Archive for the 'Θέατρα' Category

«Battlefield» του Peter Brook στο Θέατρον

images

Μετά τη μεγάλη μάχη, έρχεται η ησυχία. Μετά τον μεγάλο πόνο, η σιωπή. Νομίζω ότι κάπως έτσι γεννήθηκε το «Battlefield» στο μυαλό του Peter Brook. Ο απόηχος της μυθικής «Μαχαμπαράτα» κατέληξε σε  μια σύντομης διάρκειας παράσταση, σε μια απογυμνωμένη εκδοχή της εννιάωρης υπερπαραγωγής του 1985 με τέσσερις πια ερμηνευτές γιατί τελικά δεν χρειάζονται πολλά λόγια για να μιλήσεις για τη φρίκη της επόμενης μέρας.

Η βία κι ο πόλεμος σε διάφορες περιοχές του πλανήτη καθώς και τα σχετικά πρόσφατα αιματηρά γεγονότα που έχουν πλήξει την Ευρώπη και ειδικότερα το Παρίσι δεν άφησαν ασυγκίνητο τον Brook. Αυτός άλλωστε δεν θα έπρεπε να είναι ο προορισμός του αληθινού  καλλιτέχνη;

Ο Peter Brook είναι το ζωντανό παράδειγμα αυτής ακριβώς της συνδιαλλαγής της τέχνης με τη ζωή. Παρά το προχωρημένο της ηλικίας του, δεν επαναπαύεται στις δάφνες μιας τεράστιας καριέρας. Αντίθετα, είναι ενεργός και μάχιμος. Εξακολουθεί ν’ αφουγκράζεται την εποχή του και να μετουσιώνει σε τέχνη εκείνα τα κομμάτια της ζωής που τον ενδιαφέρουν.

Στο θεατρικό του σύμπαν -που παρεμπιπτόντως δεν είναι αποκομμένο απ’ την κοσμοθεωρία του-, η χωρίς κόπο ελπίδα είναι ίσως μια ουτοπία για ανόητους (sic), γι’ αυτούς  που θέλουν να συνεχίσουν να κοιμούνται μακάριοι ελπίζοντας ότι αόρατα νήματα θα εξασφαλίσουν την ευτυχία και τη γαλήνη ολόγυρα…

Στο «Battlefield» δεν μιλάει κανείς με τέτοιους όρους. Ο πόλεμος έχει γίνει. Τα θύματα κείτονται ολόγυρα. Ο νικητής θα πρέπει να προσπαθήσει να βρει την εσωτερική γαλήνη. Πώς; δικαιολογώντας τις πράξεις του; ανατρέχοντας σε βιβλικές παραβολές; επικαλούμενος τη μοίρα που ορίζει τα ανθρώπινα; Πάντως πρέπει να καταφέρει να επιβιώσει και πρέπει να πολεμήσει γι’ αυτό όχι πια στο πεδίο της μάχης αλλά μέσα του, εκεί τελικά που γίνονται οι πιο μεγάλες και ουσιαστικές μάχες.

Το έργο ξεκινάει στο τέλος ενός εξοντωτικού πολέμου όπου σκοτώθηκαν εκατομμύρια πολεμιστών. Αυτός ο πόλεμος γεννήθηκε από μια ενδοοικογενειακή σύγκρουση, τη σφοδρή διαμάχη των εκατό αδερφών Kaurava με αρχηγό τον πρωτότοκο αδερφό τους Duryodhana ενάντια των πέντε ξαδερφών τους Pandavas υπό την αρχηγεία του πρωτότοκου αδερφού τους Yudhishthira.Τα εκατό αδέρφια σκοτώθηκαν. Ο Yudhishthira κέρδισε τη μάχη. Πώς όμως να κυβερνήσει; Πώς να βρει την ψυχική ηρεμία όταν το πεδίο της μάχης είναι γεμάτο με όλα αυτά τα πτώματα; πώς να ζήσει με όλα αυτές τις τύψεις που δεν σταματούν να τον ταράζουν; Αυτό όμως είναι το πεπρωμένο του. Πρέπει να το αποδεχτεί και να ανταποκριθεί.

Είναι επίπονος ο δρόμος προς την αυτογνωσία και την προσδοκία της συμφιλίωσης. Ο Peter Brook ακολουθεί με πίστη μια διαδρομή που όσο φτάνει στο τέρμα της αποδεσμεύεται απ’ όλα τα περιττά φτιασιδώματα, τόσο σε προσωπικό όσο και σε καλλιτεχνικό επίπεδο. Απ’ το 1968 ήδη με το «Empty Space» είχε μιλήσει για την ανάγκη του θεάτρου να επιστρέψει στα βασικά διερετώμενος γιατί κοστούμια, γιατί μουσική…

Σε μια εποχή που η τεχνολογία έχει εισβάλει στο θεατρικό γίγνεσθαι που τα αδύνατα γίνονται δυνατά επί σκηνής κι οι υπερπαραγωγές ανεβάζουν διαρκώς τον πήχη προκαλώντας το ενδιαφέρον του κοινού, ο Brook επιστρέφει στον πολύ απλό ορισμό του θεάτρου. Η  θεατρική πράξη χρειάζεται τελικά έναν πομπό Α, έναν δέκτη Β κι ένα μήνυμα προς επικοινωνία. Πως όλο αυτό μπορεί να μετατραπεί σε υψηλή τέχνη χωρίς σκηνικά, κοστούμια και με τέσσερις μόνο ηθοποιούς είναι ένα μικρό θαύμα που ο μάγος Brook  δείχνει να μπορεί ακόμα να κάνει.

Όταν είδα την «Κοιλάδα των εκπλήξεων» πριν δυο χρόνια, είχα μείνει με το στόμα ανοιχτό μπροστά στο δέος που μου προκάλεσε η θεατρική του ιδιοφυΐα. Από τη σύλληψη και τη σύνθεση του έργου μέχρι τη σκηνική περάτωση, σκέφτηκα ότι έτσι ολοκλήρωνε την καριέρα του ένας αληθινά μεγάλος θεατράνθρωπος και μακάριζα την τύχη μου που κατάφερα να δω έστω και μία παράσταση του. Μετά το «Battlefield» αναλογίζομαι πόση προσπάθεια χρειάζεται τελικά για να ενσκήψει ο άνθρωπος μέσα του και να πλησιάσει τον πυρήνα στη ζωή ή/και την τέχνη.

Στο «Battlefield», ένα απλό πανί σκηνικού, μερικά καταπληκτικά φώτα και 4 σπουδαίοι πραγματικά ηθοποιοί γέμισαν τη σκηνή με παραβολές, δάση, πυρκαγιές, πεδία μαχών, μαγικά ηλιοβασιλέματα. Είδαμε υπερθέαμα χωρίς κανένα τέχνασμα. Και στο τέλος ο καταπληκτικός μουσικός Ιάπωνας Tsuchitori που ήταν όλη αυτή την ώρα πάνω στη σκηνή, έπαιξε τους τελευταίους ήχους που θα μπορούσαν να είναι οι ήχοι ενός κόσμου που ολοένα βγαίνει κι επιστρέφει στη μήτρα του σ’ έναν αέναο κύκλο, όπως ακριβώς συμβαίνει με το θαύμα ή την τραγωδία της ανθρώπινης ζωής.

battlefield_musicien

«Battlefield»

Θέατρον- Κέντρο Πολιτισμού: Ελληνικός Κόσμος

Διασκευή: Peter Brook, Marie – Hélène Estienne
Σκηνοθεσία: Peter Brook
Κοστούμια: Oria Puppo
Φωτισμοί: Philippe Vialatte
Ζωντανή μουσική: Toshi Tsuchitori
Παραγωγή: Αττική Πολιτιστική Εταιρεία (Αθήνα), Bouffes du Nοrd (Παρίσι), Young Vic (Λονδίνο), Les Théâtres de la ville de Luxembourg, PARCO Co. Ltd / Tόκιο, Grotowski Institute, Singapore Repertory Theater, Théâtre de Liège.

Παίζουν: Carole Karemera, Jared McNeill, Ery Nzaramba, Sean O’ Callaghan.

Θεατρική σεζόν Αγίας Πετρούπολης, 19-22/9/2016 στο Εθνικό Θέατρο

img_4255

Τι καινούργιο έφερε το 3ήμερο Διεθνές Φεστιβάλ  της Αγίας Πετρούπολης στην πόλη; Νομίζω κόμισε γλαύκα εις Αθήνας. Αν εξαιρέσει κανείς τους πολύ καλούς Ρώσους ηθοποιούς, καμία απ’ τις τρεις παραστάσεις δεν διακρίθηκε για την πρωτοπορία ή καινοτομία της. Πρωτίστως όμως, το φεστιβάλ έπασχε από κακή ή ελλιπή οργάνωση φωνάζοντας παντού προχειρότητα.

Υπήρξε περιορισμένη ενημέρωση στον τύπο. Αν δεν έμπαινες στην ιστοσελίδα του Εθνικού θεάτρου ή αν δεν ήξερες κάποιον μέσα απ’ το Εθνικό, πολύ απλά δεν θα το μάθαινες.

Διοργανώθηκε στο τέλος του Σεπτέμβρη που ακόμα δεν έχουν τελειώσει οι θερινές παραστάσεις, με αποτέλεσμα να υπάρχει κόσμος που αγχώθηκε για το να θα προλάβαινε να δει τον «Οιδίποδα» στο Ηρώδειο ή τις πολυσυζητημένες «Όρνιθες» του Καραθάνου στη Στέγη. Κι εκ του αποτελέσματος, πολλοί μετάνιωσαν που επέλεξαν ρωσικό θέατρο…Αυτό βέβαια, θα έπρεπε να κινητοποιήσει τους διοργανωτές περισσότερο κάνοντας το φεστιβάλ ανταγωνιστικό των εγχώριων παραγωγών. Κι επειδή προφανώς, δεν μπορείς να επέμβεις στο καλλιτεχνικό αποτέλεσμα παραστάσεων που προσκαλείς, μπορείς να συμβάλεις με άλλα στοιχεία που θα το κάνουν πιο ελκυστικό.

Το υλικό που διανεμήθηκε στους θεατές ήταν πλούσιο και άνευ κόστους αλλά εξαιρετικά απογοητευτικό. Οι μεταφράσεις των κειμένων κι ο τρόπος σύνταξης φώναζαν αυτόματη μετάφραση απ’ το ίντερνετ. Κι αυτό ίσχυε τόσο για το πρόγραμμα όσο και για τους υπέρτιτλους των παραστάσεων.Κρίμα που το φεστιβάλ πραγματοποιήθηκε με την υποστήριξη του Ινστιτούτου Πούσκιν.

img_4261

Αναλυτικά,

«Κούκλες για παιδιά και ενήλικες»-Κρατικό κουκλοθέατρο της Αγίας Πετρούπολης του Ε.Σ Ντέμμενι.

Παρουσιάστηκε ως διαδραστική έκθεση κουκλών – μαριονετών.

Εντυπωσιακό το στήσιμο, αλλά δεν υπήρξε καμία απολύτως διαδραστικότητα εκτός αν μίλαγες ρωσικά. Δυο – τρεις προθήκες με εντυπωσιακές ομολογουμένως  κούκλες στο φουαγιέ του θεάτρου και κάποιες αφίσες από παλαιότερες παραστάσεις απλωμένες ολόγυρα έδιναν τον τόνο.

img_4258 img_4256 img_4253 img_4252 img_4247

«Η πόλη. Παντρολογήματα»– Γκόγκολ – Κρατικό ακαδημαϊκό θέατρο του Λενσοβιέτ Αγίας Πετρούπολης.

Το γνωστό θεατρικό έργο του Γκόγκολ έχασε κάθε ρυθμό και κωμικότητα αφού μεταβλήθηκε σε μια παράσταση με πολύ καλές ομολογουμένως ερμηνείες μεν, τουριστικού χαρακτήρα δε. Στην παράσταση ακούστηκαν κείμενα απ’ τον «Ηλίθιο» του Ντοστογιέφκσι, τον Ευγένιο Ονέγκιν» του Πούσκιν καθώς και το ποίημα «Είμαστε διαφορετικοί σαν τη στεριά και το πέλαγος» της Μ.Ι Τσβετάγιεβα. Το συνολικό στήσιμο ήταν τέτοιο που έδινε την εντύπωση ότι οι Ρώσοι θέλανε να δείξουν στο ξένο κοινό τα καλύτερα στιγμιότυπα της ιστορίας του ρωσικού θεάτρου (sic)…

«Οι αδελφοί» βασισμένο στο μυθιστόρημα του Ντοστογιέφσκι «Οι αδερφοί Καραμάζοφ» – Κρατικό Δραματικό Θέατρο Αγίας Πετρούπολης Πριγιούτ κομεντιάνα

Ήταν η τρίτη παράσταση των αδελφών που παρακολούθησα μέσα σε 1,5 χρόνο κι η πιο αδιάφορη…

Το μυθιστόρημα- ποταμός του Ντοστογιέφκι είχε μεγάλη διάρκεια δυσανάλογη προς το ενδιαφέρον που έδειξε το κοινό αφού δεν κατόρθωσε να κρατήσει  τους θεατές σε εγρήγορση. Στα δύο διαλείμματα που έγιναν, η αίθουσα άδειασε αισθητά κι αξίζει να σημειωθεί ότι το κοινό αποτελείτο κυρίως από ανθρώπους του χώρου, συνεπώς εκπαιδευμένους θεατές. Τα πρόσωπα του μυθιστορήματος συνοψίστηκαν σε 6 ηθοποιούς που η σκηνική τους παρουσία παρέπεμπε σε παράσταση αναλογίου. Η πολλά υποσχόμενη- όπως μας συστήθηκε- σκηνοθέτης Ευγκένια Σαφόνοβα εμπνεύστηκε ένα θεατρικό κολάζ από αποσπάσματα του μυθιστορήματος κι επέλεξε να εμπλέξει στη δράση (sic) δευτερεύοντες ήρωες και λιγότερο γνωστά στοιχεία των αδερφών.

«Μάκβεθ»- Σαίξπηρ – Κρατικό θέατρο – φεστιβάλ Μπαλτίσκι ντομ Αγίας Πετρούπολης.

Ο Μάκβεθ ήταν για να είμαστε πιο ακριβείς μαθητεία Μάκβεθ αλλά συγχρόνως και η πιο ενδιαφέρουσα από τις παραστάσεις του φεστιβάλ. Εντυπωσιακά  μικρής διάρκειας  – για έργο Σαίξπηρ-πράγμα που ήταν ιδιαίτερα ανακουφιστικό για όσους είδαν και τις 2 προηγούμενες, ο Μάκβεθ του  Λυκ Περσεβάλ είχε ξεκάθαρη άποψη και σαφή προσανατολισμό. Η παράσταση εστίασε στην καταστροφική σχέση του Μάκβεθ και της γυναίκας του και στον όλεθρο που αυτή γέννησε. Η εικόνα με τις τρεις μοίρες που ορίζουν τις ζωές του ζεύγους να κινούνται αργά κι απειλητικά απ’ το βάθος της σκηνής προς τα εμπρός και οι κούνιες ως σκηνικός διάκοσμος είχαν κάτι απόκοσμο κι αισθητικά ενδιαφέρον.

img_4263

Ελπίζοντας σε κάτι καλύτερο του χρόνου αν αποφασίσουν να συνεχίσουν τις μετακλήσεις.

«Globe to Globe Hamlet» στο Μέγαρο Μουσικής

 

IMG_2893

-Το μόνο αφέντη μου, πως ο κόσμος γίνεται τίμιος

– Τότε πλησιάζει το τέλος του κόσμου

To Globe υπήρξε το πιο φημισμένο Ελισαβετιανό θέατρο. Χτίστηκε το 1599 απ’ τους αδερφούς Burbage κι εκεί παίχτηκαν τα περισσότερα έργα του Σαίξπηρ. Το 1612, μετά από  μια παράσταση του Ερρίκου Η’ το θέατρο καταστράφηκε από πυρκαγιά. Χτίστηκε ξανά τον επόμενο χρόνο και παρέμεινε σε χρήση ως το 1644 οπότε και κατεδαφίστηκε.

Κανένα Ελισαβετιανό θέατρο δεν σώθηκε ως τις μέρες μας. Οι μόνες μαρτυρίες για το πώς ήτανε φτιαγμένα αυτά τα θέατρα προέρχονται  από αντίγραφο ενός σχεδίου του Swan theatre από τον Ολλανδό Johannes de Witt που το 1596 επισκέφτηκε το Λονδίνο. Το Ελισαβετιανό θέατρο ήταν ένα δημόσιο θεατρικό οικοδόμημα ανοιχτό από πάνω. Είχε ανυψωμένη πλατφόρμα –σκηνή, πολλές φορές με ένα κιγκλίδωμα γύρω της όπου χρησίμευε ως  ελεύθερος χώρος για τους όρθιους θεατές στις τρεις πλευρές της και δυο ή τρεις γαλαρίες με πάγκους και σκαμνιά γύρω- γύρω με  διάταξη ανάλογη  αυλής ή πανδοχείου. Πίσω απ’ τη σκηνή- πλατφόρμα υπήρχε ένας τοίχος με πόρτες ή περάσματα με κουρτίνες που οδηγούσαν στο πίσω μέρος της σκηνής. Πάνω στον τοίχο στηριζόταν μια γαλαρία για τους μουσικούς ή τους ηθοποιούς η οποία κατέληγε σ’ έναν πύργο που έκρυβε τον τεχνικό εξοπλισμό. Απ’  αυτόν τον πύργο μια τρομπέτα έδινε το έναυσμα για την έναρξη και μια σημαία κυμάτιζε την ώρα των παραστάσεων που συνήθως πραγματοποιούνταν νωρίς το απόγευμα. Πάνω απ’ τη σκηνή υπήρχε ένα στέγαστρο, ο ουρανός που στηριζόταν σε κολόνες με οροφή ζωγραφισμένη μπλε με χρυσά άστρα.

Ένα βασικό στοιχείο του ελισαβετιανού θεάτρου ήταν η εσωτερική σκηνή.  Πιστεύεται ότι ήταν ένα δωμάτιο χτισμένο πίσω από το κεντρικό άνοιγμα ή ένα τμήμα του διαδρόμου που υπήρχε πίσω από τον τοίχο της σκηνής. Είτε στη μία, είτε στην άλλη περίπτωση, το βέβαιο είναι ότι μπορούσε ν’ αποκαλύπτεται με το τράβηγμα της κουρτίνας.

Μερικοί ωστόσο ιστορικοί του θεάτρου αμφισβητούν την ύπαρξη της αφού τίποτα σχετικό δεν προκύπτει απ’ το σχέδιο του de Witt. Ωστόσο, δεν υπάρχει και κανένας λόγος να υποθέσουμε ότι έμοιαζαν όλα τα ελισαβετιανά κτίρια μεταξύ τους. Κι αν ακόμα δεν υπήρχε εσωτερική σκηνή, έπρεπε να υπάρχει κάτι ανάλογο στο πίσω μέρος της κεντρικής σκηνής, αφού εξυπηρετούσε συγκεκριμένες σκηνικές συνθήκες.

Η ιστορική αναφορά στο Ελισαβετιανό θέατρο γίνεται λόγω της επίσκεψης του Globe στην Αθήνα. Με αφορμή την συμπλήρωση 400 χρόνων απ’ τον θάνατο του Σαίξπηρ το 1616, το Shakespeare’s Globe διοργανώνει διετή περιοδεία σε 160 χώρες παρουσιάζοντας το «Globe to Globe Hamlet». Η περιοδεία ξεκίνησε τον Απρίλιο του 2014 και ολοκληρώνεται τον Απρίλιο του 2016 με πάνω από 100.000 θεατές παγκοσμίως να έχουν παρακολουθήσει την παράσταση.

Η υπόθεση του Άμλετ είναι γνωστή, οπότε σ’ αυτή την περίπτωση το ενδιαφέρον εστιάζεται στο ίδιο το ιστορικό θέατρο και στην παράδοση που αυτό κουβαλάει. Ο τρόπος που παίχτηκε ο Άμλετ μας έδωσε μεν την αίσθηση μιας μουσειακής αναπαράστασης με πολλή όμως έμπνευση και οίστρο.  Εικάζω ότι ο στόχος των συντελεστών ήταν να προσπαθήσουν να δείξουν  στον σύγχρονο θεατή πώς παιζόντουσαν τα έργα τότε.

Η αλήθεια είναι ότι ο σημερινός θεατής είναι περισσότερο εξοικειωμένος με μια άλλη σκηνική αναπαράσταση του Σαίξπηρ κι ιδιαιτέρως σε ό, τι αφορά στα μεγάλα δραματικά έργα του, στις τραγωδίες του. Σ’ αυτή την κατηγορία συγκαταλέγεται κι ο Άμλετ που ανεβαίνει τακτικά  μια που ο βασικός ρόλος είναι πάντα θελκτικός για τους πρωταγωνιστές. Επιπροσθέτως, ο ίδιος ο ρόλος είναι φορτισμένος με τόσα ζητήματα υπαρξιακού χαρακτήρα που αναπόφευκτα βαραίνει στον τρόπο υπόκρισης απ’ την πλευρά του ηθοποιού  κι αντιληπτικότητας απ’ τους θεατές.

Φαίνεται όμως, ότι στην εποχή τους, αυτά τα έργα ήταν πιο ανάλαφρα. Παιζόντουσαν νωρίς και ο κόσμος που τα παρακολουθούσε δεν ήταν απαραίτητα καλλιεργημένος. Στο Globe της εποχής εκείνης, οι θεατές δεν ανήκαν στις ανώτερες κοινωνικά τάξεις. Η σκηνοθεσία ήταν συλλογική δουλειά κι ο συγγραφέας που επίσης είχε λόγο στο ανέβασμα, βρισκόταν κάπου μέσα στον χώρο παρακολουθώντας. Η έλευση του 20ου αιώνα με τον σκηνοθέτη έδωσε άλλη διάσταση στον τρόπο υπόκρισης και παράστασης γενικότερα.

Έχοντας λοιπόν υπόψη όλα τα παραπάνω, γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι ο στόχος του Globe ήταν να τιμήσει τον Σαίξπηρ προσεγγίζοντας την εποχή του όσο πιο πολύ γίνεται.

Λίγα λεπτά πριν την έναρξη της παράστασης, όλος ο θίασος σαν ένα σύνολο πλανόδιων θεατρίνων που στήνουν κάπου πρόχειρα τη σκηνή τους, παίζουν και τραγουδούν, έκανε την εμφάνιση του με τα μουσικά όργανα στα χέρια. Ένας εξ αυτών, εν είδει αγγελιοφόρου της εποχής εκείνης, μας καλωσόρισε και είπε ότι τα φώτα της πλατείας θα παραμείνουν ανοιχτά σε όλη τη διάρκεια της παράστασης.

Η διανομή διακρίθηκε για την πολυπολιτισμικότητα της θέλοντας πιθανόν να εναρμονιστεί με την παγκόσμια περιοδεία αλλά και με την διεθνή απήχηση του Σαίξπηρ μέσα στους αιώνες.

Κόντρα στις απόψεις που ακούστηκαν για τον ίδιο τον ηθοποιό που υποδύθηκε τον Άμλετ, αν και κατά πόσο προσέδωσε κύρος και βάθος στον ρόλο αλλά και την προσέγγιση που φάνταζε συνολικά πιο ανάλαφρη και «κωμική» απ’ ότι έχουμε συνηθίσει, απολαύσαμε μια εξαιρετική παράσταση. Ο ρυθμός, η μουσική, η εναλλαγή κωμικού και δραματικού, η έξυπνη χρήση της εσωτερικής σκηνής, το θέατρο μέσα στο θέατρο, οι αυτοσχέδιοι ήχοι κι οι μουσικές έδωσαν ζωντάνια στο έργο και την  ωραία ψευδαίσθηση στους θεατές ότι μπήκαν μέσα στη μηχανή του χρόνου και παρακολούθησαν Σαίξπηρ με τον ίδιο τον συγγραφέα κάπου παρόντα μέσα στην αίθουσα.

William Shakespeare

«Globe to Globe Hamlet» 
Shakespeare’s Globe

27 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2016
15:00 & 20:30

ΘΕΑΤΡΟ ΣΤΟ ΜΕΓΑΡΟ

Σε συνεργασία με την Βρετανική Πρεσβεία   και το Βρετανικό Συμβούλιο στο πλαίσιο του προγράμματος Shakespeare Lives

Με ελληνικούς υπέρτιτλους

Σκηνοθεσία: Dominic Dromgoole, Bill Buckhurst
Σκηνικά: Jonathan Fensom
Σύνθεση, μουσική διεύθυνση: Bill Barclay

Στον ρόλο του Άμλετ εναλλάσσονται οι Ladi Emeruwa και Naeem Hayat

Στους υπόλοιπους ρόλους:
Keith Bartlett, John Dougall, Miranda Foster, Phoebe Fildes, Beruce Khan, Tom Lawrence,
Jennifer Leong, Rawiri Paratene, Matthew Romain, Amanda Wilkin

Οι ιστορικές πληροφορίες για τη δομή των Ελισαβετιανών θεάτρων αντλήθηκαν απ’ το βιβλίο της Phyllis Hartnoll «Ιστορία του θεάτρου»

«Amor» στο θέατρο Άττις

Amor

Είναι κάποιες παραστάσεις που δημιουργούν αμηχανία. Δεν ξέρεις τι να γράψεις, καλό ή όχι γιατί δεν σ’ έχουν ακουμπήσει καθόλου συναισθηματικά.

Αν αυτός ήταν ο στόχος, το «Amor» πέτυχε διάνα. Η παράσταση λειτουργεί σαν τον ήχο μιας αριθμομηχανής που κάνει διαρκώς πράξεις. Λέξεις διαδέχονται η μία την άλλη σαν νούμερα που σχηματίζονται απ’ τον ήχο των πλήκτρων.

Στο θεατρικό τοπίο που έστησε ο Τερζόπουλος με αφορμή ένα κείμενο του Θανάση Αλευρά, όλα ξεπουλιούνται, από θεατρικά αξεσουάρ, συναισθήματα, μνήμες, μέλη του ανθρώπινου σώματος. Είναι σαν να γίνεται μια αόρατη κι αέναη δημοπρασία όπου στο τέλος όλα θα πουληθούν αφού έχoυν δειγματιστεί και κοστολογηθεί, όλα εκτός ίσως από τον έρωτα…

Ενδιαφέρον και προφανώς επίκαιρο ως σύλληψη, χωρίς όμως ιδιαίτερη έμπνευση και πρωτοτυπία στη σκηνική του εκτέλεση.

Όταν ο Μπέκετ έγραφε τις «Ευτυχισμένες μέρες» το 1960, σκέφτηκε έναν λόφο από απορρίμματα στον οποίο βύθισε την ηρωίδα του αρχικά ως τη μέση και στη συνέχεια ως το λαιμό και ταυτόχρονα ακολούθησε αυτή την αποδόμηση του τρόπου με τον οποίο συνεννοούμαστε οι άνθρωποι. Αυτό για την εποχή ήταν επαναστατικό όπως άλλωστε κι όλο το θέατρο του Μπέκετ αφού έφερνε στη σκηνή κάτι που ο κόσμος δεν είχε ξαναδεί ως τότε.

Στα 55 χρόνια που ακολούθησαν το κοινό έχει παρακολουθήσει κυριολεκτικά τα πάντα, ακόμα και πράγματα πολύ τολμηρά, καινοτόμα, προκλητικά ή ίσως και υβριστικά για κάποιες ομάδες. Δεν ξέρω ποια ανάγκη κίνησε τον Τερζόπουλο να «επαναλάβει» κατά κάποιον τρόπο το εγχείρημα. Έχουμε κι εδώ μια γυναίκα βυθισμένη σ’ έναν σωλήνα με τη διαφορά του ότι κάποια στιγμή σηκώνεται και βγαίνει, κι έναν άντρα πλάι της που συνεχώς μιλάει με αριθμούς…

Ο  Τερζόπουλος είναι αναμφισβήτητα σημαντικό κεφάλαιο στο ελληνικό θέατρο. Το θέατρο του είναι σωματικό. Χρησιμοποιεί το σώμα και τα μέλη τους ως δρώντα αυτόνομα κι ελεύθερα με τρόπο τέτοιο που το μυαλό να περιορίζεται και να υπνώνεται. Ο λόγος σ’ αυτήν την κατάσταση είναι φωνητικοί λυγμοί και σπασμοί. Είναι ένα θέατρο που αντλεί απ’ την παράδοση του θεάτρου ΝΟ, του ινδικού κατακάλι και του θεάτρου του Μπαλί. Εδώ βέβαια, δεν εξαντλεί τη βιοδυναμική του μέθοδο ωστόσο ο άντρας ηθοποιός χρησιμοποιεί τον λόγο ως ένα μονότονο αέναο ηχητικό.

Εξαιρετικός ο Αντώνης Μυριαγκός κυρίως για την σωματική κόπωση στην  οποία υποβλήθηκε πάνω στη σκηνή και την πειθαρχία του. Η Αγλαΐα Παππά είναι πάντα λαμπερή, ακόμα και μέσα σ’ ένα σωλήνα με περιορισμό στην κίνηση και στις λέξεις.

«Amor»

Κείμενο: Θανάσης Αλευράς

Σκηνοθεσία- Σκηνική εγκατάσταση- Σύνθεση κειμένων: Θεόδωρος Τερζόπουλος

Μουσική: Παναγιώτης Βελιανίτης

Κοστούμια: Λουκία

Φωτισμοί: Θεόδωρος Τερζόπουλος, Κωνσταντίνος Μπεθάνης

Εκτέλεση σκηνικής εγκατάστασης: Χαράλαμπος Τερζόπουλος

Υπεύθυνη παραγωγής: Μαρία Βογιατζή

Φωτογραφίες: Johanna Weber

Ερμηνεύουν: Αγλαΐα Παππά, Αντώνης Μυριαγκός

«Κίεβο» στο Επί Κολωνώ


Η Εϊρέν επιστρέφει μετά από δέκα χρόνια στο σπίτι που πέρασε τα παιδικά και νεανικά της καλοκαίρια, σ’ έναν τόπο που εκτός από ευτυχισμένες στιγμές της θυμίζει και την τραγωδία που βίωσε όταν πνίγηκε ο μικρός της γιος στην πισίνα. Τη συνοδεύουν τα  δυο μεγαλύτερα παιδιά της, ο καθηλωμένος  σε αναπηρικό καρότσι  Άλντεν και η Δάφνη που φαίνεται να έχει επωμιστεί την ευθύνη και τη φροντίδα όλης της οικογένειας. Σκοτεινό πρόσωπο ο αδερφός της Εϊρίν που εξακολουθεί να μένει στο σπίτι της οικογένειας και που κρύβει πολλά οικογενειακά και όχι μόνο μυστικά κι ένας νεαρός πρώην δάσκαλος που με τις αποκαλύψεις του θα ταράξει την φαινομενικά γαλήνια παραμονή τους  στην εξοχή.

Όσοι γνωρίζουν σε βάθος τον «Βυσσινόκηπο» του Τσέχωφ είναι  αδύνατον να μην συγκινηθούν απ’ το «Κίεβο» του Σέρχιο Μπλάνκο αφού πρόκειται πάνω απ’ όλα για μια συγκινητική ελεγεία στο τελευταίο έργο του μεγάλου Ρώσου δραματουργού.

Οι αναλογίες άλλωστε με το κείμενο του Τσέχωφ είναι κάτι παραπάνω από προφανείς. Το οικογενειακό σπίτι που προορίζεται για πώληση,  η κεντρική ηρωίδα  που έρχεται μετά από χρόνια να υπογράψει, ο  πνιγμός του παιδιού της,  ο δάσκαλος  που εμφανίζεται ξανά, ο αδερφός της ηρωίδας και οι κοινές τους συνενοχές, η ανάμνηση ενός κόσμου που θα χαθεί κάτω απ’ τους ήχους της μπουλντόζας όπως χάθηκαν 100 χρόνια πριν οι βυσσινιές κάτω απ’ τα τσεκούρια των ξυλοκόπων.

Ο Τσέχωφ υπογράφοντας τον «Βυσσινόκηπο» το 1903, μια χρονιά πριν τον αιφνίδιο και πρόωρο θάνατο του, προείδε την  αρχή μιας νέας εποχής που θ’ άλλαζε ριζικά τις συνήθειες των ανθρώπων και που επέβαλε μια επανατοποθέτηση στην κλίμακα των αξιών τους. Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτός ο νέος κόσμος που γεννήθηκε στις στάχτες του παλιού(sic) έπρεπε να προσαρμοστεί εκ νέου έναν σχεδόν αιώνα αργότερα αφού η πολιτική κατάρρευση του μοντέλου του υπαρκτού σοσιαλισμού κι η κυριαρχία ενός οικονομικού και κοινωνικού συστήματος  οδήγησε σε νέα γκρεμίσματα και νέες ψευδαισθήσεις…

Αν ο Ρώσος αριστοκράτης γαιοκτήμονας με δάκρυα αποχωριζόταν τον ωραίο του κήπο αδυνατώντας να καταλάβει πώς τα δικαιώματα γενεών περνούσαν στον γιο ενός δούλου που με τη δουλειά του πλούτισε, έτσι κι ο κάτοχος ενός σπιτιού που κάποτε παρείχε  το κράτος  σε συνθήκες κοινωνικής πρόνοιας αδυνατεί να συμφιλιωθεί με την ιδέα της αλλαγής.

Μέσα στα 100 χρόνια που χωρίζουν τα δυο έργα, συνέβησαν απίστευτα πράγματα στον πλανήτη και ειδικά στη συγκεκριμένη γεωγραφική θέση που τοποθετούν και ο Τσέχωφ και ο Μπλάνκο τα έργα τους.

Αναμφίβολα πολιτικό το μήνυμα που πάνω απ’ όλα θέλει να περάσει ο συγγραφέας μ’ ένα έργο που βρίθει συμβολισμών, ίσως μάλιστα και παραπάνω απ’ όσο θα μπορούσε ν’ αντέξει…  Το τέλος εποχής που σηματοδοτεί το «Κίεβο» θέτει μια σειρά από ερωτήματα και κρυφές απειλές για το μέλλον της ανθρωπότητας. Δεν είναι μόνο το άψυχο εμπορικό κέντρο που θα κλέψει τις αναμνήσεις των παλιών κατοίκων μετουσιώνοντας τες σε πολυτελή όνειρα στις βιτρίνες των μαγαζιών του. Είναι ο φόβος για τον θάνατο/ύπνο στον οποίο μπορεί να πέσει μια ολόκληρη πόλη/ χώρα/ γενιά εξαιτίας ενός αόρατου κινδύνου (ή ενός ορατού που δεν θέλει ν’ αντιμετωπίσει). Είναι τέλος η συλλογική ευθύνη για τις αμαρτίες του παρελθόντος∙  τα λάθη, τα μυστικά και οι ενοχές που όλοι μας κουβαλάμε  από επιλογή ή ανάγκη…

Το «Κίεβο» δραματουργικά έχει αδύναμα σημεία. Ο Μπλάνκο στην προσπάθεια του πιθανόν να μιλήσει για πολλά, τα ενέταξε άκριτα στο τελικό του κείμενο με αποτέλεσμα να έχουμε μια διαρκή κορύφωση δραματικότητας που δεν μπορεί ν’ αφομοιώσει ο θεατής και πολυεπίπεδους συμβολισμούς που αφαιρούν απ’ την ουσία. Τολμώ να υποθέσω ότι το αρχικό κείμενο θα ήταν ακόμα πιο φλύαρο, αφού η παράσταση στο Επί Κολωνώ, είναι αποτέλεσμα διασκευής και δραματουργικής επεξεργασίας.

Η Ελένη Σκότη σκηνοθέτησε μετρημένα αυτό το πληθωρικό έργο, καταφέρνοντας να δημιουργήσει μια ατμόσφαιρα φόβου, μυστηρίου αλλά και γλυκιάς νοσταλγίας. Βρήκα εξαιρετικά τα σκηνικά του Γιώργου Χατζηνικολάου και μου άρεσε η χρήση βίντεο μέσα σ’ αυτά . Νομίζω πως ήταν απ’ τις πιο οργανικές χρήσεις οπτικών μέσων που έχω δει.

Ενδιαφέρουσα επίσης και η μουσική επιλογή. Δεν φανταζόμουν ποτέ πώς ένα τόσο γνώριμο ερωτικό τραγούδι μπορεί να συνδεθεί με κάτι αποτρόπαιο…

Η ομάδα Νάμα είναι παράδειγμα συλλογικότητας και δημιουργίας σε εποχές που το θέατρο χρειάζεται ουσιαστικές δουλειές, καλές συνευρέσεις, επιτυχημένες συνεργασίες παλαιότερων και νεώτερων ηθοποιών.

Αφήνω για το τέλος την Καραμπέτη γιατί δεν ξέρω τι παραπάνω θα μπορούσα να γράψω για μια ηθοποιό που δίνει δείγματα του τεράστιου ταλέντου της κάθε φορά που εμφανίζεται  και μάλιστα χωρίς καμία έπαρση. Η Καραμπέτη είναι ταπεινός κι ακούραστης θεατρικός εργάτης. Ζει τον ρόλο με όλο της το είναι. Υπάρχει με ουσιαστικό τρόπο στη σκηνή και η σκηνή την καλωσορίζει γιατί μπορεί ν’ αναγνωρίσει τα βήματα των ταμένων.

Θέατρο Επί Κολωνώ (κεντρική Σκηνή)

«Κίεβο» του Σέρχιο Μπλάνκο 

Μετάφραση από το ισπανικό πρωτότυπο κείμενο:  Μαρία Χατζηεμμανουήλ, Δημήτρης Ψαρράς
Διασκευή / δραματουργική επεξεργασία:  Χατζηνικολάου-Ελένη Σκότη-Καρυοφυλλιά Καραμπέτη-Δάφνη Λαρούνη
Σκηνοθεσία:  Ελένη Σκότη, με την συνεργασία της Δάφνης Λαρούνη
Σκηνικά-κοστούμια: Γιώργος Χατζηνικολάου
Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης
Βίντεο: Μιχάλης Κλουκίνας
Μουσική, Sound design: Μάριος Στρόφαλης
Βοηθός Sound designing: Πάνος Κουκουρουβλής
Φωτογραφίες: Δημήτρης Στουπάκης
Δ/νση παραγωγής: Γιώργος Χατζηνικολάου

Διανομή:  Εϊρέν: Καρυοφυλλιά Καραμπέτη – Φιλαρέτη Κομνηνού (εναλλασσόμενη διανομή)*
Τάβιο: Δημήτρης Λάλος
Έσβαλντ: Στάθης Σταμουλακάτος
Άλντεν: Γιάννης Λεάκος
Δάφνη: Ηλιάνα Μαυρομάτη

«Ο τυχαίος θάνατος ενός αναρχικού» στο θέατρο Αλκμήνη ως 29/11

Δεν συνηθίζω να δημοσιεύω τα δελτία τύπου, αλλά κάνω μια εξαίρεση γιατί αυτή η προσπάθεια αξίζει τον κόπο.

Δημοσιεύω όπως μου το έστειλαν. Αν θέλετε κι άλλες πληροφορίες, δείτε κι εδώ.

Παιδιά, καλή επιτυχία και φέτος που είναι πιο δύσκολα…

__________________________________________________

Μια μικρή ενημέρωση (ελπίζω να μην καταχραζόμαστε τον χώρο σας): η παράσταση συνεχίζεται για δεύτερο χρόνο και για 14 παραστάσεις στο θέατρο Αλκμήνη, κάθε Τετάρτη και Πέμπτη, με είσοδο 6 ευρώ. Μάλιστα χρησιμοποιούμε τον οικείο τίτλο του “Τυχαίου θάνατου ενός αναρχικού”!

Περισσότερες πληροφορίες εδώ: http://cheapmelodrama.wordpress.com/

Ευχαριστούμε

«Πατρίδες» στο Εθνικό θέατρο (Κεντρική Σκηνή)

Με το φλέγον θέμα της μετανάστευσης -κάτω από μια ιδιαίτερη οπτική γωνία-, ασχολούνται οι Μιχάλης Ρέππας και Θανάσης Παπαθανασίου στο νέο τους έργο «Πατρίδες».

Συγκεντρώνοντας αυθεντικό υλικό από διάφορες πηγές, οι δυο συγγραφείς ομολογούν ότι δεν έγραψαν ούτε μια λέξη δική τους, αλλά στόχευσαν σε μια παράσταση – ντοκουμέντο, γι’ αυτό και περιορίστηκαν στην επιλογή και σύνθεση πρωτότυπων κειμένων. Ουσιαστικά κινήθηκαν σε τρεις μεγάλους θεματικούς άξονες: στις αυτοβιογραφικές μαρτυρίες των τριών ξένων που συμμετέχουν στην παράσταση χωρίς να είναι ηθοποιοί, σε μαρτυρίες για τη μετανάστευση στην Αμερική στις αρχές του 20ου αιώνα, («συναξάρι του Ανδρέα Κορδοπάτη (βλ κι εδώ), κείμενα Δημητρίου Παπούλια και Γεωργίου Μαντά) και σε κείμενα από βιβλία του Γιώργου Ματζουράνη  για τους γκασταρμπάιντερ της Γερμανίας του ’60.

Μ’ αυτόν τον τρόπο επιχείρησαν μια «ισότιμη» αντιμετώπιση του θέματος, αφού η χώρα που σήμερα δέχεται αθρόα εισροή λαθρομεταναστών, έχει στείλει στο παρελθόν πολλάκις κι εκείνη μετανάστες.  Επιπλέον, αυτό που προκύπτει απ’ την παράσταση δεν είναι η δικαιοσύνη ή η κοινωνική αντιμετώπιση του προβλήματος που γεννά το ζήτημα της μετανάστευσης, αλλά ο άνθρωπος και η Πατρίδα ως σημείο αναφοράς πίσω απ’ όλα αυτά.

Πώς αντιλαμβάνεται καθένας από μας την πατρίδα, πόσο μας στοιχειώνει ο τόπος της γέννησης μας και των πρώτων αναμνήσεων, πόσο μεγάλος είναι ο νόστος γι’ αυτήν την πατρίδα που μας διώχνει μακριά και μας καλεί ταυτόχρονα συνεχώς κοντά της.

Καλοστημένη παράσταση και αρμονική συνύπαρξη ανάμεσα στους επαγγελματίες ηθοποιούς και τους τρεις ξένους που στάθηκαν αξιοπρεπώς πάνω στη σκηνή κι αφηγήθηκαν την ιστορία τους χωρίς να θέλουν να την ωραιοποιήσουν ή να προκαλέσουν τον οίκτο μας. Με πολύ ωραίο τρόπο έδεσαν τα τραγούδια κι οι μουσικές  της παράστασης. Η είσοδος κι η έξοδος των ηθοποιών στη σκηνή έφερε αυτή την αίσθηση του ταξειδιού και της γλυκιάς νοσταλγίας. Ατμοσφαιρικό το σκηνικό, πετυχημένα τα κοστούμια σηματοδοτούσαν την εποχή στην οποία αναφερόταν ο κάθε αφηγητής.

Μοναδικές μου παρατηρήσεις, η ροπή προς μια μανιέρα της Ελένης Κοκκίδου (μου θύμισε ελαφρώς τη «Γυναίκα της Πάτρας») κι αυτό αδικεί το μεγάλο ταλέντο της καθώς και η μεγάλη διάρκεια της παράστασης. Νομίζω ότι χάριν ρυθμού, η παράσταση θα έπρεπε να ολοκληρωθεί ένα τέταρτο νωρίτερα.

Παρόλα αυτά, νομίζω ότι  πολύς κόσμος οφείλει να παρακολουθήσει τις «Πατρίδες» για να συνειδητοποιήσει πέρα απ’ τα προφανή, ότι δεν χρειάζεται και πολύ για να βρεθεί κανείς στην αντίπερα όχθη. Σήμερα, όλοι μας είμαστε εν δυνάμει μετανάστες ακόμα και στην ίδια μας την Πατρίδα όταν αυτή μας απαξιώνει ή μας «διώχνει» με τον τρόπο της.

«Πατρίδες» στο Εθνικό θέατρο (Κεντρική Σκηνή- Κτίριο Τσίλερ)

Σκηνοθεσία: Θανάσης Παπαθανασίου – Μιχάλης Ρέππας

Σκηνικά – Κοστούμια: Αντώνης Δαγκλίδης

Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης

Μουσική διδασκαλία: Παναγιώτης Τσεβάς

Βοηθός σκηνοθέτη: Σταύρος Καραγιάννης

Βοηθοί σκηνογράφου-ενδυματολόγου: Αμαλία Θεοδωροπούλου, Λένα Λέκκα

Βοηθός φωτιστή: Σοφία Αλεξιάδου

Δραματολόγος παράστασης: Βιβή Σπαθούλα

Διανομή:

Μπακάρ Χουσεΐν Αλ Μπακάρ

Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη

Ιρφάν Μουχαμάντ Αρίφ

Θανάσης Ευθυμιάδης

Σταύρος Καραγιάννης

Ελένη Κοκκίδου

Παναγιώτης Τσεβάς

Ταξιάρχης Χάνος

Μπαρκάτ Χοσεïνί


Επισκεψιμότητα

  • 196,098 hits

Αρχείο