Archive for the 'Θεωρητικά' Category

Ελληνικό Φεστιβάλ: φθηνό ή ακριβό σπορ;

Μια συζήτηση στο facebook πριν από λίγο μου έδωσε το ερέθισμα να γράψω κι εδώ  σχετικά με το θέμα της τιμής των εισιτηρίων του φεστιβάλ.

Καταρχήν να πω ότι ανήκω στους υποστηρικτές του θεσμού αλλά  και του Λούκου ειδικότερα. Επειδή παρακολουθώ την τελευταία 20ετία τουλάχιστον τα θεατρικά δρώμενα, τολμώ να πω ότι χωρίς τον Λούκο το φεστιβάλ δεν θα ήταν αυτό που είναι από το 2006 ως σήμερα, τόσο σε επίπεδο ποιότητας, όσο και σε επίπεδο διαχείρισης και οργάνωσης.

Θυμάμαι κάποια απ’ τα επαρχιώτικης φύσης πανηγύρια της δεκαετίας του ’90. Ήμουν μέσα στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου τη χρονιά που ο Καρακατσάνης προσπαθούσε μάταια να κάνει έναρξη της «Ειρήνης»  ή της «Λυσιστράτης» (δεν θυμάμαι ποιας κωμωδίας απ’ τις δύο) του Αριστοφάνη και το πλήθος τον διέκοπτε αγριεμένο. Πουλιόντουσαν διπλά και τριπλά οι θέσεις τότε. Μοιράζονταν κάποιες άλλες σε όσους είχαν τα προνόμια (ατέλειες, κάτοικοι του Λυγουριού και των πέριξ χωριών έμπαιναν ελεύθερα λόγω κληρονομικού διακιώματος μάλλον) (sic) .   Το θέατρο είχε γεμίσει ασφυκτικά και περίσσευαν οι όρθιοι που αρνιόντουσαν να μείνουν όρθιοι αφού είχαν πληρώσει…
Λοιπόν για να μην μακρυγορώ, τα θυμάμαι όλα αυτά και γι’ αυτό χαίρομαι που επί διευθύνσεως Λούκου παρήλθαν ανεπιστρεπτί. Βλέπουμε πια καλό θέατρο, έχουμε σημαντικές μετακλήσεις απ’ το εξωτερικό, έχουν ανέβει οι προδιαγραφές του φεστιβάλ, υπάρχει χορός, μουσική, εικαστικά. Το Φεστιβάλ είναι μια γιορτή που δεν θες να χάσεις και που τα τελευταία δύο χρόνια που μας έχει πάρει η κάτω βόλτα, ευφραίνει τις ψυχές μας και δίνει έναν καλλιτεχνικό αέρα στην πολύπαθη Αθήνα.
Αναρωτιέμαι επομένως, γιατί να μην έχουν όλοι ή όσο πιο πολλοί γίνεται μερίδιο σ’ αυτή τη χαρά; Ακούω παράπονα για τις τιμές των εισιτηρίων. Στις πιο πολλές περιπτώσεις ξεκινούν από 20 ευρώ. Υπάρχουν βέβαια φοιτητικά, μειωμένα, ΑΜΕΑ, ανέργων. Δεν είναι όμως μόνο αυτές οι ομάδες που διακιούνται έκπτωση. Για παράδειγμα μειωμένο πληρώνουν όσοι επιδεικνύουν θεατρική ατέλεια ή ίσως κι άλλη κάρτα πολιτισμού ή πιθανόν και οι άνω των 65.
Υπάρχουν όμως πολλά νέα παιδιά χαμηλόμισθα που κι αυτά διακιούνται να δουν μια παράσταση και που η πολιτεία θα έπρεπε να τους βοηθήσει να το κάνουν.
Αυτά τα παιδιά θα θυσιάζαν μια νυχτερινή έξοδο με κανά δυο μπύρες για μια βραδιά φεστιβάλ, αλλά αν τα βάλεις κάτω, πιο φθηνή είναι η έξοδος με τις μπύρες τελικά…
Αναρωτιέμαι πώς και δεν το έχει σκεφθεί αυτό η διεύθυνση του Φεστιβάλ. Δεν γνωρίζω τα διαδικαστικά, αλλά δεν υπάρχει άραγε δυνατότητα χαμηλότερης τιμής σε κάποιες εγχώριες παραγωγές; Για τις μετακλήσεις καταλαβαίνω ότι είναι άλλα τα έξοδα και σαφώς πολύ περισσσότερα λόγω μετακινήσεων.
Ακόμα, δεν θα μπορούσαν να υπάρχουν κατηγορίες οικονομικών πακέτων στα εισιτήρια, πχ για κάποιον που θα θελήσει να προαγοράσει εισιτήρια για 5 ή 10 παραστάσεις;
Δεν ξέρω τι θα γίνει στο μέλλον με τον θεσμό του φεστιβάλ, πώς θα είναι του χρόνου, αν αλλάξει μορφή προς το καλύτερο ή το χειρότερο.  Η τωρινή του εικόνα πάντως έχει ανεβάσει τόσο πολύ τον πήχυ που πραγματικά θ’ άξιζε να βρεθεί ένας τρόπος ν’ ανοίξει σε μεγαλύτερο αριθμό κοινού.

Θέατρο στις αυλές


Δεν γνωρίζω ποιος το ξεκίνησε, σε ποιον ανήκει η πατρότητα της ιδέας και κάτω από ποιες συνθήκες αποφασιζόταν κάθε φορά να ορίζεται ένα παλιό σπίτι σαν σκηνικός χώρος.

Πιστεύω ότι δεν ακολουθήθηκε κανένας ιδιαίτερος κανόνας. Η Αθήνα των πολλών παραστάσεων οδήγησε κάποια στιγμή τις ομάδες να βρίσκουν εναλλακτικούς χώρους για το ανέβασμα της δουλειάς τους. Έτσι, την τελευταία εικοσαετία, είδαμε γκαράζ και αποθήκες να μετατρέπονται σε θεατρικές αίθουσες (sic) αλλά και τουαλέτες , μπαρ, πολυχώρους, γκαρσονιέρες, γκαλερί ή ακόμα και μεικτές τεχνικές με λίγο σε κλειστό χώρο και λίγο στον δρόμο (κάτι τέτοιο κάνει εξάλλου κι ο Μαρμαρινός στο τελευταίο εγχείρημα του υπό τη σκέπη του φεστιβάλ Αθηνών).

Στο πλαίσιο του ότι το θέατρο είναι σύμβαση, το «βάπτισμα» ενός συγκεκριμένου χώρου σε θεατρική αίθουσα είναι απολύτως θεμιτό. Επιπλέον, ας μην μας ξενίζει καθόλου αυτό κι ας μην το θεωρούμε πρωτοτυπία, αφού τα μπουλούκια παλαιότερων εποχών, συχνά παίζανε σε καφενεία χωριών με πολύ πρόχειρα σκηνικά.

Αυτά όσον αφορά στις χειμερινές παραγωγές. Το καλοκαίρι τα πράγματα ήταν ανέκαθεν  κάπως πιο ξεκάθαρα. Οι παραστάσεις  δίνονταν είτε σε θερινά θέατρα ή σε αρχαία θέατρα ή σε πρώην νταμάρια  που βαφτίστηκαν θέατρα ή σε πλατείες, σε άλση, σε ρεματιές  κόκ.

Τα τελευταία χρόνια, άλλαξε πολύ η φυσιογνωμία της πόλης αλλά και οι ανάγκες του κοινού. Οι παλιοί θεατρικοί επιχειρηματίες άρχισαν να εκλείπουν είτε βιολογικά, είτε λόγω οικονομικής δυσπραγίας, οι καλλιτεχνικές γειτονιές της Αθήνας μετακόμισαν κάτω απ’ την Ομόνοια και το κοινό δεν είναι πια το ίδιο ή τουλάχιστον δεν είναι το κοινό των θερινών θεάτρων που γνώριζαν κάποτε πιένες επί της Λεωφόρου Αλεξάνδρας. Επιπροσθέτως, πρέπει να τονίσουμε ότι οι ξένες ομάδες που επισκέπτονται την Αθήνα τα τελευταία χρόνια και η διεθνής φυσιογνωμία του φεστιβάλ Αθηνών δημιουργεί περισσότερες απαιτήσεις, φαντασία και δημιουργικότητα.

Το 2006 η παράσταση «Καρδιά με κόκκαλα» παίχτηκε στην αυλή του ερειπωμένου σπιτιού του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη στα Εξάρχεια. Δυο χρόνια αργότερα, ανεβαίνει το «Αίμα μαραμένο» πάλι σε μια αυλή των Εξαρχείων. Στη συνέχεια ήρθε η «Κάρμεν» του Στάθη Λιβαθινού  σε μια αυλή κάπου στο Μεταξουργείο, ενώ  φέτος το καλοκαίρι τρία θεατρικά έργα πήραν σάρκα και οστά στις αυλές παλιών ερειπωμένων σπιτιών περίξ της πλατείας Αυδή στο Μεταξουργείο και πιθανολογώ ότι ίσως να υπάρχει και κάτι ακόμα που δεν έχει πέσει στην αντίληψη μου.

Ευφάνταστες οι νέες ομάδες και κόντρα στην κρίση που θέλει θέατρα να κλείνουν και ομάδες να μην μπορούν να στεγάσουν τις δουλειές τους και να επικοινωνήσουν με το κοινό, η επιλογή των αυλών φαντάζει ιδανική όαση για ένα κομμάτι τέχνης μέσα στο καλοκαιρινό κλεινόν άστυ.

Το «τάβλι» του Κεχαΐδη, το «Χώμα» του Jose Ramon Fernandez  (εκκρεμεί ανάρτηση) και η «Αγγέλα» του Σεβαστίκογλου(εκκρεμεί ανάρτηση) ζωντάνεψαν από θιάσους νοσταλγούς μιας παλιάς Αθήνας που δεν μένουν προσκολλημένοι στο παρελθόν, αλλά επιχειρούν να παντρέψουν δημιουργικά μια ρετρό ατμόσφαιρα ως προς τον φυσικό χώρο, με ευφάνταστες σκηνοθεσίες και έργα που τους πάει πολύ να παίζονται σε εσωτερικές αυλές.

Σε εποχές κρίσης, όπως αυτή που διανύουμε, ακόμα και το εισιτήριο πρέπει να είναι δελεαστικό (στις προαναφερθείσες παραστάσεις κυμαίνεται από 10 ως 12 ευρώ).

Το Μεταξουργείο είναι μια πολυπολιτισμική γειτονιά, παρεξηγημένη, εγκαταλειμμένη, ίσως και κάπως επικίνδυνη. Για όλα αυτά μαζί με το ότι τα σπίτια κι οι δρόμοι του κουβαλάνε ατμόσφαιρα παλιάς Αθήνας, είναι πολύ ενδιαφέρουσα γειτονιά για θέατρο. Η συνάντηση διαφορετικών φυλών, η τέχνη πίσω απ’ τις κλειστές πόρτες, τα παιδιά των μεταναστών που παίζουν στην πλατεία ξέγνοιαστα, κάτι ξεχασμένα καφενεία, χαρακτηριστικά φωτάκια σε κάποια «σπίτια» και τραπεζάκια έξω για φαγητό. Υπάρχει καλύτερο σκηνικό για ν’ αντιγράψει η ζωή την τέχνη ή η τέχνη τη ζωή;

«Travelling Light» στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών

Αν κάτι είναι γοητευτικό στην τέχνη του θεάτρου είναι το εφήμερο της φύσης του. Η δημιουργία μιας θεατρικής πραγματικότητας που γεννιέται και πεθαίνει σε κάθε παράσταση είναι ευλογία και κατάρα μαζί για ηθοποιούς και κοινό.  Η κάθε κορυφαία στιγμή δεν πρόκειται να επαναληφθεί και η οποιαδήποτε κακή δεν μπορεί να διορθωθεί. Όλα είναι ζωντανά, μπροστά στις αισθήσεις και την κρίση των θεατών.

Θα μπορούσα να μιλάω ώρες γι’ αυτή τη μαγεία, γι’ αυτή τη γοητεία του ανεπανάληπτου που θα έπρεπε να κάνει το θέατρο να διατηρείται στον χρόνο ως ανάμνηση για όσους τυχερούς υπήρξαν μύστες κι όχι να προσπαθεί να το φυλακίσει στον χρόνο μέσα από μια κάμερα.

Η τεχνολογία επιχειρεί να το ανατρέψει αυτό καταγράφοντας παραστάσεις που για τον ένα ή τον άλλο λόγο πρέπει να διασωθούν. Στην εγχώρια παραγωγή, δεν έχουμε δει κάτι αξιόλογο μέχρι στιγμής και αναφέρομαι στην ποιότητα της λήψης κι όχι της παράστασης (αν κι αυτό το τελευταίο είναι επίσης συζητήσιμο). Η ιδιωτική τηλεόραση πρόβαλε τα τελευταία είκοσι χρόνια μαγνητοσκοπημένες παραστάσεις του εμπορικού – κατά την προσφιλή έκφραση- θεάτρου.

Στο εξωτερικό δεν ξέρω καθόλου τι γίνεται. Επίσης, δεν γνωρίζω πόσες και ποιες παραστάσεις τόσο στην Ελλάδα όσο κι έξω μαγνητοσκοπούνται για αρχειακούς λόγους. Στην Ελλάδα, αν συμβαίνει πάντως, μόνο το Εθνικό θέατρο έχει τη δυνατότητα αλλά και την ανάγκη να το κάνει.

Η εμπειρία που είχα πριν από δυο εβδομάδες με το «Travelling light» ήταν αυτή μιας μαγνητοσκοπημένης παράστασης εξαιρετικής ποιότητας όμως στην οπτικοακουστική της απόδοση.

Το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών έχει ξεκινήσει μια ενδιαφέρουσα συνεργασία με τη Βρετανική Πρεσβεία και το Βρετανικό Συμβούλιο, μετέχοντας στο δίκτυο του National Theatre Live. Έτσι, έχει κανείς τη δυνατότητα να παρακολουθήσει μερικές σημαντικές παραστάσεις του Εθνικού Θεάτρου της Αγγλίας με οπτικοακουστικά μέσα υψηλής ευκρίνειας και σε τιμή σχεδόν ανάλογη ενός εισιτηρίου κινηματογράφου,

Το «Travelling light» του Nicholas Wright είναι μια αναδρομή στις απαρχές του κινηματογράφου. Ένας καταξιωμένος σκηνοθέτης θυμάται το ξεκίνημα της σταδιοδρομίας του με αφορμή την επιστροφή του στη γενέθλια γη για τον θάνατο του πατέρα του και την κάμερα που κληρονόμησε απ’ τον αποθανόντα. Αναπολεί το κινηματογραφικό ταξίδι στο οποίο μπήκε κάπως αναπάντεχα και με αρκετές επιφυλάξεις, ωθούμενος κυριολεκτικά απ’ το δαιμόνιο επιχειρηματικό πνεύμα ενός πλούσιου εβραίου εμπόρου της περιοχής. Το επιχειρηματικό δαιμόνιο του Jacob, η αναπόφευκτη ματαιοδοξία που γέννησε στους ανθρώπους της κοινότητας η απαθανάτιση στο πανί, τα ήθη και τα έθιμα τους, αλλά και οι δυσκολίες που γέννησαν ιδέες ήταν τελικά το πλούσιο κληροδότημα που κουβάλησε στις αποσκευές του ο νεαρός Μοτλ τη νύχτα που δραπέτευσε απ’ αυτόν τον μικρόκοσμο για να πάει στην Αμερική, στη γη της ευκαιρίας, όπου και πέτυχε υλοποιώντας αυτά που έμαθε στη μικρή κοινότητα απ’ την οποία τόσο καταπιεζόταν.

Απ’ τις πολύ συγκινητικές στιγμές του έργου, η νύχτα όπου ο νεαρός Μοτλ με την Άννα (την κοπέλα που στάθηκε η πηγή της έμπνευσης του) ανακαλύπτουν με πρωτόγονα μέσα το μοντάζ, το γύρισμα κατά τη διάρκεια του οποίου οι ιδέες που γεννιούνται δίνουν το close up ή τον τρόπο να εκδηλώνει ένας ηθοποιός του βωβού κινηματογράφου τη συναισθηματική του φόρτιση, αλλά και η σκηνή που ο Μοτλ ως Maurice Montgomery πλέον ανακαλύπτει τις παλιές κόπιες και μέσα απ’ τις εικόνες κάνει μια αναδρομή στα πρώτα του βήματα ( εδώ μάλιστα αναπόφευκτα ο θεατής θυμάται το κινηματογραφικό «Σινεμά ο Παράδεισος»)

Ο Nicholas Hytner σκηνοθέτησε μια παράσταση με πολύ χιούμορ κι έντονη συναισθηματική φόρτιση φροντίζοντας να κρατάει τις ισορροπίες ώστε να μην γίνει ούτε μελό, ούτε αστεία. Τα απολύτως ρεαλιστικά σκηνικά και κοστούμια έδωσαν μια νότα νοσταλγίας, ενώ η μουσική «έντυσε» με ιδιαίτερο τρόπο το έργο. Ιδιαίτεροι κι οι φωτισμοί του Bruno Poet αφού έπρεπε να αποδώσουν άλλοτε μια «ασπρόμαυρη» κι άλλοτε μια «έγχρωμη» πραγματικότητα, στη σκηνή ή στη μεγάλη οθόνη.

Αξιόλογες οι ερμηνείες με κορυφαίες αυτές του Antony Sher (μέσα απ’ τον λόγο και τις χειρονομίες του θαρρείς και φωτίζεται όλη αυτή η γενιά των ευρωπαίων μεταναστών που έδωσαν τα φώτα τους στην αμερικανική κινηματογραφική βιομηχανία όταν ακόμα ήταν στα πρώτα της βήματα.) και της Lauren O’Neil που έβγαζε ζεστασιά κι αισθαντικότητα. Πολύ καλοί κι οι υπόλοιποι ηθοποιοί. Κάτι έλειπε ωστόσο – κατά τη γνώμη μου- τόσο στον Damien Molony που ενσάρκωνε τον Μοτλ όσο και στον Paul Jesson. Ίσως αυτό το στοιχείο που θα μπορούσε να είναι υποκριτικά κι ο συνδετικός κρίκος ανάμεσά τους αφού κι οι δυο υποδύονται το ίδιο πρόσωπο σε δυο διαφορετικές ηλικιακές φάσεις της ζωής του.

Μέγαρο Μουσικής Αθηνών

Nicholas Wright: «Travelling Light» του Nicholas Wright

Με αγγλικούς υπότιτλους

Μαγνητοσκοπημένη μετάδοση από το Εθνικό Θέατρο της Αγγλίας
(παράσταση: 9 Φεβρουαρίου)

Σκηνοθεσία: Nicholas Hytner
Σκηνικά: Bob Crowley
Κοστούμια: Vicki Mortimer
Φωτισμοί: Bruno Poet
Μουσική: Grant Olding

Στην παράσταση συμμετέχουν:
Mo: Mark Extance
Josef: Colin Haigh
Maurice Montgomery: Paul Jesson
Tsippa: Sue Kelvin
Ida: Abigail McKern
Motl Mendl: Damien Molony
Anna: Lauren O’Neil
Ensemble: Tom Peters
Jacob Bindel: Antony Sher
Ensemble: Jill Stanford
Hezzie: Darren Swift
Itzak: Karl Theobald
Ensemble: Geoffrey Towers
Ensemble: Kate Webster
Aron: Jonathan Woolf
Rivka: Alexis Zegerman

photos by Johan Persson

Τηλε-θέατρο

Λοιπόν, τις μέτρησα μέχρι στιγμής και βγαίνουν 6. Πέντε θεατρικές παραστάσεις και μια όπερα. Αναφέρομαι στις παραστάσεις που γίνεται χρήση οθόνης είτε τηλεόρασης, είτε πανιού σαν αυτό που συνοδεύει προβολές από projector.
Τα τελευταία χρόνια είναι ιδιαίτερα αισθητή η ανάγκη του θεάτρου να συμπορευτεί με τις νέες τεχνολογίες. Πριν από 6 χρόνια περίπου, αυτό σε μένα τουλάχιστον φάνταζε κάπως εξωπραγματικό. Τότε περίπου είχε συσταθεί στη σχολή Καλών Τεχνών ένα τμήμα Video Art και ψηφιακής τεχνολογίας με τον εντυπωσιακό τίτλο «Digital Arts».
Το παρακολουθούσε κάποιος φίλος σκηνοθέτης, έκανε σ’ αυτό το μεταπτυχιακό του και αποφοίτησε με μια παράσταση όπου συνδύαζε την κλασική σκηνική πράξη με τα νέα μέσα και μάλιστα με τολμηρό τρόπο, αφαιρώντας ο, τιδήποτε σκηνικό αντικείμενο θα μπορούσε να υπάρχει και αντικαθιστώντας το με μια οθόνη όπου προβαλλόνταν και εναλλάσσονταν διάφορες εικόνες που ανάλογα με τους ήχους και τα χρώματα που παρήγαγαν, έκαναν και τους ηθοποιούς να συμπεριφέρονται ανάλογα. Επρόκειτο για μια multimedia διαδραστική performance με την «Ιφιγένεια εν Ταύροις» ως πρώτη ύλη.

Δεν μπορώ να πω ότι η προσθήκη τέτοιων μέσων με βρίσκει πάντα απόλυτα σύμφωνη. Παρόλα αυτά, καταλαβαίνω την αναγκαιότητα της και χάριν του εκσυγχρονισμού του θεάτρου και όποτε απαιτείται απ’ την παράσταση. Φέτος λοιπόν, η τύχη τα έφερε έτσι, ώστε με δυο μέχρι στιγμής εξαιρέσεις, να έχω δει οθόνη ή τηλεόραση ή πανί περισσότερο από ποτέ και μάλιστα δεν μου άφησε και τις καλύτερες ενυπώσεις.

Οι ενστάσεις μου πηγάζουν απ’ το ότι δεν μπορώ να δεχτώ καμία προσθήκη και δη νεωτεριστική αν δεν εξυπηρετεί δραματουργικά την παράσταση, αν δεν βοηθάει με κάποιον τρόπο το κείμενο. Δεν μ’ αρέσει η καινοτομία για την καινοτομία, δεν την αποδέχομαι στην προσωπική μου αισθητική τάξη.

Στις «Σεξουαλικές νευρώσεις των γονιών μας» π.χ για τις οποίες είχα γράψει στις αρχές του φθινοπώρου, η οθόνη εξυπηρετούσε για να μας πληροφορήσει για τον χώρο και τον χρόνο της κάθε σκηνής. Επειδή όλο το εγχείρημα ήταν μοντέρνο, απ’ το έργο ως το σκηνικό, η σκηνοθετική γραμμή χρησιμοποίησε σαν άλλο μπρεχτικό τέχνασμα την οθόνη, τεμαχίζοντας τη ροή του έργου και προαναγγέλοντας μ’ αυτό τον τρόπο την κάθε επόμενη σκηνή.

Στις «Σκηνές από έναν γάμο», ταίριαζε γιατί μας πληροφορούσε για πράγματα που δεν μπορούσαμε να δούμε αφού παίζανε μόνο 2 ηθοποιοί. Στο έργο πχ, το ζευγάρι έχει δυο παιδιά, τα οποία δεν εμφανίζοναι πουθενά, αλλά κάποια στιγμή είναι μέσα στο σπίτι, στο δωμάτιό τους. Ο Γιόχαν ανοίγει την πόρτα και βλέπει τα κοριτσάκια του να παίζουν μαξιλαροπόλεμο. Εμείς, αυτό το είδαμε από οθόνης. Ο ηθοποιός άνοιξε μια πόρτα στο βάθος της σκηνής και το περιεχόμενο της προβλήθηκε στην οθόνη μας. Περιττό ίσως θα μου πείτε. Μπορεί. Το έργο θα στεκόταν και χωρίς αυτό. Πάντως δεν ήταν ενοχλητικό.

Στον «Ερρίκο τον Δ’», ήδη έγραψα πόσο με ενόχλησε ∙ αφενός, για την προσθήκη της Αντονιέτας, αφετέρου για τα ντοκουμέντα από τα δημόσια φρενοκομεία. Αντιγράφω εδώ τον εαυτό μου, δυο ποστ πιο πριν: Χρησιμοποίησε βίντεο όπου πρόβαλε σκηνές από ντοκουμέντα της εποχής με φρενοβλαβείς – άγνωστο γιατί θεώρησε σκόπιμο να τα εντάξει στην παράσταση- και έδωσε στην ούτως ή άλλως καλή Αλέκα Παϊζη έναν ρόλο που δεν υπάρχει όμως στο έργο, αυτόν της άρρωστης Αντονιέτας της γυναίκας του Πιραντέλλο. Αυτά τα δύο στοιχεία, υποβαθμίζουν και δεν αναδεικνύουν το έργο, αφού είναι βεβιασμένες κι όχι δικαιολογημένες δραματουργικά απόπειρες να προκαλέσουν συγκινησιακή φόρτιση.

Στην όπερα «Ορφέας κι Ευριδίκη», η οθόνη ήταν το μοντέρνο στοιχείο μιας έτσι κι αλλιώς μοντέρνας εκδοχής της όπερας. Δεν έχω ειδικές γνώσεις όπερας κι έτσι μου επιτρέπεται να περιοριστώ μόνο στα θεατρικά της όρια. Στο πλαίσιο λοιπόν που δεχόμαστε τον πλήρη εκσυγχρονισμό μιας όπερας, γιατί όχι; Πάντως εγώ ακόμα κι εκεί ένιωσα ότι ήταν περιττό, αφού απλώς πρόβαλλε εικόνες απ’ τον Ορφέα και την Ευριδίκη πριν εκείνη πεθάνει και πριν εκείνος πάει στον Άδη να την φέρει πίσω. Ήταν ουσιαστικά εικονοποίηση της σκέψης του Ορφέα, όταν μέσα στην απόγνωση του για τον άδικο χαμό της, ανακαλούσε με τη μνήμη του παλιές, ευτυχισμένες στιγμές. Θυμάμαι καλά να διερωτώμαι: «Πάλι οθόνη φέτος»;… Πάντως δεν ήταν ενοχλητικό όσο άλλα στοιχεία της εν λόγω παράστασης. Αλλά αυτά, σε άλλο ποστάκι.

Στο «Τριαντάφυλλο στο στήθος», η μεξικανή σκηνοθέτης Έστερ Αντρέ Γκονζάλες, χρησιμοποιεί μια τηλεόραση στο κέντρο, ψηλά πάνω στη σκηνή η οποία στα ενδιάμεσα των σκηνών του έργου προβάλλει αποσπάσματα ειδήσεων από τς πλημμύρες του αμερικανικού νότου που δημιούργησε ο τυφώνας Κατρίνα. Δεν έπιασα ομολογώ τον συσχετισμό. Κατάλαβα, ότι το βάζει επειδή το έργο διαδραματίζεται στον αμερικανικό νότο και μιλάει για μετανάστες, αλλά δραματουργικά δεν δικαιολογείται. Να μας ευαισθητοποιήσει; Γιατί; Βασικά μπέρδεμα είναι όλα αυτά και λειτουργούν αντίθετα απ’ τις προσδοκίες του σκηνοθέτη.

Στις «Επτά λογικές απαντήσεις» που μ’ ενθουσίασαν και για τις οποίες θα γράψω προσεχώς, μικρές τηλεοράσεις κείτονται κατά μήκος της σκηνής απ’ τη μια άκρη στην άλλη, με την πλάτη τους στο κοινό. Βέβαια, επειδή ο χώρος του συγκεκριμένου θεάτρου είναι αμφιθεατρικικός κατά κάποιον τρόπο, βλέπεις έστω και μία οθόνη απ’ όπου κι αν κάθεσαι. Ευτυχώς, τόσο το κείμενο, όσο και οι ερμηνείες είναι πολύ δυνατές κι έτσι δεν προσέχει κανείς τι παίζουν οι οθόνες. Αλήθεια, τι έπαιζαν ; Κι αυτό με πείθει ότι ούτε εδώ χρειαζόντουσαν.

Με λίγα λόγια, ανακεφαλαιώνοντας , έχω πια την πεποίθηση ότι και στο θέατρο ισχύουν οι κανόνες: «Ουκ εν τω πολλώ τω ευ» και «παν μέτρον άριστον». Δεν χρειάζονται πολλά για να απογειώσεις και να εκσυγχρονίσεις ένα κείμενο παλιό ή για να αναδείξεις ένα καινούργιο. Για την ακρίβεια, δεν χρειάζονται πολλά όταν δεν μπορούν να δικαιολογηθούν και φαντάζουν απλώς σαν επιπλέον στολίδια σ’ ένα έτσι κι αλλιώς επιπλωμένο σπίτι.

ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ ΥΒΡΙΣ

Αν η τέχνη μπορεί να προσφέρει κάτι στη φυλή των ανθρώπων, είναι η υπενθύμιση της τραγικής τους μοίρας. Πώς ενώ είναι φτιαγμένοι για τα μεγάλα, είναι ταυτόχρονα πάντα δέσμιοι της ασημαντότητας τους μέσα στο Θεϊκό σύμπαν. Η τέχνη- κι αυτή φτιαγμένη από ανθρώπους στο ζενίθ της μεγαλοσύνης τους-, φέρει σαν μνήμη τη θλιβερή διαπίστωση της ανθρώπινης ποταπότητας και μικρότητας που μεγαλώνει στο πέρασμα του χρόνου χωρίς καθόλου να έχει παραδειγματιστεί απ’ τις συντριβές και τις τιμωρίες του παρελθόντος.

Με αφορμή τα όσα θλιβερά λαμβάνουν χώρα στην όχι και τόσο μακρινή μας Μέση Ανατολή, δεν μπορώ να μην σκεφτώ πόσο τραγικά επίκαιρο είναι το αρχαίο αττικό δράμα και πόσο σατανική η σύμπτωση να περιλαμβάνονται στο φετινό φεστιβάλ Επιδαύρου δύο αντι-πολεμικές τραγωδίες, οι Πέρσες του Αισχύλου και οι Ικέτιδες του Ευριπίδη.

ΔΑΡΕΙΟΣ
Λοιπόν γι’ αυτό όσες συμφορές εφέραν,
πιο λίγες δεν πληρώνουν, όμως κι άλλες
τους μέλλεται να πάθουν, μήτε ακόμη
φάνηκε του κακού το βάθος, μα ολοένα
φουσκώνει γιατί θα’ ναι τόσο το αίμα
που θα χυθεί κι ο φόνος απ’ τη λόγχη
των Δωριέων στων Πλαταιών τη χώρα,
που των νεκρών οι στοίβες ως την τρίτη
γενιά θα λεν στα μάτια των ανθρώπων
δίχως φωνή, πως ο θνητός δεν πρέπει
πέρα απ’ το μέτρο να’ χει περηφάνια.
γιατί η αλαζονεία όταν μεστώσει.
καρπίζει του χαμού το στάχυ, απ’ όπου
πολύκλαυτους καρπούς τρυγάει. Τέτοια
την πλερωμή τους βλέποντας για τούτα,
πάντοτε να θυμάστε την Ελλάδα
και την Αθήνα, και ποτέ κανένας
να μην καταφρονάει της δικιάς του
μοίρας τα δώρα, μη, ποθώντας άλλα,
σκορπίσει τα’ αγαθά του. Στέκει ο Δίας
βαρύς δικαιοκρίτης από πάνω
και τη μεγάλη υπεροψία τσακίζει

(Αισχύλου, Πέρσες. Μετ.: Τάσου Ρούσσος)

ΘΗΣΕΑΣ
[…]Όμως μετά, όταν όλους τους Αργείους
στον πόλεμο οδηγούσες, αν και οι μάντεις
προφήτευαν το μέλλον, εσύ διόλου
δεν τους λογάριασες και καταφρόνια
δείχνοντας στους θεούς, έχεις βυθίσει
την πόλη στο χαμό. Σε παρασύραν
οι νέοι, που για αξιώματα διψώντας,
ανέμυαλους πολέμους ξεσηκώνουν
και τους πολίτες αφανίζουν. Ο ένας
στρατηγός για να γίνει, ο άλλος πάλι
για να κομπάζει δύναμη αποκτώντας,
για να μαζέψει πλούτη ο τρίτος, δίχως
να νοιάζεται αν μ’ αυτόν τον τρόπο
πάσχει ο λαός. Γιατί οι πολίτες είναι
σε τρεις μερίδες χωρισμένοι. Οι πλούσιοι
δεν ωφελούνε και γυρεύουν πάντα
περσότερα. Οι φτωχοί που καν δεν έχουν
το καθημερινό τους, φόβο φέρνουν
καθώς, ξεγελασμένοι από το φθόνο
και τους κακούς δημαγωγούς, σαΐτες
ρίχνουν πικρές στους πλούσιους. Η μεσαία
μερίδα από τις τρεις σώζει τις πόλεις,
φυλάγοντας της πολιτείας το νόμο,
[…]
νιώστε ποιες είναι, ανόητοι, των ανθρώπων
οι δυστυχίες. Αγώνας η ζωή μας.
Τώρα ευτυχούν αυτοί, κατόπι οι άλλοι
Κι ύστερα πάλι οι άλλοι. Μόνο η τύχη
είναι άστατη, γι αυτό και τη δοξάζει
ο δύστυχος σαν του’ ρθει η ευτυχία,
κι ο ευτυχισμένος από φόβο μήπως
τ’ αγέρι της χαράς τον παρατήσει
ψηλά την ανεβάζει.

(Ευριπίδη, Ικέτιδες. Μετ.: Τάσος Ρούσσος)  

Ο θάνατος του θεάτρου;

Κουβέντιαζα μ’ ένα φίλο που αναρωτήθηκε αν το θέατρο έχει αρχίσει να παρακμάζει και αναφερόταν κυρίως στο γεγονός ότι σπανίζουν πια τα θεατρικά έργα πρωτότυπης γραφής. Η θεματολογία είναι κορεσμένη. Ένας επίδοξος θεατρικός συγγραφέας πρέπει να παιδευτεί πολύ για να βρει θέμα που θα έλκει το κοινό που θα έχει μια διαχρονικότητα και που θα μπορεί να παρασταθεί με τρόπο που να καθηλώσει. Παρόλο που δεν έχει καμία σχέση με το χώρο, ως προς το τυπικό τουλάχιστον μέρος, δηλαδή δεν έχει κάνει θεατρικές σπουδές, οφείλω να παραδεχτώ ότι η ερώτηση του έχει μεγάλη βάση αλήθειας. Κι αυτό δεν οφείλεται μόνο στις διανοητικές του ικανότητες που του επιτρέπουν να έχει σωστή κρίση, αλλά και στο ότι επειδή ακριβώς δεν ανήκει στο θεατρικό χώρο μπορεί να έχει πιο καθαρό μάτι γύρω από τα θεατρικά δρώμενα. Συνήθως, οι άνθρωποι που σχετίζονται με το θέατρο, είτε με το τεχνικό είτε με το θεωρητικό του κομμάτι, δύσκολα θα έφταναν σε μια τέτοια παραδοχή ή ερώτηση. Εγώ για παράδειγμα, δυσκολεύομαι να δώσω μια σαφή απάντηση, ωστόσο οφείλω να παραδεχτώ ότι το ερώτημα έχει βάση και θέτω εδώ τον προβληματισμό μου γύρω απ’ το μέλλον του θεάτρου ως τέχνη, τουλάχιστον με την παραδοσιακή του φόρμα. Η πληθώρα θεατρικών παραστάσεων κάθε χρόνο – τουλάχιστον στην Αθήνα- δείχνουν μια έντονη κινητικότητα. Θα μπορούσε βέβαια να υποστηρίξει κανείς και κατά πάσα πιθανότητα θα είχε και δίκιο ότι όλη αυτή η κίνηση δεν υποκινείται μόνο απ’ την αγάπη ενός ειδικού κοινού για το θέατρο (που άλλωστε αγγίζει κι ένα μικρό ποσοστό) αλλά κι απ’ το γεγονός ότι το επάγγελμα ηθοποιός είναι στη μόδα λόγω τηλεόρασης πια που καλλιεργεί και προβάλλει με ζήλο οτιδήποτε έχει μια λαμπερή ταυτότητα.
Μια μορφή τέχνης δεν μπορεί να σβήσει εντελώς, απλώς μπορεί να γνωρίσει περιόδους ακμής και παρακμής και να μεταβάλλεται ανάλογα με τις απαιτήσεις των καιρών. Οι εποχές που ο παραδοσιακός τρόπος παρουσίασης ενός θεατρικού έργου μπορούσε να καθηλώσει και να μαγέψει τους θεατές έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Ακόμα και στη διεθνή σκηνή, ήδη απ’ τα τέλη της δεκαετίας του 70 ο
Bob Wilson με σλόγκαν του το space to see and time to feel εισάγει το κοινό στο πολυθέαμα, δηλαδή σε μια παράσταση όπου χορός και μουσική συνυπάρχουν με το θεατρικό κείμενο και με την εναλλαγή φωτισμών μπορούν να του προσδώσουν κι άλλες διαστάσεις. O Wilson χρησιμοποιεί και διάφορα άλλα happenings στη σκηνή, ενώ δεν διστάζει να επιλέξει ακόμα και τη σιωπή, την παντελή απουσία δηλαδή του λόγου, οδηγώντας έτσι τη θεατρική πράξη σε πρωτόγνωρα μονοπάτια. Κάνοντας μια περιήγηση στα sites που δείχνουν τη θεατρική κίνηση στις μεγάλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, με έκπληξη διαπίστωσα ότι η πλειονότητα των έργων είναι τα παλιά γνωστά κλασικά κείμενα του Σαίξπηρ, του Μολιέρου, του Ίψεν, του Λόρκα. Μια ολόκληρη γενιά θεατρικών συγγραφέων ακόμα ψάχνει την ταυτότητα και τη γλώσσα της μέσα απ’ την ταχύτητα της εποχής μας, τις νέες ανακαλύψεις, τα επιτεύγματα, το νέο τρόπο σκέψης και εκφοράς της γλώσσας, την παγκοσμιοποίηση σε όλα τα επίπεδα. Επιπλέον, η εξέλιξη του κινηματογράφου με τη χρήση των ειδικών εφέ, αλλά και ο νέος τρόπος ζωής με τα home cinema
έχουν εθίσει το κοινό σε άλλους τρόπους διασκέδασης, έτσι ώστε να είναι πια σπάνιες οι στιγμές που μια θεατρική παράσταση μπορεί να ψυχαγωγήσει με την κυριολεκτική έννοια της λέξης.
Θα επανέλθω.
 

 

 


Επισκεψιμότητα

  • 196,098 hits

Αρχείο