Archive for the 'Ηθοποιοί' Category

«Relax Mynotis» στο Θέατρο Τέχνης

Ένας υπέργηρος αλλά συνάμα ακμαίος ηθοποιός υπαγορεύει την 35η διαθήκη του σ’ έναν νεαρό βοηθό συμβολαιογράφου. Με διάθεση καυστική αλλά και μεγάλη δόση αυτοσαρκασμού μιλάει για όλους και όλα, παλιούς συναδέλφους, φίλους πολιτικούς, την νεοελληνική πραγματικότητα, τη λειτουργία του θεάτρου, την πολιτική, τη δημοκρατία, τη δικαιοσύνη, τη φύση του επαγγέλματος «κάνουμε Σάββα, παιδί μου, ένα επάγγελμα με πρώτη ύλη το πιο κοινόχρηστο πράγμα του κόσμου, το πιο μπανάλ: τη γλώσσα».

Είναι σαφές τόσο απ’ τον τίτλο, όσο κι απ’ τη στιγμή που βγαίνει στη σκηνή ο Παπαβασιλείου ότι ο εν λόγω ηθοποιός είναι ο Αλέξης Μινωτής. Πρώτη φορά είδα τον Παπαβασιλείου στη σκηνή κι ομολογώ εντυπωσιάστηκα. Αν και δεν πρόλαβα τον Μινωτή στο θέατρο ήταν σαν να τον έβλεπα μπροστά μου. Η ομιλία, το βάδισμα, όσα ειπώθηκαν∙ αναπόφευκτα σκέφτηκα ότι το «φάντασμα» του Μινωτή ήρθε και στοίχειωσε τον παραδοσιακό αντίπαλο – το Θέατρο Τέχνης -στην έδρα του (sic).

Νομίζω όμως ότι θ’ αδικούσαμε τον Παπαβασιλείου αν εξαντλούσαμε αυτό το σημείωμα στο πόσο πειστικά μιμήθηκε τον Μινωτή. Δεν ήταν σαφέστατα αυτός ο στόχος του. Αφορμή στο να καταπιαστεί με τον συγκεκριμένο ηθοποιό ήταν ο μύθος που έχει αφήσει εκείνος πίσω του, τόσο λόγω της ιδιαίτερης προσωπικότητας και της τεράστιας καριέρας του, όσο κι επειδή λόγω μακροβιότητας, ο Μινωτής ευτύχησε να διανύσει θεατρικά ένα τεράστιο κομμάτι της θεατρικής αλλά και νεοελληνικής πραγματικότητας του 20ου αιώνα συνυπάρχοντας με άλλα εξίσου ιερά τέρατα. Στο δεύτερο εξάλλου μέρος του έργου, ο Παπαβασιλείου τον βάζει να συνδιαλέγεται με τον Γιάννη Ρίτσο ορμώμενος απ’ την σύμπτωση της κοινής ημερομηνίας θανάτου τους, αλλά και με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή που ήταν γνωστό ότι υπήρξαν φίλοι.

Ο Παπαβασιλείου λέει ότι όταν ανοίχτηκε η διαθήκη του Μινωτή η φράση «τα ποσά είναι ασήμαντα, πλην τα αισθήματα πρωτεύουν» υπήρξε η πρώτη αφορμή να καταγραφεί στο μυαλό του το σχέδιο αυτού του έργου. Παράλληλα όμως, η παράσταση είναι κι ένας ύμνος στην τέχνη του ηθοποιού, στο εφήμερο της θεατρικής πράξης, στην διαρκή αναμέτρηση του καλλιτέχνη με το καλύτερο, στην αναγκαιότητα εξάλειψης των απογόνων μήπως και σταματήσει πια η αναφορά σε προγονικά επιτεύγματα κι η προσδοκία που οι μεγαλύτερες γενιές καλλιεργούν και κληροδοτούν στις νέωτερες…

Ο Παπαβασιλείου είναι ένας διανοούμενος του θεάτρου κι οφείλουμε να το έχουμε αυτό κατά νου όταν βλέπουμε τις παραστάσεις του. Η ματιά του πάνω σ’ αυτό που αποφασίζει κάθε φορά να παρουσιάσει έχει ερωτήματα πολιτικού, κοινωνικού, αισθητικού χαρακτήρα.

Στο «Relax Mynotis» δεν γελάει κανείς μ’ αυτά που ακούγονται, τα θεατρικά κουτσομπολιά ή τις φήμες, αλλά μ’ αυτά που αναγνωρίζει ως διαχρονικές αλήθειες. Και σ’ αυτό το σημείο είναι που συναντιέται το κωμικό με το δραματικό, κάτι που ο Παπαβασιλείου έχει το χάρισμα ν’ αποτυπώνει με τον λόγο και την παρουσία του.

Ο έτερος της διανομής, Γιάννος Περλέγκας, κράτησε ίσες αποστάσεις απ’ τον κεντρικό ρόλο, δεν «καπελώθηκε» απ’ το χαρισματικό και γιατί όχι αβανταδόρικο ντουέτο Παπαβασιλείου-Μινωτή. Είναι εξάλλου ένας απ’ τους πιο καλούς ηθοποιούς της γενιάς του. Στο δεύτερο μέρος του έργου, στάθηκε πρακτικά μόνος στη σκηνή απαγγέλλοντας τα δελτάρια που υποτίθεται ότι αντάλλαξε ο Μινωτής με τον Ρίτσο. Παρεμπιπτόντως, ήταν και το σημείο που βρήκα κάπως βαρετό θεωρώντας το άνισο σε σχέση με το πρώτο μέρος αφού λείπει το μπρίο που είναι τόσο διάχυτο μέχρι εκείνη τη στιγμή.

Θέλω ν’ αναφερθώ και στο ηχητικό κομμάτι της παράστασης που επιμελήθηκε ο Λαέρτης Μαλκότσης. Δεν ξέρω ποιου ιδέα ήταν, αλλά οι παιδικές φωνές που ακούγονται άλλοτε πιο έντονα κι άλλοτε πιο υποτονικά καθόλη τη διάρκεια της παράστασης, υπήρξε ευφυής πρόταση. Παραπέμπει τόσο πολύ στη ζωή που συνεχίζεται και δηλώνει με σθένος την παρουσία της σε αντιδιαστολή με τη διαθήκη που υπαγορεύεται μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο από έναν υπέργηρο κύριο που αν κι έχει ξεπεράσει κατά πολύ το προσδόκιμο, αντιστέκεται με μένος και συνεχίζει, έστω και αυτοσαρκαζόμενος, να κάνει σχέδια για το μέλλον…

Απ’ τα δυνατά σημεία τέλος, οι αυτοσχεδιασμοί μεταξύ των δύο ηθοποιών που με την κίνηση των χεριών υποκαθιστούν τ’ αντικείμενα που λείπουν (καθρέφτης, χτένα, άρωμα, καφές κτλ). Είναι ένα τρόπον τινά παιχνιδιάρικο θέατρο εν θεάτρω.

Πρέπει να πω όμως γενικά, βγάζοντας όσο μπορώ απέξω τον εαυτό μου κι αυτά που ξέρω για το θέατρο και τους ανθρώπους του -επίσημα αλλά και παρασκηνιακά – ότι ένα μεγάλο μέρος του κειμένου αναλώνεται σε θέματα για μυημένους. Αυτοί θα γελάσουν ή θα μειδιάσουν με ό, τι ακούγεται. Οι υπόλοιποι θα παρακολουθούν αμήχανοι διερωτώμενοι ίσως μα για ποιον μιλάει τώρα. Είναι γνωστό εξάλλου πόσο θελκτικό είναι το κουτσομπολιό για δημόσια πρόσωπα. Κάτω απ’ αυτό το πρίσμα συνεπώς, αναρωτιέμαι αν το «Relax Mynotis» είναι παράσταση μόνο για λίγους…

«Relax Mynotis» του Βασίλη Παπαβασιλείου

Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν (Φρυνίχου)

Σκηνοθεσία:  Βασίλης Παπαβασιλείου

Σκηνογραφία: Κώστας-Ηρακλής Γεωργίου

Φωτισμοί: Ελευθερία Ντεκώ

Ήχοι: Λαέρτης Μαλκότσης

Καλλιτεχνική συνεργάτις-Υπεύθυνη παραγωγής: Νικολέτα Φιλόσογλου

Παίζουν: Βασίλης Παπαβασιλείου, Γιάννος Περλέγκας

Όνειρα γλυκά, Αντιγόνη (Αντιγόνη Βαλάκου 1930-2013)

Rose

Χθες το βράδυ που διάβασα την είδηση για τον θάνατό της,  θύμωσα με τον εαυτό μου που από αμέλεια δεν πήγα να  τη δω το 2011 στη «Μαντάμ Φλο», τον τελευταίο ρόλο της. Αυτή όμως είναι και η γοητεία του θεάτρου ∙  η στιγμή δεν επαναλαμβάνεται. Αν χάσεις μια ερμηνεία, την έχασες οριστικά.

Η Αντιγόνη Βαλάκου υπήρξε απ’ τους τελευταίους μιας γενιάς  μεγάλων ηθοποιών τόσο για τους θεατρικούς τους ρόλους όσο και για την κινηματογραφική παρουσία τους. Έπαιξε λίγο στον κινηματογράφο τις δεκαετίες 50-60,αλλά η παρουσία της υπήρξε έντονη :« Οι ουρανοί είναι δικοί μας», «Ο δρόμος με τις Ακακίες»,  «Γκόλφω», «Αμαξάκι» και ο ρόλος της Λίζας στα «Χαμένα όνειρα», ρόλος καταθλιπτικός όπως τον χαρακτήρισε η Αλίκη(σ.σ Βουγιουκλάκη) στην οποία και είχε προταθεί αρχικά, αλλά συνάμα τόσο ρεαλιστικός …

Στο θέατρο η μακρόχρονη πορεία της άφησε αριστουργήματα.  Ακόμα είναι ζωντανός ο απόηχος της «Άννας Φρανκ τη σαιζόν ‘56-57 στο θέατρο Μουσούρη ή η Οφηλία της ένα χρόνο νωρίτερα.

Κρατώ στη μνήμη μου κάποιες απ’ τις ερμηνευτικές στιγμές της Βαλάκου που είχα την τύχη να δω: «Μήδεια», «Το σπίτι της Μπερνάντα ‘Αλμπα», «Οι Φάλαινες του Αυγούστου»,«Η Τρελή του Σαγιώ»,«Μάνα Κουράγιο» και τέλος τη «Ρόουζ» στο υπόγειο του Ιλίσια.

Αχ αυτή η Ρόουζ! Είναι η παράσταση που τόσα χρόνια μετά ακόμα θυμάμαι.  Η λεπτεπίλεπτη φιγούρα της πάνω στη σκηνή να μεταμορφώνεται σ’ εκείνη τη γυναίκα που τόσο είχε υποφέρει στο στρατόπεδο του Άουσβιτς και να μας αφηγείται τη ζωή της. Δεν θυμάμαι το έργο στις λεπτομέρειες του. Θυμάμαι όμως ότι είχε κάνει εντύπωση η τεράστια αντοχή της Βαλάκου πάνω στη σκηνή σ΄έναν εξαντλητικό μονόλογο, καθισμένη σ’ ένα ξύλινο παγκάκι για δύο ώρες. Και πάνω απ’ όλα αισθάνομαι ακόμα την αύρα της σαν χάδι.  Γιατί έτσι είναι τελικά οι σπουδαίοι ηθοποιοί. Κάθε ερμηνεία τους είναι σαν χάδι στις ψυχές των θεατών.

Ας είναι ελαφρύ το χώμα που θα τη σκεπάσει όπως ανάλαφρο ήταν το πάτημα της στις καρδιές μας για όλες τις υποκριτικές στιγμές που μας χάρισε.

Εξόδιο άσμα για τον Λευτέρη Βογιατζή

Vogiatzis

Θυμάμαι σαν σε όνειρο σήμερα την πρώτη φορά που πέρασα το κατώφλι του θεάτρου του, νομίζω την άνοιξη του ’91  θα ήταν. Από τι ορμώμενη πήγα; υποθέτω ότι αγνοούσα πλήρως τον Βογιατζή ως ηθοποιό και σκηνοθέτη, όπως πρέπει να αγνοούσα και το σημαντικότατο έργο του μεγάλου Τόμας Μπέρχαρντ «Ρίττερ, Ντένε, Φος»  Τι είχα ακούσει γι’ αυτόν, δεν θυμάμαι. Μάλλον οι γυναίκες του θιάσου(σ.σ Κονιόρδου, Λαζαρίδου) ήταν η αφορμή να διαβώ για πρώτη φορά το κατώφλι της οδού Κυκλάδων. Αυτές κι η δίψα για θέατρο που έκανε την εμφάνιση της έντονα εκείνη τη χρονιά.

Τρεις φιγούρες πάνω στη σκηνή, το μεγάλο οικογενειακό τραπέζι, πορσελάνινα σερβίτσια να σπάνε σε χίλια κομμάτια, η  απόλυτη προσήλωση του κοινού σ’ αυτό που έβλεπε. Αυτές είναι οι λιγοστές εικόνες που κουβαλάω σήμερα από την παράσταση μαζί με το εξαιρετικό πρόγραμμα που εμπεριέχει σημαντικά θεωρητικά κείμενα καθώς και το ίδιο το έργο.

Θυμάμαι σαν όνειρο κι όλες τις επόμενες παραστάσεις που παρακολούθησα έχοντας πια γνώση και γνώμη για την «περίπτωση Βογιατζή» και τα όσα θαυμαστά συνέβαιναν στην Οδό Κυκλάδων. Γιατί πώς αλλιώς να εξηγήσω το ότι στα 22 χρόνια που βλέπω θέατρο εντατικά και με μέσο όρο παραστάσεων τις 25 ανά έτος, αυτά τα μικρά θαύματα τα φυλάω ως πολύτιμες μνήμες.

Ο Βογιατζής υπήρξε αναμφίβολα παθιασμένος με την τέχνη του. Βασανιζόταν από μια τελειομανία, ήθελε να δουλεύουν όλα ρολόι, να ρέει η παράσταση σαν μουσική συμφωνία. Δεν ήταν απλά διεκπεραιωτικός, αναζητούσε τη λεπτομέρεια, έψαχνε την τελειότητα περίμενε το μέγιστο αποτέλεσμα σε όλα τα επίπεδα.

Ο Βογιατζής ήταν βαθιά ποιητικός και μεταφυσικός. Εικόνες απ’ το «Καθαροί πια», τη «Νύχτα της κουκουβάγιας», τη «Bella Venezia», τις «Δούλες», την «Ήμερη» το  «Ύστατο σήμερα» , το «Θερμοκήπιο», αλλά κι απ’ τον «Αμφιτρύωνα» (παρόλο που είχα τις αντιρρήσεις μου για τον χώρο επιλογής), απλώθηκαν σαν μικρές στιγμές μαγείας μέσα στον χρόνο που σβήνει μεν την εφήμερη τέχνη του θεάτρου, αλλά διασώζει ό, τι έχει τη δύναμη να μιλάει κατευθείαν στις αισθήσεις μας.

Λέγεται ότι τυραννούσε τους ηθοποιούς και όσους συνεργάζονταν μαζί του στην εκάστοτε προετοιμασία μιας παράστασης. Εικάζω ότι βασάνιζε περισσότερο τον εαυτό του μέχρι να φτάσει στο επιθυμητό αποτέλεσμα. Η τέχνη του θεάτρου υπήρξε για κείνον εξαιρετικά σοβαρή ασχολία πράγμα που δεν πιστοποιείται απλώς από την υψηλή ποιότητα της κάθε παράστασης, αλλά κι από τον μικρό αριθμό αυτών  που συνολικά σκηνοθέτησε.

Για τον Βογιατζή δεν χρειάστηκε να ειπωθούν τα μεγάλα λόγια μετά θάνατον. Ευτύχησε εν ζωή να δει ουρές να περιμένουν υπομονετικά για μια θέση στο μικρό θεατράκι του, δημιούργησε ένα κοινό που πάντα αδημονούσε να τον δει να κάνει πρεμιέρα, πήρε σημαντικές κριτικές, ανέβασε σπουδαίους συγγραφείς, επέλεξε σημαντικούς σκηνικούς συνοδοιπόρους, έντυσε με  εικόνα τα όνειρα μας  κι έδωσε περιεχόμενο στη σιωπή.

«Camille Claudel: Το κύμα της τρέλας» στο Μεταξουργείο

 

Στην εποχή της οικονομικής κρίσης και της πνευματικής παρακμής η θεατρική φτώχεια είναι δυστυχώς αναπόφευκτη. Δεν είναι ότι οι άνθρωποι που ποιούν τέχνη στέρεψαν. Είναι που για να δουλέψει η μηχανή χρειάζεται τροφή. Κι η τροφή του ηθοποιού είναι το κοινό κι οι αξιοπρεπείς αίθουσες. Οι  έλληνες ηθοποιοί έχουν βέβαια συνηθίσει να δουλεύουν σε αντίξοες συνθήκες, σε κρύες, ακατάλληλες θεατρικές αίθουσες, σε χώρους που μετατρέπονται σε σκηνές, με έργα που δεν είναι αμιγώς θεατρικά αλλά διασκευάζονται για το θέατρο, με μονολόγους που κατεβάζουν το κόστος, με συνθήκες σκληρού ανταγωνισμού.

Ο λόγος που τα αναφέρω όλα αυτά δεν είναι γιατί δεν γνωρίζω τον πιθανό αντίλογο (η Αθήνα έχει πολύ περισσότερες παραστάσεις απ’  ό, τι χρειάζεται καθώς και απίστευτα μεγάλο αριθμό ηθοποιών -άξιων και μη-, αλλά η διαπίστωση ότι το καλό θέατρο κι ο πραγματικός καλλιτέχνης θα βρίσκουν πάντα διεξόδους για να μιλάνε στην ψυχή μας.

Προχθές το βράδυ, περπατούσα στο έρημο πια Μεταξουργείο με απορία για την απόλυτη ησυχία που επικρατούσε. Λίγα χιλιόμετρα πιο πριν (στο Φάληρο), το Καραϊσκάκη έσφυζε από ζωή-. Τα Σαββατόβραδα, η γειτονική Πειραιώς έχει μποτιλιάρισμα λόγω των μπουζουκιών. Είναι σαφείς οι προτιμήσεις της μάζας…  Το θέατρο δεν συγκαταλέγεται στις πρώτες προτεραιότητες ούτε καν της πολιτείας…

Παρόλα αυτά, σε συνθήκες σαν τις προαναφερθείσες, το θέατρο «Μεταξουργείο» έχει φέτος κάθε Δευτέρα και Τρίτη μια παράσταση που πραγματικά δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητη.

Το κείμενο δεν έχει γραφτεί για το θέατρο ωστόσο θεωρώ ότι η προσαρμογή της αλληλογραφίας της Camille Claudel στο θεατρικό σανίδι με τη Λυδία Φωτοπουλου στον ομώνυμο ρόλο είναι μια θεατρική στιγμή που αξίζει να καταγραφεί.

Να πάτε  να δείτε αυτή τη σπουδαία ηθοποιό. Είναι συγκλονιστικός ο τρόπος που υποδύεται την Camille Claudel απ’ την εποχή  της τρέλας της μέχρι τον θάνατο της. Είναι συγκινητικός ο τρόπος που παίζει με τα χέρια της, τη φωνή της, το σώμα της. Πώς γερνάει μέσα σε 30 χρόνια εγκλεισμού στο αφιλόξενο άσυλο, πώς εισπράττει τη μητρική άρνηση, την απουσία αγάπης, πώς προσμένει βοήθεια απ’ τον αδερφό της, πώς ενώ η επίσημη διάγνωση σε συνδυασμό με την επιμονή της μητέρας που αρνείται να την πάρει σπίτι την ονομάζουν τρελή κι επικίνδυνη, ή ίδια είναι πιο λογική από ποτέ, πώς αποχωρίζεται την τέχνη της ενώ την πιέζουν να ξαναρχίσει να σμιλεύει. Πώς να δημιουργήσει ένας καλλιτέχνης όμως όταν του έχουν στερήσει την ελευθερία του.

Η σκηνοθετική ματιά του Κρασανάκη (οι άλλες δύο ιδιότητες του είναι αυτές του ψυχιάτρου και του δραματοθεραπευτή) εστίασε σωστά στον ψυχισμό της γυναίκας που ενώ προσέφερε απλόχερα έρωτα και δημιουργία,  αδικήθηκε ν’ απομονωθεί στη σιωπή της.

Σ’ έναν σχεδόν άδειο σκηνικό χώρο με μοναδικό στοιχείο έναν σωρό από χαρτιά (κάτι σαν ακουαρέλες για σχέδιο, πιθανότατα συμβολισμός των σκίτσων για τα γλυπτά της ή και των γραμμάτων που μανιωδώς γράφει μέσα στο άσυλο), η Λυδία Φωτοπούλου δεν υποδύεται απλώς την Camille Claudel αλλά την ενσαρκώνει με όλο της το είναι. Πότε ανεβαίνοντας πάνω στον σωρό χαρτιών, πότε κρύβεται πίσω τους, πότε κυλιέται στο πάτωμα∙ πάντα με την ίδια δημιουργική λάμψη στα μάτια κι αυτόν τον πόνο στην ψυχή και στο κορμί που φωνάζουν για τον άδικο χαμό μιας μεγαλοφυΐας.

Τολμώ – τηρουμένων των αναλογιών- να παραλληλίσω τον σωρό από χαρτιά με τον αντίστοιχο σκουπιδότοπο στις  «Ευτυχισμένες Μέρες» του Μπέκετ, Εκεί η Γουίνι, εδώ η Camille, δυο πλάσματα χαμένα μέσα σ’ έναν κόσμο που τις πνίγει αργά και βασανιστικά…

Εξαιρετικό το εύρημα με τη ζακέτα που άλλοτε παραπέμπει σε ζουρλομανδύα κι άλλοτε σε πανωφόρι που προσπαθεί να ζεστάνει την παγωνιά στην ψυχή και στο σώμα της Camille.

«Camille Claudel: Το κύμα της τρέλας»

Μονόλογος – Θέατρο «Μεταξουργείο»

Σκηνοθεσία: Στέλιος Κρασανάκης
Μετάφραση: Ρ. Τσιτούρη.

Σκηνικά-κοστούμια.: Ντόρα Λελούδα.

Ερμηνεύει: Λυδία Φωτοπούλου.

 

Περισσότερες πληροφορίες για την Camille Claudel, μπορείτε να βρείτε εδώ

Για την Αλέκα Παΐζη

aleka

Όταν φεύγει απ’ τη ζωή ένας μεγάλος – μεγάλος λόγω διάσημου ονόματος, ηλικίας ή ακόμα λόγω και των δύο- καταφεύγουμε στην απλή αποχαιρετιστήρια συνταγή με τον μεγαλόσχημο τίτλο που αρχίζει: «Ένας μεγάλος ηθοποιός, ερμηνευτής κόκ.» Ως λαός έχουμε εξάλλου και τέτοιες μεγαλόσχημες εκφράσεις στο τσεπάκι. Επιπλέον, όλο και περισσότερο γινόμαστε άνθρωποι της επιφάνειας κι έτσι ο αποχαιρετιστήριος τίτλος με το κειμενάκι των 5 σειρών, συχνά δεν σημαίνει τίποτα από μια στείρα αναπαραγωγή- αντιγραφή της είδησης. Αφήνω δε και την περίπτωση της κηδειολαγνίας που έχουν τα κανάλια, ιδιαίτερα όταν ο εκλιπών ή η εκλιπούσα ήταν επιπέδου σταρ με ό, τι και αν αυτό συνεπάγεται στη συνείδηση αυτών που χαρίζουν απλόχερα λέξεις και τίτλους.

Θέλω να αποφύγω τα κλισέ, τα βιογραφικά, το πότε γεννήθηκες, πόσο σημαντική ήταν η δράση σου στους δύσκολους καιρούς του εμφυλίου, πόσο μεγάλους ρόλους έπαιξες… Θέλω να αποφύγω να πω κι εγώ τι κρίμα που δεν πρόλαβε τη «Σονάτα του σεληνόφωτος», αυτόν τον αριστουργηματικό μονόλογο του ευαίσθητου Ρίτσου που θα ανέβαζε το Εθνικό Θέατρο στις 29 Μαρτίου με σένα πρωταγωνίστρια.

Θέλω να καταθέσω εδώ λίγες μόνο αράδες απ’ αυτό που εισέπραξα βλέποντας σε στο θεατρικό σανίδι. Ήταν το 1991 στο Απλό θέατρο στη «Διήγηση της Υπηρέτριας Τσερλίνε». Νομίζω ήταν η πρώτη φορά που παρακολουθούσα μονόλογο και σίγουρα η πρώτη φορά που έβλεπα εσένα. Γιατί, αν σε είχα ξαναδεί, θα σε θυμόμουνα. Με μάγεψε η αιθέρια παρουσία σου. Μιλούσες και μέσα απ’ τα λόγια σου ξεπρόβαλλαν χίλιες εικόνες. Θυμάμαι τα χέρια σου και τα μάτια σου. Πόση αλήθεια κρύβουν τα χέρια και τα μάτια ενός ηθοποιού όταν με αλήθεια ερμηνεύει τον ρόλο του! Σε αποθέωνε μαγεμένο το κοινό- ανάμεσα τους κι εγώ, μια μικρούλα που της έκλεψες την καρδιά τότε-.

Θυμάμαι τη χροιά της φωνής σου, αυτήν την τόσο χαρακτηριστική φωνή. Νομίζω υπήρξες μια ενζενί μέχρι το τέλος. Τόσο νάζι, τόση γλύκα, τόση σπιρτάδα! Πριν τέσσερα χρόνια, έκλεψες κυριολεκτικά την παράσταση σε κάτι θεατρικά βραβεία. Σαν κοριτσόπουλο! -. Σε απόλαυσα πάλι στη σκηνή του Απλού θεάτρου, το 1994 στο «Λόγω Φάτσας». Πόσα λεπτά σας χειροκροτούσαμε εσένα και τη Ντενίζ Μπαλτσαβιά για τις απολαυστικές ερμηνείες σας; Και μετά, σε είδα πάλι, στ’ «Αγαπημένα τραγούδια και τις νέες προοπτικές» κι από τότε, όπου κι αν έπαιζες, σχεδόν πάντα σε έβλεπα. Πρόπερσυ, ήταν η τελευταία φορά. Στη σκηνή του Ρεξ, στον «Ερρίκο τον Δ’» του Πιραντέλο. Ακόμα βλέπω μπροστά μου την ευγενική σου υπόκλιση, σαν αερικό μέσα στο λευκό σου φόρεμα.

Υπήρξε σεμνό το πέρασμα σου απ’ τη ζωή και τη σκηνή και χωρίς έπαρση. Γι’ αυτό και ήταν σπουδαίο.

Ας είσαι καλοτάξιδη κι ας αναπαυθεί η ψυχή σου!

UPDATE

Για την Αλέκα Παΐζη έγραψαν μεταξύ άλλων:

το Μικρό Ανάλογο

mixtape.gr

Ο μπαμπάς τρελαινόταν ν’ ακούει Νίνο Ρότα.

Η τελευταία της συνέντευξη δημοσιέυτηκε στο μπλογκ του Ελληνικού Φεστιβάλ.

Στη μνήμη της Μελίνας

 

 

 

Η Μελίνα (Μαρία Αμαλία) Μερκούρη γεννιέται στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου του 1920. Κατάγεται από γνωστή οικογένεια πολιτικών. Ο παππούς της Σπύρος Μερκούρης είχε διατελέσει δήμαρχος Αθηναίων απ’ το 1899 ως το 1914 κι απ’ το 1929 έως το 1932.

Πνεύμα ανήσυχο από μικρή, η Μελίνα σε εφηβική ακόμα ηλικία ερωτεύεται παράφορα τον γόη ηθοποιό Γιώργο Παππά κι αποφασίζει να γίνει και η ίδια ηθοποιός. Ο γάμος της με τον Παναγή Χαροκόπο – ένας γάμος με μικρή διάρκεια- της προσφέρει ουσιαστικά το διαβατήριο για τη δραματική σχολή αφού δεν χρειάζεται πλέον τη συγκατάθεση της οικογένειας της για τα θεατρικά της όνειρα.

Γίνεται δεκτή απ’ το Εθνικό θέατρο το 1938, με συμμαθητές πολύ γνωστούς στη συνέχεια ηθοποιούς, όπως τη Δέσπω Διαμαντίδου με την οποία τη συνέδεε μεγάλη, προσωπική φιλία, τον Ανδρέα Φιλιππίδη, την Αλέκα Παϊζη, τον Αλέξη Δαμιανό κά.

Πρωτοεμφανίζεται στη θεατρική σκηνή το 1944 στο θέατρο Βρετάνια με το θίασο των Γιώργου Παππά και Αντώνη Γιαννίδη, στο έργο του Αλέξη Σολωμού, «Το μονοπάτι της Λευτεριάς». Ακολουθεί «H κόμισσα και ο καμαριέρης» του Laszlo Bus-Fekete.
Από το  1945 ως το 1948 εμφανίζεται στα: «Μις Μπα», «Θα σε παντρευτώ Τέρας», «Το Πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα», «Πωλείται Κέφι», «Η Μπόρα Πέρασε», «Επικίνδυνη Στροφή», «Ο Άνθρωπος και τα Όπλα», «Φαύλος Κύκλος», «Της Νύχτας τα Καμώματα», «Ένας Φίλος θα’ ρθει απόψε», «Τρισεύγενη», «Ανατολικά του Σουέζ», «Το πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέυ», «Δεν θα τα πάρεις μαζί σου»,  «Άνθρωπος και Υπεράνθρωπος», «Γαμήλιο Εμβατήριο», «Ο Βασιλικός», «Το τραγούδι της Κούνιας» κά

Το 1949  ερμηνεύει τη Μπλανς Ντυμπουά στο «Λεωφορείον ο Πόθος» του Τενεσί Ουίλιαμς, έργο που αποτελεί σταθμό στην καριέρα της. Αξίζει να σημειωθεί ότι γι’ αυτήν την  παράσταση έγραψε ο Μάνος Χατζιδάκις  το πολυτραγουδισμένο πια «Χάρτινο το Φεγγαράκι».

Η συνεργασία της με το θάτρο Τέχνης του Καρόλου Κουν υπήρξε σκανδαλώδης, αφού για τους ηθοποιούς του Εθνικού Θεάτρου το Τέχνης ήταν κάτι σαν απαγορευμένος χώρος.

Από το 1951 αρχίζει να πρωταγωνιστεί παράλληλα και στη Γαλλική θεατρική σκηνή, όπου αναδεικνύεται σε μούσα του γάλλου θεατρικού συγγραφέα Μαρσέλ Ασάρ.

Το 1960 επανακάμπτει στις αθηναϊκή θεατρική ζωή ερμηνεύοντας την Αλεξάνδρα ντε Λάργκο στο «Γλυκό Πουλί της Νιότης», του Τενεσί Ουίλιαμς, πάλι για λογαρισμό του θεάτρου Τέχνης. Στο πλευρό της ο πρωτοεμφανιζόμενος Γιάννης Φέρτης.

Λαμπρή εξάλλου είναι και η κινηματογραφική της πορεία, παράλληλα με τη θεατρική σταδιοδρομία της.

 

Το κινηματογραφικό της ντεμπούτο γίνεται με τη θρυλλική «Στέλλα», απ’ το θεατρικό έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη « Η Στέλλα με τα κόκκινα γάντια», το 1955. Η ταινία αυτή είναι και η μόνη ταινία ελληνικής παραγωγής της Μελίνας.

Ωστόσο, η κορυφαία κινηματογραφική της στιγμή είναι ο ρόλος της Ίλιας στο «Ποτέ την Κυριακή» που την κάνει διάσημη σε όλη την υφήλιο, ταινία που βραβεύεται με Όσκαρ Μουσικής στον Μάνο Χατζιδάκη( ήταν υποψήφια για άλλα τέσσερα Όσκαρ), χαρίζοντας  στη Μελίνα αρκετές σημαντικές διακρίσεις και παγκόσμια αναγνώριση, όπως το βραβείο πρώτου γυναικείου ρόλου στις Κάννες, αλλά και την υποψηφιότητα για Όσκαρ πρώτου γυναικείου ρόλου (σ.σ: το οποίο και χάνει απ’ την Ελίζαμπεθ Τέιλορ).

Η υπόλοιπη φιλμογραφία της συνοψίζεται στις εξής ταινίες: «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» 1956, «η Τσιγγάνα κι ο Τζέντλεμαν» 1957, «Ο νόμος» 1958,  «Ζήτω ο  έρωτας» 1960,  «Δευτέρα Παρουσία» και «Φαίδρα» 1961, «Νικητές» 1963, «Τοπ Καπί» 1964, «Μηχανικά Πιάνα» 1965, «Κάποιος μπορούσε να πεθάνει», «10.30 Ένα καλοκαιρινό βράδυ» 1966, «Σικάγο» 1969, «Υπόσχεση την Αυγή» 1970, «Η Δοκιμή» 1973, «Μια φορά δεν είναι αρκετό» 1974 , «Άσχημες συνήθειες» 1976 και «Κραυγή Γυναικών» το 1978

Η μεγάλη διεθνής επιτυχία που γνωρίζει το «Ποτέ την Κυριακή», μεταφέρεται θεατρικά στο σανίδι με τον τίτλο «Ilya Darling» και ανεβαίνει μετά από περιοδεία στις Ηνωμένες Πολιτείες, στο Broadway στην Αμερική με τεράστια επιτυχία και προπωλημένα εισιτήρια για όλες τις παραστάσεις.

Κατά τα έτη 1967-1974, τα χρόνια της δικτατορίας, η Μελίνα ζει στο Παρίσι με τον σύζυγο της γάλλο σκηνοθέτη  Ζυλ Ντασέν και δραστηριοποιείται στον αγώνα της εναντίων των συνταγματαρχών. Με όπλα τη φήμη και τη λάμψη της δίνει αρκετές συναυλίες και διοργανώνει αρκετά μεγάλο αριθμό πορειών αντιδικτατορικού χαρακτήρα. Συναντιέται με πολιτικούς αλλά και με πνευματικές προσωπικότητες παγκοσμίου κύρους με σκοπό να τους ευαισθητοποίησει ενάντια στη χούντα. Κατά την διάρκεια των αγώνων της γίνεται αρκετές φορές θύμα απόπειρας δολοφονίας, με μία από αυτές παραλίγο να της στερήσει τη ζωή.

Στα πλαίσια άλλωστε του αγώνα της, ερμηνεύει αποκλειστικά κατά διαστήματα τη «Λυσιστράτη» του Αριστοφάνη.

Το 1975 και ενώ έχει επιστρέψει στην Ελλάδα, ανεβάζει στο θέατρο Κάππα με τον Νίκο Κούρκουλο την «Όπερα της πεντάρας», το 1976 συνεργάζεται με το Κ.Θ.Β.Ε στη «Μήδεια» με το, ενώ το 1978 παίζει στο «Συντροφιά με τον Μπρεχτ» που ανεβαίνει από το Ελληνικό λαϊκό θέατρο του Μάνου Κατράκη, παράσταση για την οποία γράφτηκε από τον Θάνο Μικρούτσικο το «Άννα μην κλαις» που τραγουδήθηκε απ’ τη Μελίνα και τον Γιάννη Κούτρα.

 Το 1980 ξαναπαίζει στο «Γλυκό πουλί της Νιότης» με τον Γιάννη Φέρτη.

Η θεατρική της καριέρα κλείνει το 1980 με την «Ορέστεια» από το Θέατρο Τέχνης στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου και την ίδια στο ρόλο της Κλυταιμνήστρας. Το 1992 πραγματοποιεί, έκτακτη, εμφάνιση στην όπερα «Πυλάδης», σε βιντεοσκοπημένη σκηνή, στο ρόλο της Κλυταιμνήστρας, που παρουσιάζεται στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών.

Σπουδαία είναι και η παρουσία της στη  δισκογραφία καθώς έχουν κυκλοφορήσει πάνω από δεκαπέντε δίσκοι της, πέρα από soundtrack ταινιών και θεατρικών παραστάσεων. Έχει τραγουδήσει μεγάλους Έλληνες συνθέτες, Μάνο Χατζιδάκι, Μίκη Θεοδωράκη, Σταύρο Ξαρχάκο, Γιάννη Μαρκόπουλο, Βασίλη αλλά και κορυφαία ερμηνεία μουσικών έργων των Κurt Weil & Bertold Brecht.

Οι τηλεοπτικές της εμφανίσεις περιορίζονται σε σειρά ντοκυμαντέρ του BBC σε επεισόδιο με τίτλο «Η Ελλάδα της Μελίνας», απ’ όπου και ο ομώνυμος δίσκος του Σταύρου Ξαρχάκου, όπως και σε σήριαλ και εκπομπές στη Γαλλική και τη Γερμανική τηλεόραση.

Στις δραστηριότητες της συμπεριλαμβάνεται και η συγγραφή μιας βιογραφίας με τίτλο «Γεννήθηκα Ελληνίδα», τα έσοδα από τις πωλήσεις της οποίας  διατέθηκαν για τον αντιδικτατορικό αγώνα.  Ο τίτλος του βιβλίου της προέρχεται απ’ την απάντηση που έδωσε στους δημοσιογράφους όταν της ζήτησαν να κάνει μία δήλωση για την αφαίρεση της υπηκοότητάς της από τους συνταγματάρχες: «Γεννήθηκα Ελληνίδα και θα πεθάνω Ελληνίδα».

Η πολιτική της σταδιοδρομία ξεκινάει ουσιαστικά με την επιστροφή της στην Ελλάδα μετά την πτώση της χούντας. Κατεβαίνει υποψήφια στη Β` περιφέρια Πειραιά το 1974 αλλά δεν καταφέρνει να εκλεγεί βουλευτής, πράγμα το οποίο επιτυγχάνει όμως το 1977. Διετέλεσε υπουργός Πολιτισμού επί των κυβερνήσεων του Ανδρέα Παπανδρέου απ’  το 1981 ως το 1989 και απ’ το 1993 μέχρι και το 1994, χρονιά του θανάτου της, θέση η οποία της δίνει το έναυσμα να ξεκινήσει εκστρατεία για την επιστροφή των κλεμμένων μαρμάρων της Ακρόπολης, να δημιουργήσει το θεσμό των δημοτικών περιφερειακών θεάτρων (γνωστά ως ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.) με σκοπό την πολιτιστική ανάπτυξη της ελληνικής περιφέρειας αλλά και τον θεσμό των πολιτιστικών πρωτευουσών της Ευρώπης, με πρώτη την Αθήνα το 1985. Στη δεύτερη θητεία της δίνει μεγάλη σημασία στην εισαγωγή του πολιτισμού στα σχολεία αλλά καταβεβλημένη από πολύχρονη μάχη με τον καρκίνο αφήνει τελικά την τελευταία της πνοή στο νοσοκομείο Memorial της Νέας Υόρκης, στις 6 Μαρτίου του 1994.

Η Μελίνα Μερκούρη κηδεύεται  με τιμές πρωθυπουργού εν ενεργεία στον οικογενειακό τάφο της στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών. Ο  θάνατός της προκαλεί εκδηλώσεις συγκινήσεις σε όλο τον κόσμο. Πολλοί πολιτικοί ηγέτες αποστέλλουν συλλυπητήρια μηνύματα, τόσο στην οικογένεια της όσο και στο ελληνικό κράτος. Η 6η Μαρτίου, ημερομηνία θανάτου της, ορίζεται από την UNESCO ως παγκόσμια μέρα πολιτισμού κατά την οποία δίνεται το βραβείο «Μελίνα Μερκούρη» ως βραβείο πολιτιστικής προσφοράς.

Σύμφωνα με επιθυμία της έχει ιδρυθεί, από τον σύζυγό της Ζιλ Ντασέν «Το Πολιτιστικό Ίδρυμα Μελίνα Μερκούρη» το οποίο έχει ως στόχο την επιστροφή των μαρμάρων της Ακρόπολης.

Δύναμη ζωής

Έχει το όνομα μυθολογικής θεάς της γονιμότητας. Μετράει 81 χρόνια ζωής. Γεννήθηκε στο κέντρο της παλιάς Αθήνας, στην Πλάκα. Μεγάλωσε σε μεγαλοαστικό περιβάλλον της Βασιλίσσης Σοφίας. Ανήκει σε παλιά γνωστή οικογένεια ηθοποιών. Μοναχοπαίδι. Αποζητούσε πάντα την προσοχή των πολυάσχολων γονιών της. Δεν την είχε. Κι ένα αδερφάκι. Ούτε αυτό το απέκτησε. Στη θέση του, της έφερε η μητέρα της από μια τουρνέ στην Αφρική ένα κουκλάκι αραπάκι. Το αγαπούσε σαν υποκατάστατο ανθρώπου. Ζούσε υπερπροστατευμένη. Μην τύχει και κρυώσει, μην συναναστρέφεται άλλα παιδιά στον τότε Βασιλικό Κήπο και την κολλήσουν μικρόβια. Η πρώτη νταντά της φερόταν άσχημα. Την ανέλαβε μια κοπέλα 20 χρονών από τη Μυτιλήνη, η Ασπασούλα. Ορφανή και άσχημη, δούλευε αρχικά στο σπίτι σαν μαγείρισσα. Μετά, αναβαθμίστηκε σε παραμάνα. Η μικρή την αγάπησε παράφορα.
Όταν μεγάλωσε πήγε σχολείο, σ’ ένα απ’ τα καλά της εποχής. Είχε δασκάλα την μετέπειτα γνωστή σε όλους μας Θεία Λένα. Ο επαγγελματικός της δρόμος ήταν προδιαγεγραμμένος. Ασχολήθηκε και κείνη με το θέατρο. Παντρεύτηκε νωρίς, αμέσως μετά το σχολείο κι απόκτησε δύο παιδιά. Ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα στα 21 της χρόνια και κόντρα στα συντηρητικά ήθη της εποχής της, παράτησε τον πρώτο της άνδρα και κλέφτηκε κυριολεκτικά με τον δεύτερο. Έζησαν μαζί εξήντα ολόκληρα χρόνια. Χώρισαν όταν εκείνος έφυγε απ’ αυτόν τον κόσμο το περασμένο καλοκαίρι. Τους γνώρισα μαζί τα τελευταία χρόνια και κρατώ μια εικόνα απ’ όλα όσα έμαθα για τη ζωή τους, μια εικόνα που είδα με τα ίδια μου τα μάτια ένα ζεστό μεσημέρι του περασμένου καλοκαιριού, λίγες μέρες πριν το ταξίδι εκείνου. Άρρωστος κι ανήμπορος στο κρεβάτι του, κυριολεκτικά σκιά του εαυτού του και χωρίς να μπορεί να μιλήσει πια, κατέβαλλε προσπάθεια ν’ ανασηκωθεί. Κρατήθηκε απ’ το γεροντικό της μπράτσο κι ακούμπησε το χέρι του στο στήθος της. Εκείνη του έλεγε «μωρό μου σ’ αγαπώ» σαν να ήταν ακόμα έφηβη. Εκείνος την κοίταγε και της απάντησε με το βλέμμα. Και η εικόνα τους, η κίνηση των σωμάτων τους και κείνο το χάδι ήταν κάτι ανάμεσα σε μητρικό αγκάλιασμα κι ερωτική ανάμνηση.
Από πέρυσι ζει μόνη της στο σπίτι τους. Αφού ανάλωσε μεγάλο μέρος της ενέργειας της στο να κάνει μια εκδήλωση για τον αγαπημένο της και να γράψει γι’ αυτόν σε τοπική εφημερίδα, ξορκίζει τώρα τη μοναξιά της γράφοντας.
Μια ηλικιωμένη γυναίκα, με κινητικά προβλήματα και κλονισμένη ηλικία, ξεκίνησε να γράφει μπροστά στον υπολογιστή μια εισαγωγή για μια σειρά ποιημάτων της που θα ήθελε να εκδώσει. Παρασυρμένη απ’ τις αναμνήσεις μιας ολόκληρης ζωής, απ’ αυτά που την πόνεσαν κι απ’ την αγάπη που στερήθηκε στα παιδικά της χρόνια και κέρδισε αργότερα, καταλήγει να γράφει την ιστορία της ζωή της.
Διάβασε κι ένα βιβλίο πρόσφατα, τη «Συναισθηματική νοημοσύνη» και κατάλαβε όπως μου είπε, τα δικά της συναισθηματικά κενά στα πρώτα τρυφερά χρόνια της ζωή της.
Μου τηλεφωνεί πολύ συχνά να με συμβουλευτεί για συντακτική διατύπωση ή να με παρακαλέσει να πάω σπίτι της να ρίξω μια ματιά για τυχόν ορθογραφικά λάθη. Τις περισσότερες φορές δυσανασχετώ αν και ποτέ δεν της το δείχνω. Είναι που νιώθω κουρασμένη μετά τη δουλειά που οι ρυθμοί της καθημερινότητας με κάνουν νευρική ή που θα ήθελα να κάνω κάτι καλύτερο εκείνη την ώρα . Πηγαίνω πάντα. Και μετά μετανιώνω για τις πρότερες σκέψεις μου και ντρέπομαι. Σκέφτομαι πόσο σκληρή είναι η μοναξιά της σε συνδυασμό με το χρόνο που κυλάει με γοργό ρυθμό αντίστροφα. Σκέφτομαι πως αυτή η γυναίκα σπάνια πια βγαίνει απ’ το σπίτι. Θαυμάζω το θάρρος και τη δύναμη της να γράφει ακαταπόνητη και την ελπίδα της να κάνει τα γραπτά της βιβλίο. Κοιτάζω με δέος τα μάτια της που είναι όλο σπιρτάδα όταν της κάνω κολακευτικά σχόλια για τα γραπτά της ή όταν της ζητάω περισσότερες λεπτομέρειες. Μεταμορφώνεται ξανά σε κοριτσάκι. Και η μόνιμη ερώτηση της είναι: «μα τελικά θα βγει πολύ μεγάλο, θα ενδιαφέρει κανέναν»; Κι εγώ την παροτρύνω να συνεχίσει αφού της κάνει καλό και ξαλαφρώνει η ψυχή της.

Αποφάσισα να γράψω το post και της το αφιερώνω εν αγνοία της για την περίπτωση που κανείς ποτέ δεν θα διαβάσει αυτά που γράφει και για να μεταδώσω σε όλες τις τεθλιμμένες ψυχές της μπλογκόσφαιρας (που απ’ ότι έχω διαπιστώσει δεν είναι και λίγες) τη δύναμη ζωής ακόμα κι όταν αυτή η ζωή πλησιάζει στο φυσικό και δρομολογημένο της τέλος.


Επισκεψιμότητα

  • 195,341 hits

Αρχείο