Archive for the 'Παραστάσεις' Category

«Θερισμός» στο Εθνικό Θέατρο

Βλέποντας τον «Θερισμό» μου ήρθε στο νου μια εικόνα. Να είναι κατακαλόκαιρο να ζεσταίνουν τους λουόμενους οι ακτίνες του ήλιου, ν’ ακούγεται η θάλασσα κι οι χαρούμενοι ήχοι του καλοκαιριού, να μυρίζει καρπούζι κι όλες οι έγνοιες να ζητούν αναβολή ως τον Σεπτέμβρη. Ξαφνικά, μια τορπίλη που πέφτει από απροσεξία καταστρέφει όλη αυτή την ξεγνοιασιά και σκορπίζει τον τρόμο.

Ο «Θερισμός» του Δημητριάδη είναι ένα θρίλερ. Αναζητώντας τις εκλεκτικές συγγένειες στην τέχνη θα μπορούσε να παραπέμψει στη στιγμή που στο «Τι απέγινε η Μπέιμπι Τζέην, το ασημένιο σκεύος φαγητού ανοίγει για ν’ αποκαλύψει ένα ποντίκι…

Οι χαρακτήρες του Δημητριάδη παραθερίζουν σ’ ένα ακριβό θέρετρο πολύ μακριά απ’ τα σπίτια τους, επιθυμώντας να ξεφύγουν απ’ τις έγνοιες τους. Είναι δε τόσο γλυκά αποχαυνωμένοι στις πολυτελείς ξαπλώστρες τους πίνοντας εξωτικά κοκτέιλ που δεν θέλουν  να κουνηθούν ούτε για να πέσουν στη θάλασσα.

Αυτή την ειδυλλιακή εικόνα παίρνει ο συγγραφέας και με μαεστρία την μετατρέπει σταδιακά σε εφιάλτη. Ο ήχος των κινητών που στη διάρκεια αυτής της γλυκιάς χαύνωσης διακόπτει τους λουόμενους τους θυμίζει σε μικρές δόσεις τι έχουν αφήσει πίσω τους. Τα δυο ζευγάρια από ένα κακομαθημένο παιδί εφηβικής ηλικίας που τους τηλεφωνεί χτυπώντας τους στο ευαίσθητο σημείο τους. Η μονή της παρέας έναν άπιστο εραστή που την προκαλεί και την εμπαίζει αλλά εκείνη τρέχει σαν σκυλάκι πίσω του.

Ό,τι σπέρνεις θερίζεις λέει ο σοφός λαός κι έτσι η ώρα που θ’ ανοίξει το ασημένιο σκεύος δεν θ’ αποκαλύψει απλώς ένα ποντίκι που τρομάζει αλλά όλο το σαθρό οικοδόμημα της ζωής τους που εκείνη τη στιγμή δεν μπορεί πια παρά να καταρρεύσει οριστικά, παρόλες τις ανέσεις και την ακριβοπληρωμένη γαλήνη που τους περιβάλλουν.

Ο Δημητριάδης κάνει ένα πολύ εύστοχο σχόλιο για τους επαναπαυμένους ανθρώπους τόσο σε επίπεδο προσωπικής, όσο και κοινωνικής αλλά και πολιτικής ζωής. Ο σύγχρονος άνθρωπος πάσχει από εσωστρέφεια και  φοβία. Όταν κλείνουν οι πόρτες του σπιτιού, θέλει ν’ αφήσει την κόλαση έξω. Επιθυμεί να κλείσει τα μάτια και τ’ αυτιά στη δυστυχία που πλησιάζει, το κακό συμβαίνει αλλού, εκείνος μπορεί να κάθεται αμέριμνος στον καναπέ/ξαπλώστρα του και το πολύ-πολύ να παρακολουθεί παθητικά απ’ τον δέκτη σαν να βλέπει ταινία – ολίγον τι στενόχωρη-αλλά ταινία…

Δεν είναι πολύ του γούστου μου ο Δημήτρης Δημητριάδης σαν θεατρική γραφή. Ενώ έχει πράγματα να πει νιώθω ότι κυριαρχεί ένας ακκισμός που είναι ενοχλητικός. Ακόμα κι αυτό το δυσνόητο μοιάζει σαν να γίνεται επί τούτου κι όχι γιατί βγαίνει αυθόρμητα… Ο «Θερισμός» ήρθε ν’ ανατρέψει αυτή την πεποίθηση γιατί ο προβληματισμός και το αποτέλεσμα δικαίωσαν την οποιαδήποτε αυταρέσκεια.

Ο Τάρλοου υπέγραψε μια ευφυή σκηνοθεσία με αρωγούς τα ωραία σκηνικά και κοστούμια της Μανωλοπούλου και το εκπληκτικό βίντεο του Δήμα.  Όλη αυτή η καλοκαιρινή ραστώνη, η νωχελικότητα, η χαλάρωση σε συνδυασμό με το έντονο ταμπεραμέντο των  χαρακτήρων, τα πάθη και την  υποβόσκουσα εκρηκτικότητα οδηγούν σ’ ένα κρεσέντο που παραλύει. Ο τρόμος που βιώνουν οι παραθεριστές μετά από ένα  τηλεφώνημα θα τους αφυπνίσει προς στιγμήν αλλά δεν θα λειτουργήσει σαν καταλύτης ουσιαστικής αλλαγής. Θα γυρίσουν πλευρό στην ξαπλώστρα και θ’ απασχολήσουν το μυαλό τους με το σε πόση ώρα θα πάνε στη θάλασσα. Απ’ τις πιο δυνατές σκηνές λίγο πριν το τέλος το τραγουδιστικό παραλήρημα με ρυθμούς ραπ. Οι χαρακτήρες δεν είναι πια οι ίδιοι αλλά μοιάζουν σαν χαμένοι, σαν να μην ξέρουν πώς ν’ αλλάξουν ακόμα κι όταν η αλλαγή έχει ήδη συντελεστεί (sic).

Δυνατές ερμηνείες από την Αλεξία Καλτσίκη και την Άννα Μάσχα. Σε δεύτερο πλάνο ο Νίκος Ψαρράς με τη Μάρω Παπαδοπούλου και πιο αδύναμος της διανομής αν και πληρούσε τις εξωτερικές προδιαγραφές του ρόλου ο Περικής Μουστάκης

«Ο Θερισμός» έχει την ευφυΐα ενός κειμένου που μοιάζει με ανάλαφρη κωμωδία αλλά μέσα του κρύβει πολύ από ανθρώπινη δυστυχία και μοναξιά.

«Θερισμός» του Δημήτρη Δημητριάδη

ΚΤΙΡΙΟ ΤΣΙΛΛΕΡ – ΣΚΗΝΗ «ΝΙΚΟΣ ΚΟΥΡΚΟΥΛΟΣ»

Σκηνοθεσία: Δημήτρης  Τάρλοου

Σκηνικά κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου

Μουσική: Κατερίνα Πολέμη

Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου

Κίνηση: Κορίνα Κόκκαλη

Βοηθός σκηνοθέτη: Δήμητρα Κουτσοκώστα

Σκηνοθεσία βίντεο: Χρήστος Δήμας

Βοηθός σκηνογράφου/ενδυματολόγου: Δάφνη Παπαϊωάννου

Σχεδιασμός κομμώσεων: Χρόνης Τζήμος

Διευθυντής φωτογραφίας: Γιώργος Αργυροηλιόπουλος

Δραματολόγος παράστασης : Έρι κύργια

Διανομή:

Ζουζού: Άννα Μάσχα

Ρουμί: Περικλης Μουστάκης

Ασούρ: Νίκος Ψαρράς

Λίκρα: Αλεξία Καλτσίκη

Μπόνα: Μάρω Παπαδοπούλου

 

«Η τάξη μας» στο Εθνικό θέατρο

Το 2001 ο ιστορικός Γιαν Γκρος, πολωνικής καταγωγής από Εβραίο πατέρα και καθολική μητέρα και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον, είχε αφηγηθεί στο βιβλίο του «Οι γείτονες» τη σφαγή στο Γιεντβάμπνε, μια μικρή πόλη στην Ανατολική Πολωνία, οι κάτοικοι της οποίας έκαψαν ζωντανούς στις 10 Ιουλίου 1941, όλους τους Εβραίους γείτονές τους (υπολογίζεται ότι χάθηκαν έτσι περίπου 1.600 άνθρωποι). Οι αποκαλύψεις του είχαν οδηγήσει τον τότε πρόεδρο Αλεξάντρ Κβασνιέφσκι να ζητήσει συγγνώμη στη διάρκεια μιας πρωτοφανούς για την Πολωνία τελετής στο Γιεντβάμπνε.
Οκτώ χρόνια αργότερα, ο Ταντέους Σλομποντζιάνεκ δραματοποιεί τα πραγματικά ιστορικά γεγονότα χρησιμοποιώντας ως καμβά μια τάξη συμμαθητών που από το 1925 ως το 1941 περίπου, συμβίωναν σχεδόν αρμονικά, με κοινό τόπο την καταγωγή τους και χωρίς εχθρότητες  λόγω διαφορετικού θρησκεύματος. Στο έργο παρακολουθούμε πώς η αρχική  εισβολή των Ρώσων κι έπειτα των Γερμανών έφερε στην  επιφάνεια όλα εκείνα τα αρνητικά χαρακτηριστικά που συνήθως συνυπάρχουν με τα θετικά στον κάθε άνθρωπο και χρειάζονται πάντα μια αφορμή  για ν’ απελευθερωθούν. Η σκοτεινή πλευρά των ανθρώπων σε συνδυασμό με το ένστικτο της επιβίωσης οδήγησε εδώ σε αποστροφή του διαφορετικού, σε υπέρμετρο εθνικισμό, προδοσία, κατάχρηση εξουσίας και έγκλημα.

Είναι φανερό ότι πέραν της συγκεκριμένης θεματολογίας του το έργο παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον σε εποχές σαν τη σημερινή όπου οράματα και προσδοκίες για έναν ειρηνικό κόσμο έχουν καταρρεύσει ανασύροντας ταπεινές συμπεριφορές παράλληλα με την άνοδο εθνικιστικών ιδεολογιών και φασιστικών κινημάτων. Επιπλέον, το τέχνασμα των συμμαθητών σηματοδοτεί κι έναν άλλο κοινό τόπο που διαπιστώνει κανείς πάντα μεγαλώνοντας κι όσο απομακρύνεται χρονικά απ’ τα σχολικά χρόνια. Ό,τι σε ένωνε ως παιδί μπορεί να σε χωρίσει ως ενήλικα. Η αθωότητα εύκολα χάνεται πόσο μάλλον όταν ο περίγυρος έντεχνα μολύνει την παιδική ψυχή αρχικά και την ευμετάβλητη εφηβική αργότερα, με υποψίες για τον διαφορετικό διπλανό του…

Ο Τάκης Τζαμαργιάς έστησε μια αξιόλογη παράσταση με  10 ηθοποιούς ν’ αλωνίζουν κυριολεκτικά τη σκηνή υποδυόμενοι με πάθος τους ήρωες του έργου. Δεν  κράτησε καμία ρεαλιστική δομή σε χώρο και χρόνο και δεν οριοθέτησε τη δράση αποκόπτοντας της απ’ την άμεση αφήγηση. Μέσα απ’ τον λόγο των ηθοποιών αλλά και την αστείρευτη σκηνική τους ενέργεια περάσαμε απ’ το ανέφελο 1925 στην ταραγμένη δεκαετία του ’40 με τις πρώτες απώλειες, μεταφερθήκαμε στην Αμερική και ξανά πίσω στην Πολωνία και καταλήξαμε στον αιώνα μας. Οι συμμαθητές μεγάλωσαν, ανδρώθηκαν, αλληλοφαγώθηκαν, τιμωρήθηκαν. Κάποιοι μεταμέλησαν, άλλοι έζησαν εις βάρος των υπολοίπων. Όλοι τους όμως με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στιγματίστηκαν απ’ το έγκλημα του 1941.

Ωραία σχεδιασμένος και με έντονο συμβολισμό ο σκηνικός χώρος της Μανωλοπούλου. Ο τεράστιος σχολικός πίνακας στο βάθος έδινε μια νότα ανάμνησης της παλιάς σχολικής τάξης που σταδιακά μετατράπηκε σε πεδίο βολής και θανάτου. Ακόμα κι όταν  οι συμμαθητές ο ένας μετά τον άλλον περνάγανε απ’ τη θνητότητα στην αντίπερα όχθη, πλησίαζαν τον πίνακα άρα έρχονταν πιο κοντά στην τάξη που κάποτε έσφυζε από ζωή κι αντηχούσαν παιδικά χαρούμενα τραγούδια ενώ τα θρανία έγιναν τάφοι εκείνων των παλιών οραμάτων κι ιδανικών.

Την πρωτότυπη μουσική της παράστασης υπογράφει ο Δημήτρης Μαραμής, ο οποίος εμπνεύστηκε από την πολωνική και εβραϊκή μουσική παράδοση.

Δυνατές οι ερμηνείες απ’ όλους τους ηθοποιούς,  από τον πιο ήσυχο υποκριτικά Βασίλη Μαγουλιώτη ως τον πιο στομφώδη Κώστα Γαλανάκη. Θα ξεχωρίσω τον Γιώργο Πυρπασόπουλο για την εσωτερικότητα, την ακρίβεια και το βάθος της υποκριτικής του δύναμης. Με πάθος κι οδύνη απέδωσε η Κωνσταντίνα Τακάλου την άτυχη Ντόρα, ενώ ο Νταλιάνης κι η Κωνσταντινίδου υπήρξαν κάπως πιο υποτονικοί υποκριτικά. Πάντα καλός ο Πάνου- ίσως λίγο πιο κουρασμένος εδώ,  ενδιαφέρουσα η παρουσία του Μαυρόπουλου, μετρημένη και χωρίς περιττές εξάρσεις η Ράνια Οικονομίδου, με ωριμότητα η φιγούρα του ιερέα, ωραία δοσμένη απ’ τον Άλκη Παναγιωτίδη που κατάφερε να ισορροπήσει ανάμεσα στον Χένιεκ ως όν και στον Χένιεκ με τα ιερατικά άμφια που εξαγνίζουν ακόμα και τις αμαρτίες αυτού που τα φοράει…

«Η τάξη μας» έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες και παρουσιαστεί με τεράστια επιτυχία στο Ισραήλ, στην Ουγγαρία, στις Ηνωμένες Πολιτείες, στην Ιταλία, στον Καναδά, στη Σουηδία και στη Μεγάλη Βρετανία. Έχει κερδίσει το αναγνωρισμένο βραβείο «Nike» το 2010 – το κορυφαίο Πολωνικό βραβείο λογοτεχνίας-  που για πρώτη φορά απονεμήθηκε σε θεατρικό έργο. Επίσης κατατάχθηκε ανάμεσα στα καλύτερα  σύγχρονα ευρωπαϊκά έργα που γράφτηκαν κατά το 2009/10, από το European Theatre Convention. Αξίζει ν’ αναφερθεί ότι πέρυσι παρουσιάστηκε στο αθηναϊκό κοινό απ’ τον ΘΟΚ  στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών σε σκηνοθεσία Γιάννη Καλαβριανού.

Εθνικό θέατρο

Κτίριο Τσίλλερ- κεντρική σκηνή

«Η τάξη μας» του Ταντέους Σλομποντζιάνεκ

Μετάφραση: Έρι Κύργια

Σκηνοθεσία: Τάκης Τζαμαργιάς

Σκηνικά-κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου

Μουσική: Δημήτρης Μαραμής

Στίχοι τραγουδιών: Σωτήρης Τριβιζάς

Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης

Κίνηση: Ζωή Χατζηαντωνίου

Μουσική διδασκαλία: Μελίνα Παιονίδου

Βοηθός σκηνοθέτη: Μάκης Μεζόπουλος

Βοηθός σκηνογράφου: Δάφνη Παπαϊωάννου

Δραματολόγος παράστασης: Βιβή Σπαθούλα

Διανομή ρόλων

Γιάκουμπ  Κατς: Βασίλης Μαγουλιώτης

Ντόρα: Κωνσταντίνα Τάκαλου

Ρυσίεκ: Αλέξανδρος Μαυρόπουλος

Μενάχεμ: Θέμης Πάνου

Ζίγκμουντ: Γιώργος Πυρπασόπουλος

Ζόχα: Καίτη Κωνσταντίνου

Χένιεκ: Άλκης Παναγιωτίδης

Βλάντεκ: Γιάννης Νταλιάνης

Ραχέλκα/Μαριάννα: Ράνια Οικονομίδου

Άμπραμ: Κώστας Γαλανάκης

 

«Οι Τρεισευτυχισμένοι» στο Θέατρο Πορεία

Δεν είναι ασυνήθιστο να κολλάμε ταμπέλες στους καλλιτέχνες συχνά καταδικάζοντας τους σε μια συγκεκριμένη κατηγορία κι έτσι να δυσκολευόμαστε να τους δούμε αλλού. Είναι σαν τους φορτώνουμε και ασυνείδητα με μια ευθύνη, να μην ξεφύγουν της γραμμής.  Ευτυχώς ο Γιάννης Χουβαρδάς δεν φαίνεται να εγκλωβίζεται σε ό, τι μπορεί καθένας απ’ το κοινό ή τους πιο ειδικούς να έχει στο μυαλό του κι έτσι χαράσσει την πορεία του όπως ο ίδιος έχει αποφασίσει. Ομολογώ ότι κι εγώ ξαφνιάστηκα όταν άκουσα ότι φέτος σκηνοθετεί Λαμπίς, με τον ίδιο τρόπο που πέρυσι είχα ξαφνιαστεί που ο Μαρμαρινός σκηνοθετούσε Αριστοφάνη. Με μεγάλη λοιπόν περιέργεια πήγα να δω πώς ένας «σοβαρός» σκηνοθέτης έργων ρεπερτορίου κατά κύριο λόγο θα χειριστεί μια γαλλική φαρσοκωμωδία.

«Οι Τρισευτυχισμένοι» ( «(Le plus heureux de Trois», προέκυψαν το 1870), ως αντίδραση, όπως λέγεται, του Λαμπίς στον ισχυρισμό ενός κριτικού σύμφωνα με τον οποίο «η μοιχεία δεν θα μπορέσει ποτέ να προκαλέσει γέλιο». Ο Λαμπίς σε συνεργασία με τον Edmond Gondinet παραδίδει μια σπαρταριστή κωμωδία που καταρρίπτει  περίτρανα τον παραπάνω ισχυρισμό.

Στο σπίτι του πλούσιου Μαρζαβέλ μπαινοβγαίνουν διάφορα πρόσωπα που εμπλέκονται μεταξύ τους σε μια ιστορία μοιχείας με παρελθόν, παρόν και μέλλον… οι επιμέρους μοιχείες μάλιστα διακλαδίζονται για να συνδέσουν τελικά τα πρόσωπα σε κάτι που δεν φαίνεται να έχει προφανές τέλος. Ο Λαμπίς δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για την ψυχοσύνθεση αυτών των προσώπων. Τα σκιαγραφεί με αδρές γραμμές και τα ρίχνει στα βαθειά της δράσης (sic). Το ίδιο το είδος της φάρσας άλλωστε, δεν στοχεύει στην εμβάθυνση αλλά στα διάφορα κωμικά επεισόδια που με γρήγορο ρυθμό διαδέχονται το ένα το άλλο και βγάζουν γέλιο.

Ο Χουβαρδάς βλέπει το έργο με πιο εκλεπτυσμένη ματιά απ’ ότι συνηθίζεται σε τέτοια έργα. Έτσι εδώ απουσιάζουν τα χοντροκομμένα αστεία ή οι γκροτέσκες ερμηνείες. Οι ηθοποιοί δεν κάνουν μούτες και δεν παίζουν με τις ευκολίες τους ή με ενθάρρυνση απ’ το κοινό αλλά είναι αφημένοι σε μια ελαφρότητα που τους παρασύρει σ’ ένα γοητευτικό και συνάμα επικίνδυνο γαϊτανάκι. Η σκηνοθεσία του είναι αέρινη αλλά καθόλου πρόχειρη.

Βρήκα εξαιρετικά ευφυή την έναρξη. Αντί κουδουνιών και καθώς η πλειονότητα των θεατών έχει εισέλθει, μια υπηρέτρια της οποίας το πρόσωπο καλύπτει η πλούσια κώμη της, ξεσκονίζει ενώ συγχρόνως απαγγέλει το εγχειρίδιο της σωστής φροντίδας μιας γυναίκας προς τον σύζυγο  όπως κυκλοφορούσε στα βιβλία οικιακής οικονομίας του ’50.

Έξυπνο και λειτουργικό το σκηνικό. Το βαλσαμωμένο ελάφι με τα κέρατα που κάθε φορά που γυρίζουν αποκαλύπτουν μια κρυψώνα, το μεταβαλλόμενο πορτρέτο της πρώην και της νυν κυρίας Μαρζαβέλ, το στρογγυλό έπιπλο-επίσης κρυψώνα που στο δεύτερο μέρος γίνεται παγκάκι… Τα κοστούμια της Ιωάννας Τσάμη είναι υπέροχα. Τα χρώματα, τα υφάσματα, οι περούκες όλα τα επιμέρους στοιχεία υπογραμμίζουν εύστοχα αυτή την έντονη γελοιότητα που βγάζουν οι ήρωες του Λαμπίς.

Όλοι οι ηθοποιοί κέντησαν πάνω στους ρόλους τους κι έδειχναν να το ευχαριστιούνται. Ο Χρήστος Λούλης μας εξέπληξε ευχάριστα σε κωμικό ρόλο. Γοητευτικά αδέξιος, χαριτωμένος, με σκέρτσα κι ωραία κίνηση έδωσε δείγματα πραγματικά λαμπερού ηθοποιού. Ο Άγγελος Παπαδημητρίου με έμφυτη χάρη και φινέτσα, είναι γεννημένος για το θεατρικό αυτό είδος. Η Λένα Παπαληγούρα ήταν πολύ χαριτωμένη ως Πετούνια και με μπρίο ως Λίσμπετ. Μαζί με τον εξαιρετικό Λαέρτη Μαλκότση τους απολαύσαμε στο ντουέτο  των Αλσατών χωριατών που έρχονται να πυροδοτήσουν κι άλλο την ήδη έκρυθμη ατμόσφαιρα του κομψού παρισινού σπιτιού. Ο Τάρλοου φέρει στο παίξιμο του ένα φλεγματικό χιούμορ αγγλικού τύπου που ήρθε κι ενσωματώθηκε με πολύ φυσικό τρόπο στον χοντρούλη, αφελή κι ελαφρώς υστερικό γάλλο που ενσαρκώνει. Η Ιωάννα Κολλιοπούλου πολύ καλή στον ανδρόγυνο ρόλο της και τέλος η Άλκηστις Πουλοπούλου νιώθω ότι βρήκε στο γαλλικό ελαφρό θέατρο το είδος που πραγματικά της ταιριάζει. Αισθαντική, χαριτωμένη, μπριόζα, κομψή θύμιζε γαλλίδες ηθοποιούς που έδρεπαν δάφνες στις παρισινές σκηνές του 20ου αιώνα.

Η παράσταση ήταν καλοδουλεμένη και με ολοκληρωμένη άποψη από την αρχή ως το τέλος. Δεν θα ήταν υπερβολικό να λέγαμε ότι μοιάζει να στήθηκε με ακρίβεια καλοστημένης χορογραφίας όπου ακόμα κι αυτά που μοιάζουν αυτοσχεδιαστικά κι αυθόρμητα δεν είναι.

Αφήνω για το τέλος την εξαιρετική μετάφραση του Στρατή Πασχάλη, μόνιμου σχεδόν συνεργάτη του Χουβαρδά με την ευφυή απόδοση του τίτλου. Οι γαλλομαθείς θα καταλάβουν ότι αν δεν δεις πώς γράφεται το Τρεισευτυχισμένοι μπορείς να θεωρήσεις ότι ο μεταφραστής αγνόησε πλήρως τον γαλλικό πρωτότυπο τίτλο. Το τρεις όμως αντί του συνηθισμένου τρις συμπυκνώνει εξαιρετικά όλο το παιχνιδιάρικο πνεύμα του έργου.

Θέατρο Πορεία

«Οι Τρεισευτυχισμένοι» του Eugène Labiche

Διασκευή-Σκηνοθεσία: Γιάννης Χουβαρδάς

Μετάφραση: Στρατής Πασχάλης

Δραματολόγος παράστασης: Έρι Κύργια

Σκηνικά: Εύη Μανιδάκη

Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη

Μουσική: Δημοσθένης Γρίβας

Επιμέλεια κίνησης: Σταυρούλα Σιάμου

Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος

Διανομή:

Πετούνια, Λίσμπετ: Λένα Παπαληγούρα

Μαρζαβέλ: Δημήτρης Τάρλοου

Ζομπλέν: Άγγελος Παπδημητρίου

Ερνέστος: Χρήστος Λούλης

Ερμάνς: Άλκηστις Πουλοπούλου

Μπέρτα:Ιωάννα Κολλιοπούλου

Κράμπαχ: Λαέρτης Μαλκότσης

 

«Relax Mynotis» στο Θέατρο Τέχνης

Ένας υπέργηρος αλλά συνάμα ακμαίος ηθοποιός υπαγορεύει την 35η διαθήκη του σ’ έναν νεαρό βοηθό συμβολαιογράφου. Με διάθεση καυστική αλλά και μεγάλη δόση αυτοσαρκασμού μιλάει για όλους και όλα, παλιούς συναδέλφους, φίλους πολιτικούς, την νεοελληνική πραγματικότητα, τη λειτουργία του θεάτρου, την πολιτική, τη δημοκρατία, τη δικαιοσύνη, τη φύση του επαγγέλματος «κάνουμε Σάββα, παιδί μου, ένα επάγγελμα με πρώτη ύλη το πιο κοινόχρηστο πράγμα του κόσμου, το πιο μπανάλ: τη γλώσσα».

Είναι σαφές τόσο απ’ τον τίτλο, όσο κι απ’ τη στιγμή που βγαίνει στη σκηνή ο Παπαβασιλείου ότι ο εν λόγω ηθοποιός είναι ο Αλέξης Μινωτής. Πρώτη φορά είδα τον Παπαβασιλείου στη σκηνή κι ομολογώ εντυπωσιάστηκα. Αν και δεν πρόλαβα τον Μινωτή στο θέατρο ήταν σαν να τον έβλεπα μπροστά μου. Η ομιλία, το βάδισμα, όσα ειπώθηκαν∙ αναπόφευκτα σκέφτηκα ότι το «φάντασμα» του Μινωτή ήρθε και στοίχειωσε τον παραδοσιακό αντίπαλο – το Θέατρο Τέχνης -στην έδρα του (sic).

Νομίζω όμως ότι θ’ αδικούσαμε τον Παπαβασιλείου αν εξαντλούσαμε αυτό το σημείωμα στο πόσο πειστικά μιμήθηκε τον Μινωτή. Δεν ήταν σαφέστατα αυτός ο στόχος του. Αφορμή στο να καταπιαστεί με τον συγκεκριμένο ηθοποιό ήταν ο μύθος που έχει αφήσει εκείνος πίσω του, τόσο λόγω της ιδιαίτερης προσωπικότητας και της τεράστιας καριέρας του, όσο κι επειδή λόγω μακροβιότητας, ο Μινωτής ευτύχησε να διανύσει θεατρικά ένα τεράστιο κομμάτι της θεατρικής αλλά και νεοελληνικής πραγματικότητας του 20ου αιώνα συνυπάρχοντας με άλλα εξίσου ιερά τέρατα. Στο δεύτερο εξάλλου μέρος του έργου, ο Παπαβασιλείου τον βάζει να συνδιαλέγεται με τον Γιάννη Ρίτσο ορμώμενος απ’ την σύμπτωση της κοινής ημερομηνίας θανάτου τους, αλλά και με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή που ήταν γνωστό ότι υπήρξαν φίλοι.

Ο Παπαβασιλείου λέει ότι όταν ανοίχτηκε η διαθήκη του Μινωτή η φράση «τα ποσά είναι ασήμαντα, πλην τα αισθήματα πρωτεύουν» υπήρξε η πρώτη αφορμή να καταγραφεί στο μυαλό του το σχέδιο αυτού του έργου. Παράλληλα όμως, η παράσταση είναι κι ένας ύμνος στην τέχνη του ηθοποιού, στο εφήμερο της θεατρικής πράξης, στην διαρκή αναμέτρηση του καλλιτέχνη με το καλύτερο, στην αναγκαιότητα εξάλειψης των απογόνων μήπως και σταματήσει πια η αναφορά σε προγονικά επιτεύγματα κι η προσδοκία που οι μεγαλύτερες γενιές καλλιεργούν και κληροδοτούν στις νέωτερες…

Ο Παπαβασιλείου είναι ένας διανοούμενος του θεάτρου κι οφείλουμε να το έχουμε αυτό κατά νου όταν βλέπουμε τις παραστάσεις του. Η ματιά του πάνω σ’ αυτό που αποφασίζει κάθε φορά να παρουσιάσει έχει ερωτήματα πολιτικού, κοινωνικού, αισθητικού χαρακτήρα.

Στο «Relax Mynotis» δεν γελάει κανείς μ’ αυτά που ακούγονται, τα θεατρικά κουτσομπολιά ή τις φήμες, αλλά μ’ αυτά που αναγνωρίζει ως διαχρονικές αλήθειες. Και σ’ αυτό το σημείο είναι που συναντιέται το κωμικό με το δραματικό, κάτι που ο Παπαβασιλείου έχει το χάρισμα ν’ αποτυπώνει με τον λόγο και την παρουσία του.

Ο έτερος της διανομής, Γιάννος Περλέγκας, κράτησε ίσες αποστάσεις απ’ τον κεντρικό ρόλο, δεν «καπελώθηκε» απ’ το χαρισματικό και γιατί όχι αβανταδόρικο ντουέτο Παπαβασιλείου-Μινωτή. Είναι εξάλλου ένας απ’ τους πιο καλούς ηθοποιούς της γενιάς του. Στο δεύτερο μέρος του έργου, στάθηκε πρακτικά μόνος στη σκηνή απαγγέλλοντας τα δελτάρια που υποτίθεται ότι αντάλλαξε ο Μινωτής με τον Ρίτσο. Παρεμπιπτόντως, ήταν και το σημείο που βρήκα κάπως βαρετό θεωρώντας το άνισο σε σχέση με το πρώτο μέρος αφού λείπει το μπρίο που είναι τόσο διάχυτο μέχρι εκείνη τη στιγμή.

Θέλω ν’ αναφερθώ και στο ηχητικό κομμάτι της παράστασης που επιμελήθηκε ο Λαέρτης Μαλκότσης. Δεν ξέρω ποιου ιδέα ήταν, αλλά οι παιδικές φωνές που ακούγονται άλλοτε πιο έντονα κι άλλοτε πιο υποτονικά καθόλη τη διάρκεια της παράστασης, υπήρξε ευφυής πρόταση. Παραπέμπει τόσο πολύ στη ζωή που συνεχίζεται και δηλώνει με σθένος την παρουσία της σε αντιδιαστολή με τη διαθήκη που υπαγορεύεται μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο από έναν υπέργηρο κύριο που αν κι έχει ξεπεράσει κατά πολύ το προσδόκιμο, αντιστέκεται με μένος και συνεχίζει, έστω και αυτοσαρκαζόμενος, να κάνει σχέδια για το μέλλον…

Απ’ τα δυνατά σημεία τέλος, οι αυτοσχεδιασμοί μεταξύ των δύο ηθοποιών που με την κίνηση των χεριών υποκαθιστούν τ’ αντικείμενα που λείπουν (καθρέφτης, χτένα, άρωμα, καφές κτλ). Είναι ένα τρόπον τινά παιχνιδιάρικο θέατρο εν θεάτρω.

Πρέπει να πω όμως γενικά, βγάζοντας όσο μπορώ απέξω τον εαυτό μου κι αυτά που ξέρω για το θέατρο και τους ανθρώπους του -επίσημα αλλά και παρασκηνιακά – ότι ένα μεγάλο μέρος του κειμένου αναλώνεται σε θέματα για μυημένους. Αυτοί θα γελάσουν ή θα μειδιάσουν με ό, τι ακούγεται. Οι υπόλοιποι θα παρακολουθούν αμήχανοι διερωτώμενοι ίσως μα για ποιον μιλάει τώρα. Είναι γνωστό εξάλλου πόσο θελκτικό είναι το κουτσομπολιό για δημόσια πρόσωπα. Κάτω απ’ αυτό το πρίσμα συνεπώς, αναρωτιέμαι αν το «Relax Mynotis» είναι παράσταση μόνο για λίγους…

«Relax Mynotis» του Βασίλη Παπαβασιλείου

Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν (Φρυνίχου)

Σκηνοθεσία:  Βασίλης Παπαβασιλείου

Σκηνογραφία: Κώστας-Ηρακλής Γεωργίου

Φωτισμοί: Ελευθερία Ντεκώ

Ήχοι: Λαέρτης Μαλκότσης

Καλλιτεχνική συνεργάτις-Υπεύθυνη παραγωγής: Νικολέτα Φιλόσογλου

Παίζουν: Βασίλης Παπαβασιλείου, Γιάννος Περλέγκας

«Πόθοι κάτω απ’ τις λεύκες» στο Εθνικό θέατρο

Κάθε άνθρωπος δεν είναι κι ένας τραγικός ήρωας. Αν επιχειρήσουμε όμως ν’ αναζητήσουμε τραγικές μορφές στο νεώτερο θέατρο, αρκετοί απ’ τους χαρακτήρες του Ευγένιου Ο’ Νηλ διεκδικούν τον χαρακτηρισμό αφού αναμετρώνται με υπερκείμενες δυνάμεις κι είναι συμμέτοχοι στη μοίρα τους.

Στους «Πόθους κάτω απ’ τις Λεύκες» που εκδόθηκαν το 1924 αλλά η δράση τους τοποθετείται το 1850, τα τρία βασικά πρόσωπα, ο Εφραίμ, ο Ήμπεν κι η Άμπυ κουβαλούν το καθένα τους από ένα τραγικό φορτίο. Ο Εφραίμ είναι εκείνος ο μετανάστης που ήρθε αποφασισμένος να ριζώσει στον ξένο τόπο και να βγάλει λεφτά ενσαρκώνοντας το αμερικάνικο όνειρο. Είναι ο  σκληρός εργοδότης κι η αρχετυπική μορφή του πατέρα – αφέντη.  Ο  γιος του Ήμπεν επιθυμεί το ίδιο κι επιπλέον έχει αναλάβει το χρέος να αποδώσει δικαιοσύνη στη μνήμη της μητέρας του που υπέφερε απ’ τον δεσποτικό πατέρα. Η Άμπυ έχοντας χάσει σπίτι, άντρα και παιδί ψάχνει νέες ρίζες. Κι οι τρεις αναζητούν δικαιοσύνη σ’ έναν άδικο νομοτελειακά κόσμο. Νιώθουν  ότι η ζωή τους χρωστάει ευτυχία κι επιδιώκουν να φτιάξουν οι ίδιοι τις συνθήκες που θα τους οδηγήσουν γρηγορότερα στον στόχο τους, διαπράττοντας επαναλαμβανόμενες ύβρεις με ολέθριες συνέπειες.

Ο Ο ‘Νηλ,  απ’ τους σπουδαιότερους θεατρικούς συγγραφείς του 20ου αιώνα, παραδίδει ένα έργο βαθειά ρεαλιστικό αλλά με έντονες ποιητικές αποχρώσεις. Με μελαγχολία και διεισδυτικότητα εισχωρεί στις ανθρώπινες ψυχές που δεν μπορούν να λυτρωθούν απ’ τα πάθη τους, ενώ ταυτόχρονα αποζητούν ηρεμία, γαλήνη και σταθερότητα. Κι ο ίδιος άλλωστε ως γόνος Ιρλανδών μεταναστών βασανίστηκε χρόνια περιπλανώμενος κι αποζητώντας εστία και ρίζες.

Διαβάζοντας το προλογικό σημείωμα του Κωστή Μπαστιά για την παράσταση των Πόθων του 1937 στο Βασιλικό θέατρο, στάθηκα στη φράση:[…]δεν υπάρχουν παλαιά και σύγχρονα αριστουργήματα, υπάρχουν μονάχα αριστουργήματα. Κι όταν ένα έργο χαρακτηριστεί τέτοιο σημαίνει πως είναι καλό για όλες τις εποχές και για όλους τους τόπους. […] Οι πόθοι είναι από τα καλύτερα έργα του αμερικανικού θεάτρου κι έχει το δικαίωμα να παίζεται πάντα κι ένα θέατρο σαν το Βασιλικό έχει την υποχρέωση να δίνει όσο γίνεται πιο συχνά στο κοινό του τέτοιους πνευματικούς καρπούς.[…]

Ο δεξιοτέχνης σκηνοθέτης μπορεί να κάνει παράσταση ακόμα και με τον τηλεφωνικό κατάλογο, όπως έλεγε κι ο Σπύρος Ευαγγελάτος. Ένα καλό έργο όμως, όσο αριστουργηματικό κι αν είναι μπορεί ν’ αδικηθεί από μια κακή σκηνοθεσία. Παρακολούθησα τους «Πόθους κάτω απ’ τις λεύκες» σε σκηνοθεσία Αντώνη Αντύπα και δυστυχώς έπληξα.  Τολμώ να πω ότι το έργο κακόπεσε (sic) στα χέρια ενός Αντύπα προσκολλημένου στα χρόνια του Απλού θεάτρου.

Ο Αντύπας ευτύχησε να παρουσιάσει ένα σύνολο αξιόλογων έργων στα 22 χρόνια  λειτουργίας του Απλού θεάτρου μέχρι το 2012, άλλοτε ως σκηνοθέτης κι άλλοτε δίνοντας χώρο σε άλλους συνάδελφους του. Το Απλό θέατρο είχε ένα πολύ σημαντικό ρεπερτόριο αλλά το κοινό που βλέπει καλό θέατρο έχει παρακολουθήσει μια εξέλιξη που ο Αντύπας φαίνεται να μην θέλει ή μπορεί να ασπαστεί. Ο καλός σκηνοθέτης οφείλει να είναι προσαρμοστικός κι ευέλικτος κυρίως με την ιδιότητα του καλλιτέχνη που αφουγκράζεται τις ανάγκες κάθε εποχής, του κοινού και που συγχρόνως επιθυμεί να κρατάει ζωντανά κάποια κλασικά αριστουργήματα με τρόπο που να αφορούν και στο σήμερα.

Η παράσταση είχε εξαιρετικά αργό ρυθμό και καθόλου έμπνευση ενώ τα σκηνικά του Πάτσα, η μουσική της Καραΐνδρου, οι φωτισμοί της Μάσχα δημιουργούσαν μεν ατμόσφαιρα αλλά παράλληλα φώναζαν ότι κάπου τα έχουμε ξαναδεί/ ακούσει όλα αυτά.

Οι ερμηνείες περιγραφικές και στομφώδεις. Εξωτερικός ο Γιώργος Κέντρος που είναι ένας ηθοποιός άλλου ρεπερτορίου και σαφώς χαμηλότερων τόνων, ανύπαρκτος ο Χριστοδούλου διεκπεραίωσε απλώς τον ευαίσθητο Ήμπεν, αβοήθητη η Μαρία Κίτσου – μια εξαιρετική κατά τα άλλα ηθοποιός, μεγάλης γκάμας -αλλά ως γνωστόν ένας κούκος δεν φέρνει την άνοιξη. Βρήκα επιπλέον εντελώς παλαιομοδίτικη τη χρήση τόσων προσώπων (μουσικοί, χωρικοί κόκ)  για μια μόνο σκηνή. Όφειλε να βρει άλλη λύση…

Δεν μπορώ ν’ αποφύγω τέλος ένα σχόλιο για τη συνάντηση των μεγάλων συγγραφέων και του έργου τους με τρόπο που δείχνει ότι δεν υπάρχει παρθενογένεση στην  τέχνη αλλά μόνο πεδίο για γόνιμη έκφραση μέσα απ’ την αλληλεπίδραση.

Το έργο του Ο’ Νηλ έχουν σημαδεύσει τα μυθιστορήματα του Λόντον και Κόνραντ που διάβαζε στα νιάτα του. Οι ήρωες του έχουν έντονη τραγικότητα κι η βαθειά γνώση της ανθρώπινης ψυχής θυμίζει Στρίντμπεργκ ή Ρώσους μεγάλους μυθιστοριογράφους.

Επί του προκειμένου, πέραν του προφανούς δανεισμού απ’ τους μύθους της Φαίδρας και της Μήδειας που το κράμα της τραγικότητας τους συναντούμε στο πρόσωπο της Άμπυ, ένα μεγάλο μέρος της πρώτης πράξης με τους τρεις γιους κάτω απ’ τη σκιά του πατέρα –δυνάστη  θυμίζει έντονα τους Καραμάζωφ του Ντοστογιέφσκι.  Ο Ο’ Νηλ όμως  πιθανόν να γνώριζε και κάτι απ’ τον «Αθώο» του Ντ’ Ανούντσιο όπου κι εκεί η ερωτική ζήλεια ξεσπά με τον πνιγμό ενός βρέφους (του αμαρτωλού σπόρου) μέσα στην κούνια του. Στην μεταφορά του στη μεγάλη οθόνη, τη σκηνή αυτή σκηνοθέτησε αριστουργηματικά ο εστέτ και βιρτουόζος Βισκόντι.

Όπως και να’ χει, οι «Πόθοι κάτω απ’ τις λεύκες» είναι όλα τα παραπάνω κι ένα καυστικό σχόλιο για την αναζήτηση της ευτυχίας μέσα απ’ την αγωνία τριών ανθρώπων να ριζώσουν. Η λεύκα ζει σε υγρό έδαφος, δεν αντέχει σκιές και παγετούς κι ενώ αναπτύσσεται με ταχείς ρυθμούς κάνει επιφανειακές ρίζες και δεν έχει πολύ γερό κορμό…

«Πόθοι κάτω απ’ τις λεύκες» του Ευγένιου Ο’ Νηλ

Εθνικό θέατρο-Κεντρική Σκηνή

Μετάφραση: Γιώργος Δεπάστας

Σκηνοθεσία: Αντώνης Αντύπας

Σκηνικά-Κοστούμια: Γιώργος Πάτσας

Μουσική: Ελένη Καραΐνδρου

Φωτισμοί: Μελίνα Μάσχα

Κίνηση: Σταυρούλα Σιάμου

Βοηθός σκηνοθέτη: Ορέστης Τάτσης

Συνεργάτης-Δραματολόγος:Άννα Αγγέλου

Διανομή ρόλων:

Ήμπεν: Γιώργος Χριστοδούλου

Πήτερ: Νίκος Γιαλελής

Σίμεον: Παναγιώτης Παναγόπουλος

Εφραίμ Κάμποτ: Γιώργος Κέντρος

Άμπυ Πάτναμ: Μαρία Κίτσου

Βιολιστής: Κώστας Λώλος

Σερίφης: Σταύρος Μερμήγκης

Βοηθός Σερίφη: Γιώργος Ζυγούρης, Ανδρέας Παπανικόλας

Αγρότισσα: Μαργαρίτα Ανθίδου,Ιουλιέττα Θύμη, Χριστίνα Ντέμου, Ανθούλα Χαιροπούλου, Μάρθα Λαμπίρη-Φεντόρουφ, Μάγδα Λέκκα

Αγρότης: Γιώργος Βερτσώνης, Άλκης Μαγγόνας, Δημήτρης Τσεσμελής

 

«Πλατεία Ηρώων» στο θέατρο της Οδού Κυκλάδων

main_%cf%80%ce%bb%ce%b1%cf%84%ce%b5%ce%b9%ce%b1_%ce%b7%cf%81%cf%89%cf%89%ce%bd_7

Η πλατεία Ηρώων της Βιέννης από πλατεία υποδοχής γίνεται πλατεία διαμαρτυρίας. Η Heldenplatz όπως είναι το όνομα της στα γερμανικά, υπήρξε σύμβολο υποδοχής αλλά κι αποδοχής, όταν τον Μάρτιο του 1938 οι κάτοικοι της Βιέννης επευφημούσαν την είσοδο του Χίτλερ που από κει διακήρυξε την προσάρτηση της Αυστρίας στο Γ’ Ράιχ.

Ο Σούστερ, καθηγητής μαθηματικών, εβραίος και διανοούμενος, λάτρης του Spinosa και  του Descartes και βαθύς γνώστης της λογοτεχνίας αυτοκτονεί απ’ το παράθυρο του διαμερίσματος του πέφτοντας στην πλατεία Ηρώων σε μια πράξη που μπορεί να χαρακτηριστεί διαμαρτυρία προς τον αυστριακό λαό για την επιλεκτική μνήμη του ως προς την πρόσφατη ιστορία αλλά και για την απόλυτη απουσία μετάνοιας κι εξακολούθηση μιας εθνικιστικής ιδεολογίας.

Η «Πλατεία Ηρώων» είναι το κύκνειο άσμα ενός συγγραφέα που σε όλη τη διάρκεια της ζωής και της συγγραφικής του παραγωγής παρέμεινε με απαράμιλλη συνέπεια επικριτικός απέναντι στην Αυστρία και συγχρόνως ασχολήθηκε ιδιαίτερα με θέματα κοινωνικής απομόνωσης κι αυτοκαταστροφής.

Το 1988 ο Claus Peymann, καλλιτεχνικός διευθυντής του Burgtheater πρότεινε στον Bernhard να γράψει ένα έργο για τα εκατό χρόνια λειτουργίας του θεάτρου και παράλληλα για τη μαύρη επέτειο των πενήντα χρόνων από τότε που ο αυστριακός λαός υποδέχθηκε τον Χίτλερ στην πλατεία Ηρώων. Ο  Bernhard αρχικά αρνήθηκε αντιπροτείνοντας με σαρκασμό ν’ αναρτηθεί σε όλα τα άλλοτε εβραϊκά καταστήματα μια ταμπέλα με την επιγραφή «Judenfrei», δηλ. απαλλαγμένο από Εβραίους. Φυσικά δεν έγινε κάτι τέτοιο, και τελικά έγραψε την «Πλατεία Ηρώων». Δεκάδες ηθοποιοί παραιτήθηκαν κι αρκετές φορές αναβλήθηκε η πρεμιέρα μέχρι τις 4 Νοεμβρίου του 1988, όπου και τελικά πραγματοποιήθηκε κάτω από ισχυρά αστυνομικά μέτρα λόγω των πολλών συζητήσεων που είχαν προηγηθεί σχετικά με την ελευθερία και τα όρια της τέχνης. Ήταν μια πρεμιέρα που δίχασε κριτικούς και κοινό αφού άλλοι επιδοκίμασαν κι άλλοι έφυγαν οργισμένοι.

Στην «Πλατεία Ηρώων» ο μεγάλος πρωταγωνιστής είναι απών. Τις πληροφορίες της ζωής και του χαρακτήρα του τις μαθαίνουμε από δύο πρόσωπα που θα λέγαμε ότι είναι και οι δυο βασικοί χαρακτήρες του έργου, την οικονόμο του και τον αδερφό του. Η πρώτη υπήρξε απόλυτο δημιούργημα του. Την προσέλαβε όταν ήταν ακόμα νέα κι άπειρη και τη δίδαξε τόσο θέματα νοικοκυροσύνης και τάξης (ο καθηγητής ήταν σχολαστικός κι υποχόνδριος), όσο λογοτεχνία και φιλοσοφία. Ο δεύτερος, καθηγητής κι αυτός μοιράζεται εν πολλοίς τις ίδιες απόψεις για τη ζωή με τον αδερφό του. Μεγαλώνοντας αποτραβιέται σχεδόν απ’ τα εγκόσμια κι όταν ανοίγει το στόμα του χύνει χολή για ολόκληρη την ανθρωπότητα.

Τι σημαίνει όμως η αυτοκτονία του καθηγητή Σούστερ; Φυγή απ’ το νοσηρό περιβάλλον της πόλης, απ’ τα φαντάσματα του παρελθόντος απ’ την ματαιότητα της ύπαρξης αυτής καθαυτής; Ο αδερφός μου αυτοκτόνησε, εγώ πήγα στο Neuhaus θα πει κάποια στιγμή ο αδερφός του για να συμπληρώσει αμέσως ότι και τα δύο είναι ουσιαστικά το ίδιο πράγμα. Και τι θέλει άραγε να πει ο Bernhard σ’ αυτό το τελευταίο έργο-παρακαταθήκη πέραν της προφανούς αποδοκιμασίας του προς τον αυστριακό λαό; Μήπως τελικά η δυστυχία που κυρίευσε και τη δική του ζωή από την παιδική ήδη ηλικία ταυτίζεται με το αδιέξοδο που ένιωσε ο καθηγητής ο οποίος δεν μπόρεσε να βρει παρηγοριά στα διαβάσματα του, δεν έκανε ειρήνη ποτέ με τους γύρω του δεν συμφιλιώθηκε ίσως ούτε με τον εαυτό του και τελικά άρχισε ν’ αποσυντίθεται πολύ πριν τη μοιραία πτώση;

Η συχνή αναφορά στην Οξφόρδη όπου ο καθηγητής είχε αρχικά αυτοεξοριστεί και ετοιμαζόταν να ξαναεπιστρέψει παραπέμπει κάποτε στην τσεχωφική αναφορά της Μόσχας των τριών αδελφών. Εκεί, μπροστά στο απόλυτο αδιέξοδο θαρρεί κανείς ότι όλοι οι δυστυχισμένοι του κόσμου ψάχνουν να πιαστούν από μια προσδοκία για ν’ αντέξουν. Στο σύμπαν του Bernhard ούτε αυτό είναι αρκετό κι έτσι ο θάνατος δίνει την οριστική λύση.

Εξαιρετική η σκηνοθεσία του Δημήτρη Καρατζά που φαίνεται να του ταιριάζουν αυτού του είδους τα έργα. Η καλή αύρα που άφησε κληρονομιά ο Λευτέρης Βογιατζής στη θεατρική σκηνή της οδού Κυκλάδων αλλά κι η βαθειά μελέτη του έργου σε συνδυασμό με καλούς συντελεστές κι ηθοποιούς έδωσαν ένα άρτιο καλλιτεχνικό αποτέλεσμα και μια παράσταση γροθιά στο στομάχι που δεν τελειώνει όταν κλείσουν τα φώτα της σκηνής.

Η χρήση του καθρέφτη μέσα απ’ τον οποίο οι ήρωες απευθύνονται στο κοινό ενισχύει το δριμύ κατηγορώ του συγγραφέα προς τον αυστριακό λαό. Ο Bernhard απευθύνει τον λόγο του με τον ίδιο τρόπο που ο  νεώτερος καθηγητής Σούστερ ενώ μιλάει στις ανιψιές του προσπαθώντας να εξηγήσει την πράξη του πατέρα τους, στρέφει το βλέμμα και τον λόγο του προς τους θεατές.

Ιδιαίτερη μνεία στην Καρυοφυλλιά Καραμπέτη γιατί η ερμηνεία της συνοψίζει στη δική μου αντίληψη τον σκοπό της τέχνης. Το σκηνικό της ήθος, η συγκέντρωση, η αφοσίωση της, ο τρόπος που χειρίζεται το κορμί κι εκφέρει τον λόγο της οικοδομούν μια απ’ αυτές τις ερμηνείες που σε κάνουν να θες να κλάψεις από συγκίνηση και παράλληλα να νιώθεις τυχερός που έγινες κοινωνός αυτού του μικρού θαύματος. Η κυρία Τσίτελ είναι αυτή η έμπιστη, αυστηρή, στεγνή από τους χυμούς της ζωής οικονόμος. Σιδερώνει με μανία τα πουκάμισα του εκλιπόντος κι όμως το κάνει με τόσο αριστοτεχνικό τρόπο που μόλις αφήνει να φανεί μια υποψία τρυφερότητας. Η Τσίτελ θαύμαζε τον καθηγητή. Υπήρξε ο μέντορας της. Ο τρόπος που αγγίζει το μανίκι είναι σαν χάδι. Υπήρχε και κάτι άλλο ανάμεσα τους; Θα ήθελε μήπως να υπάρχει; Η Τσίτελ φροντίζει όλες τις λεπτομέρειες κι οργανώνει το τελευταίο γεύμα. Η Τσίτελ που σερβίρει τη σούπα αγκαλιάζοντας σχεδόν με στοργή τη σουπιέρα είναι στην πραγματικότητα η οικογένεια σε αντίθεση με την κανονική οικογένεια που νιώθει άβολα,  σαν τα μέλη της να υποδύονται τους εαυτούς τους.

Ωραία κι η παρουσία του Χρήστου Στέργιογλου. Ώριμη ερμηνεία, σκηνική συνέπεια, αυτοκυριαρχία σ’ έναν ηθοποιό που όσο μεγαλώνει δίνει ουσιαστικότερες ερμηνείες.

Σημαντικοί κι οι υπόλοιποι ηθοποιοί, η πάντα καλή Μαρία Σκουλέ, η Υβόννη Μαλτέζου, ο Μπινιάρης, η Καλαϊτζίδου, ο Εξαρχέας. Αξιόλογη η παρουσία της Σύρμως Κεκέ για τον τρόπο που έπαιζε με το πρόσωπο και τις κινήσεις της.

Επίκαιρο όσο ποτέ το αριστούργημα του Thomas Bernhard σήμερα που ακραίες ιδεολογίες κι εθνικιστικά κόμματα ξεπηδούν από παντού κι η άνοδος του φασισμού φαντάζει σαν τεράστια απειλή πάνω στα άτομα. Ταυτόχρονα όμως, όλη η μοναξιά των ανθρώπων, η αδυναμία συνύπαρξης κι η απομόνωση σε μικρόκοσμους επιλογής σχολιάζεται τόσο εύστοχα στο δεύτερο μέρος του έργου, στο οικογενειακό δείπνο που έπεται της κηδείας. Σ’ ένα διαμέρισμα που έχει σχεδόν αδειάσει, στρώνεται χάριν εθιμοτυπίας ένα τραπέζι όπως-όπως κι η ιδιότυπη αυτή οικογένεια συγκεντρώνεται για τελευταία φορά για να γίνει αμέσως η διαπίστωση ότι δεν υπάρχει τίποτα κοινό ανάμεσα τους. Κανείς δεν ενδιαφέρεται για τον διπλανό του. Είναι όλοι μικρές απελπισμένες μονάδες καταδικασμένες να φωνάζουν αλλά να μην ακούνε και τελικά να μην ακούγονται.

Θέατρο της Οδού Κυκλάδων

«Πλατεία Ηρώων» του Thomas Bernhard

Μετάφραση: Έρι Κύργια
Σκηνοθεσία: Δημήτρης Καραντζάς
Βοηθός σκηνοθέτη: Θεοδώρα Καπράλου
Σκηνικά: Κλειώ Μπομπότη
Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη
Κίνηση: Ζωή Χατζηαντωνίου
Μουσική: Γιώργος Πούλιος
Φωτογραφίες-βίντεο: Γκέλυ Καλαμπάκα
Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου
Διεύθυνση παραγωγής: Κατερίνα Μπερδέκα
Παραγωγός: Γιώργος Λυκιαρδόπουλος

Ερμηνεύουν οι: Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, Χρήστος Στέργιογλου, Μαρία Σκουλά, Υβόννη Μαλτέζου, Γιώργος Μπινιάρης, Άννα Καλαϊτζίδου, Σύρμω Κεκέ, Παναγιώτης Εξαρχέας

 

1984 στο Νέο Θέατρο Κατερίνα Βασιλάκου

1984

Όταν γύρω στο 2000 εμφανίστηκε στην τηλεόραση ο Μεγάλος Aδερφός, είχε χυθεί πολύ μελάνι για την κάμερα που θα παρακολουθούσε τις ζωές μερικών ανθρώπων που ναι μεν οικιοθελώς αλλά με βασικό κίνητρο τα χρήματα και τη διασημότητα αποφάσισαν να κλειστούν σ’ ένα σπίτι για σειρά ημερών.

Μέσα στα 20 σχεδόν χρόνια από τότε, η προσωπική μας ζωή έχει γίνει δημόσια και μάλλον μας αρέσει κιόλας. Τα όρια ανάμεσα στο δημόσιο και το ιδιωτικό είναι πια τόσο ρευστά που όλο και περισσότεροι άνθρωποι προβάλλουν τις ιδιωτικές τους στιγμές μέσω των social media. Ανάγκη προβολής, επικοινωνίας, βήμα για να πει κάποιος τη γνώμη του, ματαιοδοξία… κλπ, κλπ.

Η πραγματικότητα είναι ότι ο Μεγάλος Aδερφός από μακρινή προοπτική είναι πλέον μια πραγματικότητα που μας αφορά περισσότερο από ποτέ κι εκείνο το παλιό τηλεοπτικό παιχνίδι φαντάζει μέσα απ’ την αχλή του χρόνου σχεδόν αθώο αν αναλογιστεί κανείς τι συμβαίνει σήμερα. Με άλλα λόγια, ο Μεγάλος Aδερφός είναι εδώ, πιο κοντά από ποτέ, μας παρακολουθεί, ελέγχει τις προθέσεις μας, μας έχει γίνει απαραίτητος και διαμορφώνει με ύπουλο τρόπο το παρόν και το μέλλον μας (για του λόγου το αληθές, αρκεί να ρίξει κανείς μια ματιά στις πρόσφατες αποκαλύψεις για το πώς λέγεται ότι μεθοδεύτηκε η νίκη στις τελευταίες αμερικάνικες εκλογές)…

Το «1984» ως τίτλος προέκυψε από αναριθμητισμό του 1948 χρονιά κατά την  οποία ο Όργουελ γράφει το μυθιστόρημα που έμελλε ν’ αποδειχτεί ίσως το πιο προφητικό κείμενο των νεώτερων χρόνων. Ένας αστικός μύθος  θέλει τον  συγγραφέα να εμπνεύστηκε σχεδόν άμεσα τη βασική πλοκή του έργου του, όταν ως δημοσιογράφος στο BBC πέρασε τυχαία μπροστά από μια κάμερα και είδε το πρόσωπό του για πρώτη φορά σε μόνιτορ.

Στο 1984, ο Ουίνστον Σμιθ, κάτοικος της Ωκεανίας, μιας χώρας οι κάτοικοι της οποίας  είναι υπό διαρκή παρακολούθηση, παλεύει να παραμείνει λογικός, ενώ γύρω του όλοι δείχνουν να έχουν απολέσει κάθε ίχνος λογικής. Η γνωριμία του με μια κοπέλα θα δώσει την αφορμή για σκέψεις ενάντια στον απολυταρχισμό και την εξουσία του κόμματος, αφού για πρώτη φορά θα νιώσει την παραβίαση του ζωτικού χώρου και της ιδιωτικότητας του. Η σύλληψη του απ’ την αστυνομία σκέψης και ο βασανισμός του δοκιμάζουν τα όρια αντοχής, ανοχής, αξιοπρέπειας και ηθικής ενώ η «έξοδος» του στον κόσμο θα στιγματιστεί απ’ την οριστική απώλεια κάθε ηρωισμού και την παραδοχή μιας ιδιότυπης κι αναμενόμενης ήττας.

Εξαιρετική για μια ακόμη φορά η σκηνοθεσία της Κατερίνας Ευαγγελάτου. Ευρηματική, εύστοχη, με άποψη και νεύρο μια παράσταση γροθιά στο στομάχι όχι τόσο για τις βίαιες σκηνές – για τις οποίες πολύς λόγος έγινε- αλλά κυρίως για τη βία που γεννιέται απ’ τη συνειδητοποίηση του πόσο τρομακτικό μπορεί να γίνει το μέλλον μας. Η Ευαγγελάτου χρησιμοποίησε τη νέα διασκευή των Άικι και Μακμίλαν που κατασκευάζουν μία οπτική της ιστορίας μέσα από το μυαλό του Ουίνστον / Όργουελ, ο οποίος συνομιλεί με το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Πολύτιμη η συμβολή των σκηνικών και των κοστουμιών στη συνολική αισθητική της παράστασης ενώ ιδιαίτερη μνεία αξίζει στα ειδικά εφέ των έμπειρων αδερφών Αλαχούζων.

Μια πλειάδα καλών ηθοποιών με επικεφαλής το επιτυχημένο δίδυμο (πέρυσι τους απολαύσαμε στον «Φάουστ») του Πανταζάρα και του Κουρή  έρχεται να συντελέσει στην επιτυχία της παράστασης. Ο Πανταζάρας έχει ένα δαιμόνιο ταλέντο που καλείται συχνά να  ισορροπήσει και να χαλιναγωγήσει. Η ήρεμη δύναμη του Κουρή βρίσκεται στον αντίποδα κι αυτό  οδηγεί τελικά σ’ ένα ενδιαφέρον αποτέλεσμα. Οι δυο τους είναι σαν αντίρροπες δυνάμεις που εκκινούνται απο διαφορετική αφετηρία αλλά οδηγούν τελικά στο αποτέλεσμα που έχει οραματιστεί ο σκηνοθέτης.

Ο τρόπος που η ζωή κι η μυθοπλασία μερικές φορές αλληλοτροφοδοτούνται έχει ενδιαφέρον, ιδιαίτερα δε όταν αυτό κατορθώνει να γίνει τέχνη που προβληματίζει κι ενεργοποιεί. Όταν έγραψε το «1984» ο Όργουελ, ο κόσμος ήταν χωρισμένος στα δύο. Πολλοί είπαν ότι ο δεσποτικός ηγέτης στον οποίο κάνει αναφορά είναι ο Στάλιν. Εβδομήντα χρόνια αργότερα, τα τείχη έχουν πια γκρεμιστεί κι οι ιδεολογίες συναντήθηκαν με τέτοιο τρόπο που η σύγκλιση τους σχεδόν τις εξαφανίζει. Στο σημείο μηδέν, μπορεί κανείς να μιλάει ακόμα γι’ απολυταρχικά καθεστώτα είτε κοιτάει δεξιά, είτε αριστερά κι αυτό είναι που κάνει τον Όργουελ περισσότερο επίκαιρο από ποτέ.

Νέο Θέατρο Κατερίνα Βασιλάκου

1984 του ΤΖΩΡΤΖ ΟΡΓΟΥΕΛ
Νέα Διασκευή: Ρόμπερτ  Άικι & Ντάνκαν Μακμίλαν
Μετάφραση – Σκηνοθεσία: Κατερίνα Ευαγγελάτου
Σκηνικά: Εύα Μανιδάκη
Κοστούμια: Βασιλική Σύρμα
Μουσική: Γιώργος Πούλιος
Βίντεο: Στάθης Αθανασίου
Σχεδιασμός Φωτισμών: Νίκος Βλασόπουλος
Ηχητικός Σχεδιασμός: Νικόλας Καζάζης
Φωνητική Διαδασκαλία: Αλεξάνδρα Λέρτα
Ειδικά Εφέ: Αφοί Αλαχούζοι
Μακιγιαζ: Έυη Ζαφειρόπουλου
Κομμώσεις: Talkin’ Heads
Ειδικές Κατασκευές: Μπάμπης Κατσιμίχας
Βοηθοί Σκηνοθέτη: Δήμητρα Δερμιτζάκη, Δημήτρης Οικονομίδης
Βοηθός Σκηνογράφου: Μυρτώ Μεγαρίτου
Φωτογραφίες: Σταύρος Χαμπάκης, Νίκος Πανταζάρας
Video Trailer: Μιχάλης Κλουκίνας
Διεύθυνση Παραγωγής: Βιολέττα Γύρα & Όλγα Μαυροειδή
Παραγωγός: Γιώργος Λυκιαρδόπουλος

Διανομή

Ουίνστον Σμιθ: Αργύρης Πανταζάρας
Ο’Μπράιεν: Νίκος Κουρής
Τζούλια: Λένα Δροσάκη
Τσάρινγκτον: Σωτήρης Τσακομίδης
Πάρσονς: Νίκος Πυροκάκος
Κυρία Πάρσονς: Σεραφίτα Γρηγοριάδου
Σάιμ: Ερρίκος Μηλιάρης
Μάρτιν: Αγησίλαος Μικελάτος

Συμμετέχουν: Μελαχρινός Βελέντζας, Βησσαρίων Κανέλλος, Στυλιανός Καπούλας, Απόστολος Κατσιριντάκης, Τάσος Κόρκος, Δημήτρης Μηλιώτης, Χρήστος Τσουλιάης.

Και τα παιδιά: Ειρήνη Γουλιέλμου, Πέπη Κώνστα, Αθηνά Μισαηλίδου

Στο Βίντεο εμφανίζονται οι ηθοποιοί: Παντελής Δεντάκης, Δήμητρα Δερμιτζάκη, Βασίλης Κουκαλάνι, Αλεξάνδρα Λέρτα, Πόπη Λυμπεροπούλου.

 


Επισκεψιμότητα

  • 195,850 hits

Αρχείο