Archive for the 'Θέατρα' Category



«Οι Ναυαγοί της τρελής ελπίδας» στο Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου 2011

Η πρώτη μου επαφή με το Θέατρο του Ήλιου ήταν το 2006 όταν παρουσιάστηκε στα πλαίσια του φεστιβάλ Αθηνών «Το τελευταίο καραβανσεράι», παράσταση η οποία είχε κάνει πρεμιέρα στη Γαλλία τρία χρόνια νωρίτερα και παρουσίαζε μια ομάδα λαθρομεταναστών και τις περιπέτειες τους μέχρι να φτάσουν σε μια νέα, αφιλόξενη «πατρίδα».

Ο θεατρικός κόσμος της Αριάν Μνούσκιν, εμπνεύστριας, ιδρύτριας και ψυχής του Θεάτρου του Ήλιου είναι ένα μεγάλο πλήθος ηθοποιών προερχόμενων από διαφορετικές χώρες και πολιτισμούς, με διαφορετικές γλώσσες και κοινό στόχο μια κοινότητα θεατρίνων που να μπορεί με το έργο της να συνομιλήσει με τα προβλήματα του λαού. Αυτό είναι πάνω – κάτω και το ιδρυτικό μανιφέστο του Θεάτρου του Ήλιου που ιδρύθηκε τη δεκαετία του ΄60 σαν μια κολεκτίβα με στόχο ένα παρεμβατικό θέατρο.
Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία για την πολιτική ταυτότητα αυτού του θεάτρου που 50 χρόνια μετά εξακολουθεί να μην έχει εγκαταλείψει τον αρχικό του στόχο και να εξελίσσεται παράλληλα με τις κοινωνικοπολιτικές αλλαγές του πλανήτη.
«Οι Ναυαγοί της τρελής ελπίδας» εκτός από φόρος τιμής της Μνουσκίν σε κεινους που οραματίστηκαν έναν καλύτερο και ειρηνικό πλανήτη, αποτελούν και το σαφές πολιτικό της μήνυμα για την ανθρωπότητα στις πρώτες δεκαετίες αυτού του νέου αιώνα που διανύουμε.
«Οι ναυαγοί της τρελής ελπίδας» είναι μια ομάδα ηθοποιών με επικεφαλείς τρεις κινηματογραφιστές που αποφασίζουν να γυρίσουν μια ταινία βωβού κινηματογράφου με τα πενιχρά μέσα που διαθέτουν. Οι μπομπίνες είναι περιορισμένες, κινηματογραφικό στούντιο δεν υπάρχει, το ανθρώπινο δυναμικό δεν επαρκεί και το σχέδιο είναι μεγαλόπνοο: μια ταινία για το ναυάγιο ενός πλοίου απ’ το Κάρντιφ της Αγγλίας ως την Αυστραλία, βασισμένο σ’ ένα χειρόγραφο του Ιουλίου Βερν απ’ το 1905 με τίτλο «Στη Μαγγελανία»(ο γιος του Βερν το ξανάγραψε με τίτλο «Οι ναυαγοί του Ιωνάθαν» χρησιμοποιώντας το όνομα του πατέρα του και πείθοντας τον αρχικά αρνητικό εκδότη που είχε χαρακτηρίσει το πρωτότυπο πολύ σκοτεινό για να το εκδώσει) αλλά κι απ’ τον «Φάρο στην άκρη του κόσμου».
Ουσιαστικά, το γύρισμα της ταινία είναι σαν θέατρο εν θεάτρω με τη διαφορά ότι εδώ είναι κινηματογράφος μέσα στο θεατρικό γίγνεσθαι. Η Αριάν Μνουσκίν και  η Ελέν Σιξούς που συνυπογράφουν το θέαμα, εμπνεύστηκαν απ’ τα βιβλία του Βερν, όπως ακριβώς και οι ηθοποιοί που γυρίζουν την ταινία.

Η ομάδα των ηθοποιών λοιπόν, ελλείψει των μέσων που προαναφέρονται, χρησιμοποιούν την ταβέρνα του κυρίου Φελίξ στις όχθες του Μάρνη για να κάνουν τα γυρίσματα της ταινίας του. Ο εστιάτορας, θερμός υποστηρικτής της προσπάθειας τους και θαυμαστής της τέχνης του κινηματογράφου που βρίσκεται ακόμα στα σπάργανα, όχι μόνο τους εμψυχώνει, αλλά τους παραχωρεί το προσωπικό του μαγαζιού για να συμπληρώσουν τα κενά τους κι έτσι καταλήγουν όλοι να τα κάνουν όλα: απ’ την κατασκευή σκηνικών, ως την καθαριότητα, τη δημιουργία ειδικών εφφέ, φωτισμού, αλλά και την παρουσία τους ως ηθοποιών στην ταινία.
Έχει σημασία να πούμε ότι το γύρισμα πραγματοποιείται το καλοκαίρι του 1914 και λίγο πριν ξεσπάσει ο Α’ παγκόσμιος πόλεμος. Τα μέλη της ομάδας- όπως και οι ρόλοι που υποδύονται- ανήκουν σε διάφορες κατηγορίες, από ουμανιστές και σοσιαλιστές , μέχρι καπιταλιστές και οπορτουνίστες.
Ο Ζαν, σκηνοθέτης της ταινίας εκφράζει πολλάκις τη βαθειά του πίστη για έναν καλύτερο κόσμο. Οραματίζεται τον 20ο αιώνα ως έναν αιώνα αναίμακτο, χωρίς πολέμους και με πραγματική ειρήνη και συμφιλίωση για τους λαούς.
Σύντομα θα συνειδητοποιήσει την ουτοπία, αφού οι σειρήνες του πολέμου ηχούν στη μικρή σοφίτα της καλλιτεχνικής δημιουργίας και η πολλά υποσχόμενη ταινία μένει ανολοκλήρωτη.


Το αισθητικό αποτέλεσμα της παράστασης ήταν εντυπωσιακό. Ο τρόπος που κινείται επί σκηνής όλο αυτό το πλήθος, που παράγει ήχο και συναισθήματα, που δημιουργεί  τον σκηνικό χώροκαι τα εφφέ ή αποκαλύπτει τα τεχνικά “μυστικά” της παράστασης, μαρτυρούν το πώς εργάζεται η ομάδα της Μνουσκίν υπό τη σκηνοθετική της μπαγκέτα. Άλλωστε, ο τρόπος που κάνουν πρόβες οι ηθοποιοί του Θεάτρου του Ήλιου, δεν είναι ο κλασικός. Δεν περιλαμβάνονται στις συναντήσεις τους ούτε εξηγήσεις επί του κειμένου, ούτε εξαντλούνται σε θεωρητικές αναζητήσεις. Αντίθετα, κρατώντας το κείμενο στο χέρι, δοκιμάζουν πολλούς αυτοσχεδιασμούς  κι εναλλάσσονται στους ρόλους μέχρι να βρει ο καθένας την ταυτότητα του με την καθολική αποδοχή της ομάδας. Η Μνουσκίν εστιάζει στην ψυχή του ηθοποιού κι αδιαφορεί για το σκηνικό στήσιμο, το mise en place. Γι’ αυτήν,  η τέχνη της σκηνοθεσίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τις φυσικές αντοχές του ηθοποιού και του σκηνοθέτη. Η κόπωση που επέρχεται με το πέρασμα του χρόνου αποτελεί τροχοπέδη στην έρευνα που είναι κάτι δυναμικό και καθόλου θεωρητικό και στατικό κι έτσι πεθαίνει η τέχνη.
Κάθε παραγωγή του Θεάτρου του Ήλιου σηματοδοτεί ένα μεγάλο ταξίδι. Είναι το ταξίδι του θιάσου στη χώρα που θα δώσουν παράσταση αλλά και το ταξίδι στις ψυχές τους ποθώντας να συναντηθούν με τις ψυχές του κοινού που θα τους παρακολουθήσει. Είναι τέλος, μια πορεία μέσα στον χρόνο και τον χώρο της κάθε παράστασης που δεν εξαντλείται στη σκηνική τους μεταμόρφωση. Οι ηθοποιοί της Μνουσκίν, αλλά και η ίδια δεν είναι παρά αφοσιωμένοι εργάτες της τέχνης τους και αυτό συνεπάγεται την εμπλοκή τους σε όλες τις δουλειές του θιάσου, από την καθαριότητα της σκηνής,το στήσιμο της και την παρουσία τους σ’ αυτήν ως υποκριτές του εκάστοτε ρόλου ως και την ταξιθεσία.
Τα ανοιχτά καμαρίνια τους, ορατά προς το κοινό, καλύπτονται από διάφανες κουρτίνες και ανοίγονται στο τέλος της παράστασης, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα που υποδηλώνει την αρμονική συνύπαρξη ρεαλισμού και ψευδαίσθησης.

Το βλέμμα των ηθοποιών στο χειροκρότημα, μείγμα ικανοποίησης κι ευγνωμοσύνης μαρτυρά τη σοβαρότητα με την οποία κάνουν τη δουλειά τους κι αποζητούν τη συμμετοχή μας.

Είναι σπουδαία εμπειρία η παρακολούθηση της δουλειάς της Μνουσκίν και της ομάδας της όχι μόνο για ιστορικούς λόγους -καθώς δεν είναι πολλά πια τα θεατρικά σχήματα που μετρούν μισό αιώνα ζωής ανά τον κόσμο – αλλά και γιατί τα θεάματα της είναι αποτέλεσμα σοβαρής έρευνας που σέβονται τη θεατρική παράδοση της Ανατολής και της Δύσης, αλλά και τον ίδιο τον θεατή που έχει την τύχη να γίνεται κοινωνός σπουδαίας θεατρικής πράξης μεστής περιεχομένου.

Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου 2011

«Οι Ναυαγοί της τρελής ελπίδας» («Au fol espoir» )στο Athens Metropolitan Expo

Σκηνοθεσία – Σκηνικός χώρος:Ariane Mnouchkine
Πρωτότυπη μουσική: Jean-Jacques Lemêtre
Υλοποίηση σκηνικού χώρου:Everest Canto de Montserrat
Σκηνικά αντικείμενα:Serge Nicolaï
Φωτισμοί:Elsa Revol
Σχεδιασμός ήχου:Yann Lemêtre

Εδώ, ένα πολύ ενδιαφέρον ρεπορτάζ για το Θέατρο του Ήλιου

Advertisements

«Πουθενά» στο Εθνικό Θέατρο (κτήριο Τσίλλερ-Κεντρική Σκηνή)

Δεν έχω ειδικές γνώσεις χορού και γενικά δεν έχω παρακολουθήσει πολλές φορές χορό στη ζωή μου. Τη δουλειά του Παπαϊωάννου την γνώρισα -όπως και πολλοί άλλοι φαντάζομαι-μέσα από την τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας και στη συνέχεια είδα και τη «Μήδεια» του πέρυσι στο Παλλάς.

Κάνω αυτήν την απαραίτητη εισαγωγή για να διευκρινίσω ότι δεν προτίθεμαι να μιλήσω γι’ αυτό που παρακολούθησα με κριτήρια ειδικού ως προς το αντικείμενο και την τεχνική. Έτσι κι αλλιώς, δεν τα διαθέτω! Ωστόσο, το «Πουθενά» του Δημήτρη Παπαϊωάννου ήταν ο εκλεκτός που εγκαινίασε το ανακαινισμένο Κτήριο Τσίλλερ του Εθνικού θεάτρου κι ως εκ τούτου δεν μπορώ να το αφήσω έξω απ’ αυτό το blog.

Το σημαντικό-κατά τη γνώμη μου- ερώτημα είναι τι προσδοκά κανείς απ’ την εναρκτήρια παράσταση του πρώτου κρατικού θεάτρου της χώρας; Τι περιμένει να δει κανείς στα εγκαίνια με άλλα λόγια.

 Συγχωρήστε μου τον απλοϊκό πιθανώς συλλογισμό, αλλά αν ήταν εγκαίνια καταστήματος, το αναμενόμενο θα ήταν αγιασμός και μπουφές με καναπεδάκια και γλυκά. Στο τέλος οι καλεσμένοι θα ψώνιζαν και κάτι για το καλό…

Στα εγκαίνια όμως της πρώτης κρατικής μας σκηνής, στα αποκαλυπτήρια ενός ιστορικού κτηρίου που παρέμεινε κλειστό για οχτώ χρόνια, η πρώτη παράσταση πρέπει κάτι να σηματοδοτεί.

Στο παρελθόν, το Εθνικό θέατρο έκανε εγκαίνια 2 ακόμη φορές και αξίζει να δούμε ποιες ήταν οι εναρκτήριες παραστάσεις του:

Το 1901 λοιπόν, το Βασιλικό Θέατρο ανοίγει τις πύλες του στο κοινό, με μονόλογο από το έργο του Δημήτρη Βερναρδάκη «Μαρία Δοξαπατρή» και δύο ελληνικές μονόπρακτες κωμωδίες: Δημήτρη Κορομηλά «Ο θάνατος του Περικλέους» και Χαράλαμπου Άννινου «Ζητείται υπηρέτης», ενώ το 1932 ως Εθνικό θέατρο πλέον, παρουσιάζει τον «Αγαμέμνονα» του Αισχύλου και τον «Θείο Όνειρο» του Ξενόπουλου.

Οι γνωρίζοντες, ξέρουν πόσο σημαντική θέση έχει η «Μαρία Δοξαπατρή» στην ιστορία του νεοελληνικού θεάτρου, με πόσα έργα τροφοδότησαν την ελληνική θεατρική σκηνή ο Κορομηλάς κι ο Ξενόπουλος και βέβαια όλοι καταλαβαίνουν γιατί το 1932 επιλέχθηκε μια αρχαία τραγωδία.

Τα γράφω όλα αυτά για να καταλήξω στο ότι τελικά ήταν εύστοχη η επιλογή του Παπαϊωάννου με το «Πουθενά». Καταρχήν, ο δημιουργός δίνει σημαντικά δείγματα «γραφής» εδώ και χρόνια. Στον αντίλογο του ότι πιθανώς να εξαργυρώνει την επιτυχία της Ολυμπιάδας, έχω ν’ απαντήσω στο ότι υπάρχει ένα μεγάλο κοινό που τον ακολουθεί και το κοινό καλό είναι να μην το υποτιμούμε. Βέβαια, τα κριτήρια του ποιον παρακολουθώ και γιατί είναι πολλά και συζητιούνται και πάντως δεν είναι του παρόντος.

Επιπλέον, η ανακαίνιση του κτηρίου Τσίλλερ παρέδωσε μια υπερσύγχρονη σκηνή με καταπληκτικές τεχνικές δυνατότητες που αξίζει ν’ αναδειχθούν.

Το «Πουθενά» είναι βασικά κίνηση κι όχι χορός. Η παράσταση, όπως έχει ήδη τονίσει ο Δημήτρης Παπαϊώαννου «καθορίζεται από την ανθρώπινη παρουσία, για να σημαίνει αμέτρητους τόπους, ενώ έχει σχεδιαστεί για να είναι κανένας». Οι 26 χορευτές κινούνται μέσα στον σκηνικό χώρο παρουσιάζοντας μας τις τεχνικές του δυνατότητες, αποκαλύπτοντας μας μηχανισμούς, καταπακτές, μυστικές πόρτες, περάσματα. Προσπαθούμε να φανταστούμε μέσα από την άδεια σκηνή, τα έργα που θα έρθουν, τις δυσκολίες τους… Θα θυμάμαι άραγε εγώ μετά από χρόνια ότι είδα ποιο μηχάνημα δημιουργεί την αίσθηση της τρικυμισμένης θάλασσας, ποιο της γης που υποχωρεί κόκ.

Αισθητικά βρήκα πολύ εντυπωσιακές τις σκηνές προς το τέλος, ιδιαίτερα εκείνη με τους γυμνούς χορευτές αγκαλιασμένους που μου έμοιαζε σαν να συμβόλιζε τη γέννηση του νέου θεάτρου. Είναι απ’ τις πιο μαγικές σκηνές που έχω ποτέ παρακολουθήσει στο θέατρο.

Τέλος, το εύρημα του φινάλε με τη συνάντηση των θεατών της προηγούμενης και της επόμενης παράστασης καταγράφηκε επίσης στα εντυπωσιακά στοιχεία του «Πουθενά».  

Το «Πουθενά» παρουσιάστηκε από τις 13/10 ως τις 6/12 από Τετάρτη ως Κυριακή  σε δύο παραστάσεις των 45΄ η κάθε μία.

«Πουθενά» του Δημήτρη Παπαϊωάννου

ΚΤΗΡΙΟ ΤΣΙΛΛΕΡ – ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΚΗΝΗ

Σύλληψη – Σκηνοθεσία: Δημήτρης Παπαϊωάννου

Εικαστικός συνεργάτης – Σκηνικός σχεδιασμός: Ζάφος Ξαγοράρης

Μουσική σύνθεση – Ηχητικός σχεδιασμός: Coti K.

Σχεδιασμός φωτισμών: Αλέκος Γιάνναρος

Κοστούμια: Θάνος Παπαστεργίου

Βοηθός σκηνοθέτη – Διεύθυνση καλλιτεχνικής παραγωγής:  Τίνα Παπανικολάου

Διανομή:

Προκόπης Αγαθοκλέους

Πάνος Αθανασόπουλος

Θανάσης Ακοκκαλίδης

Αντώνης Βαής

Νίκος Δραγώνας

Μανόλης Θεοδωράκης

Κωνσταντίνος Καρβουνιάρης

Γιώργος Καφετζόπουλος

Ευριπίδης Λασκαρίδης

Tadeu Liesenfeld

Κωνσταντίνος Μαραβέλιας

Γιώργος Μάτσκαρης

Γιάννης Μίχος

Μαρία Μπρέγιαννη

Ίλια Ντετσάβες – Πόγκα

Χρήστος Παπαδόπουλος

Γιάννης Παπακαμμένος

Σίμος Πατιερίδης

Άρης Πλασκασοβίτης

Ευαγγελία Ράντου

Ηλίας Ραφαηλίδης

Καλλιόπη Σίμου

Διογένης Σκαλτσάς

Συμεών Τσακίρης

Σοφία Τσιαούση

Altin Huta


Επισκεψιμότητα

  • 201.933 hits

Αρχείο

Advertisements