Archive for the 'Προσωπικότητες' Category

«Γράμμα σ’ έναν άντρα / Βασισμένο στα ημερολόγια του Νιζίνσκι» στη Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών

Για να κατανοήσει κανείς καλύτερα το έργο του Wilson, καταλληλότεροι να μιλήσουν είναι οι άνθρωποι με τους οποίους έχει συνεργαστεί εδώ και χρόνια. Αυτοί μπορούν ν’ αποκαλύψουν τη σύνθετη προσωπικότητα του δημιουργού, την οπτική του, τον τρόπο με τον οποίο δέχεται ερεθίσματα που τα μετουσιώνει σε καλλιτεχνική δημιουργία κοκ. Απ’ την Sheryl Sutton και τον Christopher Knowles ως τον Heiner Muller και τον Philip Glass, οι άνθρωποι του Wilson μιλούν για έναν ιδιοφυή δημιουργό, για έναν καλλιτέχνη που στο επίκεντρο της δημιουργίας του έχει τον άνθρωπο και που απ’ αυτόν αντλεί έμπνευση, για έναν απαιτητικό σκηνοθέτη αλλά πάνω απ’ όλα για έναν ευαίσθητο άνθρωπο που περιμένει απ’ τους συνεργάτες του να δίνουν ιδέες. «Συνειδητοποίησα ότι το κλειδί της αρμονικής συνεργασίας με τον  Bob ήταν να ικανοποιούμαι πρώτα εγώ» λέει ο Hans Peter Kuhn που δούλεψε με τον Wilson στο θρυλικό «Death Destruction and Detroit».

« Ο Bob μιλάει πολύ για την εσωτερική και την εξωτερική οθόνη, αυτούς τους δύο διαφορετικούς τρόπους αντίληψης . Νομίζω ότι αυτό που κάνουν οι περισσότεροι άνθρωποι είναι να σβήνουν την εσωτερική οθόνη όταν υπάρχει κάποια εξωτερική δραστηριότητα. Έτσι, όταν παίζουν κάποιο ρόλο, υπάρχει κείμενο, δράση και κινήσεις και επικεντρώνονται σ’ αυτά. Ακόμα κι αν υπάρχει κάποιος τρόπος να κινητοποιήσει αυτές τις πράξεις και τις λέξεις, τις συνδέει με προσωπική εμπειρία ή ψυχολογία για να τις κάνει πιο αληθοφανείς κι όλο αυτό είναι μονοδιάστατο γιατί δεν κάνουν παρά μόνον αυτό. Νομίζω ότι αυτό που κάνει την ερμηνεία πλούσια και πολυδιάστατη στο θέατρο του Bob είναι το ότι οι άνθρωποι δεν παύουν να είναι άνθρωποι απλώς και μόνο επειδή παίζουν κάποιο ρόλο. Αν ακούσεις πολύ προσεκτικά, σου λένε ανθρώπινα πράγματα για τους εαυτούς τους και για το ποιοι είναι και το τι εμπειρία γεύονται. » λέει η Sheryl Sutton που έχει δουλέψει με τον Wilson μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από οποιονδήποτε άλλο συνεργάτη του απ’  το 1970 με το «Deafman Glance»  ως το  1988 με το «Cosmopolitan Greetings».

Η ιδιαίτερη ευαισθησία σε άτομα με ειδικές ανάγκες όπως ο Knowles που ως αυτιστικός ήταν περιθωριοποιημένος μέχρι που ανακαλύφθηκε (sic) απ’ τον Wilson κι αυτή του η ιδιαιτερότητα προβλήθηκε και αναδείχθηκε οδήγησε σε εκπληκτικές σκηνικές συνθέσεις όπως το «Deafman Glance»,το «Dia log/Network» ή  «The $ Value of Man». Ήταν η απόφαση του Bob να μάθει τους ρυθμούς του παιδιού και να δουλέψει μαζί του με τους ίδιους ρυθμούς. Όλοι έμειναν έκπληκτοι με το ότι αυτό το παιδί μέσα σε τόσο λίγο χρόνο λειτούργησε ενώ ουδέποτε στο παρελθόν είχε μπορέσει » έχει δηλώσει ο πατέρας του Knowles.

Ο Wilson χρησιμοποιεί θεατρικά κολάζ και μοιάζει σαν να μοντάρει τις παραστάσεις του. Άλλες φορές η αφορμή είναι μια εικόνα, άλλες ο ήχος.  Αυτό ήταν και το σημείο επαφής του με τον Heiner Muller. Ο Wilson  ανταποκρίθηκε αμέσως στην εξυπνάδα και στην χαρισματική προσωπικότητα του Muller. O Wilson είναι ένας δημιουργός εικόνων και στον Γερμανό συγγραφέα ανακάλυψε για πρώτη φορά κάποιον με τον οποίο μπορούσε να μοιραστεί τον ίδιο οπτικό σφυγμό, κάποιον του οποίου η γλώσσα δεν μεταφράζεται σε θεωρία αλλά σε εικόνες του μυαλού. Αλλά και ο Muller έχει δημιουργήσει θεατρικά κολάζ ή μοντάζ όπως τα αποκαλεί ο ίδιος. Έχει φτιάξει ανεξάρτητες σκηνές, λόγους , λογοτεχνικά κομμάτια.

Κοινό «μυστικό» για να διαβάσει κανείς το έργο του Wilson είναι η συμμετοχή του κοινού σ’ αυτό. Το κοινό που θα παρακολουθήσει μια παράσταση του πρέπει να είναι έτοιμο ν’ αναλάβει την ευθύνη της δικής του εμπειρίας. Αυτό από μόνο του είναι πολύ σημαντικό αν σκεφτεί κανείς πόσο διαδραστικό είναι το θέατρο του Wilson, τι ζητάει απ’ τους θεατές, πόσο τους καλεί να είναι σε εγρήγορση. «Θέλω το τέλος να μείνει ανοιχτό, να υπάρξουν ερωτήματα στο κοινό.  Κι εμένα μου αρέσει αυτό. Μου αρέσει ο τρόπος που ο  Bob ζητάει από το κοινό να αναλάβει μια ευθύνη για τη δική του εμπειρία. Έτσι νιώθω για τη δουλειά που κάνω. Δεν πρόκειται να εμπλακώ σε οτιδήποτε έχει να κάνει με εξηγήσεις διότι το θεωρώ τόσο αλαζονικό. Εξηγήσεις για κάτι τόσο μυστηριακό , όχι. Το μυστήριο πρέπει να μείνει στην καρδιά του θεατή. Δεν θέλω να ανακατευτώ μ’ αυτό. Το κοινό έπρεπε να έχει έναν σημαντικό ρόλο στο να πάρει την εμπειρία και να τρέξει μ’ αυτήν ή να την πετάξει. Το πειραματικό θέατρο του 1970 στο οποίο ανήκαμε ιδεολογικά και ο Bob  κι εγώ ήταν ενάντια σε κάθε μορφή χειραγώγησης του κοινού.» λέει ο David Warrilow.

Βαρύνουσα σημασία στο έργο του Wilson έχουν οι περίτεχνοι φωτισμοί του όπως δηλώνει ο μεγάλος επίσης Philip Glass  όταν είδε το «The life and Times of Joseph Stalin»  το « Σκέφτηκα ότι ήταν  υπέροχο έργο […] Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι παρόλο που πρώτη φορά έβλεπα δουλειά του Bob, αυτού του είδους το θέατρο ήταν πολύ φυσιολογικό για μένα. Πολύ συχνά οι άνθρωποι που έχουν την παραδοσιακή θεατρική εμπειρία και έρχονται σ’ επαφή με το θέατρο του  Wilson εντυπωσιάζονται γιατί δεν έχουν ξαναδεί κάτι παρόμοιο. Αλλά αν έχει μεγαλώσει κανείς στη Νέα Υόρκη στη δεκαετία του ’60 είναι εξοικειωμένος μ’ αυτό τον τύπο θεάτρου. Αυτό που πραγματικά μ’ εντυπωσίασε  στην παράσταση που είδα δεν ήταν τόσο η καινοτομία της αλλά ότι ήταν τόσο εξατομικευμένο, τόσο ιδιαίτερο και τόσο εκλεπτυσμένο. Εντυπωσιάστηκα ιδιαιτέρως από το φωτισμό , ο οποίος φαντάζει πολύ στοιχειώδης σε σχέση μ’ αυτό που ο  Bob μπορεί να κάνει σήμερα αλλά παρόλα αυτά ήταν και τότε χρόνια φωτός μακρύτερα από οποιονδήποτε άλλο. Ήξερα ότι θα κάναμε μαζί κάποιο έργο. Δεν είχαμε γνωριστεί ακόμα αλλά ήταν προφανές.»

Η τελευταία δουλειά του Wilson, «Γράμμα σ’ έναν άντρα» έρχεται να συμπυκνώσει όλα τα προηγούμενα μ’ έναν τρόπο που τελικά είναι αποκαλυπτικός για τους μεγάλους δημιουργούς. Μετά τις πολύωρες παραστάσεις του παρελθόντος, τους πειραματισμούς, τις αναζητήσεις στη φόρμα, χρειάζεται λίγος, ελάχιστος στην πραγματικόητα χρόνος για να αποκρυσταλλώσεις τα στάδια μιας μεγάλης καριέρας. Το είδαμε στον Peter Brook το περασμένο φθινόπωρο, το βλέπουμε και τώρα με το Wilson.

Μέσα σε 80 λεπτά και με τον Mikhail Baryshnikov ως τον ιδανικότερο performer, ο Wilson  διεισδύει στο ταραγμένο μυαλό του Nijinsky ερευνώντας την καταστροφική περίοδο των έξι εβδομάδων του 1919, την απαρχή της σχιζοφρένειας του Nijinsky, έτσι όπως ο ίδιος  την κατέγραψε στα ημερολόγια του. Ο θεατής παρακολουθεί τον χορευτή φαινόμενο των αρχών του 20ου αιώνα να καταδύεται στην τρέλα. Αποσπασματικά περνάει το βάσανο της σεξουαλικότητας του, και  η σχέση με τον Diaghilev.

Ακόμα κι αν δεν ξέρει κανείς τίποτα για το Wilson και το τεράστιο έργο του, η παρουσία του Baryshnikov  στη σκηνή λειτουργεί σαν καταλύτης.  Ο Μίσα όπως έχει επικρατήσει να είναι το καλλιτεχνικό του ψευδώνυμο είναι αέρινος. Έχει μια πλαστικότητα που σε κάνει να νομίζεις ότι ίπταται.  Αυτή εξάλλου η χάρη της κίνησης, σε συνδυασμό με το λευκό πρόσωπο που του φόρεσε ο Wilson κάνοντας τον να μοιάζει μ’ ένα οποιονδήποτε κλόουν είναι το κομβικό σημείο συνάντησης τριών μεγάλων καλλιτεχνών. Ο μάγος Wilson παίζει το παιχνίδι της Μπάμπουσκας, της θρυλικής ρώσικης κούκλας.  Μας καλεί να μπούμε στο μυαλό του Nijinsky κι εμείς παρακολουθούμε πώς ο ένας μπαίνει στο μυαλό του άλλου μέχρι που το σχήμα μικραίνει και πάλι απ’ την αρχή.  Ο θεατής στου Wilson, αυτός στου Baryshnikov, ο Baryshnikov στου Nijinsky κοκ.

Η παράσταση ακούγεται σε τρεις γλώσσες, αγγλικά, γαλλικά και ρωσικά. Ο Baryshnikov είναι ένας θλιμμένος κλόουν, ένας περιπλανητής, μια μαριονέτα πάνω σε μια καρέκλα που μας κοιτάζει ανάποδα- ή μήπως εμείς τελικά την κοιτάμε έτσι; Είναι η τρέλα απόκλιση μιας κανονικότητας αλλά ποιος ορίζει την κανονικότητα…

Οι παραστάσεις του Wilson συνιστούν θεατρική εμπειρία. Σκεφτόμουν πηγαίνοντας ότι με υποκινούν δίψα και περιέργεια να δω όλο και περισσότερες δουλειές που φέρουν την υπογραφή του. Φεύγοντας, η εμπειρία απέκτησε τη βαρύτητα του να έχω δει στη σκηνή τον Baryshnikov. Συνάντηση ιερών τεράτων ή αλλιώς γιατί η τέχνη σε κάνει να αισθάνεσαι  ότι μπορείς ν΄αντιμετωπίσεις τη θνητότητα σου…

τα σημεία του κειμένου για τους συνεργάτες του Wilson έχουν μεταφραστεί απ΄τα γαλλικά ως μέρος πανεπιστημιακής εργασίας απ’ τη γράφουσα κι όπως και το υπόλοιπο κείμενο αποτελούν προϊόν πνευματικής ιδιοκτησίας.

 

Ελληνικό Φεστιβάλ

Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών Ιδρύματος Ωνάση

Ρόμπερτ Γουίλσον – Μιχαήλ Μπαρίσνικοφ

«Γράμμα σ’ έναν άντρα / Βασισμένο στα ημερολόγια του Νιζίνσκι»

Σκηνοθεσία – Σκηνικά – Σύλληψη φωτισμών: Ρόμπερτ Γουίλσον, Μιχαήλ Μπαρίσνικοφ
Κείμενο: Christian Dumais-Lvowski
Δραματουργία: Darryl Pinckney
Μουσική: Hal Willner
Κοστούμια: Jacques Reynaud
Συνεργασία σε ζητήματα κίνησης και ομιλούμενου κειμένου: Lucinda Childs
Φωτισμοί: A.J. Weissbard
Ήχος: Nick Sagar, Ella Wahlström
Βίντεο: Tomek Jeziorski
Ελληνικοί υπέρτιτλοι: Έλλη Πετράντη

Παραγωγή: Change Performing Arts και Baryshnikov Productions, Αττική Πολιτιστική Εταιρεία
Ανάθεση: Spoleto Festival dei 2Mondi, BAM, Cal Performances, University of California, Berkeley, Center for the Art of Performance at UCLA, Théâtre De La Ville

.

Advertisements

«Relax Mynotis» στο Θέατρο Τέχνης

Ένας υπέργηρος αλλά συνάμα ακμαίος ηθοποιός υπαγορεύει την 35η διαθήκη του σ’ έναν νεαρό βοηθό συμβολαιογράφου. Με διάθεση καυστική αλλά και μεγάλη δόση αυτοσαρκασμού μιλάει για όλους και όλα, παλιούς συναδέλφους, φίλους πολιτικούς, την νεοελληνική πραγματικότητα, τη λειτουργία του θεάτρου, την πολιτική, τη δημοκρατία, τη δικαιοσύνη, τη φύση του επαγγέλματος «κάνουμε Σάββα, παιδί μου, ένα επάγγελμα με πρώτη ύλη το πιο κοινόχρηστο πράγμα του κόσμου, το πιο μπανάλ: τη γλώσσα».

Είναι σαφές τόσο απ’ τον τίτλο, όσο κι απ’ τη στιγμή που βγαίνει στη σκηνή ο Παπαβασιλείου ότι ο εν λόγω ηθοποιός είναι ο Αλέξης Μινωτής. Πρώτη φορά είδα τον Παπαβασιλείου στη σκηνή κι ομολογώ εντυπωσιάστηκα. Αν και δεν πρόλαβα τον Μινωτή στο θέατρο ήταν σαν να τον έβλεπα μπροστά μου. Η ομιλία, το βάδισμα, όσα ειπώθηκαν∙ αναπόφευκτα σκέφτηκα ότι το «φάντασμα» του Μινωτή ήρθε και στοίχειωσε τον παραδοσιακό αντίπαλο – το Θέατρο Τέχνης -στην έδρα του (sic).

Νομίζω όμως ότι θ’ αδικούσαμε τον Παπαβασιλείου αν εξαντλούσαμε αυτό το σημείωμα στο πόσο πειστικά μιμήθηκε τον Μινωτή. Δεν ήταν σαφέστατα αυτός ο στόχος του. Αφορμή στο να καταπιαστεί με τον συγκεκριμένο ηθοποιό ήταν ο μύθος που έχει αφήσει εκείνος πίσω του, τόσο λόγω της ιδιαίτερης προσωπικότητας και της τεράστιας καριέρας του, όσο κι επειδή λόγω μακροβιότητας, ο Μινωτής ευτύχησε να διανύσει θεατρικά ένα τεράστιο κομμάτι της θεατρικής αλλά και νεοελληνικής πραγματικότητας του 20ου αιώνα συνυπάρχοντας με άλλα εξίσου ιερά τέρατα. Στο δεύτερο εξάλλου μέρος του έργου, ο Παπαβασιλείου τον βάζει να συνδιαλέγεται με τον Γιάννη Ρίτσο ορμώμενος απ’ την σύμπτωση της κοινής ημερομηνίας θανάτου τους, αλλά και με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή που ήταν γνωστό ότι υπήρξαν φίλοι.

Ο Παπαβασιλείου λέει ότι όταν ανοίχτηκε η διαθήκη του Μινωτή η φράση «τα ποσά είναι ασήμαντα, πλην τα αισθήματα πρωτεύουν» υπήρξε η πρώτη αφορμή να καταγραφεί στο μυαλό του το σχέδιο αυτού του έργου. Παράλληλα όμως, η παράσταση είναι κι ένας ύμνος στην τέχνη του ηθοποιού, στο εφήμερο της θεατρικής πράξης, στην διαρκή αναμέτρηση του καλλιτέχνη με το καλύτερο, στην αναγκαιότητα εξάλειψης των απογόνων μήπως και σταματήσει πια η αναφορά σε προγονικά επιτεύγματα κι η προσδοκία που οι μεγαλύτερες γενιές καλλιεργούν και κληροδοτούν στις νέωτερες…

Ο Παπαβασιλείου είναι ένας διανοούμενος του θεάτρου κι οφείλουμε να το έχουμε αυτό κατά νου όταν βλέπουμε τις παραστάσεις του. Η ματιά του πάνω σ’ αυτό που αποφασίζει κάθε φορά να παρουσιάσει έχει ερωτήματα πολιτικού, κοινωνικού, αισθητικού χαρακτήρα.

Στο «Relax Mynotis» δεν γελάει κανείς μ’ αυτά που ακούγονται, τα θεατρικά κουτσομπολιά ή τις φήμες, αλλά μ’ αυτά που αναγνωρίζει ως διαχρονικές αλήθειες. Και σ’ αυτό το σημείο είναι που συναντιέται το κωμικό με το δραματικό, κάτι που ο Παπαβασιλείου έχει το χάρισμα ν’ αποτυπώνει με τον λόγο και την παρουσία του.

Ο έτερος της διανομής, Γιάννος Περλέγκας, κράτησε ίσες αποστάσεις απ’ τον κεντρικό ρόλο, δεν «καπελώθηκε» απ’ το χαρισματικό και γιατί όχι αβανταδόρικο ντουέτο Παπαβασιλείου-Μινωτή. Είναι εξάλλου ένας απ’ τους πιο καλούς ηθοποιούς της γενιάς του. Στο δεύτερο μέρος του έργου, στάθηκε πρακτικά μόνος στη σκηνή απαγγέλλοντας τα δελτάρια που υποτίθεται ότι αντάλλαξε ο Μινωτής με τον Ρίτσο. Παρεμπιπτόντως, ήταν και το σημείο που βρήκα κάπως βαρετό θεωρώντας το άνισο σε σχέση με το πρώτο μέρος αφού λείπει το μπρίο που είναι τόσο διάχυτο μέχρι εκείνη τη στιγμή.

Θέλω ν’ αναφερθώ και στο ηχητικό κομμάτι της παράστασης που επιμελήθηκε ο Λαέρτης Μαλκότσης. Δεν ξέρω ποιου ιδέα ήταν, αλλά οι παιδικές φωνές που ακούγονται άλλοτε πιο έντονα κι άλλοτε πιο υποτονικά καθόλη τη διάρκεια της παράστασης, υπήρξε ευφυής πρόταση. Παραπέμπει τόσο πολύ στη ζωή που συνεχίζεται και δηλώνει με σθένος την παρουσία της σε αντιδιαστολή με τη διαθήκη που υπαγορεύεται μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο από έναν υπέργηρο κύριο που αν κι έχει ξεπεράσει κατά πολύ το προσδόκιμο, αντιστέκεται με μένος και συνεχίζει, έστω και αυτοσαρκαζόμενος, να κάνει σχέδια για το μέλλον…

Απ’ τα δυνατά σημεία τέλος, οι αυτοσχεδιασμοί μεταξύ των δύο ηθοποιών που με την κίνηση των χεριών υποκαθιστούν τ’ αντικείμενα που λείπουν (καθρέφτης, χτένα, άρωμα, καφές κτλ). Είναι ένα τρόπον τινά παιχνιδιάρικο θέατρο εν θεάτρω.

Πρέπει να πω όμως γενικά, βγάζοντας όσο μπορώ απέξω τον εαυτό μου κι αυτά που ξέρω για το θέατρο και τους ανθρώπους του -επίσημα αλλά και παρασκηνιακά – ότι ένα μεγάλο μέρος του κειμένου αναλώνεται σε θέματα για μυημένους. Αυτοί θα γελάσουν ή θα μειδιάσουν με ό, τι ακούγεται. Οι υπόλοιποι θα παρακολουθούν αμήχανοι διερωτώμενοι ίσως μα για ποιον μιλάει τώρα. Είναι γνωστό εξάλλου πόσο θελκτικό είναι το κουτσομπολιό για δημόσια πρόσωπα. Κάτω απ’ αυτό το πρίσμα συνεπώς, αναρωτιέμαι αν το «Relax Mynotis» είναι παράσταση μόνο για λίγους…

«Relax Mynotis» του Βασίλη Παπαβασιλείου

Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν (Φρυνίχου)

Σκηνοθεσία:  Βασίλης Παπαβασιλείου

Σκηνογραφία: Κώστας-Ηρακλής Γεωργίου

Φωτισμοί: Ελευθερία Ντεκώ

Ήχοι: Λαέρτης Μαλκότσης

Καλλιτεχνική συνεργάτις-Υπεύθυνη παραγωγής: Νικολέτα Φιλόσογλου

Παίζουν: Βασίλης Παπαβασιλείου, Γιάννος Περλέγκας

«Παραμύθια με την Ξένια» στο Θέατρο Πόρτα

img_5367 img_5368

img_5366

Το παιδικό θέατρο στην Ελλάδα είναι απόλυτα συνυφασμένο με την Ξένια Καλογεροπούλου. Αυτή το ανακάλυψε (sic) κι εργάστηκε με αφοσίωση κι απόλυτο επαγγελματισμό καταφέρνοντας να μαγέψει γενιές παιδιών και προσφέροντας τους καλό, ποιοτικό θέατρο κι όχι πρόχειρες παραστάσεις που με μερικά χοντροκομμένα αστεία και λίγες γκριμάτσες βαφτίζονταν δήθεν ως κατάλληλες για παιδιά.

Το παιδικό κοινό είναι αυστηρό με την έννοια του ότι δεν γνωρίζει από κοινωνικές συμβάσεις. Το παιδί δεν θα πει ψέμματα για το αν του άρεσε ή όχι μια παράσταση. Για την ακρίβεια δεν θα χρειαστεί καν να το πει, θα το δείξει. Όταν έχεις από κάτω ένα τσούρμο πιτσιρίκια που τρώνε πατατάκια, μιλάνε μεταξύ τους και δεν προσέχουν είναι δείγμα αποτυχημένης παράστασης. Εννέα στις δέκα φορές δεν πρέπει να ψέγει κάποιος τα παιδιά γιατί δεν κάθονται ήσυχα αλλά να προβληματιστεί για το αν αυτό που τους παρουσιάζεται διαθέτει ποιότητα ή όχι.

Μ’ εξαιρέσεις υπερκινητικών ή πολύ φοβισμένων παιδιών, ο μέσος όρος όταν είναι στην κατάλληλη ηλικία μπορεί να παρακολουθήσει κανονικά μια παράσταση μελετημένη γι’ αυτά.

Όταν το 2010 η Καλογεροπούλου ετοίμασε κι έπαιξε στο Έλα, έλα, άλλαξε τα ηλικιακά όρια των μικρών θεατών αφού η παράσταση ήταν ειδικά φτιαγμένη για παιδιά με μικρότερο όριο ηλικίας τα 3 χρόνια. Από τότε ως σήμερα, ετοίμασε με ειδικά καταρτισμένους συνεργάτες παραστάσεις ακόμα και  για μωρά βασισμένες σε ήχους ή απλές κινήσεις, ίδρυσε ένα εκπληκτικό θεατρικό εργαστήρι που εκτός απ’ τα παιδικά προγράμματα για θεατρικό παιχνίδι και δημιουργική απασχόληση πραγματοποιεί και master classes για εκπαιδευτικούς ή παιδαγωγούς, γράφει ανελλιπώς παραμύθια κι εμπνέει έναν κύκλο ανθρώπων που δουλεύουν μαζί της με σκοπό τη θεατρική μόρφωση των παιδιών. Η Καλογεροπούλου κάνει αυτό που θα μπορούσε και θα’ πρεπε να κάνει ένα κράτος που κατά τ΄άλλα επαίρεται για τα φώτα του πολιτισμού… Η Καλογεροπούλου δημιουργεί θεατρική παιδεία για τα παιδιά και τους γονείς τους ξεκινώντας απ’ την ηλικία μηδέν.

Η μελέτη άλλωστε γύρω απ’ την καταλληλότητα και αρτιότητα μιας  παράστασης υπήρξε και παραμένει το στοιχείο που διαχρονικά διαφοροποιεί το θέατρο της Καλογεροπούλου απ’ τα άλλα. Ο Οδυσσεβάχ, η Ελίζα, η «Πεντάμορφη και το τέρας, το Σκλαβί, αλλά και οι παλαιότερες Μορμόλης και Πινόκιο είναι μερικές απ’ τις  μυθικές παραστάσεις που  εδώ και 45 χρόνια μεγάλωσαν ένα σωρό παιδιά. Αυτά τα ίδια παιδιά που σήμερα φέρνουν και τα δικά τους στο θέατρο, έχοντας την τύχη να μπορούν ν’ ακούσουν ένα παραμύθι απ’ τα χείλη της Ξένιας Καλογεροπούλου κι έτσι να έρθουν σ’ επαφή με την αξία της προφορικής παράδοσης. Για 3η χρονιά φέτος, το πρώτο Σάββατο κάθε μήνα, παραμύθια απ’ όλον τον κόσμο ζωντανεύουν μπροστά στους μικρούς θεατές και ξαναζούν μέσα απ’ αυτούς.

Στην ηλεκτρονική μας εποχή, ένα παιδί όλο και δυσκολότερα συναντιέται με τον γραπτό λόγο αφού η εικόνα έχει τα πρωτεία. Η γιαγιά που λέει ιστορίες στα παιδιά γύρω της, πιθανότατα να έχει στοιχειώσει τις μνήμες όσων τη θυμούνται ως εικόνα του παλιού αναγνωστικού. Στην πραγματικότητα, πάνε χρόνια που δεν υπάρχει πια. Κι όμως, η προφορική αφήγηση  έχει τεράστια αξία γιατί κάνει το παιδί να φαντάζεται, να συγκεντρώνεται, να συμμετέχει κι έτσι να μην μένει ως παθητικός δέκτης μπροστά σε μια οθόνη. Χάρη στην προφορική παράδοση, έχουμε σήμερα τα Ομηρικά έπη, τα παραδοσιακά παραμύθια όχι μόνο του τόπου μας αλλά και διεθνώς, τα δημοτικά τραγούδια κα. Άνθρωποι που δεν μπόρεσαν να μάθουν γράμματα σε παλαιότερες εποχές κατάφεραν να έρθουν σ’ επαφή με αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας και δραματουργίας μέσω της προφορικής παράδοσης. Συγκινητική είναι η αναφορά για μια γριούλα στην Κρήτη της δεκαετίας του ’60. Στη διάρκεια μιας παράστασης του Ερωτόκριτου, κάποιοι την παρατήρησαν ν’ απαγγέλει παράλληλα με τους ηθοποιούς. Ήξερε τόσους στίχους απέξω!

Ακόμα κι όταν όλα θα έχουν αντικατασταθεί από ρομπότ κι αυτό είναι κάτι που δεν αργεί πολύ, έχω την πεποίθηση – πιθανόν και την ελπίδα- ότι η τέχνη με την μορφή της ζωντανής παράστασης δεν θα μπορέσει ν’ αναπληρωθεί επαρκώς. Κι η αφήγηση ενός παραμυθιού είναι μια κανονική παράσταση που απαιτεί συνεχή διαδραστικότητα ανάμεσα σ’ έναν προικισμένο αφηγητή και σ’ ένα «ανοιχτό» κοινό.

 

«Battlefield» του Peter Brook στο Θέατρον

images

Μετά τη μεγάλη μάχη, έρχεται η ησυχία. Μετά τον μεγάλο πόνο, η σιωπή. Νομίζω ότι κάπως έτσι γεννήθηκε το «Battlefield» στο μυαλό του Peter Brook. Ο απόηχος της μυθικής «Μαχαμπαράτα» κατέληξε σε  μια σύντομης διάρκειας παράσταση, σε μια απογυμνωμένη εκδοχή της εννιάωρης υπερπαραγωγής του 1985 με τέσσερις πια ερμηνευτές γιατί τελικά δεν χρειάζονται πολλά λόγια για να μιλήσεις για τη φρίκη της επόμενης μέρας.

Η βία κι ο πόλεμος σε διάφορες περιοχές του πλανήτη καθώς και τα σχετικά πρόσφατα αιματηρά γεγονότα που έχουν πλήξει την Ευρώπη και ειδικότερα το Παρίσι δεν άφησαν ασυγκίνητο τον Brook. Αυτός άλλωστε δεν θα έπρεπε να είναι ο προορισμός του αληθινού  καλλιτέχνη;

Ο Peter Brook είναι το ζωντανό παράδειγμα αυτής ακριβώς της συνδιαλλαγής της τέχνης με τη ζωή. Παρά το προχωρημένο της ηλικίας του, δεν επαναπαύεται στις δάφνες μιας τεράστιας καριέρας. Αντίθετα, είναι ενεργός και μάχιμος. Εξακολουθεί ν’ αφουγκράζεται την εποχή του και να μετουσιώνει σε τέχνη εκείνα τα κομμάτια της ζωής που τον ενδιαφέρουν.

Στο θεατρικό του σύμπαν -που παρεμπιπτόντως δεν είναι αποκομμένο απ’ την κοσμοθεωρία του-, η χωρίς κόπο ελπίδα είναι ίσως μια ουτοπία για ανόητους (sic), γι’ αυτούς  που θέλουν να συνεχίσουν να κοιμούνται μακάριοι ελπίζοντας ότι αόρατα νήματα θα εξασφαλίσουν την ευτυχία και τη γαλήνη ολόγυρα…

Στο «Battlefield» δεν μιλάει κανείς με τέτοιους όρους. Ο πόλεμος έχει γίνει. Τα θύματα κείτονται ολόγυρα. Ο νικητής θα πρέπει να προσπαθήσει να βρει την εσωτερική γαλήνη. Πώς; δικαιολογώντας τις πράξεις του; ανατρέχοντας σε βιβλικές παραβολές; επικαλούμενος τη μοίρα που ορίζει τα ανθρώπινα; Πάντως πρέπει να καταφέρει να επιβιώσει και πρέπει να πολεμήσει γι’ αυτό όχι πια στο πεδίο της μάχης αλλά μέσα του, εκεί τελικά που γίνονται οι πιο μεγάλες και ουσιαστικές μάχες.

Το έργο ξεκινάει στο τέλος ενός εξοντωτικού πολέμου όπου σκοτώθηκαν εκατομμύρια πολεμιστών. Αυτός ο πόλεμος γεννήθηκε από μια ενδοοικογενειακή σύγκρουση, τη σφοδρή διαμάχη των εκατό αδερφών Kaurava με αρχηγό τον πρωτότοκο αδερφό τους Duryodhana ενάντια των πέντε ξαδερφών τους Pandavas υπό την αρχηγεία του πρωτότοκου αδερφού τους Yudhishthira.Τα εκατό αδέρφια σκοτώθηκαν. Ο Yudhishthira κέρδισε τη μάχη. Πώς όμως να κυβερνήσει; Πώς να βρει την ψυχική ηρεμία όταν το πεδίο της μάχης είναι γεμάτο με όλα αυτά τα πτώματα; πώς να ζήσει με όλα αυτές τις τύψεις που δεν σταματούν να τον ταράζουν; Αυτό όμως είναι το πεπρωμένο του. Πρέπει να το αποδεχτεί και να ανταποκριθεί.

Είναι επίπονος ο δρόμος προς την αυτογνωσία και την προσδοκία της συμφιλίωσης. Ο Peter Brook ακολουθεί με πίστη μια διαδρομή που όσο φτάνει στο τέρμα της αποδεσμεύεται απ’ όλα τα περιττά φτιασιδώματα, τόσο σε προσωπικό όσο και σε καλλιτεχνικό επίπεδο. Απ’ το 1968 ήδη με το «Empty Space» είχε μιλήσει για την ανάγκη του θεάτρου να επιστρέψει στα βασικά διερετώμενος γιατί κοστούμια, γιατί μουσική…

Σε μια εποχή που η τεχνολογία έχει εισβάλει στο θεατρικό γίγνεσθαι που τα αδύνατα γίνονται δυνατά επί σκηνής κι οι υπερπαραγωγές ανεβάζουν διαρκώς τον πήχη προκαλώντας το ενδιαφέρον του κοινού, ο Brook επιστρέφει στον πολύ απλό ορισμό του θεάτρου. Η  θεατρική πράξη χρειάζεται τελικά έναν πομπό Α, έναν δέκτη Β κι ένα μήνυμα προς επικοινωνία. Πως όλο αυτό μπορεί να μετατραπεί σε υψηλή τέχνη χωρίς σκηνικά, κοστούμια και με τέσσερις μόνο ηθοποιούς είναι ένα μικρό θαύμα που ο μάγος Brook  δείχνει να μπορεί ακόμα να κάνει.

Όταν είδα την «Κοιλάδα των εκπλήξεων» πριν δυο χρόνια, είχα μείνει με το στόμα ανοιχτό μπροστά στο δέος που μου προκάλεσε η θεατρική του ιδιοφυΐα. Από τη σύλληψη και τη σύνθεση του έργου μέχρι τη σκηνική περάτωση, σκέφτηκα ότι έτσι ολοκλήρωνε την καριέρα του ένας αληθινά μεγάλος θεατράνθρωπος και μακάριζα την τύχη μου που κατάφερα να δω έστω και μία παράσταση του. Μετά το «Battlefield» αναλογίζομαι πόση προσπάθεια χρειάζεται τελικά για να ενσκήψει ο άνθρωπος μέσα του και να πλησιάσει τον πυρήνα στη ζωή ή/και την τέχνη.

Στο «Battlefield», ένα απλό πανί σκηνικού, μερικά καταπληκτικά φώτα και 4 σπουδαίοι πραγματικά ηθοποιοί γέμισαν τη σκηνή με παραβολές, δάση, πυρκαγιές, πεδία μαχών, μαγικά ηλιοβασιλέματα. Είδαμε υπερθέαμα χωρίς κανένα τέχνασμα. Και στο τέλος ο καταπληκτικός μουσικός Ιάπωνας Tsuchitori που ήταν όλη αυτή την ώρα πάνω στη σκηνή, έπαιξε τους τελευταίους ήχους που θα μπορούσαν να είναι οι ήχοι ενός κόσμου που ολοένα βγαίνει κι επιστρέφει στη μήτρα του σ’ έναν αέναο κύκλο, όπως ακριβώς συμβαίνει με το θαύμα ή την τραγωδία της ανθρώπινης ζωής.

battlefield_musicien

«Battlefield»

Θέατρον- Κέντρο Πολιτισμού: Ελληνικός Κόσμος

Διασκευή: Peter Brook, Marie – Hélène Estienne
Σκηνοθεσία: Peter Brook
Κοστούμια: Oria Puppo
Φωτισμοί: Philippe Vialatte
Ζωντανή μουσική: Toshi Tsuchitori
Παραγωγή: Αττική Πολιτιστική Εταιρεία (Αθήνα), Bouffes du Nοrd (Παρίσι), Young Vic (Λονδίνο), Les Théâtres de la ville de Luxembourg, PARCO Co. Ltd / Tόκιο, Grotowski Institute, Singapore Repertory Theater, Théâtre de Liège.

Παίζουν: Carole Karemera, Jared McNeill, Ery Nzaramba, Sean O’ Callaghan.

«Πιαφ» στο Εθνικό Θέατρο

Piaf

Η ζωή της Εντίθ Πιαφ αποτέλεσε από μόνη της υλικό που κάλλιστα θα μπορούσε να εμπνεύσει ένα κινηματογραφικό ή θεατρικό έργο- ακόμα κι ένα μυθιστόρημα- υπό την έννοια ότι εμπεριέχει όλα εκείνα τα στοιχεία που έλκουν τον αναγνώστη ή τον θεατή.

Ένα μικρό κορίτσι εγκαταλείπεται απ’ μητέρα του κι ο πατέρας του αναγκάζεται να το δώσει στη δική του μητέρα που διατηρεί οίκο ανοχής να το μεγαλώσει. Οι πρώτες λοιπόν αναμνήσεις της Πιαφ είναι ανάμεσα σε πόρνες και πελάτες. Μαθαίνει κι η ίδια το πεζοδρόμιο και την αλητεία και προκειμένου να επιβιώσει μερικές φορές τραγουδάει ζητιανεύοντας. Μια τέτοια μέρα της χαμογελά η τύχη στο πρόσωπο ενός ιδιοκτήτη καμπαρέ που αναγνωρίζει σ’ αυτό το μικρό χαμίνι ένα σπουδαίο ταλέντο κι από κει και πέρα ανοίγει ο δρόμος για μια σπουδαία σταδιοδρομία.
Πίσω από τη λάμψη των φώτων και τη μεγάλη καριέρα όμως, η προσωπική ζωή της Πιαφ είναι γεμάτη αδυναμίες. Την έλκουν ακατάλληλοι άντρες, εθίζεται σε καταχρήσεις, βιώνει έντονες συναισθηματικές απώλειες, παλεύει με μια εύθραυστη υγεία που θα την προδώσει τελικά σε ηλικία 48 χρονών.

Ο Πέτρος Ζούλιας μεταφέρει στη σκηνή τη ζωή αυτής της σπουδαίας καλλιτέχνιδος. Στήνει μια μουσική παράσταση που αποτελεί την αφορμή και αναθέτει όλη την ευθύνη της σε μια σπουδαία φωνή που νομίζω ότι υπήρξε κι η αιτία για όλο το εγχείρημα.

Η φωνή της Ελεονώρας Ζουγανέλη δεν είναι απλώς ωραία αλλά συγκινητική. Επιπλέον, κατάφερε να μοιάζει στην Πιαφ χωρίς να την αντιγράψει. Απέδωσε κινησιολογικά το μάγκικο στυλ που είχε η τραγουδίστρια τα πρώτα χρόνια της καριέρας της, το ανεπιτήδευτο στήσιμο, αλλά και το ραχιτικό κορμί που απέκτησε αργότερα κι ερμηνευτικά κατάφερε να συνομιλήσει με τον πόνο και τη λύτρωση πάνω στη σκηνή την ώρα που με το τραγούδι της τα ξέχναγε όλα.

Η Πιαφ έμοιαζε να μην έχει ποτέ επίγνωση της μεγάλης της καλλιτεχνικής αξίας. Από την πρώτη στιγμή που την ανακάλυψε ο Λεπλέ μέχρι και την τελευταία της εμφάνιση πιθανώς πίστευε ότι θα της ζητήσουν κάτι για αντάλλαγμα και το όνειρο θα τελειώσει. Αυτή η ανασφάλεια που κουβαλούσε από την παιδική της ηλικία λόγω των δύσκολων συνθηκών της ζωής της δεν την εγκατέλειψε παρόλη τη δόξα, το χρήμα και τη διεθνή αναγνώριση. Κι η αλήθεια είναι ότι η επιτυχία της ζήτησε και πήρε τελικά γι’ αντάλλαγμα την ίδια της τη ζωή…

Καλοστημένη παράσταση χωρίς υψηλές θεατρικές απαιτήσεις. Ο Ζούλιας δημιούργησε την ατμόσφαιρα ενός παρισινού μιούζικ χωλ βασιζόμενος στο κείμενο της Pam Gems για τη ζωή της μεγάλης τραγουδίστριας. Η Πιαφ μακριά απ’ τα φώτα της σκηνής είναι μια καταστροφική γυναίκα που εξαρτάται απ’ το αλκοόλ και τα ναρκωτικά ενώ όταν δεν απολαμβάνουμε την εξαίσια φωνή της Ζουγανέλη να τραγουδάει τις επιτυχίες της με ζωντανή ορχήστρα, βλέπουμε στιγμιότυπα απ’ τη ζωή της χωρίς αυστηρή χρονολογική σειρά και ενίοτε με κάποια σχετική γραφικότητα. Ευχάριστη έκπληξη ο Χρήστος Στέργιογλου κι η Γεωργία Μητροπούλου και για τις φωνητικές τους ικανότητες.

Ενδιαφέρουσα η απόδοση των τραγουδιών στα ελληνικά απ’ τον Γεράσιμο Ευαγγελάτο που κατόρθωσε να τα φορτίσει συναισθηματικά και να τους δώσει βαρύτητα τόσο που να μπορέσουν ν’ αυτονομηθούν απ’ το γαλλικό οικείο πρωτότυπο και να δώσουν τον κυρίαρχο τόνο στην παράσταση.

Για την Εντίθ Πιαφ έχουν γραφτεί: Marc Bonel «Edith Piaf, Le temps d’une vie», Παρίσι 1993, André Larue «Edith Piaf, L’amour toujours, Lafon», Παρίσι 1993, Matthias Henke «Edith Piaf, Εθισμένη για επιθυμία», Μόναχο 1998, Monique Lang «Edith Piaf, Η ζωή της Piaf σε στίχους και εικόνες», Φρανκφούρτη 2004.

Το 1978 η Pam Gems γράφει το κείμενο για το μιούζικαλ «Piaf». Το 1983 ο Κλωντ Λελούς γυρίζει την ταινία «Η Εντίθ κι ο Μαρσέλ», ενώ το 2007 ο Ολιβιέ Νταάν κινηματογραφεί το «Ζωή σαν τριαντάφυλλο» και χαρίζει στη Μαριόν Κοτιγιάρ το Όσκαρ Α’ γυναικείου ρόλου. Το 2010 ο Αλαίν Ντελόν που τη γνώριζε και προσωπικά συνέγραψε κι ανέβασε μια μουσική παράσταση με τίτλο «Εντίθ Πιαφ, μια ζωή σε ροζ και μαύρο» η οποία έκανε παγκόσμια περιοδεία.

ΘΕΑΤΡΟ REX – ΣΚΗΝΗ «ΜΑΡΙΚΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ»
«Πιαφ» της Παμ Γκεμς

Μετάφραση: Αντώνης Γαλέος
Σκηνοθεσία-Απόδοση – Διασκευή: Πέτρος Ζούλιας
Σκηνικά-κοστούμια: Αναστασία Αρσένη
Πρωτότυπη μουσική – Ενορχήστρωση τραγουδιών: Θοδωρής Οικονόμου
Χορογραφίες: Φώτης Διαμαντόπουλος
Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος
Μουσική διδασκαλία: Μελίνα Παιονίδου
Στιχουργός – Προσαρμογή τραγουδιών: Γεράσιμος Ευαγγελάτος
Βοηθός σκηνοθέτη: Μαριάννα Τουντασάκη
Β΄ βοηθός σκηνοθέτη: Μαρία-Ελένη Σολδάτου
Βοηθός σκηνογράφου: Φώτης Μουρτάς
Διανομή:
Εντίθ Πιάφ: Ελεωνόρα Ζουγανέλη/Τουάν: Μυρτώ Αλικάκη/Αγία Τερέζα: Ευγενία Δημητροπούλου/Λουί Λεπλέ: Χρήστος Στέργιογλου/Λουί: Δημήτρης Αλεξανδρής/Λουίζ, Μαρλένε Ντίντριχ: Κωσταντίνα Τάκαλου/Μπρούνο: Νίκος Μαγδαληνός/Νοσοκόμος, Βαμπέρ, Σαρλ Αζναβούρ, Σαρλό, Κλοσάρ: Σπύρος Μπιμπίλας/Λουί Γκασιόν, Ρεημόν Ασσό, Ναύτης, Νοσοκόμος: Κωσταντίνος Γιαννακόπουλος/Επιθεωρητής, Γιατρός ,Δημοσιογράφος, Κλοσάρ, Ναύτης: Δημήτρης Καραμπέτσης/Σάρλ Ντυμόν, Έντι, Γερμανός, Ναύτης, Κλοσάρ:Μαρίνος Δεσύλλας/Τιν-Τίν, Μαντλέν: Δήμητρα Σιγάλα/Ζώρζ, Βαποράκι, Ναύτης, Κλοσάρ: Τάσος Πυργιέρης/Ζακ, Γερμανός, Μποξέρ, Ναύτης, Γκαρσόνι, Νοσοκόμος, Κλοσάρ: Αντώνης Χαντζής/Κομφερασιέ, Εμίλ, Λουσιέν, Σερβιτόρος, Ναύτης, Νοσοκόμος, Δημοσιογράφος: Στέφανος Μουαγκιέ/Μικρός Λουί, Μαρσέλ Σερντάν, Ναύτης, Γερμανός , Δημοσιογράφος, Κλοσάρ: Γιάννης Αθητάκης/ Ζάν, Γερμανός, Γιατρός, Δημοσιογράφος, Νοσοκόμος, Μπάρμαν, Κλοσάρ, Σερβιτόρος: Αλέξανδρος Μπαλαμώτης/Μικρή Πιάφ, Δημοσιογράφος: Γεωργία Μητροπούλου/Αμερικάνος, Τεό Σαγαπώ, Γκαρσόνι, Νοσοκόμος, Κλοσάρ: Μιχάλης Λεβεντογιάννης
Μουσικοί επί σκηνής:
Πιάνο: Θοδωρής Οικονόμου
Balan: Κώστας Ράπτης
Βιολί: Διονύσης Βερβιτσιώτης
Κοντραμπάσο: Παρασκευάς Κίτσος
Drams / Κρουστά: Γιάννης Αγγελόπουλος
Ακουστική κιθάρα / Μαντολίνο: Νίκος Πασσαλίδης

« Η Κοιλάδα των Εκπλήξεων» στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά

IMG_0859

Είναι δύσκολο να περιγράψω το συναίσθημα βγαίνοντας απ’ την «Κοιλάδα των Εκπλήξεων». Το θέατρο του Peter Brook είναι μια ολόκληρη εμπειρία. Αυτό που βλέπεις είναι τόσο απλό και λιτό κι όμως κρύβει τόση δουλειά από πίσω αν αναλογιστεί κανείς όλα τα στάδια απ’ τη σύλληψη, τη συγγραφή, τη διδασκαλία, την εκτέλεση.

Ο Peter Brook ολοκληρώνει την ένατη δεκαετία της ζωής του κι η δουλειά του μοιάζει πιο φρέσκια από ποτέ. Ακμαίος καλλιτεχνικά, ζωντανός, εφευρετικός, με έμπνευση ποιεί ακόμα Υψηλή Τέχνη κι αποτελεί παράδειγμα προς νεώτερους που είναι ήδη κουρασμένοι αναμασώντας τα ίδια και τα ίδια ή απολαμβάνοντας τις όποιες δάφνες του παρελθόντος…

«Η κοιλάδα των εκπλήξεων» δεν είναι η παρά «[…πρόθεση να εξερευνήσουμε τα όρη και τις κοιλάδες του εγκεφάλου. Καθώς προχωράμε με τα πόδια μας να πατούν γερά στο έδαφος, κάθε μας βήμα μας φέρνει ολοένα και πιο κοντά στο άγνωστο]…»

Ο τίτλος του έργου παραπέμπει στο μεγαλειώδες ποίημα του Πέρση Φαρίντ Ουντίν Αττάρ «Το συνέδριο των πουλιών», ενώ η θεματολογία του μοιάζει να είναι εμπνευσμένη απ’ το πόνημα του μεγάλου Ρώσου νευρολόγου Luria «The mind of a Mnemonist». Στην εύλογη απορία του τι σχέση έχει ένα  αλληγορικό περσικό ποιήμα με μια νευρολογική μελέτη γύρω απ’ τα όρια του ανθρώπινου εγκεφάλου και το θεατρικό κείμενο του Brook, η απάντηση βρίσκεται σε μια κοινή πρόθεση, στην προσπάθεια κατανόησης των ανθρώπινων δυνατοτήτων.

Στο ποίημα του Αττάρ υπάρχουν μικρές ιστορίες, μύθοι, ανέκδοτα, παραβολές που μιλούν για την αλήθεια που έχουν ανακαλύψει οι Σούφι στην προσπάθεια τους να καταλάβουν τον άνθρωπο, τη ζωή και το νόημά της αλλά και την εξέλιξη.

Απ’ την άλλη, Ο Luria μελετά μ’ επιστημονικό τρόπο την ιδιαίτερη περίπτωση ενός ανθρώπου με πρωτοφανείς ικανότητες μνήμης.

« Η Κοιλάδα των Εκπλήξεων» είναι στην ουσία το τρίτο μέρος μιας τριλογίας που ξεκίνησε απ’ το έργο του μεγάλου νευρολόγου Oliver Sacks «Ο άνθρωπος που μπέρδεψε τη γυναίκα του μ’ ένα καπέλο» και που μετουσιώθηκε θεατρικά το 1993. Αυτά τα είκοσι λοιπόν χρόνια, απ’ την παράσταση «Ο άνθρωπος που….» μέχρι σήμερα ο Brook βασανίζεται με το νόημα της ζωής και την προσπάθεια να προσεγγίσει  τον ανθρώπινο εγκέφαλο.

Βασικός χαρακτήρας στο έργο είναι ένα ον, μια γυναίκα που τυχαία ανακαλύπτει το σπάνιο χάρισμα που έχει. Οι γύρω της θα προσπαθήσουν να την εκμεταλλευτούν επιστημονικά κι επαγγελματικά και τότε θα φτάσει μια στιγμή που η ίδια θα ζητήσει βοήθεια γιατί δεν μπορεί να διαχειριστεί τις ικανότητες της.

Τι να πει κανείς για τους ηθοποιούς; Έπαιζαν με τόσο αφοπλιστική απλότητα που σχεδόν ξέχναγες ότι είσαι στο θέατρο. Οι ρόλοι εναλλάσσονταν φυσικά, χωρίς προσπάθεια, χωρίς ψεύτικα παιγνιδίσματα. Η Kathryn Hunter είναι ένα ζωντανό σχολείο του πως ένας ηθοποιός μπορεί να παίζει πραγματικά με όλες του τις αισθήσεις, ν’ αποθεώνεται και συγχρόνως να διατηρεί μια ειλικρινή ταπεινότητα. Εξαιρετικοί κι οι Marcello Magni και Jared McNeill.

Οι συντελεστές του Brook διδάσκουν πάνω στο θεατρικό σανίδι αυτήν την πρώτη αρχή που ορίζει το θέατρο. Ένας πομπός Α μεταδίδει σ’ έναν δέκτη Β το μήνυμα. Μέσα σ’ αυτήν την απλότητα μπαίνει το στοιχείο του παιγνιδιού κι αρχίζει να διαχέεται η μαγεία.

Αν ο δημιουργός της οποιασδήποτε τέχνης κι εν προκειμένω της θεατρικής δεν έχει διαβεί δύσκολους δρόμους, δεν έχει κοπιάσει και δεν έχει εφησυχάσει δεν μπορεί να κατακτήσει αυτό που ο Peter Brook κατόρθωσε, την παράδοση του κοινού στην τέχνη του, άνευ όρων…

Κείμενο/σκηνοθεσία: Peter Brook, Marie –Hélène Estienne

Φωτισμοί: Philippe Vialatte

Μετάφραση/υπερτιτλισμός: Γιάννης Καλιφατίδης

Μουσικοί: Raphaël Chambouvet, Toshi Tsuchitori

Με τους: Kathryn Hunter (Κατερίνα Χατζηπατέρα), Marcello Magni και Jared McNeill

Εξόδιο άσμα για τον Λευτέρη Βογιατζή

Vogiatzis

Θυμάμαι σαν σε όνειρο σήμερα την πρώτη φορά που πέρασα το κατώφλι του θεάτρου του, νομίζω την άνοιξη του ’91  θα ήταν. Από τι ορμώμενη πήγα; υποθέτω ότι αγνοούσα πλήρως τον Βογιατζή ως ηθοποιό και σκηνοθέτη, όπως πρέπει να αγνοούσα και το σημαντικότατο έργο του μεγάλου Τόμας Μπέρχαρντ «Ρίττερ, Ντένε, Φος»  Τι είχα ακούσει γι’ αυτόν, δεν θυμάμαι. Μάλλον οι γυναίκες του θιάσου(σ.σ Κονιόρδου, Λαζαρίδου) ήταν η αφορμή να διαβώ για πρώτη φορά το κατώφλι της οδού Κυκλάδων. Αυτές κι η δίψα για θέατρο που έκανε την εμφάνιση της έντονα εκείνη τη χρονιά.

Τρεις φιγούρες πάνω στη σκηνή, το μεγάλο οικογενειακό τραπέζι, πορσελάνινα σερβίτσια να σπάνε σε χίλια κομμάτια, η  απόλυτη προσήλωση του κοινού σ’ αυτό που έβλεπε. Αυτές είναι οι λιγοστές εικόνες που κουβαλάω σήμερα από την παράσταση μαζί με το εξαιρετικό πρόγραμμα που εμπεριέχει σημαντικά θεωρητικά κείμενα καθώς και το ίδιο το έργο.

Θυμάμαι σαν όνειρο κι όλες τις επόμενες παραστάσεις που παρακολούθησα έχοντας πια γνώση και γνώμη για την «περίπτωση Βογιατζή» και τα όσα θαυμαστά συνέβαιναν στην Οδό Κυκλάδων. Γιατί πώς αλλιώς να εξηγήσω το ότι στα 22 χρόνια που βλέπω θέατρο εντατικά και με μέσο όρο παραστάσεων τις 25 ανά έτος, αυτά τα μικρά θαύματα τα φυλάω ως πολύτιμες μνήμες.

Ο Βογιατζής υπήρξε αναμφίβολα παθιασμένος με την τέχνη του. Βασανιζόταν από μια τελειομανία, ήθελε να δουλεύουν όλα ρολόι, να ρέει η παράσταση σαν μουσική συμφωνία. Δεν ήταν απλά διεκπεραιωτικός, αναζητούσε τη λεπτομέρεια, έψαχνε την τελειότητα περίμενε το μέγιστο αποτέλεσμα σε όλα τα επίπεδα.

Ο Βογιατζής ήταν βαθιά ποιητικός και μεταφυσικός. Εικόνες απ’ το «Καθαροί πια», τη «Νύχτα της κουκουβάγιας», τη «Bella Venezia», τις «Δούλες», την «Ήμερη» το  «Ύστατο σήμερα» , το «Θερμοκήπιο», αλλά κι απ’ τον «Αμφιτρύωνα» (παρόλο που είχα τις αντιρρήσεις μου για τον χώρο επιλογής), απλώθηκαν σαν μικρές στιγμές μαγείας μέσα στον χρόνο που σβήνει μεν την εφήμερη τέχνη του θεάτρου, αλλά διασώζει ό, τι έχει τη δύναμη να μιλάει κατευθείαν στις αισθήσεις μας.

Λέγεται ότι τυραννούσε τους ηθοποιούς και όσους συνεργάζονταν μαζί του στην εκάστοτε προετοιμασία μιας παράστασης. Εικάζω ότι βασάνιζε περισσότερο τον εαυτό του μέχρι να φτάσει στο επιθυμητό αποτέλεσμα. Η τέχνη του θεάτρου υπήρξε για κείνον εξαιρετικά σοβαρή ασχολία πράγμα που δεν πιστοποιείται απλώς από την υψηλή ποιότητα της κάθε παράστασης, αλλά κι από τον μικρό αριθμό αυτών  που συνολικά σκηνοθέτησε.

Για τον Βογιατζή δεν χρειάστηκε να ειπωθούν τα μεγάλα λόγια μετά θάνατον. Ευτύχησε εν ζωή να δει ουρές να περιμένουν υπομονετικά για μια θέση στο μικρό θεατράκι του, δημιούργησε ένα κοινό που πάντα αδημονούσε να τον δει να κάνει πρεμιέρα, πήρε σημαντικές κριτικές, ανέβασε σπουδαίους συγγραφείς, επέλεξε σημαντικούς σκηνικούς συνοδοιπόρους, έντυσε με  εικόνα τα όνειρα μας  κι έδωσε περιεχόμενο στη σιωπή.


Επισκεψιμότητα

  • 197,127 hits

Αρχείο