Archive for the 'Ηθοποιοί' Category

Όνειρα γλυκά, Αντιγόνη (Αντιγόνη Βαλάκου 1930-2013)

Rose

Χθες το βράδυ που διάβασα την είδηση για τον θάνατό της,  θύμωσα με τον εαυτό μου που από αμέλεια δεν πήγα να  τη δω το 2011 στη «Μαντάμ Φλο», τον τελευταίο ρόλο της. Αυτή όμως είναι και η γοητεία του θεάτρου ∙  η στιγμή δεν επαναλαμβάνεται. Αν χάσεις μια ερμηνεία, την έχασες οριστικά.

Η Αντιγόνη Βαλάκου υπήρξε απ’ τους τελευταίους μιας γενιάς  μεγάλων ηθοποιών τόσο για τους θεατρικούς τους ρόλους όσο και για την κινηματογραφική παρουσία τους. Έπαιξε λίγο στον κινηματογράφο τις δεκαετίες 50-60,αλλά η παρουσία της υπήρξε έντονη :« Οι ουρανοί είναι δικοί μας», «Ο δρόμος με τις Ακακίες»,  «Γκόλφω», «Αμαξάκι» και ο ρόλος της Λίζας στα «Χαμένα όνειρα», ρόλος καταθλιπτικός όπως τον χαρακτήρισε η Αλίκη(σ.σ Βουγιουκλάκη) στην οποία και είχε προταθεί αρχικά, αλλά συνάμα τόσο ρεαλιστικός …

Στο θέατρο η μακρόχρονη πορεία της άφησε αριστουργήματα.  Ακόμα είναι ζωντανός ο απόηχος της «Άννας Φρανκ τη σαιζόν ‘56-57 στο θέατρο Μουσούρη ή η Οφηλία της ένα χρόνο νωρίτερα.

Κρατώ στη μνήμη μου κάποιες απ’ τις ερμηνευτικές στιγμές της Βαλάκου που είχα την τύχη να δω: «Μήδεια», «Το σπίτι της Μπερνάντα ‘Αλμπα», «Οι Φάλαινες του Αυγούστου»,«Η Τρελή του Σαγιώ»,«Μάνα Κουράγιο» και τέλος τη «Ρόουζ» στο υπόγειο του Ιλίσια.

Αχ αυτή η Ρόουζ! Είναι η παράσταση που τόσα χρόνια μετά ακόμα θυμάμαι.  Η λεπτεπίλεπτη φιγούρα της πάνω στη σκηνή να μεταμορφώνεται σ’ εκείνη τη γυναίκα που τόσο είχε υποφέρει στο στρατόπεδο του Άουσβιτς και να μας αφηγείται τη ζωή της. Δεν θυμάμαι το έργο στις λεπτομέρειες του. Θυμάμαι όμως ότι είχε κάνει εντύπωση η τεράστια αντοχή της Βαλάκου πάνω στη σκηνή σ΄έναν εξαντλητικό μονόλογο, καθισμένη σ’ ένα ξύλινο παγκάκι για δύο ώρες. Και πάνω απ’ όλα αισθάνομαι ακόμα την αύρα της σαν χάδι.  Γιατί έτσι είναι τελικά οι σπουδαίοι ηθοποιοί. Κάθε ερμηνεία τους είναι σαν χάδι στις ψυχές των θεατών.

Ας είναι ελαφρύ το χώμα που θα τη σκεπάσει όπως ανάλαφρο ήταν το πάτημα της στις καρδιές μας για όλες τις υποκριτικές στιγμές που μας χάρισε.

Εξόδιο άσμα για τον Λευτέρη Βογιατζή

Vogiatzis

Θυμάμαι σαν σε όνειρο σήμερα την πρώτη φορά που πέρασα το κατώφλι του θεάτρου του, νομίζω την άνοιξη του ’91  θα ήταν. Από τι ορμώμενη πήγα; υποθέτω ότι αγνοούσα πλήρως τον Βογιατζή ως ηθοποιό και σκηνοθέτη, όπως πρέπει να αγνοούσα και το σημαντικότατο έργο του μεγάλου Τόμας Μπέρχαρντ «Ρίττερ, Ντένε, Φος»  Τι είχα ακούσει γι’ αυτόν, δεν θυμάμαι. Μάλλον οι γυναίκες του θιάσου(σ.σ Κονιόρδου, Λαζαρίδου) ήταν η αφορμή να διαβώ για πρώτη φορά το κατώφλι της οδού Κυκλάδων. Αυτές κι η δίψα για θέατρο που έκανε την εμφάνιση της έντονα εκείνη τη χρονιά.

Τρεις φιγούρες πάνω στη σκηνή, το μεγάλο οικογενειακό τραπέζι, πορσελάνινα σερβίτσια να σπάνε σε χίλια κομμάτια, η  απόλυτη προσήλωση του κοινού σ’ αυτό που έβλεπε. Αυτές είναι οι λιγοστές εικόνες που κουβαλάω σήμερα από την παράσταση μαζί με το εξαιρετικό πρόγραμμα που εμπεριέχει σημαντικά θεωρητικά κείμενα καθώς και το ίδιο το έργο.

Θυμάμαι σαν όνειρο κι όλες τις επόμενες παραστάσεις που παρακολούθησα έχοντας πια γνώση και γνώμη για την «περίπτωση Βογιατζή» και τα όσα θαυμαστά συνέβαιναν στην Οδό Κυκλάδων. Γιατί πώς αλλιώς να εξηγήσω το ότι στα 22 χρόνια που βλέπω θέατρο εντατικά και με μέσο όρο παραστάσεων τις 25 ανά έτος, αυτά τα μικρά θαύματα τα φυλάω ως πολύτιμες μνήμες.

Ο Βογιατζής υπήρξε αναμφίβολα παθιασμένος με την τέχνη του. Βασανιζόταν από μια τελειομανία, ήθελε να δουλεύουν όλα ρολόι, να ρέει η παράσταση σαν μουσική συμφωνία. Δεν ήταν απλά διεκπεραιωτικός, αναζητούσε τη λεπτομέρεια, έψαχνε την τελειότητα περίμενε το μέγιστο αποτέλεσμα σε όλα τα επίπεδα.

Ο Βογιατζής ήταν βαθιά ποιητικός και μεταφυσικός. Εικόνες απ’ το «Καθαροί πια», τη «Νύχτα της κουκουβάγιας», τη «Bella Venezia», τις «Δούλες», την «Ήμερη» το  «Ύστατο σήμερα» , το «Θερμοκήπιο», αλλά κι απ’ τον «Αμφιτρύωνα» (παρόλο που είχα τις αντιρρήσεις μου για τον χώρο επιλογής), απλώθηκαν σαν μικρές στιγμές μαγείας μέσα στον χρόνο που σβήνει μεν την εφήμερη τέχνη του θεάτρου, αλλά διασώζει ό, τι έχει τη δύναμη να μιλάει κατευθείαν στις αισθήσεις μας.

Λέγεται ότι τυραννούσε τους ηθοποιούς και όσους συνεργάζονταν μαζί του στην εκάστοτε προετοιμασία μιας παράστασης. Εικάζω ότι βασάνιζε περισσότερο τον εαυτό του μέχρι να φτάσει στο επιθυμητό αποτέλεσμα. Η τέχνη του θεάτρου υπήρξε για κείνον εξαιρετικά σοβαρή ασχολία πράγμα που δεν πιστοποιείται απλώς από την υψηλή ποιότητα της κάθε παράστασης, αλλά κι από τον μικρό αριθμό αυτών  που συνολικά σκηνοθέτησε.

Για τον Βογιατζή δεν χρειάστηκε να ειπωθούν τα μεγάλα λόγια μετά θάνατον. Ευτύχησε εν ζωή να δει ουρές να περιμένουν υπομονετικά για μια θέση στο μικρό θεατράκι του, δημιούργησε ένα κοινό που πάντα αδημονούσε να τον δει να κάνει πρεμιέρα, πήρε σημαντικές κριτικές, ανέβασε σπουδαίους συγγραφείς, επέλεξε σημαντικούς σκηνικούς συνοδοιπόρους, έντυσε με  εικόνα τα όνειρα μας  κι έδωσε περιεχόμενο στη σιωπή.

«Camille Claudel: Το κύμα της τρέλας» στο Μεταξουργείο

 

Στην εποχή της οικονομικής κρίσης και της πνευματικής παρακμής η θεατρική φτώχεια είναι δυστυχώς αναπόφευκτη. Δεν είναι ότι οι άνθρωποι που ποιούν τέχνη στέρεψαν. Είναι που για να δουλέψει η μηχανή χρειάζεται τροφή. Κι η τροφή του ηθοποιού είναι το κοινό κι οι αξιοπρεπείς αίθουσες. Οι  έλληνες ηθοποιοί έχουν βέβαια συνηθίσει να δουλεύουν σε αντίξοες συνθήκες, σε κρύες, ακατάλληλες θεατρικές αίθουσες, σε χώρους που μετατρέπονται σε σκηνές, με έργα που δεν είναι αμιγώς θεατρικά αλλά διασκευάζονται για το θέατρο, με μονολόγους που κατεβάζουν το κόστος, με συνθήκες σκληρού ανταγωνισμού.

Ο λόγος που τα αναφέρω όλα αυτά δεν είναι γιατί δεν γνωρίζω τον πιθανό αντίλογο (η Αθήνα έχει πολύ περισσότερες παραστάσεις απ’  ό, τι χρειάζεται καθώς και απίστευτα μεγάλο αριθμό ηθοποιών -άξιων και μη-, αλλά η διαπίστωση ότι το καλό θέατρο κι ο πραγματικός καλλιτέχνης θα βρίσκουν πάντα διεξόδους για να μιλάνε στην ψυχή μας.

Προχθές το βράδυ, περπατούσα στο έρημο πια Μεταξουργείο με απορία για την απόλυτη ησυχία που επικρατούσε. Λίγα χιλιόμετρα πιο πριν (στο Φάληρο), το Καραϊσκάκη έσφυζε από ζωή-. Τα Σαββατόβραδα, η γειτονική Πειραιώς έχει μποτιλιάρισμα λόγω των μπουζουκιών. Είναι σαφείς οι προτιμήσεις της μάζας…  Το θέατρο δεν συγκαταλέγεται στις πρώτες προτεραιότητες ούτε καν της πολιτείας…

Παρόλα αυτά, σε συνθήκες σαν τις προαναφερθείσες, το θέατρο «Μεταξουργείο» έχει φέτος κάθε Δευτέρα και Τρίτη μια παράσταση που πραγματικά δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητη.

Το κείμενο δεν έχει γραφτεί για το θέατρο ωστόσο θεωρώ ότι η προσαρμογή της αλληλογραφίας της Camille Claudel στο θεατρικό σανίδι με τη Λυδία Φωτοπουλου στον ομώνυμο ρόλο είναι μια θεατρική στιγμή που αξίζει να καταγραφεί.

Να πάτε  να δείτε αυτή τη σπουδαία ηθοποιό. Είναι συγκλονιστικός ο τρόπος που υποδύεται την Camille Claudel απ’ την εποχή  της τρέλας της μέχρι τον θάνατο της. Είναι συγκινητικός ο τρόπος που παίζει με τα χέρια της, τη φωνή της, το σώμα της. Πώς γερνάει μέσα σε 30 χρόνια εγκλεισμού στο αφιλόξενο άσυλο, πώς εισπράττει τη μητρική άρνηση, την απουσία αγάπης, πώς προσμένει βοήθεια απ’ τον αδερφό της, πώς ενώ η επίσημη διάγνωση σε συνδυασμό με την επιμονή της μητέρας που αρνείται να την πάρει σπίτι την ονομάζουν τρελή κι επικίνδυνη, ή ίδια είναι πιο λογική από ποτέ, πώς αποχωρίζεται την τέχνη της ενώ την πιέζουν να ξαναρχίσει να σμιλεύει. Πώς να δημιουργήσει ένας καλλιτέχνης όμως όταν του έχουν στερήσει την ελευθερία του.

Η σκηνοθετική ματιά του Κρασανάκη (οι άλλες δύο ιδιότητες του είναι αυτές του ψυχιάτρου και του δραματοθεραπευτή) εστίασε σωστά στον ψυχισμό της γυναίκας που ενώ προσέφερε απλόχερα έρωτα και δημιουργία,  αδικήθηκε ν’ απομονωθεί στη σιωπή της.

Σ’ έναν σχεδόν άδειο σκηνικό χώρο με μοναδικό στοιχείο έναν σωρό από χαρτιά (κάτι σαν ακουαρέλες για σχέδιο, πιθανότατα συμβολισμός των σκίτσων για τα γλυπτά της ή και των γραμμάτων που μανιωδώς γράφει μέσα στο άσυλο), η Λυδία Φωτοπούλου δεν υποδύεται απλώς την Camille Claudel αλλά την ενσαρκώνει με όλο της το είναι. Πότε ανεβαίνοντας πάνω στον σωρό χαρτιών, πότε κρύβεται πίσω τους, πότε κυλιέται στο πάτωμα∙ πάντα με την ίδια δημιουργική λάμψη στα μάτια κι αυτόν τον πόνο στην ψυχή και στο κορμί που φωνάζουν για τον άδικο χαμό μιας μεγαλοφυΐας.

Τολμώ – τηρουμένων των αναλογιών- να παραλληλίσω τον σωρό από χαρτιά με τον αντίστοιχο σκουπιδότοπο στις  “Ευτυχισμένες Μέρες” του Μπέκετ, Εκεί η Γουίνι, εδώ η Camille, δυο πλάσματα χαμένα μέσα σ’ έναν κόσμο που τις πνίγει αργά και βασανιστικά…

Εξαιρετικό το εύρημα με τη ζακέτα που άλλοτε παραπέμπει σε ζουρλομανδύα κι άλλοτε σε πανωφόρι που προσπαθεί να ζεστάνει την παγωνιά στην ψυχή και στο σώμα της Camille.

«Camille Claudel: Το κύμα της τρέλας»

Μονόλογος – Θέατρο «Μεταξουργείο»

Σκηνοθεσία: Στέλιος Κρασανάκης
Μετάφραση: Ρ. Τσιτούρη.

Σκηνικά-κοστούμια.: Ντόρα Λελούδα.

Ερμηνεύει: Λυδία Φωτοπούλου.

 

Περισσότερες πληροφορίες για την Camille Claudel, μπορείτε να βρείτε εδώ

Για την Αλέκα Παΐζη

aleka

Όταν φεύγει απ’ τη ζωή ένας μεγάλος – μεγάλος λόγω διάσημου ονόματος, ηλικίας ή ακόμα λόγω και των δύο- καταφεύγουμε στην απλή αποχαιρετιστήρια συνταγή με τον μεγαλόσχημο τίτλο που αρχίζει: «Ένας μεγάλος ηθοποιός, ερμηνευτής κόκ.» Ως λαός έχουμε εξάλλου και τέτοιες μεγαλόσχημες εκφράσεις στο τσεπάκι. Επιπλέον, όλο και περισσότερο γινόμαστε άνθρωποι της επιφάνειας κι έτσι ο αποχαιρετιστήριος τίτλος με το κειμενάκι των 5 σειρών, συχνά δεν σημαίνει τίποτα από μια στείρα αναπαραγωγή- αντιγραφή της είδησης. Αφήνω δε και την περίπτωση της κηδειολαγνίας που έχουν τα κανάλια, ιδιαίτερα όταν ο εκλιπών ή η εκλιπούσα ήταν επιπέδου σταρ με ό, τι και αν αυτό συνεπάγεται στη συνείδηση αυτών που χαρίζουν απλόχερα λέξεις και τίτλους.

Θέλω να αποφύγω τα κλισέ, τα βιογραφικά, το πότε γεννήθηκες, πόσο σημαντική ήταν η δράση σου στους δύσκολους καιρούς του εμφυλίου, πόσο μεγάλους ρόλους έπαιξες… Θέλω να αποφύγω να πω κι εγώ τι κρίμα που δεν πρόλαβε τη «Σονάτα του σεληνόφωτος», αυτόν τον αριστουργηματικό μονόλογο του ευαίσθητου Ρίτσου που θα ανέβαζε το Εθνικό Θέατρο στις 29 Μαρτίου με σένα πρωταγωνίστρια.

Θέλω να καταθέσω εδώ λίγες μόνο αράδες απ’ αυτό που εισέπραξα βλέποντας σε στο θεατρικό σανίδι. Ήταν το 1991 στο Απλό θέατρο στη «Διήγηση της Υπηρέτριας Τσερλίνε». Νομίζω ήταν η πρώτη φορά που παρακολουθούσα μονόλογο και σίγουρα η πρώτη φορά που έβλεπα εσένα. Γιατί, αν σε είχα ξαναδεί, θα σε θυμόμουνα. Με μάγεψε η αιθέρια παρουσία σου. Μιλούσες και μέσα απ’ τα λόγια σου ξεπρόβαλλαν χίλιες εικόνες. Θυμάμαι τα χέρια σου και τα μάτια σου. Πόση αλήθεια κρύβουν τα χέρια και τα μάτια ενός ηθοποιού όταν με αλήθεια ερμηνεύει τον ρόλο του! Σε αποθέωνε μαγεμένο το κοινό- ανάμεσα τους κι εγώ, μια μικρούλα που της έκλεψες την καρδιά τότε-.

Θυμάμαι τη χροιά της φωνής σου, αυτήν την τόσο χαρακτηριστική φωνή. Νομίζω υπήρξες μια ενζενί μέχρι το τέλος. Τόσο νάζι, τόση γλύκα, τόση σπιρτάδα! Πριν τέσσερα χρόνια, έκλεψες κυριολεκτικά την παράσταση σε κάτι θεατρικά βραβεία. Σαν κοριτσόπουλο! -. Σε απόλαυσα πάλι στη σκηνή του Απλού θεάτρου, το 1994 στο «Λόγω Φάτσας». Πόσα λεπτά σας χειροκροτούσαμε εσένα και τη Ντενίζ Μπαλτσαβιά για τις απολαυστικές ερμηνείες σας; Και μετά, σε είδα πάλι, στ’ «Αγαπημένα τραγούδια και τις νέες προοπτικές» κι από τότε, όπου κι αν έπαιζες, σχεδόν πάντα σε έβλεπα. Πρόπερσυ, ήταν η τελευταία φορά. Στη σκηνή του Ρεξ, στον «Ερρίκο τον Δ’» του Πιραντέλο. Ακόμα βλέπω μπροστά μου την ευγενική σου υπόκλιση, σαν αερικό μέσα στο λευκό σου φόρεμα.

Υπήρξε σεμνό το πέρασμα σου απ’ τη ζωή και τη σκηνή και χωρίς έπαρση. Γι’ αυτό και ήταν σπουδαίο.

Ας είσαι καλοτάξιδη κι ας αναπαυθεί η ψυχή σου!

UPDATE

Για την Αλέκα Παΐζη έγραψαν μεταξύ άλλων:

το Μικρό Ανάλογο

mixtape.gr

Ο μπαμπάς τρελαινόταν ν’ ακούει Νίνο Ρότα.

Η τελευταία της συνέντευξη δημοσιέυτηκε στο μπλογκ του Ελληνικού Φεστιβάλ.

Στη μνήμη της Μελίνας

 

 

 

Η Μελίνα (Μαρία Αμαλία) Μερκούρη γεννιέται στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου του 1920. Κατάγεται από γνωστή οικογένεια πολιτικών. Ο παππούς της Σπύρος Μερκούρης είχε διατελέσει δήμαρχος Αθηναίων απ’ το 1899 ως το 1914 κι απ’ το 1929 έως το 1932.

Πνεύμα ανήσυχο από μικρή, η Μελίνα σε εφηβική ακόμα ηλικία ερωτεύεται παράφορα τον γόη ηθοποιό Γιώργο Παππά κι αποφασίζει να γίνει και η ίδια ηθοποιός. Ο γάμος της με τον Παναγή Χαροκόπο – ένας γάμος με μικρή διάρκεια- της προσφέρει ουσιαστικά το διαβατήριο για τη δραματική σχολή αφού δεν χρειάζεται πλέον τη συγκατάθεση της οικογένειας της για τα θεατρικά της όνειρα.

Γίνεται δεκτή απ’ το Εθνικό θέατρο το 1938, με συμμαθητές πολύ γνωστούς στη συνέχεια ηθοποιούς, όπως τη Δέσπω Διαμαντίδου με την οποία τη συνέδεε μεγάλη, προσωπική φιλία, τον Ανδρέα Φιλιππίδη, την Αλέκα Παϊζη, τον Αλέξη Δαμιανό κά.

Πρωτοεμφανίζεται στη θεατρική σκηνή το 1944 στο θέατρο Βρετάνια με το θίασο των Γιώργου Παππά και Αντώνη Γιαννίδη, στο έργο του Αλέξη Σολωμού, «Το μονοπάτι της Λευτεριάς». Ακολουθεί «H κόμισσα και ο καμαριέρης» του Laszlo Bus-Fekete.
Από το  1945 ως το 1948 εμφανίζεται στα: «Μις Μπα», «Θα σε παντρευτώ Τέρας», «Το Πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα», «Πωλείται Κέφι», «Η Μπόρα Πέρασε», «Επικίνδυνη Στροφή», «Ο Άνθρωπος και τα Όπλα», «Φαύλος Κύκλος», «Της Νύχτας τα Καμώματα», «Ένας Φίλος θα’ ρθει απόψε», «Τρισεύγενη», «Ανατολικά του Σουέζ», «Το πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέυ», «Δεν θα τα πάρεις μαζί σου»,  «Άνθρωπος και Υπεράνθρωπος», «Γαμήλιο Εμβατήριο», «Ο Βασιλικός», «Το τραγούδι της Κούνιας» κά

Το 1949  ερμηνεύει τη Μπλανς Ντυμπουά στο «Λεωφορείον ο Πόθος» του Τενεσί Ουίλιαμς, έργο που αποτελεί σταθμό στην καριέρα της. Αξίζει να σημειωθεί ότι γι’ αυτήν την  παράσταση έγραψε ο Μάνος Χατζιδάκις  το πολυτραγουδισμένο πια «Χάρτινο το Φεγγαράκι».

Η συνεργασία της με το θάτρο Τέχνης του Καρόλου Κουν υπήρξε σκανδαλώδης, αφού για τους ηθοποιούς του Εθνικού Θεάτρου το Τέχνης ήταν κάτι σαν απαγορευμένος χώρος.

Από το 1951 αρχίζει να πρωταγωνιστεί παράλληλα και στη Γαλλική θεατρική σκηνή, όπου αναδεικνύεται σε μούσα του γάλλου θεατρικού συγγραφέα Μαρσέλ Ασάρ.

Το 1960 επανακάμπτει στις αθηναϊκή θεατρική ζωή ερμηνεύοντας την Αλεξάνδρα ντε Λάργκο στο «Γλυκό Πουλί της Νιότης», του Τενεσί Ουίλιαμς, πάλι για λογαρισμό του θεάτρου Τέχνης. Στο πλευρό της ο πρωτοεμφανιζόμενος Γιάννης Φέρτης.

Λαμπρή εξάλλου είναι και η κινηματογραφική της πορεία, παράλληλα με τη θεατρική σταδιοδρομία της.

 

Το κινηματογραφικό της ντεμπούτο γίνεται με τη θρυλλική «Στέλλα», απ’ το θεατρικό έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη « Η Στέλλα με τα κόκκινα γάντια», το 1955. Η ταινία αυτή είναι και η μόνη ταινία ελληνικής παραγωγής της Μελίνας.

Ωστόσο, η κορυφαία κινηματογραφική της στιγμή είναι ο ρόλος της Ίλιας στο «Ποτέ την Κυριακή» που την κάνει διάσημη σε όλη την υφήλιο, ταινία που βραβεύεται με Όσκαρ Μουσικής στον Μάνο Χατζιδάκη( ήταν υποψήφια για άλλα τέσσερα Όσκαρ), χαρίζοντας  στη Μελίνα αρκετές σημαντικές διακρίσεις και παγκόσμια αναγνώριση, όπως το βραβείο πρώτου γυναικείου ρόλου στις Κάννες, αλλά και την υποψηφιότητα για Όσκαρ πρώτου γυναικείου ρόλου (σ.σ: το οποίο και χάνει απ’ την Ελίζαμπεθ Τέιλορ).

Η υπόλοιπη φιλμογραφία της συνοψίζεται στις εξής ταινίες: «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» 1956, «η Τσιγγάνα κι ο Τζέντλεμαν» 1957, «Ο νόμος» 1958,  «Ζήτω ο  έρωτας» 1960,  «Δευτέρα Παρουσία» και «Φαίδρα» 1961, «Νικητές» 1963, «Τοπ Καπί» 1964, «Μηχανικά Πιάνα» 1965, «Κάποιος μπορούσε να πεθάνει», «10.30 Ένα καλοκαιρινό βράδυ» 1966, «Σικάγο» 1969, «Υπόσχεση την Αυγή» 1970, «Η Δοκιμή» 1973, «Μια φορά δεν είναι αρκετό» 1974 , «Άσχημες συνήθειες» 1976 και «Κραυγή Γυναικών» το 1978

Η μεγάλη διεθνής επιτυχία που γνωρίζει το «Ποτέ την Κυριακή», μεταφέρεται θεατρικά στο σανίδι με τον τίτλο «Ilya Darling» και ανεβαίνει μετά από περιοδεία στις Ηνωμένες Πολιτείες, στο Broadway στην Αμερική με τεράστια επιτυχία και προπωλημένα εισιτήρια για όλες τις παραστάσεις.

Κατά τα έτη 1967-1974, τα χρόνια της δικτατορίας, η Μελίνα ζει στο Παρίσι με τον σύζυγο της γάλλο σκηνοθέτη  Ζυλ Ντασέν και δραστηριοποιείται στον αγώνα της εναντίων των συνταγματαρχών. Με όπλα τη φήμη και τη λάμψη της δίνει αρκετές συναυλίες και διοργανώνει αρκετά μεγάλο αριθμό πορειών αντιδικτατορικού χαρακτήρα. Συναντιέται με πολιτικούς αλλά και με πνευματικές προσωπικότητες παγκοσμίου κύρους με σκοπό να τους ευαισθητοποίησει ενάντια στη χούντα. Κατά την διάρκεια των αγώνων της γίνεται αρκετές φορές θύμα απόπειρας δολοφονίας, με μία από αυτές παραλίγο να της στερήσει τη ζωή.

Στα πλαίσια άλλωστε του αγώνα της, ερμηνεύει αποκλειστικά κατά διαστήματα τη «Λυσιστράτη» του Αριστοφάνη.

Το 1975 και ενώ έχει επιστρέψει στην Ελλάδα, ανεβάζει στο θέατρο Κάππα με τον Νίκο Κούρκουλο την «Όπερα της πεντάρας», το 1976 συνεργάζεται με το Κ.Θ.Β.Ε στη «Μήδεια» με το, ενώ το 1978 παίζει στο «Συντροφιά με τον Μπρεχτ» που ανεβαίνει από το Ελληνικό λαϊκό θέατρο του Μάνου Κατράκη, παράσταση για την οποία γράφτηκε από τον Θάνο Μικρούτσικο το «Άννα μην κλαις» που τραγουδήθηκε απ’ τη Μελίνα και τον Γιάννη Κούτρα.

 Το 1980 ξαναπαίζει στο «Γλυκό πουλί της Νιότης» με τον Γιάννη Φέρτη.

Η θεατρική της καριέρα κλείνει το 1980 με την «Ορέστεια» από το Θέατρο Τέχνης στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου και την ίδια στο ρόλο της Κλυταιμνήστρας. Το 1992 πραγματοποιεί, έκτακτη, εμφάνιση στην όπερα «Πυλάδης», σε βιντεοσκοπημένη σκηνή, στο ρόλο της Κλυταιμνήστρας, που παρουσιάζεται στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών.

Σπουδαία είναι και η παρουσία της στη  δισκογραφία καθώς έχουν κυκλοφορήσει πάνω από δεκαπέντε δίσκοι της, πέρα από soundtrack ταινιών και θεατρικών παραστάσεων. Έχει τραγουδήσει μεγάλους Έλληνες συνθέτες, Μάνο Χατζιδάκι, Μίκη Θεοδωράκη, Σταύρο Ξαρχάκο, Γιάννη Μαρκόπουλο, Βασίλη αλλά και κορυφαία ερμηνεία μουσικών έργων των Κurt Weil & Bertold Brecht.

Οι τηλεοπτικές της εμφανίσεις περιορίζονται σε σειρά ντοκυμαντέρ του BBC σε επεισόδιο με τίτλο «Η Ελλάδα της Μελίνας», απ’ όπου και ο ομώνυμος δίσκος του Σταύρου Ξαρχάκου, όπως και σε σήριαλ και εκπομπές στη Γαλλική και τη Γερμανική τηλεόραση.

Στις δραστηριότητες της συμπεριλαμβάνεται και η συγγραφή μιας βιογραφίας με τίτλο «Γεννήθηκα Ελληνίδα», τα έσοδα από τις πωλήσεις της οποίας  διατέθηκαν για τον αντιδικτατορικό αγώνα.  Ο τίτλος του βιβλίου της προέρχεται απ’ την απάντηση που έδωσε στους δημοσιογράφους όταν της ζήτησαν να κάνει μία δήλωση για την αφαίρεση της υπηκοότητάς της από τους συνταγματάρχες: «Γεννήθηκα Ελληνίδα και θα πεθάνω Ελληνίδα».

Η πολιτική της σταδιοδρομία ξεκινάει ουσιαστικά με την επιστροφή της στην Ελλάδα μετά την πτώση της χούντας. Κατεβαίνει υποψήφια στη Β` περιφέρια Πειραιά το 1974 αλλά δεν καταφέρνει να εκλεγεί βουλευτής, πράγμα το οποίο επιτυγχάνει όμως το 1977. Διετέλεσε υπουργός Πολιτισμού επί των κυβερνήσεων του Ανδρέα Παπανδρέου απ’  το 1981 ως το 1989 και απ’ το 1993 μέχρι και το 1994, χρονιά του θανάτου της, θέση η οποία της δίνει το έναυσμα να ξεκινήσει εκστρατεία για την επιστροφή των κλεμμένων μαρμάρων της Ακρόπολης, να δημιουργήσει το θεσμό των δημοτικών περιφερειακών θεάτρων (γνωστά ως ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.) με σκοπό την πολιτιστική ανάπτυξη της ελληνικής περιφέρειας αλλά και τον θεσμό των πολιτιστικών πρωτευουσών της Ευρώπης, με πρώτη την Αθήνα το 1985. Στη δεύτερη θητεία της δίνει μεγάλη σημασία στην εισαγωγή του πολιτισμού στα σχολεία αλλά καταβεβλημένη από πολύχρονη μάχη με τον καρκίνο αφήνει τελικά την τελευταία της πνοή στο νοσοκομείο Memorial της Νέας Υόρκης, στις 6 Μαρτίου του 1994.

Η Μελίνα Μερκούρη κηδεύεται  με τιμές πρωθυπουργού εν ενεργεία στον οικογενειακό τάφο της στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών. Ο  θάνατός της προκαλεί εκδηλώσεις συγκινήσεις σε όλο τον κόσμο. Πολλοί πολιτικοί ηγέτες αποστέλλουν συλλυπητήρια μηνύματα, τόσο στην οικογένεια της όσο και στο ελληνικό κράτος. Η 6η Μαρτίου, ημερομηνία θανάτου της, ορίζεται από την UNESCO ως παγκόσμια μέρα πολιτισμού κατά την οποία δίνεται το βραβείο «Μελίνα Μερκούρη» ως βραβείο πολιτιστικής προσφοράς.

Σύμφωνα με επιθυμία της έχει ιδρυθεί, από τον σύζυγό της Ζιλ Ντασέν «Το Πολιτιστικό Ίδρυμα Μελίνα Μερκούρη» το οποίο έχει ως στόχο την επιστροφή των μαρμάρων της Ακρόπολης.

Δύναμη ζωής

Έχει το όνομα μυθολογικής θεάς της γονιμότητας. Μετράει 81 χρόνια ζωής. Γεννήθηκε στο κέντρο της παλιάς Αθήνας, στην Πλάκα. Μεγάλωσε σε μεγαλοαστικό περιβάλλον της Βασιλίσσης Σοφίας. Ανήκει σε παλιά γνωστή οικογένεια ηθοποιών. Μοναχοπαίδι. Αποζητούσε πάντα την προσοχή των πολυάσχολων γονιών της. Δεν την είχε. Κι ένα αδερφάκι. Ούτε αυτό το απέκτησε. Στη θέση του, της έφερε η μητέρα της από μια τουρνέ στην Αφρική ένα κουκλάκι αραπάκι. Το αγαπούσε σαν υποκατάστατο ανθρώπου. Ζούσε υπερπροστατευμένη. Μην τύχει και κρυώσει, μην συναναστρέφεται άλλα παιδιά στον τότε Βασιλικό Κήπο και την κολλήσουν μικρόβια. Η πρώτη νταντά της φερόταν άσχημα. Την ανέλαβε μια κοπέλα 20 χρονών από τη Μυτιλήνη, η Ασπασούλα. Ορφανή και άσχημη, δούλευε αρχικά στο σπίτι σαν μαγείρισσα. Μετά, αναβαθμίστηκε σε παραμάνα. Η μικρή την αγάπησε παράφορα.
Όταν μεγάλωσε πήγε σχολείο, σ’ ένα απ’ τα καλά της εποχής. Είχε δασκάλα την μετέπειτα γνωστή σε όλους μας Θεία Λένα. Ο επαγγελματικός της δρόμος ήταν προδιαγεγραμμένος. Ασχολήθηκε και κείνη με το θέατρο. Παντρεύτηκε νωρίς, αμέσως μετά το σχολείο κι απόκτησε δύο παιδιά. Ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα στα 21 της χρόνια και κόντρα στα συντηρητικά ήθη της εποχής της, παράτησε τον πρώτο της άνδρα και κλέφτηκε κυριολεκτικά με τον δεύτερο. Έζησαν μαζί εξήντα ολόκληρα χρόνια. Χώρισαν όταν εκείνος έφυγε απ’ αυτόν τον κόσμο το περασμένο καλοκαίρι. Τους γνώρισα μαζί τα τελευταία χρόνια και κρατώ μια εικόνα απ’ όλα όσα έμαθα για τη ζωή τους, μια εικόνα που είδα με τα ίδια μου τα μάτια ένα ζεστό μεσημέρι του περασμένου καλοκαιριού, λίγες μέρες πριν το ταξίδι εκείνου. Άρρωστος κι ανήμπορος στο κρεβάτι του, κυριολεκτικά σκιά του εαυτού του και χωρίς να μπορεί να μιλήσει πια, κατέβαλλε προσπάθεια ν’ ανασηκωθεί. Κρατήθηκε απ’ το γεροντικό της μπράτσο κι ακούμπησε το χέρι του στο στήθος της. Εκείνη του έλεγε «μωρό μου σ’ αγαπώ» σαν να ήταν ακόμα έφηβη. Εκείνος την κοίταγε και της απάντησε με το βλέμμα. Και η εικόνα τους, η κίνηση των σωμάτων τους και κείνο το χάδι ήταν κάτι ανάμεσα σε μητρικό αγκάλιασμα κι ερωτική ανάμνηση.
Από πέρυσι ζει μόνη της στο σπίτι τους. Αφού ανάλωσε μεγάλο μέρος της ενέργειας της στο να κάνει μια εκδήλωση για τον αγαπημένο της και να γράψει γι’ αυτόν σε τοπική εφημερίδα, ξορκίζει τώρα τη μοναξιά της γράφοντας.
Μια ηλικιωμένη γυναίκα, με κινητικά προβλήματα και κλονισμένη ηλικία, ξεκίνησε να γράφει μπροστά στον υπολογιστή μια εισαγωγή για μια σειρά ποιημάτων της που θα ήθελε να εκδώσει. Παρασυρμένη απ’ τις αναμνήσεις μιας ολόκληρης ζωής, απ’ αυτά που την πόνεσαν κι απ’ την αγάπη που στερήθηκε στα παιδικά της χρόνια και κέρδισε αργότερα, καταλήγει να γράφει την ιστορία της ζωή της.
Διάβασε κι ένα βιβλίο πρόσφατα, τη «Συναισθηματική νοημοσύνη» και κατάλαβε όπως μου είπε, τα δικά της συναισθηματικά κενά στα πρώτα τρυφερά χρόνια της ζωή της.
Μου τηλεφωνεί πολύ συχνά να με συμβουλευτεί για συντακτική διατύπωση ή να με παρακαλέσει να πάω σπίτι της να ρίξω μια ματιά για τυχόν ορθογραφικά λάθη. Τις περισσότερες φορές δυσανασχετώ αν και ποτέ δεν της το δείχνω. Είναι που νιώθω κουρασμένη μετά τη δουλειά που οι ρυθμοί της καθημερινότητας με κάνουν νευρική ή που θα ήθελα να κάνω κάτι καλύτερο εκείνη την ώρα . Πηγαίνω πάντα. Και μετά μετανιώνω για τις πρότερες σκέψεις μου και ντρέπομαι. Σκέφτομαι πόσο σκληρή είναι η μοναξιά της σε συνδυασμό με το χρόνο που κυλάει με γοργό ρυθμό αντίστροφα. Σκέφτομαι πως αυτή η γυναίκα σπάνια πια βγαίνει απ’ το σπίτι. Θαυμάζω το θάρρος και τη δύναμη της να γράφει ακαταπόνητη και την ελπίδα της να κάνει τα γραπτά της βιβλίο. Κοιτάζω με δέος τα μάτια της που είναι όλο σπιρτάδα όταν της κάνω κολακευτικά σχόλια για τα γραπτά της ή όταν της ζητάω περισσότερες λεπτομέρειες. Μεταμορφώνεται ξανά σε κοριτσάκι. Και η μόνιμη ερώτηση της είναι: «μα τελικά θα βγει πολύ μεγάλο, θα ενδιαφέρει κανέναν»; Κι εγώ την παροτρύνω να συνεχίσει αφού της κάνει καλό και ξαλαφρώνει η ψυχή της.

Αποφάσισα να γράψω το post και της το αφιερώνω εν αγνοία της για την περίπτωση που κανείς ποτέ δεν θα διαβάσει αυτά που γράφει και για να μεταδώσω σε όλες τις τεθλιμμένες ψυχές της μπλογκόσφαιρας (που απ’ ότι έχω διαπιστώσει δεν είναι και λίγες) τη δύναμη ζωής ακόμα κι όταν αυτή η ζωή πλησιάζει στο φυσικό και δρομολογημένο της τέλος.

ΕΛΕΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ :Μια παλιά θεατρική ιστορία με τραγικό φινάλε. Β’ μέρος

Η Παπαδάκη διέπρεψε σε μια εποχή που η προχειρότητα κι ο αυτοσχεδιασμός στο θέατρο θριάμβευαν. Γράφει η Ειρήνη Καλκάνη σ’ ένα άρθρο της: […]Μόνο όποιος είδε την Ελένη να «κρεάρει» ένα ρόλο, είναι σε θέση να μαρτυρήσει τι ακριβώς σημαίνει τούτο…Από τη στιγμή που ήταν να ζωντανέψει στη σκηνή μια ηρωίδα, ο έξω κόσμος έπαυε να υπάρχει γι’ αυτήν. Τα κείμενα των έργων που έπαιζε είναι βασανισμένα από μολυβιές, παρατηρήσεις, σχόλια, σκέψεις που φανέρωναν μια κατανόηση εκπληκτική, όπου καμιά λεπτομέρεια δεν έμενε χωρίς να σχολιαστεί… Διάβαζε τα απάντα, ό, τι είχε γραφτεί για το συγγραφέα, το έργο αλλά και τους ηθοποιούς που το είχαν παίξει…μέσα στη σύλληψη του συγγραφέα έβρισκε την ψυχή της ηρωίδας που γινόταν τώρα δική της ψυχή…Η Ελένη έπαυε να είναι αυτή η ίδια, έπλαθε το βάδισμα της, την κίνηση των χεριών της, το λόγο στα χείλη της, τον πόνο στην έκφραση της… όσες φορές συναντιόμουν με την Ελένη έμενα με την εντύπωση ότι είχα πράγματι ανταμωθεί μ’ ένα «ιερό τέρας»[…]

Οι προσπάθειες παραγκωνισμού της (οι οποίες τις περισσότερες φορές πέτυχαν), ο αμείλικτος πόλεμος που της έγινε, η αναπάντεχη σύλληψή της από το ΕΑΜ με την κατηγορία της «αντιδραστικής» και της «φιλενάδας του Ράλλη» αντικατοπτρίζουν μια από τις πιο σκοτεινές περιόδους της σύγχρονης ελληνικής Ιστορίας.
Το «Ελληνικόν Αίμα», αντιστασιακή εφημερίδα της Κατοχής, έγραφε στις 15 Οκτωβρίου 1943 για την «ψευδοκυβέρνηση των Αθηνών»: «Ο πρωθυπουργός, κερδοσκοπήσας στο χρηματιστήριο, εδώρησε στον γεροντικό του έρωτα μία ζώνη από πλατίνα αξίας εκατοντάδων εκατομμυρίων». Μιλούσε για τον κατοχικό πρωθυπουργό Ράλλη και την κόρη ενός φίλου του, τη διάσημη ηθοποιό τού θεάτρου Ελένη Παπαδάκη. Το άρθρο τη χαρακτήριζε επίσης «ομοφυλόφιλη». H ίδια δεν παραδέχθηκε ποτέ ερωτική σχέση με τον πρόεδρο της δοτής κυβέρνησης. Του είχε όμως επιτρέψει να της στέλνει το υπηρεσιακό του αυτοκίνητο για να την πηγαίνει στο Εθνικό Θέατρο. Αργότερα οι ΕΛΑΣίτες που τη συνέλαβαν, έψαξαν και για τη ζώνη αυτή, χωρίς όμως αποτέλεσμα. H σύλληψη και εκτέλεση της Ελένης Παπαδάκη από τον ΕΛΑΣ υπήρξε μία από τις βαρβαρότητες των Δεκεμβριανών. Υπόθεση που ακόμα δεν έχει εξιχνιαστεί πλήρως, καθώς έχει καλά κρυμμένα μυστικά. Ιδεολογική διαφορά, υπερβάλλων ζήλος, επαγγελματικός φθόνος ή ερωτική αντιζηλία; Όλα είναι πιθανά, με πιθανότερη εκδοχή τα επαγγελματικά πάθη. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Ελένη Παπαδάκη σε πολλές περιπτώσεις έσωσε ανθρώπους ανεξαρτήτως φρονημάτων, από τους Γερμανούς. Ένας από αυτούς λεγόταν Ελευθερουδάκης. Γιος του ιδιοκτήτη του βιβλιοπωλείου. Επίσης ο γιατρός Γιώργος Μουστρούφας, κατοπινό στέλεχος του υπουργείου Υγείας υπό τον Πέτρο Κόκκαλη στην Κυβέρνηση του βουνού, ύστερα από παράκληση της συγγραφέως Λιλίκας Νάκου. H
Παπαδάκη είχε πρόσβαση και στον δήμαρχο (Άγγελο Έβερτ) και στον πρωθυπουργό. Εν τέλει όμως αυτό έγινε μπούμερανγκ και της κόστισε τη ζωή.
«Δίκη» ήταν, η συνέλευση του Σωματείου Ηθοποιών στο θέατρο Διονύσια στις 24 Νοεμβρίου 1944, όπου αποφασίστηκε η διαγραφή της Παπαδάκη («Θάνατος στην πουτάνα», φώναζαν κάποιοι) που έστρωσε το έδαφος για την εκτέλεσή της.
Εκείνη δεν προσήλθε για να απολογηθεί, έστειλε όμως την παρακάτω επιστολή στο δικηγόρο του Σωματείου κ. Δάνο: «Λυπούμαι διότι δεν μου είναι επιτετραμμένον να παρουσιαστώ ενώπιον της Συνελεύσεως για να απολογηθώ επί των κατηγοριών, τας οποίας μου αποδίδει η απόφασις του Διοικητικού Συμβουλίου του Σωματείου, λόγω του ανάρμοστου τρόπου καθ’ ον είναι συντεταγμένη αύτη. Νομίζω ότι πάσα άμυνα επί τόσο αναρμόστως συντεταγμένου εγγράφου, πλήρους αορίστων και αβάσιμων στοιχείων και συκοφαντικής δυσφημίσεως, οικοδομήματος ασύστολων κατηγοριών βασιζομένων μόνο «επί εντυπώσεων», ως ρητώς αναφέρει το απόσπασμα των παρακτικών, μια τοιαύτη άμυνα, επαναλαμβάνω, θα απετέλει ύβριν εναντίον εμού της ιδίας, απρεπώς ήδη δια της ως άνω αποφάσεως καθυβρισθείσης και δια τρόπου απάδοντος, ως φρονώ, εις Σωματείον ευσεβούμενον εαυτόν και τις αποφάσεις του.Κατά πόσον η όλη στάσις μου κατά το διάστημα της κατοχής υπήρξεν «αντεθνική, αντισυναδελφική, εγωιστική και απρεπής», δύνανται καλλίτερον από εμέ να διαφωτίσουν την Συνέλευσιν πολλοί εκλεκτοί συνάδελφοι, οι οποίοι, ασφαλώς θα παρίστανται εις αυτήν, αλλά και πολλοί επίσης διακεκριμένοι συνάδελφοι μη προς εμέ φιλικά διακείμενοι, θα ευρεθούν έστω και κατ’ ιδίαν σκεπτόμενοι ότι εις πολλάς περιπτώσεις η στάσις μου υπήρξε κάθε άλλο παρά αντισυναδελφική ή εγωιστική…».
Το φινάλε γράφεται τη νύχτα της 21ης προς 22 Δεκεμβρίου 1944. Ο πολιτοφύλακας της ΟΠΛΑ με το ψευδώνυμο καπετάν Ορέστης την καταδικάζει σε θάνατο με τσεκούρι και την παραδίδει στον σκληροτράχηλο Βλάση Μακαρώνα. «Τη διέταξαν να γδυθεί, ενώ εκείνη είχε αντιληφθεί ότι πλησιάζει το τέλος της και είχε τρομάξει πολύ. Έτρεμε από το κρύο και τον φόβο και κλαίγοντας τους παρακαλούσε. Έβγαλε τη γούνα της την οποία παρέλαβε ο Ορέστης και, όταν τη διέταξε να βγάλει και τα υπόλοιπά της ρούχα, αναλύθηκε σε δυνατές κραυγές απελπισίας και σε γόους. Όρμησαν τότε σαν αφιονισμένοι πάνω της και μέσα σε έναν καταιγισμό από προπηλακισμούς την έσυραν κοντά σε ανοιγμένο λάκκο και εκεί την έγδυσαν με τη βία. Ο Βλάσης Μακαρώνας ξαφνικά δείλιασε, τον πείραξαν και οι κραυγές της και τελικά καθίζοντάς την χάμω τράβηξε το περίστροφό του και της φύτεψε μια-δυο σφαίρες στον αυχένα (…)» Λίγο αργότερα, στη δίκη του, ο Μακαρώνας δήλωσε ότι ο Ορέστης τον κατηγόρησε πως έκανε σαμποτάζ που δεν τη σκότωσε με το τσεκούρι αλλά με το περίστροφο.
Και πρόσθεσε: «Δεν λυπήθηκα τίποτα άλλο παρά το γούνινο παλτό της που το πήρε ο Ορέστης».

Πέρασε πάνω από μήνας, όταν στις 26 Ιανουαρίου του 1945, κατά την εκταφή των πτωμάτων στον περίβολο των Διυλιστηρίων της Ούλεν, βρέθηκε το πτώμα της Παπαδάκη σε μια κατηφόρα φυτεμένη με πεύκα, σ’ ένα λάκκο μαζί με τρεις τέσσερις άλλους. Με μια κομπινεζόν ανασηκωμένη γύρω απ’ το θώρακα, με τις ζαρτιέρες ζωσμένες στη μέση και με το σώμα της γεμάτο κακώσεις και μια σφαίρα φυτεμένη στον αυχένα. . Μόλις διαδόθηκε το νέο, μαθητές και μαθήτριες της δραματικής σχολής του Εθνικού Θεάτρου προσήλθαν και κάλυψαν το σώμα με κλαριά. . Κηδεύτηκε στις 28 Ιανουαρίου από την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου Καρύτση σε μια ατμόσφαιρα βαθύτατου πένθους και αγανάκτησης και με πλήθος καλλιτεχνικού και πνευματικού κόσμου.

«…Χρειάζεται να φανούμε μεγάλοι, να φανούμε τέλειοι(…)για να μπορέσουμε να ονομαστούμε χωρίς τύψεις, συνάδελφοι της Ελένης Παπαδάκη(…). Χάσαμε ένα απ’ το πιο τρανά κι απ’ τα πιο σπάνια καυχήματα της ελληνικής σκηνής-χάσαμε έναν καλό φίλο κι έναν ωραίο άνθρωπο(…). Κοιμήσου ειρηνικά, αγαπημένη φίλη…Ίσαμε επάνω δεν φτάνουν μήτε η αρρώστια μιας εποχής, μήτε μιας φυλής η παραφροσύνη. Μια λέξη ακόμα: συγχώρεσέ μας…» Αλέξης Σολομός, 28.11.1945

Μνήσθητι Κύριε: Για την ώρα που η λεπίδα του φονιά άστραψε κι όλος ο Θεός της Τραγωδίας εφάνη.
Μνήσθητι Κύριε: Για την ώρα που άξαφνα κι οι εννιά αδερφές, εσκύψαν να της βάλουνε των αιώνων το στεφάνι.
Άγγελος Σικελιανός

Η ψυχή της Ελένης Παπαδάκη μπορεί να αναπαυθεί με τη συναίσθηση ότι εξετέλεσε τον προορισμό της, έστω κι αν δεν πρόφθασε να τον συμπληρώσει. Όσοι δημιουργούν και χαρίζουν ομορφιά, δεν ματαιοπονούν(…). Η Ελένη Παπαδάκη δεν πέθανε: Τότε οι νεκροί πεθαίνουνε όταν τους λησμονάνε, λέει ο ποιητής». Άλκης Θρύλλος , «Νέα Εστία», 1.10.1945

ΕΛΕΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ :Μια παλιά θεατρική ιστορία με τραγικό φινάλε. Α’ μέρος

Ορμώμενη από τον chartopontika που στο post του «Η βασίλισσα κι ο καμπούρης», θυμίζει μια λησμονημένη ιστορία, αποφάσισα να δημοσιεύσω κι εγώ με τη σειρά μου την ιστορία που ακολουθεί σαν μια ιστορία που αν και παλιά, δεν της πρέπει να μείνει ξεχασμένη.

Το άστρο της Ελένης Παπαδάκη διέγραψε σύντομη τροχιά γύρω απ’ τον πλανήτη γη, αλλά έλαμψε με ασυνήθιστη ένταση για 19 ολόκληρα χρόνια, όσα δηλαδή κράτησε και η καριέρα της στο θεατρικό στερέωμα. Έμελλε να έχει μόνο καλλιτεχνικές αποχρώσεις, αλλά η απρόβλεπτη τροπή των γεγονότων μέσα στις βαρβαρότητες ενός εμφυλίου, προσέδωσαν μια έντονη πολιτική χροιά στο τραγικό της φινάλε.
Η ιστορία της τα είχε όλα: έρωτα, πάθη, τέχνη κι ένα φόνο που παραμένει ανεξιχνίαστος ως τις μέρες μας. Ίσως γι’ αυτό να ιντριγκάρει κιόλας.
Η ηθοποιός Ελένη Παπαδάκη είναι λιγότερο γνωστή σήμερα, αλλά στην εποχή της, ήταν μια από τις σπουδαιότερες ερμηνεύτριες του θεάτρου. Όσοι την είδαν επί σκηνής, συμφωνούσαν πως το παίξιμό της δεν είχε ούτε προηγούμενο ούτε επόμενο. Κι αυτό, ενώ συνυπήρχε με “ιερά τέρατα”, όπως η Παξινού, η Μανωλίδου, ο Βεάκης, ο Μινωτής, η Αλκαίου, ο Γληνός, κ.ά. Άλλωστε, όταν την είδαν για πρώτη φορά στη σκηνή, τόσο η Κοτοπούλη, όσο κι η Κυβέλη, αναγνώρισαν στο πρόσωπό της τη μεγάλη διάδοχό τους. Όμως, στα 41 της χρόνια και στο απόγειο της καριέρας της, έμελλε να βρει τραγικό και αποτρόπαιο θάνατο την περίοδο των Δεκεμβριανών.
Ποιος έδωσε την εντολή να σκοτώσουν την Ελένη Παπαδάκη; Ερώτημα που μάλλον δεν πρόκειται ν’ απαντηθεί ποτέ. Οι ηθικοί αυτουργοί δεν έχουν κατονομαστεί αν και ο φόνος της χρεώνεται στο αριστερό λαϊκό κίνημα της εποχής. Πάντως, ακόμη και ξένες μυστικές υπηρεσίες ενεπλάκησαν στην υπόθεση.
Αλλά ας ξετυλίξουμε το νήμα της ιστορίας απ’ την αρχή:

Γεννήθηκε στις 4 Νοεμβρίου του 1903 στην οδό Ιπποκράτους 70Β, σ’ ένα νεοκλασικό σπίτι απ’ αυτά που κοιτώντας τα σήμερα προσπαθούμε να μαντέψουμε την ιστορία των ανθρώπων που τα κατοίκησαν κάποτε και που συμπτωματικά υπάρχει ακόμα.
Κάποια Κυριακή, την ώρα που η οικοδέσποινα τραγουδούσε μια άρια απ’ την «Τόσκα», ακούστηκε ασυνήθιστος θόρυβος απ’ το διπλανό δωμάτιο. Όταν οι καλεσμένοι και οι οικοδεσπότες άνοιξαν περίεργοι την ενδιάμεση πόρτα βρέθηκαν μπροστά σ’ ένα ασυνήθιστο θέαμα. Όλες οι καρέκλες ήταν βαλμένες προσεκτικά σαν να κάθονταν πάνω τους θεατές. Το μικρό κορίτσι ήταν ανεβασμένο πάνω στο τραπέζι κάνοντας παντομιμικές κινήσεις και υποκλινόταν μπροστά στο κοινό της.
«Ελένη, τι κάνεις εκεί»; ρώτησαν οι γονείς της. «Είμαι…θοποιός», απάντησε με σταθερή φωνή το μικρό κορίτσι.

Η Ελένη Παπαδάκη μεγάλωσε σ’ ένα περιβάλλον διανοούμενων. Ο παππούς της υπήρξε διαπρεπής φιλόλογος και καθηγητής αισθητικής. Ο πατέρας της γεννημένος στο Φανάρι σπούδασε στη Ροβέρτειο Σχολή, η μητέρα της πήρε ανώτατη μουσική παιδεία. Απ’ τα παιδικά της χρόνια λοιπόν, η μικρή Ελένη γαλουχήθηκε με τη μουσική και τη λογοτεχνία. Λάτρευε το διάβασμα, τη μελέτη και την ησυχία. Τελείωσε το Γυμνάσιο Κρίκου και μιλούσε άριστα τέσσερις γλώσσες, γερμανικά, γαλλικά, αγγλικά και ιταλικά. Παρακολούθησε ως ακροάτρια τα μαθήματα της Φιλοσοφικής σχολής για δύο χρόνια. Αγαπημένα της βιβλία ήταν αυτά που μιλούσαν για το ίνδαλμα της, την Ελισάβετ της Αυστρίας. Μάλιστα δεν πραγματοποίησε ποτέ και το όνειρο της να ερμηνεύσει κάποτε ένα θεατρικό ρόλο εμπνευσμένο απ’ τη ζωή της αυτοκράτειρας.
Ως άνθρωπος ήταν ιδιόρρυθμη, πολύ ευγενική με όλους, πολύπλοκη και δύσκολη. Την αποκαλούσαν «πριγκίπισσα της μοναξιάς».
(…) φύση πολύπλευρα χαρισματική και υπερευαίσθητη (…) αγχώδης και συχνά απειθάρχητη (…) υπέφερε από τη δίψα που ένιωθε να κατακτήσει το φευγαλέο απόλυτο προπάντων στη δουλειά της (…) ήταν η εκλεκτή ανάμεσα στους εκλεκτούς (…) παιδί μέσα στην ψυχή της, γεμάτη ευαισθησίες και τρυφερότητα (…) δυνατή προσωπικότητα, ανεξάρτητη, αποφασιστική, ριψοκίνδυνη, γενναία (…) πνευματικός άνθρωπος (…) σιλουέτα λεπτή και σβέλτη με αρμονικές, αργές, αριστοκρατικές κινήσεις και λυγερό παράστημα (…) γνωστή για το χιούμορ της που σε ορισμένες περιπτώσεις μπορούσε να γίνεται και καυστικό (…) ζεστός άνθρωπος (…) με αλάνθαστη έμφυτη διαίσθηση (…) καλή και ευγενική με όλους, πρόθυμη να ακούσει και να βοηθήσει (…) ένας θησαυρός ανεκτίμητος για εκείνους που κέρδιζαν την εμπιστοσύνη και εκτίμησή της, τη συμπάθεια και τη φιλία της (…) σεμνή (…) αγαπούσε και αναζητούσε τη μοναξιά…».
Η επιθυμία της να βγει στο θέατρο δεν μπορούσε να ικανοποιηθεί εύκολα καθώς οι γονείς της δεν διανοούνταν ν’ ασχοληθεί η κόρη τους με το ευτελές επάγγελμα της θεατρίνας. Την άφησαν ωστόσο ν’ ασχοληθεί με τη μουσική προσπαθώντας να δώσουν ένα διέξοδο στις παράξενες ανησυχίες της. Το 1923 εξαιτίας μιας σοβαρής πλευρίτιδας, αναγκάστηκε να διακόψει τα μαθήματα τραγουδιού και πιάνου κι έπεισε τελικά τους γονείς της να παρακολουθήσει ως ακροάτρια τα μαθήματα της Δραματικής σχολής του Ελληνικού Ωδείου. Συμμαθήτρια της στη σχολή και η Αντιγόνη Μεταξά, μετέπειτα «Θεία Λένα». Η πρώτη της εμφάνιση πραγματοποιήθηκε με το «Gloria Victis
» του Στέφανου Δάφνη και την «Μακρινή πριγκίπισσα» του Χέρμαν Σούντερμαν.

«[…]κυριαρχία της σκηνής, επιβολή αυστηρή στον εαυτό της και αυτοπειθάρχησις αξιοθαύμαστη, τάκτ σπάνιο, αέρας θεάτρου σπάνιος, βλέμμα θερμό κι εκφραστικό, πολλή εξυπνάδα κι αντίληψις, έκφραση, μιμική του προσώπου καλή και προπάντων τέμπο και κλίμαξ φωνής σπανίως θεατρικά. Να την φωτίσει μονάχα το Άγιο Πνεύμα να μείνει οριστικά στο θέατρο! Αυτή είναι το μεγάλο άστρο του Ελληνικού Ωδείου[...]»

Στις 10 Ιανουαρίου του 1925 παίρνει και επίσημα το βάπτισμα της σκηνής σε επαγγελματική παράσταση με τον «Πειρασμό» του Ξενόπουλου υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση του Σπύρου Μελά.
Μέσα σε 19 μόλις χρόνια καριέρας σφράγισε όσο ελάχιστες την θεατρική τέχνη με συγκλονιστικές ερμηνείες. Αναφέρονται ενδεικτικά: Μαργαρίτα Γκοτιέ στην «Κυρία με τας καμελίας» του Αλεξάνδρου Δουμά υιού, Ελα Ρέντχαϊμ στον «Γιάννη Γαβριήλ Μπόρκμαν» του Ίψεν, Λαίδη Ουίντερμηρ στη «Βεντάλια της Λαίδης Ουίντερμηρ» του Όσκαρ Ουάιλντ, Δυσδαιμόνα στον «Οθέλλο», Πόρσια στον «Έμπορο της Βενετίας» του Σαίξπηρ, Πριμαντόνα στη «Ζακυνθινή Σερενάτα» του Διονύση Ρώμα, Κλυταιμνήστρα στην ιστορική παράσταση της «Ηλέκτρας» του Σοφοκλή στο Αρχαίο θέατρο Επιδαύρου στις 11/9/1938, «Αντιγόνη» του Σοφοκλή, βασίλισσα Ελισάβετ στον «Ντον Κάρλος» του Σίλερ, Ερσίλια Ντρέι στο «Να ντύσουμε τους γυμνούς» του Πιραντέλο, Ιφιγένεια στην «Ιφιγένεια εν Ταύροις» και τέλος Εκάβη στην «Εκάβη» του Ευριπίδη.

«[…]Κι ήταν για μένα μια μικρή ευτυχία η γνωριμία μου με το κείμενο του Όσκαρ Ουάιλντ. Ευτυχία να βλέπω την Ελένη Παπαδάκη να κατεβαίνει τη μνημειακή εσωτερική σκάλα της πλημμυρισμένης από άπλετη λάμψη σκηνής του Βασιλικού Θεάτρου με τη βεντάλια της Λάιδης Ουίντερμηρ στα χέρια της. Η βεντάλια με τα γλυκά χρωματιστά φτερά, η χάρη κι η λυγεράδα της Ελένης, ο κομψός σαρκασμός του Ουάιλντ, μια τέλεια βραδιά το δίχως άλλο[...] Ι.Μ Παναγιωτόπουλος, 8/12/37

Με την είσοδο της στο νεοσύστατο Εθνικό θέατρο το 1932,δεν άργησε να γνωρίσει το φθόνο και τον παρασκηνιακό πόλεμο που της κήρυξαν οι ίδιοι της οι συνάδελφοι, με αποτέλεσμα να της δίνονται ρόλοι δευτερεύοντες ή ακατάλληλοι για την αξιοποίηση των δυνατοτήτων της.
Ενώ τη διόρισαν στο Εθνικό, τη διέγραψαν αμέσως επειδή δεν μπόρεσε να διακόψει τις παραστάσεις της στην Κωνσταντινούπολη και να επιστρέψει πάραυτα! Μετά την ξαναπήραν, βέβαια. Οι αντιπαλότητες όμως ήταν μεγάλες σε μία εποχή που γέννησε μύθους: Παξινού, Μινωτής, Μανωλίδου, Χορν, Αυλωνίτης, αδελφές Καλουτά, Βλαχοπούλου και από την ΕΑΜική πλευρά Βεάκης, Κατράκης, Βανδής, Δημήτρης Μυράτ, Βασταρδής, Ασπασία Παπαθανασίου και τόσοι άλλοι. Όπως αποκαλύπτεται από γράμμα της Ελένης Παπαδάκη προς φίλη της από την Αγγλία, όπου είχε πάει με την Κατίνα Παξινού και τον Κωστή Μπαστιά. «Δεν φαντάζεσαι πόσο “καλλιεργημένο” είναι το έδαφος από την Κατίνα για την Κατίνα (…) H
κατάστασις πάντοτε αηδής».

Με αφορμή τον τελευταίο της ρόλο στην Εκάβη, ο Λίνος Καρζής έγραψε:

«[…]Την έχω παρακολουθήσει από τα πρώτα υποσχετικά βήματα της πάνω στη σκηνή. Την είδα να μαραίνεται στο περιθώριο αδυνατώντας να εξανθήσει την πλούσια θεατρική της ιδιοφυΐα. Την ένιωσα στα δεσμά αντιτραγικών σκηνοθετικών αντιλήψεων που είχαν τη δύναμη από εξωκαλλιτεχνικούς λόγους να την κρατούν στα πλαίσια τους ανίκανη ν’ αποδώσει την τραγική που μέσα της ανυπομονούσε ν αναδυθεί έξαρση. Έπρεπε να’ ρθει η ώρα που οι σκηνοθετικές αντιλήψεις στα χέρια διστακτικών επιγόνων θα’ χαναν την επιβολή τους. Οι κλίκες θα σκορπίζονταν. Και ιδού η εξάνθηση των ικανοτήτων, η θαυμαστή αποκάλυψη[..]»

και αλλού:

«[…]ήταν μια γνήσια τραγωδός η Ελένη Παπαδάκη εκείνο το Δεκέμβρη του 43. Το Εθνικό θέατρο έδινε κι αυτό τη μάχη του όπου καμιά κατοχή δεν μπορούσε να θολώσει. Ήταν! Η ευγένεια και το μεγαλείο με τα οποία ενσάρκωσε τη βασιλική γερόντισσα της Τροίας […]»
«[…]Αλλά, αφού είδαμε οπωσδήποτε τη ρίζα και μαντέψαμε τη ζωτικότητα της ρίζας, τούτο μόνο για την ώρα ας μας αρκεί. Κι όταν η ρίζα υπάρχει, αύριο θα ξαναϋπάρξει και ο κορμός […]» Άγγελος Σικελιανός, Ελεύθερον Βήμα, 30 12.1943).


Επισκεψιμότητα

  • 187,851 hits

Αρχείο


Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 27 other followers