«Δεσποινίς Τζούλια» στο Νέο Θέατρο Κατερίνας Βασιλάκου

tziov2

Αν η Τζούλια κι ο Ζαν μπορούσαν να χαράξουν κοινή πορεία στη ζωή ανεξάρτητα από καταγωγή, τίτλο, χρήματα και κοινωνική θέση, θα κατέληγαν στην ωριμότητα τους σαν το ζευγάρι του «Χορού του Θανάτου» (του έτερου αριστουργήματος του Στρίντμπεργκ), να τρώνε δηλαδή ο ένας τις σάρκες του άλλου.

Όσοι ξέρουν λίγα βιογραφικά για τον Σουηδό δραματουργό δεν πρέπει να ξενίζονται. Ο Στρίντμπεργκ, γιος ενός εύπορου μικροαστού και μιας πρώην παραδουλεύτρας, βασανίστηκε σ’ όλη του τη ζωή απ’ τα πικρά βιώματα της παιδικής του ηλικίας. Η δύσκολη συνύπαρξη του με τις κατοπινές συζύγους του σε συνδυασμό με την κοινωνική του καταγωγή άφησαν έντονα ίχνη στην ψυχή του και προσπάθησαν να βρουν λύτρωση μέσα απ’ τα θεατρικά του έργα.

Η νύχτα του μεσοκαλόκαιρου που στις Βόρειες χώρες γιορτάζεται με ξέφρενους χορούς και άφθονο αλκοόλ λειτούργησε συνεπώς  ως το κατάλληλο σκηνικό για ν’ αναπτύξει τα θέματα που τον βασάνιζαν πάντα, την πάλη αρσενικού θηλυκού και το θέμα κοινωνικής καταγωγής.

Η Τζούλια, η ανυπότακτη κόρη ενός κόμη, φρεσκοχωρισμένη απ’ τον αρραβωνιαστικό της, εκμεταλλεύεται την απουσία του πατέρα της για να ξεφαντώσει τη νύχτα που ακόμη κι οι υπηρέτες έχουν δικαίωμα στο τραγούδι και τον χορό. Μπερδεύεται έτσι με τους κατώτερους της και συνευρίσκεται με τον φιλόδοξο Ζαν που βρίσκει σ’ αυτήν μια ευκαιρία κοινωνικής αναρρίχησης.

Η «Δεσποινίς Τζούλια» του 1888 αποτυπώνει πέρα απ’ τη βασανισμένη ψυχή του δημιουργού της το κλίμα μιας εποχής στη οποία η αριστοκρατία αρχίζει να παρακμάζει ενώ παράλληλα  αχνοφαίνεται μια νέα εποχή. Ακόμα όμως, οι άνθρωποι είναι εγκλωβισμένοι στους ρόλους που τους υπαγορεύει η παράδοση. Έτσι, η Τζούλια φαίνεται να βυθίζεται σε απόλυτη θλίψη και ντροπή όταν συνειδητοποιεί τι έκανε, αλλά γρήγορα συνέρχεται και θυμάται πόση εξουσία μπορεί ν’ ασκήσει ακόμα πάνω σ’ αυτόν που ευκαιριακά την  εκμεταλλεύτηκε. Ο Ζαν απ’ την άλλη, αρέσκεται να την ταπεινώνει και να την χειραγωγεί αλλά μόλις βάζει τη στολή του υπηρέτη, γίνεται μια μετάλλαξη μέσα του, αρχίζει και ξυπνά, θυμάται ποιος είναι και πού φτάνουν τα όρια του. Το τηλέφωνο που χτυπάει τον τρομάζει και τον επαναφέρει στη θέση του. Η φωνή του Κόμη στην άλλη άκρη της γραμμής δίνει διαταγή και επανατοποθετεί την ιεραρχία στο σπίτι. Η νέα τάξη πραγμάτων όμως θα έρθει αργά ή γρήγορα κι ο Στρίντμπεργκ αφουγκραζόμενος το ρεύμα της εποχής, με πολύ αριστοτεχνικό τρόπο θα την κάνει να επικρατήσει στο τέλος. Ο υπηρέτης θα συνεχίζει να γυαλίζει τις μπότες του αφεντικού αφού πρώτα όμως έχει καταφέρει να εξουσιάσει και να διαφθείρει την ψυχή της αφεντικίνας του, υποδεικνύοντας της μάλιστα τον δρόμο προς το τέλος.

Η Λίλλυ Μελεμέ έστησε μια διαφορετικού ύφους παράσταση. Δίνοντας έμφαση στο ανθρώπινο κομμάτι των ηρώων κι όχι στο αρχετυπικό της κυρίας και του υπηρέτη, έφερε το κείμενο πιο κοντά στο κοινό προσπαθώντας να φωτίσει όλες τις πτυχές και να το κάνει ακόμα πιο πολύ κατανοητό πέρα από το πρώτο επίπεδο ανταγωνισμού κι εξουσίας. Φοβάμαι ότι το εγχείρημα αν και καλής πρόθεσης δεν είχε σωστό ρυθμό. Η παράσταση υπήρξε ανισοβαρής με  έντονη ατμόσφαιρα και διάχυτο ερωτισμό στο πρώτο μέρος και κάποια υποτονικότητα στο δεύτερο. Παρόλα αυτά, υπήρξε μία από τις καλύτερες Τζούλιες των τελευταίων χρόνων με φιλότιμη σκηνοθετική προσέγγιση και καλές ερμηνείες.

Εξαιρετική η Μαρία Κίτσου. Χαρισματική ηθοποιός, νομίζω η πιο ταλαντούχα της γενιάς της μ’ ένα ταλέντο που δεν κουβαλάει έπαρση αλλά αμφιβολία. Αυτό την κάνει ν’ αναμετράται κάθε φορά με τον εαυτό της ανεβάζοντας τον πήχη όλο και ψηλότερα και να ματώνει κυριολεκτικά πάνω στη σκηνή. Ο Τζιόβας αποδείχτηκε μια ήρεμη δύναμη, ίσως λιγότερο έμπειρος απ’ το αναμενόμενο για έναν τέτοιο ρόλο αλλά κατόρθωσε να φωτίσει τις ανθρώπινες πτυχές του Ζαν μ’ έναν τρόπο που δεν είχαμε συνηθίσει να βλέπουμε σ’ όσους έχουν παίξει τον ρόλο πριν απ’ αυτόν. Η Αμαλία Αρσένη εξελίσσεται σε καλή ηθοποιό με συνέπεια και σκηνικό ήθος, δίνοντας έναν χαρακτήρα στον ως τώρα αδιάφορο ρόλο της υπηρέτριας άλλων διανομών.

Ο σκηνικός χώρος δεν είχε καμία ιδιαίτερη πρωτοτυπία σε αντίθεση με τα κοστούμια που υπήρξαν εξαιρετικά λειτουργικά. Πολλά εύσημα αξίζουν στη χορογράφο Μόνικα Κολοκοτρώνη για την  θεατρικότατη χορογραφία της ερωτικής πράξης ανάμεσα στη Τζούλια και τον Ζαν. Υπήρξε τόσο μεστή που μπορούσε ακόμα και χωρίς λόγια να σταθεί σαν μικρό χορευτικό δρώμενο.

 

«Δεσποινίς Τζούλια» του Αύγουστου Στρίντμπεργκ

Μετάφραση: Μαργαρίτα Μέλμπεργκ

Σκηνοθεσία: Λίλλυ Μελεμέ

Σκηνικό: Γιώργος Γαβαλάς

Κοστούμια: Βασιλική Σύρμα

Μουσική: Σταύρος Γασπαράτος

Φωτισμοί: Μελίνα Μάσχα

Χορογράφος: Μόνικα Κολοκοτρώνη

Παίζουν οι ηθοποιοί: Μαρία Κίτσου, Ορέστης Τζιόβας, Αμαλία Αρσένη

 

Advertisements

0 Responses to “«Δεσποινίς Τζούλια» στο Νέο Θέατρο Κατερίνας Βασιλάκου”



  1. Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s




Επισκεψιμότητα

  • 195,833 hits

Αρχείο


Αρέσει σε %d bloggers: