Archive Page 11

«Ο Καλός άνθρωπος του Σετσουάν» στη Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών


SETSOUAN

Σε μια επαρχία της Κίνας, οι Θεοί κατεβαίνουν αναζητώντας έναν καλό άνθρωπο τον οποίον και τελικά εντοπίζουν στο πρόσωπο της νεαρής πόρνης Σεν Τε. Για να την ανταμείψουν και να τη βοηθήσουν της δίνουν ένα χρηματικό ποσό που αυτή επενδύει αποφασίζοντας ν’ ανοίξει ένα καπνοπωλείο. Αντιμέτωπη μ’ έναν μικρόκοσμο κακών και συμφεροντολόγων ανθρώπων η Σεν  Τε σύντομα θ’ αντιληφθεί πόσο δύσκολο είναι να διατηρήσεις την καλοσύνη και την ακεραιότητα σου σ’ ένα διεφθαρμένο κόσμο. Για ν’ ανταπεξέλθει θ’ αναγκαστεί να εφεύρει ένα αδίστακτο alter ego.  Αυτόν τον άλλο εαυτό συνεπώς θα ενδύεται κάθε φορά που θα έρχεται αντιμέτωπη με μια δυσκολία, αφού το ένστικτο της επιβίωσης την καλεί να πηγαίνει κόντρα στη φυσική καλοσύνη της. Όταν μάθει πως είναι έγκυος, θα δώσει ακόμα μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων στον άλλο της εαυτό που θα εμφανιστεί ως τιμωρός σε όσους την έχουν πληγώσει. Η ανάγκη να προστατέψει το αγέννητο παιδί της την κάνει να πολεμήσει με νύχια και με δόντια προσπαθώντας να του εξασφαλίσει μια καλύτερη ζωή, αλλά ταυτόχρονα της δημιουργεί συνειδησιακό πρόβλημα αφού η τάση της να είναι καλή και συμπονετική υπερισχύει και οι δυο προσωπικότητες της συγκρούονται.

Μέσα από μια ποιητική αλληγορία ο Μπρεχτ προσπαθεί ν’ αγγίξει τα όρια του καλού και του κακού σ’ ένα έργο που αν και γράφτηκε το 1938 παραμένει πάντα επίκαιρο. Η παραβολή του «Καλού ανθρώπου του Σετσουάν» είναι η ανίχνευση της ανθρώπινης αντοχής και των  ηθικών ορίων σε μια κοινωνία που a priori είναι κακόβουλη και γεμάτη κακοτοπιές.  Στην πραγματικότητα, ο μεγάλος Γερμανός δραματουργός ακολουθεί μια παράδοση που αναζητά το καλό μέσα στο κακό. Αυτό το έχουμε συναντήσει και άλλοτε στη λογοτεχνία. Ήδη έναν σχεδόν αιώνα νωρίτερα (1868),  ο Ντοστογιέφσκι με τον «Ηλίθιο» φέρνει έναν καλό κι αθώο άνθρωπο ως  εξωτικό (sic) στοιχείο μέσα σ’ ένα περιβάλλον που δεν μπορεί να τον αφομοιώσει. Αλλά και η επιλογή απ’ τον Μπρεχτ της Σεν Τε να είναι πόρνη και μάλιστα ο καλός αυτός άνθρωπος που επιλέχθηκε απ’ τους Θεούς θυμίζει την περίπτωση της πόρνης  Μαρίας Μαγδαληνής με τον Ιησού.

Τα ηθικά ζητήματα που απασχόλησαν τον Μπρεχτ  σχετίζονταν άμεσα με τα πολιτικά του πιστεύω, ταυτόχρονα όμως δεν ήταν κι  ερήμην των κοινωνικών εξελίξεων, αφού λίγο αργότερα απ’ τον χρόνο συγγραφής του έργου, ο Β’ παγκόσμιος πόλεμος έμελλε ν’ αφήσει ανεξίτηλα ίχνη στην ανθρωπότητα. Ο συγγραφέας παρακολουθεί πως ο καλός άνθρωπος μέσα στην κοινωνία των θεριών μετατρέπεται σε εύκολη λεία. Αρκεί άραγε ν’ αλλάξει μια ολόκληρη κοινωνία για ν’ αλλάξει κι ο άνθρωπος σύμφωνα με τον Μαρξ ή μπορεί ένας άνθρωπος να προκαλέσει την αλλαγή;

Ο Μπρεχτ ήθελε μια σπουδαία ηθοποιό για τον βασικό ρόλο.  «Η Σεν Τε πρέπει να παιχτεί από μιαν ηθοποιό πρώτης τάξεως. Μόνο μια ευφάνταστη καλλιτέχνης μπορεί να παίξει έναν καλό άνθρωπο»

Όσοι τυχεροί παρακολουθήσουν την παράσταση θα νιώσουν ικανοποίηση από την ερμηνεία της Στεφανίας Γουλιώτη που δικαιώνει και με το παραπάνω την επιθυμία του συγγραφέα. Αεικίνητη, εφευρετική, σπαρακτική, σκεπτόμενη και προσηλωμένη είναι αυτή τη στιγμή η πιο σπουδαία ηθοποιός της γενιάς της.

Η Κατερίνα Ευαγγελάτου τόλμησε και κέρδισε το στοίχημα σε μια μεγάλη σκηνή για ένα ευρύτερο  και πιο  ποικιλόμορφο κοινό απ’ αυτό που μέχρι σήμερα παρακολουθούσε τις παραστάσεις της. Κατόρθωσε να δει το έργο με μια φρέσκια ματιά, τήρησε τους κανόνες της αποστασιοποίησης δημιουργώντας ένα ευχάριστο παιχνίδι ανάμεσα σε κοινό και ηθοποιούς και  ανέδειξε συγχρόνως την ποιητικότητα με το πολιτικό και κοινωνικό μήνυμα που φέρει το έργο χωρίς να είναι διδακτική. Το μη σκηνικό με την υπερυψωμένη σκηνή, η εσκεμμένη χρήση μικροφώνων για να κινητοποιείται το κοινό (χρησιμοποιήθηκε επιπλέον και τηλεβόας) και τα θαυμάσια κοστούμια (τόσο από καλλιτεχνικής όσο και από χρηστικής πλευράς, αφού με 2-3 στοιχεία άλλαζε ο ηθοποιός ρόλο), αλλά και η μουσική σύνθεση συνετέλεσαν σ’ ένα άξιο αποτέλεσμα. Βεβαίως, ιδιαίτερη αναφορά αξίζει και στους υπόλοιπους ρόλους της παράστασης που ενσαρκώθηκαν με χιούμορ κι εφευρετικότητα.

Κορυφαία η σκηνή της αλλαγής ρούχου από Σεν Τε σε Σούι Τα. Ο Μπρεχτ άλλωστε έχει επανειλημμένως  δείξει μέσα στα έργα του πόσο σοβαρά λαμβάνει την αλλαγή που υπαγορεύει το φαίνεσθαι στο είναι μέσω του ενδύματος (βλ «Βίος του Γαλιλαίου» και «Άντρας γι’ άντρα»)

«Ο Καλός άνθρωπος του Σετσουάν»

Κείμενο: Bertolt Brecht

Μετάφραση: Άννυ Κολτσιδοπούλου

(Πρόλογος: Η παράσταση ξεκινά με κείμενο γραμμένο από την Κατερίνα Ευαγγελάτου και τους ηθοποιούς. | Επίλογος: Η παράσταση τελειώνει με θραύσματα από τρία ποιήματα του Μπέρτολτ Μπρεχτ: «Πολλοί λατρεύουνε την τάξη», «Για τον φτωχό Μπ. Μπ.» και «Άλλαξε τον κόσμο: το ’χει ανάγκη».)

Σκηνοθεσία – Δραματουργική επεξεργασία – Επεξεργασία Μετάφρασης: Κατερίνα Ευαγγελάτου
Σκηνικά: Εύα Μανιδάκη
Μουσική: Σταύρος Γασπαράτος
Κοστούμια: Βασιλική Σύρμα
Κίνηση: Πατρίσια Απέργη
Σχεδιασμός φωτισμών: Σάκης Μπιρμπίλης
Μάσκες: Μάρθα Φωκά
Ειδικά εφέ: Μιχάλης Σαμιώτης

Ερμηνεύουν (αλφαβητικά): Στεφανία Γουλιώτη (Σεν Τε/ Σούι Τα), Αλεξάνδρα Λέρτα (Γυναίκα, Ιδιοκτήτρια Μι Τσου), Δαυίδ Μαλτέζε (Μαραγκός, Αστυνομικός, Γέρος), Νικόλας Παπαγιάννης (Άντρας, Τρίτος Θεός, Γιανγκ Σουν), Μαρία Παρασύρη (Χήρα Σιν, Κουνιάδα, Δεύτερος Θεός), Όμηρος Πουλάκης (Πρώτος Θεός, Κουνιάδος, Κουρέας Σου Φου), Νάνσυ Σιδέρη (Ανιψιός, Κυρία Γιανγκ, Γριά),Σωτήρης Τσακομίδης (Βανγκ, Παππούς, Ιερέας)

Βοηθός σκηνοθέτη: Ελένη Βλάχου
Β’ βοηθός σκηνοθέτη: Αφροδίτη Κατερινοπούλου
Βοηθός σκηνογράφου: Μάρω Τσάγκα

«Ζ» στο Εθνικό Θέατρο (Νέα Σκηνή)

 

Z

Δεν έχω διαβάσει το «Ζ» του Βασιλικού, ούτε έχω δει την ομώνυμη ταινία του Γαβρά. Γνώριζα ωστόσο τα γεγονότα γύρω απ’ τη δολοφονία του βουλευτή Γρηγόρη Λαμπράκη την άνοιξη του 1963. Ομολογώ ότι δεν φανταζόμουν καθόλου πώς θα μπορούσε όλο αυτό να πάρει θεατρική μορφή και πήγα κάπως επιφυλακτική στο θέατρο.

Η θεατρική προσαρμογή κι η σκηνοθεσία της Έφης Θεοδώρου ευτυχώς με διέψευσαν. Παρακολουθήσαμε μια παράσταση-ντοκουμέντο με στοιχεία θρίλερ. Ξέρεις τι θα συμβεί παρακάτω αλλά έχεις αγωνία. Μεστή, χωρίς να πλατειάζει, χωρίς να κλίνει η ζυγαριά υπέρ του ενός ή του άλλου με στενά κομματικά κριτήρια, η παράσταση επιχείρησε να φωτίσει το ψυχολογικό προφίλ των εμπλεκόμενων σ’ αυτή την ιστορία, τόσο του ίδιου του Λαμπράκη ως υπαρκτού αλλά και  λογοτεχνικού προσώπου, όσο και του ευρύτερου περιβάλλοντος.  Έτσι, ερευνώνται σε βάθος οι δράστες, οι ηθικοί αυτουργοί, η γυναίκα του δολοφονηθέντος, ο στενός περίγυρος της μιας ή της άλλης πλευράς, η κοινή γνώμη, οι επίσημες αρχές.

Η παράσταση δεν ενδιαφέρεται για καλούς ή κακούς, αλλά περνάει σαφές πολιτικό μήνυμα. Απ’ τη μια, φέρνει ξανά στο προσκήνιο  μια ιστορία που πενήντα χρόνια πριν βρήκε τον δρόμο της δικαιοσύνης, απ’ την άλλη η παρουσία της στη θεατρική σκηνή σ’ αυτή την ιδιαίτερη κοινωνική, οικονομική και πολιτική συνθήκη δίνει αφορμή για γενικότερους προβληματισμούς.

Οι ερμηνείες  ήταν λιτές κι ουσιαστικές, το δε σκηνικό εξαιρετικά ευφάνταστο (ένα μακρύ τραπέζι που παραπέμπει σε αίθουσα ανακρίσεων, ή γραφεία εφημερίδας…). Υποβλητική η μουσική του Νίκου Πλάτανου, αξιόλογη η διδασκαλία κίνησης απ’ τον Ερμή Μαλκότση.

Το «Ζ» είναι μια δουλειά συνόλου που τιμάει την ιστορία που το ενέπνευσε και που τιμάται 50 χρόνια μετά στη σκηνή του Εθνικού θεάτρου της χώρας.

Εθνικό θέατρο

Νέα Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος»

 «Ζ» του Βασίλη Βασιλικού

Δραματουργική προσαρμογή – Σκηνοθεσία: Έφη Θεοδώρου

Σκηνικά: Εύα Μανιδάκη
Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη
Μουσική: Νίκος Πλάτανος
Κίνηση: Ερμής Μαλκότσης
Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης
Βοηθός σκηνοθέτη: Ασπασία – Μαρία Αλεξίου

Παίζουν: Θανάσης Δήμου, Μαρία Κεχαγιόγλου, Γιάννης Κότσιφας, Χριστίνα Μαξούρη, Κίτυ Παϊταζόγλου, Γιάννος Περλέγκας, Χάρης Φραγκούλης, Νικόλας Χανακούλας, Νίκο Χατζόπουλος

«Ένα καρφί στον τοίχο» στο θέατρο του Νέου Κόσμου (Δώμα)

 

karfi

Ένα καρφί στον τοίχο είναι ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα σε τρεις ιστορίες που διαδραματίζονται στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Δυο άνθρωποι, ένας άνδρας και μια γυναίκα και σχέσεις που μεταβάλλονται. Έξι πρόσωπα εναλλάσσονται σ’ ένα μικρό διαμέρισμα της Αθήνας το 1970, το 1992 και το 2014, μέσα από διαφορετικές συνθήκες κάθε φορά.

Το πρώτο θεατρικό κείμενο του Λευτέρη Καταχανά φιλοδοξεί να φωτίσει μια διαχρονικότητα ανθρώπινων σχέσεων μεταβαλλόμενη κάθε φορά και φορτισμένη κάτω απ’ το ειδικό κοινωνικο πολιτικό βάρος κάθε εποχής. Έτσι, στην πρώτη ιστορία υπάρχει ο θύτης και το θύμα, στη δεύτερη ένα ζευγάρι που καλείται να λόγω απρόοπτων εξελίξεων, ενώ στη τρίτη ένα ζευγάρι του όχι και τόσο μακρινού μέλλοντος που λόγω κρίσης κι αδιεξόδου αποφασίζει ν’ αλλάξει τον τρόπο ζωής του.

Καλή η πρώτη αυτή προσπάθεια του Καταχανά, αλλά χρειάζεται δρόμος ακόμη αν ο νεαρός συγγραφέας επιθυμεί να συνεχίσει να γράφει για το θέατρο. Στο κείμενο του διακρίνει κανείς  ευαισθησία και προβληματισμό, αλλά η βασική του αδυναμία είναι ότι παραπέμπει σε κάπως παλιά θεατρική γραφή. Ως νέος άνθρωπος, οφείλει να επιδείξει περισσότερη τόλμη και να γράψει κάτι φρέσκο και ίσως ανατρεπτικό. Λείπουν εξάλλου τα καλά θεατρικά κείμενα από σύγχρονους έλληνες συγγραφείς.

Το « Ένα καρφί στον τοίχο» παρουσιάζεται στο δώμα, σ’ έναν μικρό χώρο όπου ηθοποιοί και κοινό ουσιαστικά συνυπάρχουν με ελάχιστη απόσταση ανάμεσα τους. Αυτό δημιουργεί δυσκολίες στον ηθοποιό υπό την έννοια ότι πρέπει να είναι πολύ άμεσος κι αληθινός. Η ατμόσφαιρα που δημιούργησαν οι δυο ηθοποιοί υπό την σκηνοθετική μπαγκέτα του Χρήστου Στέργιογλου είχε αυθεντικότητα, μέτρο και αίσθηση του χώρου και του χρόνου. Ωστόσο, δεν έλειψαν  μικρά προβλήματα ρυθμού που θεωρώ όμως ότι είναι φυσικό να προκύπτουν αφού η παράσταση είναι ακόμη στην αρχή της (σ.σ χθες ήταν η δεύτερη μέρα που παιζόταν).

Υποκριτικά, η Νικόλ Δημητρακοπούλου έχει μια εσωτερικότητα που φάνηκε κυρίως στην πρώτη ιστορία και τα δραματικά μέρη της δεύτερης. Ο Λευτέρης Καταχανάς χρειάζεται να «τσαλακωθεί» λίγο περισσότερο γιατί βγάζει  μια καθαρότητα που αντανακλά στο πρόσωπο του ακόμα κι όταν υποδύεται κάποιον αρνητικό χαρακτήρα (όπως τον άντρα στην πρώτη ιστορία).

Το «Ένα καρφί στον τοίχο» είναι η πρώτη φορά για τον σκηνοθέτη, τον συγγραφέα, τον  μουσικό της παράστασης. Είναι αισιόδοξο μήνυμα προς τις νέες ομάδες το ότι το πρώτο τους εγχείρημα βρήκε στέγη στο φιλόξενο περιβάλλον του θεάτρου του Νέου Κόσμου. Ελπίζω να τους δικαιώσει καλλιτεχνικά η συνέχεια

Θέατρο του Νέου Κόσμου (Δώμα)

«Ένα καρφί στον τοίχο»  του Λευτέρη Καταχανά

Συμπαραγωγή με την One Two Free

Σκηνοθεσία: Χρήστος Στέργιογλου

Μουσική: Μιχάλης Καταχανάς

Παίζουν οι ηθοποιοί

Νικόλ Δημητρακοπούλου

Λευτέρης Καταχανάς

 

Δείτε κι εδώ

 

«Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας» στο Εθνικό θέατρο (θέατρο REX)

 

Oneiro

Ένα παιχνίδι ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φαντασία είναι  το «Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας» του Σαίξπηρ, μια ρομαντική κωμωδία που διεγείρει όλες τις αισθήσεις και προσπαθεί να ξυπνήσει ακόμα και τις πιο μύχιες ανθρώπινες επιθυμίες. Εκεί, στο σημείο που το ανθρώπινο σώμα βυθίζεται σε γλυκό ύπνο, απελευθερώνεται το πνεύμα και «οργιάζει» ελεύθερα. Αυτό το στάδιο ανάμεσα στον ύπνο και τη συνείδηση επεξεργάζεται ο μεγάλος Σαίξπηρ και στήνει με μαστοριά την ιστορία του, δανειζόμενος πρόσωπα από την αρχαία ελληνική μυθολογία και ιστορίες από τη ρωμαϊκή παράδοση (π.χ η ιστορία του Πύραμου και της Θίσβης από τις μεταμορφώσεις του Οβιδίου).

Με αφορμή τους γάμους του βασιλιά Θησέα και της αμαζόνας Ιππολύτης, ο Σαίξπηρ στήνει το ονειρικό σκηνικό του  σ’ ένα δάσος της μυθικής Αθήνας. Την παραμονή του γάμου όμως, στο δάσος θα καταφύγουν κυνηγημένοι  η Ερμία κι ο Λύσσανδρος και θα εμπλακούν σε μια περιπέτεια ερωτικών παρεξηγήσεων μαζί με τους φίλους τους Ελένη και τον Δημήτριο. Στο δάσος  θα θελήσει να εκδικηθεί κι ο Όμπερον τη βασίλισσα των ξωτικών Τιτάνια στέλνοντας τον  έμπιστο του Πουκ να της κάνει μάγια. Παράλληλα, μια ομάδα τεχνιτών προετοιμάζει ένα θεατρικό έργο για την ερωτική ιστορία του Πύραμου και της Θίσβης με σκοπό να το παρουσιάσει στις εορταστικές εκδηλώσεις προς τιμήν του Θησέα και της Ιππολύτης

Ο Μιχαήλ Μαρμαρινός δυστυχώς κατέστρεψε αυτό το αριστουργηματικό έργο. Ενώ φαντάζομαι ότι μέσα στις αρχικές προθέσεις του στόχο είχε να δώσει αυτή την ονειρική ατμόσφαιρα κι ως έναν βαθμό το κατάφερε, μάκρυνε πολύ το έργο κάνοντας το πληκτικό, είχε εμμονές μ’ επαναλήψεις μοτίβων που κούραζαν τον θεατή και αφαίρεσε τα περισσότερα κωμικά στοιχεία του Σαίξπηρ κρατώντας μόνο τα πλέον προφανή στις σκηνές με τον αθηναϊκό θίασο των μαστόρων. Η μοναδική σκηνή που ξεχωρίζω και θεωρώ ότι πέτυχε τον στόχο της, αλλά απέπνεε και κάτι απ’ την ατμόσφαιρα του έργου όπως πιθανόν το οραματίστηκε αρχικά ο Σαίξπηρ, ήταν η σκηνή της μαγείας  της Τιτάνιας.

Κατά τα άλλα, η παράσταση φορτώθηκε με στοιχεία που μπέρδευαν τον θεατή που πρώτη φορά ερχόταν σ’ επαφή με το έργο. Κάποιοι  ηθοποιοί έμειναν αμήχανοι κι ουσιαστικά ανεκμετάλλευτοι (π.χ η Ευγενία Δημητροπούλου στον ρόλο του Φιλόστρατου), ενώ οι θεατές έπρεπε να υπομείνουν το βασανιστήριο των ανοιχτών φώτων πλατείας καθόλη τη διάρκεια της παράστασης,  γεγονός που έτσι κι αλλιώς καταστρέφει τη θεατρική μαγεία.

Άνιση η διανομή. Βρήκα εξαιρετική την παρουσία της Διώνης Κουρτάκη γιατί διαθέτει όλα τα εξωτερικά χαρακτηριστικά της αέρινης, εξωπραγματικής βασίλισσας των ξωτικών ,  ενδιαφέροντα τον Πουκ της πάντα καλής Σαουλίδου και πολύ κακό κι αταίριαστο με την υπόλοιπη διανομή τον Όμπερον του Περικλή Μουστάκη. Συμπαθής η ομάδα των  τεχνιτών-θεατρίνων κι αξιόλογη η προσπάθεια του Γιάννη Βογιατζή να σταθεί με ισότιμο τρόπο δίπλα σε νεώτερους και άλλης Σχολής ηθοποιούς.

Η χρήση μάσκας δεν μ’ ενόχλησε ιδιαίτερα, αλλά και δεν μου πρόσθεσε κάτι. Όταν δεν υπάρχει σαφής λόγος, τη θεωρώ πια εντελώς παρωχημένη…

«Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας»  του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ

ΘΕΑΤΡΟ REX – ΣΚΗΝΗ «ΜΑΡΙΚΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ»

Μετάφραση: Διονύσης Καψάλης

Σκηνοθεσία: Μιχαήλ Μαρμαρινός

Μουσική σύνθεση και επιμέλεια: Δημήτρης Καμαρωτός

Σκηνικά Εύα Μανιδάκη

Κοστούμια: Ντόρα Λελούδα

Συνεργάτες στα κοστούμια: Δανάη Κουρέτα, Βέρικο Μγκελάτζε

Χορογραφία: Φώτης Νικολάου

Φωτισμοί: Γιάννης Δρακουλαράκος

Μάσκες: Μάρθα Φωκά

Βίντεο-Αρχειακές λήψεις: Δάφνη Τόλη

Βοηθός σκηνοθέτη: Σύλβια Λούλιου

Βοηθός σκηνογράφου: Μάρω Τσάγκα

Διανομή:

Θησέας: Άγγελος Παπαδημητρίου

Αιγέας:Γιώργος Μπινιάρης

Λύσανδρος: Νίκος Κουρής

Δημήτριος: Αργύρης Πανταζάρας

Φιλόστρατος: Ευγενία Δημητροπούλου

Πέτρος Πριόνης: Γιάννης Βογιατζής

Πάνος (Παναγιώτης) Πάτος: Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Φραγκίσκος Φύσα – Φύσα: Ηλέκτρα Νικολούζου

Θωμάς Μπρίκης/Τσίγκος/Φαναρτζής/Φανάρης:Γιώργος Κριθάρας

K. Γιάννης ο Επιπλοποιός: Χάρης Τσιτσάκης

Ρομπέν Βελόνης: Γιώργος Μπινιάρης

Ιππολύτη: Διώνη Κουρτάκη

Ερμία: Ιωάννα Παππά

Ελένη: Ιωάννα Τσιριγκούλη

Όμπερον: Περικλής Μουστάκης

Τιτάνια: Διώνη Κουρτάκη

Πουκ: Εύη Σαουλίδου

Ξωτικά: Φοίβος Ριμένας

«Γυάλινος κόσμος» στο θέατρο «Δημήτρης Χορν»

gialinos kosmos

Τα έργα του Τενεσί Ουίλιαμς είναι βαθιά ανθρωποκεντρικά γι’ αυτό κι αποτελούν πόλο έλξης για τους ηθοποιούς που ονειρεύονται τις μεγάλες ερμηνείες. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι στον Ουίλιαμς το παγκόσμιο θέατρο οφείλει μερικούς απ’ τους πιο σύνθετους κι αριστουργηματικούς ρόλους. Η πένα του διεισδύει στην ψυχή των χαρακτήρων, περιγράφει ευαίσθητους, πονεμένους  ανθρώπους, παγιδευμένους ανάμεσα σε ψυχολογικού τύπου συμπληγάδες που ψάχνουν να βρουν τρόπο να δραπετεύσουν.Ένας τέτοιος χαρακτήρας είναι κι ο Τομ (σ.σ πρόκειται για τον ίδιο τον συγγραφέα αφού Τόμας ήταν το πραγματικό του όνομα).

Στον «Γυάλινο κόσμο» («γυάλινο θηριοτροφείο» είναι η ακριβής μετάφραση απ’ τα αγγλικά: «The Glass Menagerie» που παρουσιάστηκε πρώτη φορά το 1944 στο Σικάγο, ο Τομ  εξιστορεί τις μέρες πριν τη φυγή του απ’ την πατρική εστία. Ο πατέρας της οικογένειας  τους έχει εγκαταλείψει, η μητέρα κουβαλάει τις εμμονές της νιότης της και καταδυναστεύει τα παιδιά της προσπαθώντας να τους επιβάλει τα όνειρα που η ίδια έχει γι’ αυτά, ενώ η αδερφή του είναι ένα ιδιόμορφο κορίτσι με εύθραυστο ψυχισμό που η ελαφριά αναπηρία της την έχει κάνει ν’ αποφεύγει κάθε είδους κοινωνική συναναστροφή και να βρίσκει παρηγοριά στην πρωτότυπη συλλογή της από γυάλινα ζώα. Ο ίδιος ο Τομ αναγκάζεται να δουλεύει σε αποθήκη προκειμένου να συνεισφέρει στο σπίτι, ενώ ονειρεύεται την ώρα που θα φύγει μακριά και θα λυτρωθεί απ’ τις συμβατικότητες του μικρόκοσμου του. Κάποια στιγμή και κατόπιν επιμονής της μητέρας του, ο Τομ θα προκαλέσει για δείπνο έναν νεαρό συνάδελφο του στον οποίο εκείνη θα εναποθέσει τις ελπίδες της για αποκατάσταση της Λώρας.

Όπως και στα περισσότερα έργα του, έτσι κι εδώ ο Ουίλιαμς αντλεί στοιχεία απ’ την προσωπική του ζωή. Εν προκειμένω, ο «γυάλινος κόσμος» θεωρείται και το πιο αυτοβιογραφικό του, αφού ουσιαστικά περιγράφει την οικογένεια του.

Ο Τομ του έργου είναι ο ίδιος ο συγγραφέας, η Αμάντα είναι η μητέρα του, μια εκλεπτυσμένη πρώην αριστοκράτισσα του Νότου που με τις εμμονές και την υπερπροστασία της καταδυνάστευε ουσιαστικά τα παιδιά της, ενώ λέγεται ότι η ίδια έπασχε από νευρική διαταραχή.

Η Λώρα, ο βασικός χαρακτήρας του έργου, είναι σχεδόν εμπνευσμένος από τη Ρόουζ, την αγαπημένη αδερφή του συγγραφέα που έπασχε από σχιζοφρένεια κι είχε υποβληθεί σε λοβοτομή μένοντας ανάπηρη. Ωστόσο κι ο ίδιος ο Ουίλιαμς είχε πάθει παράλυση των κάτω άκρων στα 5 του μόλις χρόνια κι αυτό πιθανότατα να του είχε αφήσει ζωντανές τις αναμνήσεις μιας έστω και παροδικής αναπηρίας (σ.σέμεινε καθηλωμένος για δυο χρόνια) γεγονός που ίσως τον βοήθησε ν’ αποτυπώσει καλύτερα τον πληγωμένο ψυχισμό της Λώρας.

Με πολύ χαρά παρακολουθώ πια τις παραστάσεις που υπογράφει η Κατερίνα Ευαγγελάτου αλλά και με περιέργεια για να δω ποιο θα είναι το τελικό αποτέλεσμα, αφού η Ευαγγελάτου δεν επαναπαύεται και δεν ακολουθεί μια πεπατημένη αλλά συχνά αναζητάει νέους δρόμους για να προσεγγίσει τα έργα που αναλαμβάνει και μέχρι στιγμής, τη δικαιώνει απόλυτα.

Γνωρίζοντας ότι ο «γυάλινος κόσμος» είναι κάπως «δύστροπος» (sic) θεατρικά αφού έχει μεγάλα αφηγηματικά κομμάτια κι ως εκ τούτου μια στατικότητα, εξεπλάγην ευχάριστα με τον αέρα φρεσκάδας που του έδωσε η Ευαγγελάτου.

Καταρχήν , αξιοποίησε θαυμάσια τους δυο χρόνους του έργου. Έβγαλε τον αφηγητή εκτός σκηνής και χρησιμοποιώντας τα φώτα και το βίντεο κατόρθωσε να προβάλει τις αναμνήσεις του Τομ (σ.σ του αφηγητή) σε δεύτερο πλάνο όσο εκείνος ακόμα μίλαγε και σε πρώτο όταν έπρεπε να ζωντανέψουν μπροστά μας. Συγχρόνως, δεν εκμοντέρνισε το κείμενο παραποιώντας το,  αλλά αντίθετα άφησε με ωραίο, δεξιοτεχνικό τρόπο την πατίνα του χρόνου πάνω του. Με άλλα λόγια ήταν σαν να έδωσε πνοή σ’ ένα παλιό αντικείμενο, σε μια αντίκα ιδιαίτερης αξίας που αξίζει να βρει τη μια θέση στο καινούργιο περιβάλλον.

Η Ναταλία Τσαλίκη ήταν καταπληκτική. Τόσο εμφανισιακά, όσο κι από πλευρά υπόκρισης, νομίζω δεν θα μπορούσε να βρεθεί καλύτερη Αμάντα στο ελληνικό θέατρο.

Υστερική, καταπιεστική,  ματαιόδοξη, εμμονική, απελπισμένη κι αποφασιστική να παλέψει, αυταρχική, προδομένη, όλα τα είχε σε ιδανικές δόσεις

Άξιοι συνταξιδιώτες της σ’ αυτό το ονειρικό ταξείδι, οι νέοι ηθοποιοί Αμαλία Νίνου, Αντίνοος Αλμπάνης και Κωνσταντίνος Γαβαλάς.

Θέατρο «Δημήτρης Χορν»

«Γυάλινος κόσμος» του Τενεσί Ουίλιαμς

Μετάφραση-Δραματουργική επεξεργασία-Σκηνοθεσία: Κατερίνα Ευαγγελάτου
Σκηνικά-Κοστούμια: Γιώργος Πάτσας
Μουσική: Σταύρος Γασπαράτος
Βίντεο: Μιχάλης Κλουκίνας
Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος
Βοηθός Σκηνοθέτη: Ελένη Βλάχου
Βοηθός Σκηνογράφος: Λουκία Μινέτου

Διανομή
ΑΜΑΝΤΑ: Ναταλία Τσαλίκη
ΤΟΜ: Αντίνοος Αλμπάνης
ΛΩΡΑ:Αμαλία Νίνου
ΤΖΙΜ:Κωνσταντίνος Γαβαλάς

«Οδύσσεια» στο Εθνικό Θέατρο

odysseia

 

Η πολυσυζητημένη παράσταση της χρονιάς είναι κατά τη γνώμη μου ένα αριστούργημα.

Αν δεν έχεις δει ποτέ στη ζωή σου Bob Wilson, οφείλεις να δεις την «Οδύσσεια» στο Εθνικό θέατρο.

Αν και η παράσταση έχει πάρει αντικρουόμενες κριτικές μέχρι στιγμής, το αποτέλεσμα τον δικαιώνει.

Καταρχήν , συμπεριφέρθηκε ακομπλεξάριστα(sic) απέναντι στο κείμενο.  Το λέω αυτό γιατί στην Ελλάδα έχουμε (ευτυχώς όχι όλοι) μια τάση να βλέπουμε περισσότερο βάθος εκεί που δεν χρειάζεται, ν’ αντιμετωπίζουμε με μια σοβαροφάνεια τα πράγματα και να επιδιδόμαστε σε φολκλορικά κλισέ.

Ο Wilson κατανόησε ότι η Οδύσσεια είναι ένα μεγάλο παραμύθι και ως τέτοιο πρέπει να ζωντανέψει πάνω στη σκηνή. Αυτό ήταν και το μήνυμα που πέρασε στους συνεργάτες του κι έτσι ευτυχώς η αισθητική της παράστασης ήταν άρτια απ’ όλες τις απόψεις. Δεν είδαμε πουθενά χλαμύδες ή κίονες, οι ήρωες θύμιζαν πιο πολύ τις αρχετυπικές μορφές τους και λιγότερο βαρύθυμους και βασανισμένους απ’ τη ζωή ανθρώπους, δεν υπήρχε στόμφος και δεν προσπάθησε να περάσει κανένα μήνυμα.

Όλα αυτά είναι πολύ σημαντικά αν σκεφτεί κανείς ότι οι θεατές έχουν συχνά μια σύγχυση σε σχέση με το αρχαίο δράμα και με ό, τι παραπέμπει σ’ αυτό ή το θυμίζει. Η «Οδύσσεια» δεν είναι βεβαίως αρχαίο δράμα. Είναι ένα λαϊκό έπος που αφηγείται τις περιπέτειες του Οδυσσέα μέχρι να επιστρέψει στην Ιθάκη.  Η «Οδύσσεια» προτού φτάσει να διαβάζεται στη σύγχρονη εποχή, ν’ αναλύεται και να διδάσκεται, τραγουδιόταν  και μέσω της  προφορικής παράδοσης διασώθηκε. Ωστόσο, η φιγούρα του Οδυσσέα συναντάται σε μυθικούς κύκλους απ’ τους οποίους αντλούν οι τραγικοί ποιητές. Οι Θεοί του Ολύμπου που μηχανορραφούν κι ελέγχουν τα ανθρώπινα καθώς και το ότι όλες οι περιπέτειες του Οδυσσέα μας είναι γενικά οικείες, μπορούν να δημιουργήσουν λανθασμένες προσδοκίες.

Για παράδειγμα, είναι λάθος ν’ αναζητήσει κανείς ψυχολογικές προεκτάσεις στους χαρακτήρες, να περιμένει να μιλάνε με συγκεκριμένο τρόπο, να εμβαθύνουν ή να έχουν το δραματικό υπόβαθρο της πράξης και της συνέπειας της με τον τρόπο που αυτό λειτουργεί στο αστικό, ψυχολογικό δράμα.

Έπειτα, πώς να παραστήσει κανείς την Οδύσσεια; Αφού δεν υπάρχει προηγούμενο (είναι η πρώτη φορά που παρασταίνεται) με τι να επιχειρήσεις  να τη συγκρίνεις; Ποιο το σημείο εκκίνησης ή αναφοράς;

Ο Wilson, σωστά διείδε ότι πρέπει να βρει έναν απλό τρόπο προκειμένου ν’ αφηγηθεί ένα πολύ παλιό και γνωστό παραμύθι. Έτσι, το αποτέλεσμα τον δικαιώνει και μπορεί να το παρακολουθήσει τόσο ένας ενήλικας όσο κι ένα παιδί. (δεν αναφέρομαι σε πολύ μικρά παιδιά, αλλά ένας έφηβος σίγουρα μπορεί. Εξάλλου, τη μέρα που πήγα ήταν κι ένα σχολείο εκεί κι οφείλω να πω ότι κάθισαν ήσυχοι και τις 3 ώρες πράγμα που δεν είναι αυτονόητο σ’ αυτές τις ηλικίες)

Πέρα όμως απ’ την απλότητα που για να την επιτύχει κανείς χρειάζεται να είναι βαθύς γνώστης της τέχνης του, μ’ αυτήν την  παράσταση ο Wilson δίνει κι ένα ρεσιτάλ δεξιοτεχνίας, δικαιώνοντας στα μάτια των μυημένων τη φήμη που τον ακολουθεί και δίνοντας την ευκαιρία σε όσους τον παρακολουθούν για πρώτη φορά να γνωρίσουν την τεχνική του.

Τα φώτα του και η εισαγωγή του ήταν απλά αριστοτεχνικά. Η εναλλαγή των σκηνών, οι ήχοι, η μουσική, το στήσιμο των ηθοποιών, αυτός ο εξωπραγματικός κόσμος Θεών κι ηρώων της Οδύσσειας παρέλασε με τέτοιον τρόπο από μπροστά μας που κατόρθωσε να δημιουργήσει μαγεία αλλά και συγκίνηση.

Οδύσσεια – Μια παράσταση του Robert Wilson, βασισμένη στο έπος του Ομήρου

 ΚΤΙΡΙΟ ΤΣΙΛΛΕΡ – ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΚΗΝΗ

Σύλληψη, Σκηνοθεσία, Σχεδιασμός σκηνικού και φωτισμών:Robert Wilson

Μουσική: Θοδωρής Οικονόμου

Κείμενο: Simon Armitage

Δραματουργία: Wolfgang Wiens

Συνεργάτες σκηνοθέτες: Ann-Christin Rommen / Tilman Hecker

Σχεδιασμός κοστουμιών: Yashi Tabassomi

Μουσική επίβλεψη: Hal Willner

Συνεργάτις – Σχεδιασμός σκηνικών:Stephanie Engeln

Συνεργάτης σχεδιαστής φωτισμών:Scott Bolman

Μετάφραση κειμένου στα ελληνικά – Δραματολογική υποστήριξη: Γιώργος Δεπάστας

Σχεδιασμός ήχου: Στούντιο 19 – Κώστας Μπώκος, Βασίλης Κουντούρης

Βοηθός σκηνοθέτη: Νατάσα Τριανταφύλλη

Βοηθός σκηνογράφου: Μαρία Τσαγκάρη

Βοηθός ενδυματολόγου: Βασιλική Σύρμα

Φωνητική διδασκαλία: Μελίνα Παιονίδου

Τα σκηνικά τα κοστούμια και το φροντιστήριο κατασκευάστηκαν στα εργαστήρια του Piccolo Teatro di Milano και προσαρμόστηκαν στα εργαστήρια του Εθνικού Θεάτρου της Ελλάδας

Διανομή:

Αθηνά: Ζέτα Δούκα

Οδυσσέας: Σταύρος Ζαλμάς

Αντίκλεια, το φάντασμα της μητέρας του Οδυσσέα/ Ευρύκλεια, υπηρέτρια της Πηνελόπης/ Αρήτη, σύζυγος του Αλκίνοου:Λυδία Κονιόρδου

Ζευς/Αλκίνοος, βασιλιάς των Φαιάκων/Εύμαιος, ένας χοιροβοσκός: Αλεξάνδρος Μυλωνάς

Καλυψώ/Κίρκη/Πηνελόπη: Μαρία Ναυπλιώτου

Ναυσικά: Βίκυ Παπαδοπούλου

Ερμής/Τηλέμαχος: Αποστόλης Τότσικας

Όμηρος/Τειρεσίας: Νικήτας Τσακίρογλου

Σύντροφος του Οδυσσέα, Πολίτης:Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης

Σύντροφος του Οδυσσέα, Άντιφος: Θανάσης Ακοκκαλίδης

Σύντροφος του Οδυσσέα, Περιμήδης: Γιώργος Γλάστρας

Σύντροφος του Οδυσσέα, Ευρύλοχος:  Άκης Σακελλαρίου

Σύντροφος του Οδυσσέα, ναύτης: Γιώργος Τζαβάρας

Σύντροφος του Οδυσσέα, Αλκμαίων:Αποστόλης Τότσικας

Σύντροφος του Οδυσσέα, Ευρυβάτης: Γιωργής Τσαμπουράκης

Σύντροφος του Οδυσσέα, Ελπήνωρ:Κοσμάς Φοντούκης

Σειρήνες:  Ζέτα Δούκα, Μαριάννα Καβαλιεράτου,
Μαρία Ναυπλιώτου, Λένα Παπαληγούρα

Υπηρέτριες της Κίρκης: Μαριάννα Καβαλιεράτου, Λένα Παπαληγούρα

Μνηστήρας Αγέλαος: Θανάσης Ακοκκαλίδης

Μνηστήρας Αμφίνομος: Γιώργος Γλάστρας

Μνηστήρας Αντίνοος:  Άκης Σακελλαρίου

Μνηστήρας Ευρύμαχος: Γιωργής Τσαμπουράκης

Πανκ Κορίτσι:  Μαριάννα Καβαλιεράτου

Θεοί: Ο θίασος

Στο ρόλο του Κύκλωπα ακούγεται ο Δημήτρης Πιατάς

Πιάνο: Θοδωρής Οικονόμου

«Η δύναμη της θεατρικής τρέλας» του Γιαν Φαμπρ στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών

Όταν το 1984 παρουσιάστηκε στην Αμβέρσα «η  δύναμη της θεατρικής τρέλας»( «the power of theatrical madness») του Γιαν Φαμπρ, το κοινό ήταν αθώο(sic) απέναντι σε τέτοιου είδους παραστάσεις, τουλάχιστον περισσότερο απ’ τον σημερινό θεατή που έχει δει αρκετά ακραία πράγματα πάνω στη σκηνή είτε από άλλους είτε ακόμα κι απ’  τον ίδιο τον Φαμπρ στην εξέλιξη της πορείας του. Δεν μπορώ προφανώς να μπω στη θέση εκείνου του θεατή. Σοκαρίστηκε, βαρέθηκε, θύμωσε, ευχαριστήθηκε; ενοχλήθηκε;

Ό, τι κι αν συνέβη, ο Φαμπρ πέτυχε τον στόχο του.

«Η δύναμη της θεατρικής τρέλας» έχει χαρακτηριστεί ως ένα μεταμοντέρνο χοροθέαμα με έμφαση στην εικόνα – είναι γνωστή η λατρεία του Φαμπρ για τις εικόνες- που στόχο έχει την ανατροπή του λεγόμενου αστικού θεάτρου, την κατάργηση της θεατρικής σύμβασης  τη διερεύνηση των ορίων της βίας, της τρέλας, της ηδονής, του πόνου, της αντοχής…

Τι είδαμε λοιπόν κατά την αναβίωση αυτής της «ιστορικής» παράστασης που καθιέρωσε διεθνώς τον εκκεντρικό Φαμπρ. Για κάτι περισσότερο από 4 ώρες, το κοινό παρακολουθούσε  15  περφόρμερς (δεν είναι ακριβώς δουλειά ηθοποιού αυτό κατά την προσωπική μου άποψη)να δοκιμάζουν τα όρια τους (αλλά κι αυτά των θεατών) πάνω στη σκηνή. Να γδύνονται και να ντύνονται συνεχώς, να χτυπιούνται, να προσποιούνται ότι σκοτώνουν βατράχια, να ισορροπούν πάνω σε σωρούς από πιάτα, ν’ απαριθμούν διαρκώς τίτλους και συντελεστές απ’ τις σημαντικότερες παραστάσεις του 20ου αιώνα (δεν ξέρω πόσο αλαζονικό ακούγεται, αλλά η απαρίθμηση ολοκληρώθηκε με την πρώτη παράσταση του Φαμπρ «This is theatre like it was to be expected and foreseen» («Αυτό είναι το θέατρο όπως θα ελπίζαμε και προσδοκούσαμε να είναι»,  του 1982 που παρουσιάστηκε την Κυριακή 18/11).

«Η δύναμη της θεατρικής τρέλας» βρίθει αναφορών στην  ιστορία της τέχνης (πασίγνωστα ζωγραφικά έργα εμφανίζονται μπροστά μας), της μουσικής, των βασικών ασκήσεων που κάνει ένας ηθοποιός κατά την άσκηση του πριν βγει στη σκηνή (ασκήσεις αυτοσχεδιασμού, πειθαρχίας, συνεργασίας, αυτοσυγκέντρωσης). Δανείζεται στοιχεία απ’ την όπερα του Βάγκνερ «Το δαχτυλίδι των Νιμπελούγκεν» καθώς κι απ’ «τα καινούργια ρούχα του βασιλιά» του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν. Όλα αυτά όμως είναι ενταγμένα με τέτοιο τρόπο που να μην κυριαρχούν αλλά να εξυπηρετούν την αποδόμηση όλων εκείνων των συμβάσεων που μια «comme il faut» παράσταση θα διέθετε.

Στη «δύναμη της θεατρικής τρέλας» ο θεατής είναι ελεύθερος να φύγει όποτε θέλει. Μπορεί να βγει και να ξαναμπεί στην αίθουσα όποτε το επιθυμήσει. Ενδιαφέρον βέβαια θα είχε να του παρέχεται και το δικαίωμα της αντίδρασης σε όλα όσα βλέπει. Όμως αυτή τη σύμβαση δεν επιχειρεί να την ανατρέψει ο Γιαν Φαμπρ….

Στην ερώτηση κατά πόσον μου άρεσε ή όχι αυτό που είδα, σίγουρα  δεν  μπορώ ν’ απαντήσω μονολεκτικά. Με βεβαιότητα ωστόσο λέω πως είδα ό, τι δεν θα ήθελα να ξαναδώ στο θέατρο.

Μέγαρο Μουσικής

14&15 Νοεμβρίου 2012


Επισκεψιμότητα

  • 192,960 hits

Αρχείο


Follow

Ενημερωθείτε για κάθε νέα δημοσίευση στο email σας.

Μαζί με 32 ακόμα followers