«Βασιλιάς Ληρ» στην Πειραιώς 260

Lear
Γραμμένος το 1606 ο «Βασιλιάς Ληρ» είναι ένα αλληγορικό παραμύθι με μεγάλες αλήθειες για τη ζωή και τον θάνατο. Στην παραγωγή του Σαίξπηρ ακολουθεί τα περισσότερο γνωστά και πολυπαιγμένα έργα του, ενώ αποτελεί μαζί με τον «Μάκβεθ», την «Τρικυμία» και μερικά ακόμη που έπονται, το επιστέγασμα της φιλοσοφικής σκέψης του Άγγλου δραματουργού  γύρω απ’ την εξουσία και τη διαχείριση της, τη δικαιοσύνη και την προδοσία.

Ένας βασιλιάς μοιράζει το βασίλειο του στις τρεις κόρες του με μοναδικό κριτήριο στο μερίδιο που η κάθε μια θα λάβει να του πει πόσο πολύ τον αγαπάει. Στη διασκευή του Pandur βλέπουμε στη σκηνή τον Ληρ και τρία μικρά κοριτσάκια που υποδύονται τις κόρες σε παιδική ηλικία. Μπορεί κανείς να πει ότι καθώς  ο Ληρ είναι έτοιμος να παραιτηθεί και να προχωρήσει στη μοιρασιά, αναπολεί την παιδκή ηλικία των κοριτσιών. Τις θυμάται μικρές πριγκιποπούλες να τρέχουν μέσα στο παλάτι απολαμβάνοντας μέσα στην παιδική τους αθωότητα τα προνόμια του να έχουν πατέρα έναν τόσο τρανό Βασιλιά.
Στη συνέχεια, οι κόρες εμφανίζονται στις πραγματικές τους ηλικίες. Κι εδώ είναι που το παραμύθι μετατρέπεται σε εφιάλτη με καλούς και κακούς.

Ο Ληρ θα ξεκινήσει ένα ταξίδι προς την αυτογνωσία. Απ’ τη στιγμή που θα βγάλει το στέμμα θ’ αρχίσει να βλέπει τους ανθρώπους στις πραγματικές τους διαστάσεις. Χωρίς τη δύναμη της εξουσίας που μπορεί να γεννήσει εχθρούς, φίλους, υποτακτικούς κι αυλοκόλακες, ο Ληρ είναι ένα αξιοθρήνητο γεροντάκι που βαδίζει τον δρόμο της τρέλλας. Είναι όμως τρέλλα η λάμψη της αλήθειας που του αποκαλύπτεται; Σ’ αυτό το σημείο και παλεύοντας με τα στοιχειά της φύσης, με μόνη συνοδεία τον Τρελλό του, τον Γκλόστερ και τον Έντγκαρ (που υποδύεται τον τρελλό από ανάγκη), ο Ληρ θα συναντηθεί με έναν άλλο μεγάλο και κατατρεγμένο της θεατρικής ιστορίας, τον «Οιδίποδα» του Σοφοκλή.
«[…]τυφλὸς τά τ᾽ ὦτα τόν τε νοῦν τά τ᾽ ὄμματ᾽ εἶ […]» είχε πει ο τυφλός μάντης Τειρεσίας στον τυφλωμένο απ’ την αλαζονεία της εξουσίας βασιλιά Οιδίποδα.
Έτσι κάπως είναι κι ο Ληρ. Τυφλός αν και έβλεπε, με θολό νου αν και ασκούσε εξουσία, με κλειστά τα’ αυτιά αφού άκουγε μόνο τη δική του φωνή που διαιρούσε και βασίλευε.
Ο Ληρ περπατάει τον δρόμο της γνώσης πληρώνοντας βαρύ τίμημα για την απερισκεψία του. «Τα στερνά τιμούν τα πρώτα» λέει ο σοφός λαός κι ο Ληρ θα πάθει για να μάθει αλλά θα είναι πια αργά.

Ο Tomaz Pandur καταπιάνεται με μεγάλα και δύσκολα έργα για το ευρύ κοινό προσπαθώντας να τα κάνει πιο προσιτά. Αυτό διαβάζω πως έκανε στη Μαδρίτη με τον «Φάουστ» του Γκαίτε, αυτό είδα στον Ληρ της Αθήνας. Δεν ξέρω πώς θα το εξελίξει αλλά μέχρι στιγμής αυτό που παρακολούθησα είχε καλλιτεχνική υπόσταση, όραμα, θεατρική γνώση. Ωστόσο, υπήρξαν κάποιες αδυναμίες…
Η παράσταση του Tomaz Pandur είναι ουσιαστικά μια διασκευή του «Βασιλιά Ληρ» βασισμένη σε συνθήκες σκηνικής οικονομίας και ουσίας. Επειδή είναι σαφές εξαρχής ότι η παράσταση θα περιοδεύσει και μάλιστα εκτός Ελλάδας, η διανομή οφείλει να είναι όσο το δυνατόν πιο μαζεμένη γίνεται. Τα περιττά πρόσωπα κόπηκαν. Οι ρόλοι για παράδειγμα του Κεντ, του δούκα του ‘Ωλμπανυ, καθώς και μερικοί ακόμη βοηθητικοί δεν υπάρχουν καθόλου. Αυτό δεν στερεί βέβαια απ’ το έργο την ουσία του αφού οι βασικοί ρόλοι υπάρχουν και η ιστορία θα ειπωθεί.

Έχω ένσταση με την συντόμευση του τέλους, της σκευωρίας των δυο αδερφών να σκοτώσουν την Κορδέλια και των ανατροπών που οδηγούν στην τιμωρία και την κάθαρση. Οι θεατές που δεν έχουν διαβάσει το έργο και δεν το γνωρίζουν, δεν μπορούν να επικοινωνήσουν εύκολα με τον γρήγορο ρυθμό που δίνει ο σκηνοθέτης οδηγώντας προς τη λύση του δράματος. Διαφωνώ ουσιαστικά όμως με την χρήση του ρόλου του Τρελλού.

Ο Τρελλός είναι μείζον πρόσωπο στον «Βασιλιά Ληρ» με συγκεκριμένη δυναμική κι αποστολή. Ο ίδιος ο Σαίξπηρ τον παρατάει/ξεχνάει λίγο πριν το τέλος κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες που κεντρίζουν το ενδιαφέρον των Σαιξπηριστών και της θεατρολογικής έρευνας. Ο τρελλός –εικάζεται- είναι αυτή η ακτίνα φωτός που θα βοηθήσει τον Ληρ να καταλάβει τα λάθη της ζωής του, να κάνει τον απολογισμό του έστω και μ’ επώδυνο τρόπο και να λυτρωθεί. Ο Τρελλός είναι η φωνή της λογικής σ’ έναν ορθολογιστή τυραννικό Βασιλιά. Ο Σαίξπηρ πολύ σοφά χρησιμοποιεί ανάποδα τις έννοιες για να πει αυτό που θέλει και να κάνει πιο δραματική την ιστορία του.

Ο Pandur χρησιμοποιεί τον Τρελλό ως κομπέρ κι αλλάζει τις ισορροπίες. Ο Πανταζάρας που υποδύεται τον ρόλο έχει εξαιρετική κίνηση και καλές σκηνικές δυνατότητες να υποστηρίξει τη σκηνοθετική γραμμή αλλά ξεφεύγει πολύ απ’ το σαιξπηρικό ζητούμενο.

Είναι σαφές ότι τόσο η  μετάφραση του Γιώργου Κιμούλη όσο και όλη η σκηνοθετική σύλληψη είχαν έντονη πολιτική χροιά. Αυτό δεν πρέπει να ξενίζει στον Σαίξπηρ αφού σε όλα σχεδόν τα έργα εξουσίας («Ριχάρδος ο Γ’, «Άμλετ», «Μάκβεθ», «Οθέλλος», «Ιούλιος Καίσαρας», «Τίτος Ανδρόνικος» κά) η πολιτική είναι το κυρίαρχο μοτίβο. Η εξουσία κι η άσκηση της, η εποχή της αφθονίας κι η μετάβαση στην ένδεια, η διαφθορά του πολιτικού συστήματος, οι υπόγειοι μηχανισμοί…Ο Ληρ είναι ένα μεγάλο κείμενο με δεύτερα και τρίτα επίπεδα ανάγνωσης κάτω απ’ το προφανές. Είναι ο διαχρονικός λόγος ενός μεγάλου δραματουργού καταρχήν και η προσπάθεια του Κιμούλη να τον επικοινωνήσει στο ελληνικό κοινό μέσα από το υπάρχον πολιτικό και κοινωνικό σύστημα.
Συνεπικουρούμενοι από μια ομάδα ικανών συντελεστών ο Pandur κι ο Κιμούλης έδωσαν στο αριστούργημα του Σαίξπηρ μια μοντέρνα διάσταση.
Η παράσταση ξεκινά σαν ένα παραμύθι μαύρου χρώματος με τον Ληρ και τις τρεις κόρες σε παιδική ηλικία όπως προαναφέρθηκε. Το μοτίβο με τα τρία κορίτσια θα επαναληφθεί κανά δυο φορές μέσα στη διάρκεια της παράστασης.
Το περιβάλλον είναι άχρονο και σκοτεινό. Το εξαιρετικό σκηνικό μετατρέπεται από έναν τεράστιο άδειο χώρο σε άγρια φύση με τη χρήση μιας τεράστιας νάϋλον επιφάνειας. Η μουσική παραπέμπει σ’ ένα νανούρισμα που εγκυμονεί κινδύνους. Έξυπνα τα ευρήματα με το μήλο που δαγκώνει η Ρεγάνη παράλληλα με τον Έντμοντ σαν τον απαγορευμένο καρπό ή το παιχνίδι της με τα σπαθιά σαν να είναι ζογκλέρ σε τσίρκο ή πολεμίστρια.

Είχα να δω χρόνια τον Κιμούλη στο θέατρο. Αισθάνομαι ότι ο Ληρ είναι ένας ρόλος που ήθελε πολύ και δούλεψε γι’ αυτόν σκληρά. Ο Κιμούλης ως ηθοποιός φέρει κάτι απ’ την αύρα μεγάλων ηθοποιών. Καταρχήν έχει ένα εξπρεσιονιστικό παίξιμο που παραπέμπει σε παλαιότερου τύπου ερμηνείες. Ευτυχώς δεν έχει στόμφο. Έχει μανιέρα αλλά και υποκριτικό δαιμόνιο. Είναι έξυπνος και σκεπτόμενος ηθοποιός. Δεν νομίζω ότι βρίσκεται πάντα 100% μέσα στον ρόλο κι αν ακόμα κάποτε του συμβαίνει και χάνεται μέσα σ’ αυτόν, είναι διαρκώς σε εγρήγορση. Η τεχνική του όμως, είναι αξιόλογη αφού μπορεί να είναι ο Ληρ και ταυτόχρονα ν’ αφουγκράζεται τα πάντα γύρω του. Δεν ξέρω αν αυτό τον κάνει λιγότερο ή περισσότερο καλό ηθοποιό, γεγονός όμως είναι ότι η θεατρική του διαδρομή δεν έχει περάσει απαρατήρητη.
Οι ηθοποιοί που τον πλαισιώνουν ανήκουν στη νέα γενιά υποκριτών και είναι απ’ τα λαμπρότερα δείγματά της.
Ας πάρουμε για παράδειγμα τις Στεφανία Γουλιώτη και Κόρα Καρβούνη. Βρίσκονται καλλιτεχνικά στο προσκήνιο τα τελευταία 10 χρόνια και είναι ηθοποιοί με τεράστια δυναμική. Πολυπρισματικές, μεταμορφώνονται για κάθε ρόλο που καλούνται να υποδυθούν και σωματοποιούν την εκάστοτε ηρωίδα.
Η Πηνελόπη Τσιλίκα- γνωστή κινηματογραφικά για τον ρόλο της στη Μικρά Αγγλία, είχε μικρή παρουσία λόγω της διασκευής των Κιμούλη/ Pandur. Δεν της δόθηκε συνεπώς η δυνατότητα ν’ αναπτύξει την Κορδέλια σύμφωνα με το πνεύμα του Σαίξπηρ.
Ο Γιώργος Γάλλος ήταν ένας μετρημένος Γκλόστερ. Ο Χάρης Τζωρτζάκης ένας πολύ ενδιαφέρων Έντμοντ ενώ στο ίδιο μήκος κινήθηκε κι ο Προμηθέας Αλειφερόπουλος ως Έντγκαρ.

Συνοψίζοντας, δεν μπορώ να μην σταθώ στην αίσθηση που είχα ότι αυτός ο «Βασιλιάς Ληρ» υπηρέτησε το όραμα του πρωταγωνιστή της κυρίως. Αυτό δεν κάνει την παράσταση λιγότερο ενδιαφέρουσα αφού και καλλιτεχνικό αποτέλεσμα υπήρξε και η συνεισφορά της παραγωγής στην εύρεση ικανών συντελεστών, γέννησε τελικά θεατρική πράξη.

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
Σκηνοθεσία: Tomaž Pandur
Διασκευή: Livija Pandur
Μετάφραση: Γιώργος Κιμούλης
Δραματουργική επεξεργασία: Livija Pandur
Σκηνικά: Sven Jonke
Κοστούμια: Felype de Lima
Μουσική: Silence
Video: Dorijan Kolundžija
Φωτισμοί: Juan Gomez Cornejo
Σχεδιασμός ήχου: Mariano Garcia
Φωτογραφίες: Aljoša Rebolj
Υπεύθυνος casting & βοηθός σκηνοθέτη: Άκης Γουρζουλίδης
Βοηθός σκηνοθέτη: Κωνσταντίνος Τζάθας, Χάρης Χιώτης
Παίζουν: Γιώργος Κιμούλης (Βασιλιάς Ληρ),
Στεφανία Γουλιώτη, Γιώργος Γάλλος, Κόρα Καρβούνη, Προμηθέας Αλειφερόπουλος, Πηνελόπη Τσιλίκα, Αργύρης Πανταζάρας, Χάρης Τζωρτζάκης.

Advertisements

0 Responses to “«Βασιλιάς Ληρ» στην Πειραιώς 260”



  1. Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s




Επισκεψιμότητα

  • 196,279 hits

Αρχείο


Αρέσει σε %d bloggers: