«Βυσσινόκηπος» στη Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών

vissinokipos

Τελευταίο έργο του Τσέχωφ – γραμμένο το 1904- ο «Βυσσινόκηπος» είναι μια προφητεία (sic), ένας αποχαιρετισμός και ταυτόχρονα η διαπίστωση ότι όλα υπόκεινται σε αλλαγή κι ότι όποιος συνεχίζει να ζει τη ζωή του κάνοντας ότι δεν καταλαβαίνει, βυθίζεται εκούσια σε μια ψευδαίσθηση ευτυχίας που κρύβει όμως μεγάλο πόνο…
Ο «Βυσσινόκηπος» είναι ένα έργο κομβικό στη ρώσικη δραματουργία των αρχών του 20ου αιώνα όχι μόνο γιατί αποτέλεσε το κύκνειο άσμα ενός σπουδαίου συγγραφέα, αλλά γιατί μετά απ’ αυτόν τίποτα δεν έμεινε πια το ίδιο.
Οι συμβολισμοί στο έργο είναι κάτι παραπάνω από προφανείς. Η πολιτική, κοινωνική και οικονομική κατάσταση άλλωστε στη Ρωσία προοιώνιζαν μια μεγάλη αλλαγή που ο ευαίσθητος Τσέχωφ εύκολα διαισθάνθηκε, κατανόησε κι αποφάσισε να καταγράψει. Αναφέρομαι ουσιαστικά στη Ρωσική επανάσταση του 1917 αλλά και στις αναταράξεις του 1905 και 1907.

Η Λιούμποφ επιστρέφει στο πατρικό κτήμα μετά από χρόνια απουσίας στο εξωτερικό. Έχοντας ζήσει κι εξακολουθώντας κατά κάποιον τρόπο μια σπάταλη ζωή, δεν διανοείται ν’ αντιμετωπίσει την πραγματικότητα που φέρνει στη ζωή της η προοπτική πώλησης του υποθηκευμένου έτσι κι αλλιώς κτήματος. Γι’ αυτήν, η ζωή στο σπίτι έχει ενδιαφέρον επειδή της δημιουργεί την ασφάλεια της ακινησίας. Τίποτα δεν αλλάζει, οι ίδιοι υπηρέτες και χωρικοί που κάνουν τις αγροτικές και οικιακές εργασίες, το σαμοβάρι, οι βυσσινιές που θ’ ανθίσουν. Ο χρόνος μοιάζει να μην κυλάει ποτέ. Η Λιούμποφ βρίσκει παρηγοριά στο παρελθόν γιατί το παρόν είναι δύσκολο να το διαχειριστεί και το μέλλον άγνωστο, αβέβαιο και τρομακτικό. Βρίσκει ασφάλεια στο σπίτι που πέρασε ευτυχισμένα παιδικά χρόνια. Οι γνώριμες φυσιογνωμίες, η φροντίδα που δέχεται σαν να είναι ακόμα μικρό παιδί, η συναναστροφή με τον αδερφό της Λεονίντ σαν να έχουν κολλήσει οι δυο τους σε μια παιδικότητα που δεν τους αφήνει ν’ αντιμετωπίσουν ρεαλιστικά την κατάσταση και να σώσουν το πατρικό κτήμα.

Στα μεγάλα του έργα («Γλάρος», «Τρεις αδερφές», «Θείος Βάνιας»), ο Τσέχωφ δημιουργεί έναν χαρακτήρα, αυτόν συνήθως του γιατρού που λειτουργεί σαν παρατηρητής ανάμεσα στα υπόλοιπα πρόσωπα και συνήθως είναι διανοούμενος κι οραματιστής – όπως δηλαδή κι ο ίδιος ο συγγραφέας.
Αν σκεφτούμε λοιπόν αυτό που κάποιοι σκηνοθέτες έκαναν στις ταινίες τους, να εξασφαλίσουν ένα μικρό πέρασμα για τους εαυτούς τους ( Χίτσκοκ) το ίδιο έκανε κι ο Τσέχωφ μπαίνοντας μέσα στα έργα του.
Στον «Βυσσινόκηπο» είναι ο Πέτια που μιλάει για το μέλλον της ανθρωπότητας και τη σημασία της ατομικής ευθύνης∙ αυτός που οσμίζεται τη μεγάλη αλλαγή που έρχεται.
[..] η ανθρωπότητα προχωράει μπροστά, τελειοποιώντας ολοένα τις δυνάμεις της. Κείνο που είναι γι’ αυτήν άφταστο κι ακατανόητο σήμερα, κάποτε θα το πλησιάσει, θα το φτάσει, θα το καταλάβει. Πρέπει όμως να δουλέψει. Πρέπει μ’ όλες μας τις δυνάμεις να συντρέξουμε αυτούς που αναζητάνε την αλήθεια […]

Ο Νίκος Καραθάνος μας έχει συνηθίσει σε ανατρεπτικά ανεβάσματα τα τελευταία χρόνια. Διακρίνω ωστόσο ένα βασικό χαρακτηριστικό γνώρισμα που το καταθέτω προς τιμήν του. Τρέφει σεβασμό στο κείμενο και δεν το γελοιοποιεί καθόλου. Αυτό σπεύδω να το δηλώσω προς απάντηση όσων πιστεύουν το ακριβώς αντίθετο. Ο Καραθάνος σκύβει πάνω στον συγγραφέα ψάχνοντας να εντοπίσει μια άλλη διάσταση- εν προκειμένω στον Τσέχωφ αναζητά την κωμικότητα που έστω και μέσα σ’ αυτό το δραματικό πλαίσιο υπάρχει- αυτό το ιδιότυπο και φλεγματικό θα τολμούσαμε να πούμε χιούμορ καίτοι Ρώσος, την γλυκόπικρη ειρωνεία με την οποία ντύνει τους ήρωες του και τις πράξεις τους.
Έχω ξαναγράψει ότι ο ίδιος ο συγγραφέας χαρακτήριζε τα έργα του κωμωδίες. Δεν ξεκαρδίζεται βέβαια κανείς με τον «Βυσσινόκηπο» αλλά όπως στη ζωή συνυπάρχει το κωμικό με το τραγικό, έτσι κι εδώ τα κωμικά περιστατικά εναλλάσσονται με τη θλίψη που είναι διάχυτη στο έργο απ’ την αρχή ως το τέλος.

Σαν γλυκόπικρη κωμωδία λοιπόν το ανέβασε ανατρέποντας ένα σωρό συμβάσεις που δεν αλλοίωσαν καθόλου τη συγκίνηση. Έτσι, η Λιούμποφ ηλικιακά είναι νεώτερη της κόρης της που την υποδύεται η Λυδία Φωτοπούλου, ο 80χρονος Φιρς είναι μια νεαρή κοπέλα που φροντίζει τον Λεονίντ ο οποίος πάσχει από παλιμπαιδισμό. Η ονειροπαρμένη Ντουνιάσα κι η Λούμποφ είναι σε προχωρημένη εγκυμοσύνη, κάποιοι φορούν αυτιά, ενώ η Σαρλότα είναι αθυρόστομη και προκλητική.

Η σκηνή του φινάλε με τους ήρωες να φοράνε αυτιά Μίκυ Μάους για τον αποχαιρετισμό ξένισε αλλά τελικά λειτούργησε ως αποφόρτιση.
Τα Μίκυ Μάους παραπέμπουν στην παιδικότητα όπου έχουν μείνει προσκολλημένοι οι ήρωες. Αρνούνται να μεγαλώσουν και ν’ αναλάβουν τις ευθύνες τους. Ίσως γιατί έζησαν συνεχώς ως παιδιά που τα χάιδευαν και τα παρηγορούσαν. Ο Λοπάχιν αντίθετα, ο γιος του σκλάβου τους που όπως ο ίδιος θα πει προς το τέλος « τον παππού μου δεν τον άφηναν να πατήσει στο σπίτι» δεν έζησε ποτέ την παιδική του ηλικία. Γεννήθηκε μεγάλος και με βάσανα αλλά είναι αυτός που δικαιώνεται απ’ τις εξελίξεις.

Η σκηνοθετική προσέγγιση επομένως είχε κάποιες υπερβολές ωστόσο ευτυχώς δεν ήταν αυτές που έκλεψαν την παράσταση. «Ο Βυσσινόκηπος» του Καραθάνου προσεγγίστηκε με αγάπη κι ευαισθησία γι’ αυτό και κατάφερε να συγκινήσει παρόλες τις καινοτομίες και ιδιοτυπίες του.

Ο Καραθάνος ανήκει σ’ αυτό το είδος καλλιτεχνών που χρειάζονται όρια. Είναι τόσο πληθωρικός από μόνος του που αν δεν βρεθεί κάποιος να τον περιορίσει, κινδυνεύει να πέσει σε σκηνική ασυδοσία. Η Λένα Κιτσοπούλου που έχει θεατρικά την δική της ξεχωριστή ταυτότητα δεν είναι η καταλληλότερη συναναστροφή γι’ αυτό. Θα το προχωρούσα μάλιστα περισσότερο λέγοντας ότι ενώ ως δημιουργός έχει μια συγκεκριμένη αισθητική άποψη που είτε αρέσει, είτε όχι, ως ηθοποιός που πρέπει να υποδυθεί έναν συγκεκριμένο ρόλο (απο)λαμβάνει ελευθερίες που δεν τις δικαιούται πάντα…

Το τρισδιάστατο σκηνικό της Έλλης Παπαγεωργακοπούλου, κάπως καμπυλωτό και με θόλο που δεν θύμιζε ακριβώς σπίτι με την κλασική έννοια του όρου, σκούρο και με το φως να μπαίνει από τις χαραμάδες έδωσε εξαρχής το στίγμα για το ανατρεπτικό ύφος της παράστασης.
Εκπληκτικοί οι φωτισμοί του Βλασόπουλου!

Αυτό που πάνω απ’ όλα όμως είχε «ο Βυσσινόκηπος» ήταν ερμηνείες με ψυχή. Μπράβο στις ακούραστες εγκύους που έκλεψαν την παράσταση για την ενέργεια και τη ζωντάνια τους πάνω στη σκηνή. Καλός κι ο ίδιος ο Καραθάνος στον ρόλο του Λοπάχιν. Η Γαλήνη Χατζηπασχάλη υπήρξε μια αεικίνητη και διαφορετική Λιούμποφ, η Άννια της Φωτοπούλου είχε μεστότητα, η Ντουνιάσα της Κολιανδρή ήταν μια κωμική αποκάλυψη ενώ ο Αλευράς στον ρόλο του Λεονίντ μου φάνηκε ότι επαναλαμβάνει την ίδια κωμική περσόνα που τον έχει κάνει αγαπητό κι αναγνωρίσιμο. Συμπαθητική αλλά άνευρη η ερμηνεία της Τοπαλίδου, αδιάφορη εντελώς η Κιτσοπούλου που δεν καταδέχτηκε να ερμηνεύσει αλλά έκανε αυτό που αρέσκεται να κάνει πάντα: να βγάζει τη γλώσσα στο κείμενο και το κοινό…

Κρατώ για το τέλος τις δύο κατά τη γνώμη μου πιο συγκινητικές και ουσιαστικές σκηνές, αυτές που σηματοδοτούν το τέλος μιας ολόκληρης εποχής:

Τον ήχο του τσεκουριού πάνω στις βυσσινιές ενώ οι παλιοί ιδιοκτήτες αποχωρούν και τον ηλικιωμένο υπηρέτη Φιρς που λίγο με παράπονο λίγο με δουλική κατανόηση συνειδητοποιεί ότι όλοι έφυγαν και αυτόν τον ξέχασαν κλειδωμένο στο σπίτι…

«Βυσσινόκηπος» του Άντον Τσέχωφ

Μετάφραση: Άρης Αλεξάνδρου
Σκηνοθεσία – Διασκευή: Νίκος Καραθάνος
Σκηνικά και κοστούμια: Έλλη Παπαγεωργακοπούλου
Μουσική: Άγγελος Τριανταφύλλου
Κίνηση: Αμάλια Μπένετ
Φωτισμοί: Νίκος Βλασόπουλος
Απόδοση κειμένου: Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου
Ηχολήπτης: Κωστής Παυλόπουλος
Hair Design: Ντάνιελ Αθανασίου
Μακιγιάζ: Αλεξάνδρα Μυτά
Βοηθoί σκηνοθέτη: Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου, Πέτρος Γεωργοπάλης
Βοηθοί σκηνογράφου: Ευαγγελία Θεριανού, Μυρτώ Λάμπρου, Δάφνη Ηλιοπούλου
Βοηθός παραγωγής: Τζέλα Χριστοπούλου

Παίζουν: Θανάσης Αλευράς, Νίκος Καραθάνος, Λένα Κιτσοπούλου, Έμιλυ Κολιανδρή, Γιάννης Κότσιφας, Αναστασία Κονίδη, Χρήστος Λούλης, Γιώργος Μπινιάρης, Άγγελος Παπαδημητρίου, Δάφνη Πατακιά, Μιχάλης Σαράντης, Έλενα Τοπαλίδου, Άγγελος Τριανταφύλλου, Λυδία Φωτοπούλου, Γαλήνη Χατζηπασχάλη

Κατασκευή σκηνικού: Lazaridis Scenic Studio και Στέλιος Λαμπαδάριος
Κατασκευές κοστουμιών: Δέσποινα Μακαρούνη
Κατασκευή «ελέφαντα»: Σωκράτης Παπαδόπουλος

Ακούγονται οι μουσικοί: Γιώργος Πετρούδης (μπουζούκι), Δημήτρης Γκόγκας(τρομπέτα), Σπύρος Βέργης (τρομπόνι), Δημήτρης Ντακοβάνος (φαγκότο),Κώστας Τσέκος (μπάσο κλαρινέτο).
Η ηχογράφηση έγινε στο Studio Artracks από τον Γιώργο Πρινιωτάκη.

Παραγωγή: Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών

Τα λόγια της Σαρλότα Ιβάνοβνα είναι βασισμένα στο κείμενο του Τσέχωφ και σε κείμενο της Λένας Κιτσοπούλου.

Advertisements

0 Responses to “«Βυσσινόκηπος» στη Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών”



  1. Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s




Επισκεψιμότητα

  • 196,271 hits

Αρχείο


Αρέσει σε %d bloggers: