανώνοντας τη δολοφονία της κυρίας που έχει μείνει πια απροστάτευτη. Ένα απρόσμενο γεγονός όμως, θα διαταράξει την ισορροπία τους.

Μέσα απ’ αυτό το παιχνίδι της αλλαγής ρόλων, το θέατρο εν θεάτρω, ο Ζενέ μιλάει για την καταπίεση ανθρώπου από άνθρωπο σε όλες τις δυνατές εκφάνσεις και το αποτέλεσμα είναι μεγαλύτερης έντασης απ’ ότι αν βλέπαμε μπροστά μας σκηνές λεκτικής ή σωματικής βίας. Οι υπαινιγμοί, τα βλέμματα, οι κινήσεις, αυτό που πάει να ξεκινήσει και δεν ολοκληρώνεται, η γκροτέσκα εμφάνιση της Κυρίας… όλα αυτά συνθέτουν ένα πλαίσιο που κάνει το έργο εξόχως δραματικό μέσα στο παράλογο πλαίσιο που κινείται.

Τα δυο κορίτσια παίζουν το παιχνίδι τους κάτω απ’ το άγρυπνο βλέμμα των μορφών που στολίζουν τους τοίχους. Δεκάδες μάτια τις παρακολουθούν. Οι καθρέφτες θα τους θυμίζουν ανά τακτά χρονικά διαστήματα ότι όλο αυτό είναι επικίνδυνο και πρέπει να τελειώσει. Μέσα στο άβατο του μπουντουάρ δεν επιτρέπεται ούτε καν να αγγίζουν τα πράγματα της κυρίας, είναι εισβολή στον προσωπικό της χώρο, ένα μίασμα που πρέπει να κρατήσουν μακριά της.

Ο Bruce Myers στήνει μια πολύ ενδιαφέρουσα παράσταση που παραπέμπει σε ερωτική τελετουργία. Από την πρώτη σκηνή όπου οι υπηρέτριες ραίνουν με τριαντάφυλλα το υπνοδωμάτιο της κυρίας, μέχρι τον σκηνικό χώρο και τα αντικείμενα που χρησιμοποιούνται, τα λόγια αλλά και τη γλώσσα του σώματος, οι Δούλες μοιάζουν με ερωτικό παιχνίδι μύησης κι υποταγής.

Αριστουργηματική η επιμέλεια του σκηνικού χώρου ( ένα πολυτελές υπνοδωμάτιο- μπουντουάρ) από την Άση Δημητρολοπούλου. Ευφυές το εικονοστάσιο στο κέντρο του οποίου δεσπόζει η φωτογραφία της κυρίας σαν αγιογραφία της Παναγίας, το κλείσιμο του ματιού του Myers στο κοινό με φωτογραφίες μεγάλων θεατρικών συγγραφέων ολόγυρα, όλα παραπέμπουν σ’ αυτό που πρόκειται να συμβεί. Η ποιητικότητα της μετάφρασης του Οδυσσέα Ελύτη αποπνέει έναν λυρισμό που αμβλύνει τη σκληρότητα του παιχνιδιού των δυο υπηρετριών.
Τα κοστούμια της Ντένυς Βαχλιώτη, η μουσική του Coti K, τα φώτα της Εβίνα Βασιλακοπούλου και η συμβολή όλων των επιμέρους συντελεστών δημιουργούν ένα εξαιρετικά λειτουργικό πλαίσιο γι’ αυτήν την καλοδουλεμένη παράσταση.

Εξαιρετικές οι τρεις νεαρές ηθοποιοί υποδύθηκαν τους απαιτητικούς ρόλους με αφοσίωση και συνέπεια.
Η Μαρία Κίτσου είναι ηθοποιός μ’ ένα σπάνιο προσόν. Παίζει κουβαλώντας την ανασφάλεια του καλλιτέχνη. Δεν αποπνέει τη σιγουριά της αλαζονείας που πολλές φορές έχουμε δει στο σανίδι. Δεν νιώθει ότι έχει κατακτήσει άπαξ τις καρδιές μας κι έτσι κάθε φορά κάνει την προσπάθεια της απ’ την αρχή. Αυτή είναι η πραγματική προσφορά του ανθρώπου που ποιεί ειλικρινά κι εν τιμή Τέχνη. Το να μην επαναπαύεται στα κεκτημένα του.
Η Λένα Παπαληγούρα διαρκώς εξελίσσεται και κάθε φορά κερδίζει πόντους. Είχα παρόλα αυτά την αίσθηση ότι εδώ κουβαλάει πια τον αέρα της κατάκτησης της σκηνής αφού εισήλθε στη σκηνή με περισσή αυτοπεποίθηση. Δεν ήταν κακό με την έννοια ότι υπήρχε απόλυτη συνάφεια με τον ρόλο που υποδύεται αλλά θέλω να νιώσω ότι θα συνεχίσει να ψάχνει τα δύσκολα μονοπάτια της τέχνης της.
Την Ραφίκα Σαουίς την είδα για πρώτη φορά. Υποδύθηκε τη Σολάνζ με μέτρο, σύνεση και πειθαρχία. Ζούσε τη Σολάνζ και την αγωνία της μέχρι το τέλος.

Αφήνω για το τέλος μια μικρή ανάμνηση απ’ τις «Δούλες» που σκηνοθέτησε ο Βογιατζής το 2005. Άλλη τεχνική, άλλη ατμόσφαιρα, διαφορετικές ηθοποιοί. Θυμάμαι έναν λιτό χώρο και δυο πολύ σκληρά γυναικεία πρόσωπα, στεγνά και καταπιεσμένα που αποφασίζουν έστω κι αργά να επιβάλλουν την τιμωρία τους.
Αν παρόλα αυτά κάνω την αναφορά είναι γιατί έχοντας κρατήσει στη μνήμη μου την απόλυτα αφαιρετική σκηνοθεσία εκείνης της παράστασης και την πιο «γεμάτη» τωρινή, ανακαλύπτω ευχάριστα τις απεριόριστες δυνατότητες ανάγνωσης του έργου του Ζενέ.

ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ
ΜΙΚΡΟ REX – ΣKHNH «ΚΑΤΙΝΑ ΠΑΞΙΝΟY»

«Οι δούλες» του Ζαν Ζενέ

Μετάφραση: Οδυσσέας Ελύτης
Σκηνοθεσία: Bruce Myers
Δραματουργική συνεργασία – Βοηθός σκηνοθέτης: Αλέξανδος Βαμβούκος
Σκηνικά: Άση Δημητρολοπούλου
Κοστούμια: Ντένυ Βαχλιώτη
Φωτισμοί: Εβίνα Βασιλακοπούλου
Μουσική: Coti K.
Επιμέλεια κίνησης: Φοίβος Παπαδόπουλος
Α΄ Βοηθός σκηνοθέτη: Ivanka Polchenko
Β΄ Βοηθός σκηνοθέτη:Εύα Χαλκιαδάκη
Βοηθός ενδυματολόγου: Χριστίνα Τσουτσουλίγα
Διανομή:
Κλαίρη: Μαρία Κίτσου
Σολάνζ: Ραφίκα Σαουίς
Κυρία: Λένα Παπαληγούρα

Advertisements

0 Responses to “«Οι δούλες» στο Εθνικό Θέατρο”



  1. Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s




Επισκεψιμότητα

  • 197,102 hits

Αρχείο


Αρέσει σε %d bloggers: