«Τρεις Αδερφές» στο Θέατρο Πορεία

treis aderfes

Σκεπτόμενη τις «Τρεις Αδερφές» μου ήρθε ξαφνικά ο νόστος στο μυαλό. Λέξη που είναι συνήθως συνδεδεμένη με τον μυθικό Οδυσσέα. Αυτή η νοσταλγία όμως για την πατρίδα, η επιθυμία της επιστροφής, ο επαναπατρισμός δεν είναι και το κυρίαρχο συναίσθημα στις τρεις τσεχωφικές ηρωίδες;

Βέβαια, εδώ δεν υπάρχει καμιά μαχητικότητα, κανένας αγώνας, δεν πολεμάνε για τίποτα οι Τρεις Αδερφές -ίσως μόνο με τον εαυτό τους -… θα έλεγε κανείς ότι δεν υπάρχει καθόλου δράση. Κι αυτό ακριβώς είναι η είσοδος μας στο θεατρικό σύμπαν του Τσέχωφ.

Όπως γράφει Roger Copeland στο  «Chechov, (our Distracted,Prosaic,Prophetic) Contemporary», […]οι χαρακτήρες του ζούνε στον πεζό λόγο κι όχι στην ποίηση. Και κανείς δεν έχει δραματοποιήσει αυτό το κενό με πιο αποτελεσματικό τρόπο. Ο Τσέχωφ εστιάζει στα μεσαία τμήματα του ταξιδιού που κάνει ο άνθρωπος στη ζωή του. Τα πεζά περάσματα, εκεί όπου περνάμε τον περισσότερο χρόνο. Ο Τσέχωφ υπερέχει στη δραματοποίηση αυτού που ο Φρόιντ αποκάλεσε δυστυχία της καθημερινότητας[…]

«Οι  Τρεις αδερφές», ένα έργο για την προσδοκία, γράφτηκαν το 1901.  Κι  εδώ, όπως και σε ολόκληρη τη δραματουργία του Τσέχωφ,  η θεματική κι ο προβληματισμός του συγγραφέα δεν είναι ανεξάρτητα της εποχής του. Το γύρισμα του 20ου αιώνα σήμανε τεράστιες πολιτικές και κοινωνικές αλλαγές. Η φτώχεια κι η εξαθλίωση σε συνδυασμό με τις  ασήμαντες μεταρρυθμίσεις των τελευταίων τσάρων, την κατάργηση της δουλείας απ’ το 1861 αλλά τη συνέχιση της καταπίεσης και της σκληρότητας μεγάλωναν τη δυσαρέσκεια του ρώσικου λαού. Άρχισαν να σχηματίζονται οργανώσεις και να διαδίδονται οι επαναστατικές ιδέες στις  λαϊκές μάζες ενώ ή άρχουσα φεουδαρχική τάξη παρακολουθούσε ανήσυχη τα γεγονότα, πρακτικά και πνευματικά ανέτοιμη γι αυτό που θα ακολουθούσε. Την παλιά κοινωνία διαδεχόταν η αστική τάξη που ανέβαινε ορμητικά. Γι’ αυτόν τον παλιό κόσμο που σβήνει κι αργοπεθαίνει τρεφόμενος μ’ ελπίδες κι όνειρα και ζώντας με αναμνήσεις, ο Τσέχωφ νιώθει μια βαθειά συμπόνια ανάμικτη με σατιρική διάθεση.

Στις «Τρεις Αδερφές» ξεχωρίζουν και προβάλουν μέσα απ’ τον παλιό κόσμο κάποιες αισθαντικές ψυχές που οραματίζονται ένα μακρινό μέλλον καλύτερο απ’  το μίζερο παρόν τους. Μια ζωή γεμάτη ευτυχία, ομορφιά και ειρήνη, όπου οι άνθρωποι θα θυμούνται με καλοσύνη και θα ευλογούν όλους εκείνους που έζησαν κι υπέφεραν πριν απ’ αυτούς για να την προετοιμάσουν. Αυτή η καταφυγή στο ωραίο μέλλον είναι γι’ αυτές δραπέτευση απ’ το τυραννικό τους παρόν. Μέσα απ’ αυτή την επιθυμία για επιστροφή στη Μόσχα των παιδικών τους χρόνων, στην πατρίδα που επιθυμούν κι ονειρεύονται ως τη γη της επαγγελίας νιώθουν πως η ύπαρξη τους δικαιώνεται.

Η παράσταση του Δημήτρη Τάρλοου επικοινώνησε ελάχιστα με το θεατρικό περιβάλλον του Τσέχωφ.  Με έκπληξη παρακολούθησα την επιμονή του να ελληνοποιήσει σχεδόν το σύνολο του έργου, εγχείρημα  που τελικά δεν μ’ έπεισε για την αναγκαιότητα του. Σ’ ένα έργο όπου ουσιαστικά δεν έχει μετατοπίσει το κέντρο βάρους του, οι ηρωίδες έστω και με ελληνοποιημένα τα ονόματα τους (Όλγα, Ειρήνη και Μαρία) θέλουν να πάνε στη Μόσχα. Οι υπόλοιποι ήρωες διατηρούν όλοι τα ρώσικα ονόματα τους, τραγουδάνε ελληνικά τραγούδια, πίνουν τσίπουρο αντί βότκας, διαβάζουν στην εφημερίδα ελληνικές ειδήσεις , τρώνε αρνάκι στο φούρνο και καρυδόπιτα και απαγγέλουν «Του Μικρού βοριά…

Η διανομή του ήταν ένα κράμα από καλύτερες και απλώς καλές ερμηνείες πάντα σε συνάρτηση με τον θεατρικό μικρόκοσμο του Τσέχωφ. Ξεχωρίζω τον Κουλίγκιν του Κορωναίου, τη Ναταλία της Δημητρίου, τον Πρόζοροφ του Μαλκότση και τον Σολιόνιν του Μπίτου. Υπήρχαν καλές στιγμές στη Λένα Παπαληγούρα και την Αλεξάνδρα ΑΙδίνη. Η Ιωάννα Παππά μπέρδεψε στην ερμηνεία της τη θλίψη και τη ματαίωση της ηρωίδας που υποδύεται με μια μπλαζέ αδιαφορία.

Ο ίδιος ο Τσέχωφ χαρακτηρίζει το έργο του «κωμωδία» και τους χαρακτήρες του «μπουφόνους».  Άλλωστε, πάντα ισορροπεί ανάμεσα στα απόλυτα είδη της κωμωδίας και της τραγωδίας παραδίδοντας μια λύση όπου όλοι οι ήρωες  είναι ζωντανοί νεκροί, χωρίς άλλες ψευδαισθήσεις, πληγωμένοι, αλλά όρθιοι συνεχίζοντας μια ζωή  απ’ την οποία δεν έχουν τίποτα να περιμένουν.

Αυτό το μετέωρο πέρασμα απ’ την απογείωση της αρχής μέχρι την προσγείωση του τέλους – συχνά απότομη-  δεν είναι άλλο απ’ αυτό που συμβαίνει στον μέσο άνθρωπο στη διάρκεια της ζωής του. Εκεί ακριβώς κρύβεται κι η ποίηση που τόσο αριστοτεχνικά καταφέρνει να βγάλει ο Τσέχωφ μέσα απ’ τον ρεαλισμό. Και τελικά, αυτό είναι και το στοίχημα που καλείται κάθε φορά να κερδίσει μια νέα παράσταση των έργων του.

«Τρεις αδερφές» του Αντόν Τσέχωφ

Συντελεστές:

Απόδοση – Δραματουργία: Δημήτρης Τάρλοου

Σκηνοθεσία: Δημήτρης Τάρλοου

Συνεργάτις Δραματουργός: Έρι Κύργια

Σκηνικά – Κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου

Μουσική: Άγγελος Τριανταφύλλου

Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου

Κίνηση: Κορίνα Κόκκαλη

Βοηθοί σκηνοθέτη: Δήμητρα Κουτσοκώστα, Ελένη Μιχαηλίδου, Λίνα Σταυροπούλου

Βοηθοί σκηνογράφου: Τίνα Τζόκα, Νόρα Δεληδήμου

Φωτογραφίες: Βάσια Αναγνωστοπούλου

Διανομή:

Πρόζοροφ Ανδρέας: Λαέρτης Μαλκότσης

Ναταλία: Μαριάννα Δημητρίου

Όλγα: Αλεξάνδρα Αϊδίνη

Μαρία: Ιωάννα Παππά

Ειρήνη: Λένα Παπαληγούρα

Κουλίγκιν Θόδωρος: Κώστας Κορωναίος

Βερσίνιν Αλέξανδρος: Γιάννης Νταλιάνης

Τούζενμπαχ: Παντελής Δεντάκης

Σολιόνι: Δημήτρης Μπίτος

Τσεμπουτίκιν: Γιώργος Μπινιάρης

Φεντότικ: Πάρις Θωμόπουλος

Ροντέ: Βασίλης Παναγιωτόπουλος

Φεραπόντ: Χάρης Τσιτσάκης

Ανφίσα: Μαριέττα Σγουρδαίου

Advertisements

0 Responses to “«Τρεις Αδερφές» στο Θέατρο Πορεία”



  1. Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s




Επισκεψιμότητα

  • 195,839 hits

Αρχείο


Αρέσει σε %d bloggers: