Archive Page 11

«Κύκλοι / Ιστορίες» στη Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών

 

POMERRAT

Είναι σαφές από την πρόσφατη θεατρική επαφή με το έργο του, ότι στο επίκεντρο του προβληματισμού του Joel Pommerat βρίσκεται ο άνθρωπος. Δεν έχω γνώση της πλήρους συγγραφικής παραγωγής του, αλλά κρίνοντας απ’ αυτά τα δύο δείγματα που παρουσιάστηκαν στην Ελλάδα, ο Pommerat κάνει πράγματι ουμανιστικό θέατρο . Στους «Κύκλους/Ιστορίες» που παίχτηκαν στο παρισινό Bouffes du Nord το 2010 και απέσπασαν το βραβείο Μολιέρου,  ο Pommerat  αναζητά την χαμένη ταυτότητα του δυτικού πολιτισμού.

Μέσα από διάφορες ιστορίες στο πέρασμα των αιώνων ( επιλέγονται κάποιες χρονιές  απ’ τον Μεσαίωνα ως τον 21ο αιώνα ως ορόσημα), αναρωτιέται τι τελικά έχει απομείνει απ’ όλες αυτές τις αρετές και τα ιδανικά για τα οποία πάλεψε ο άνθρωπος  στο πρόσφατο αλλά και κάπως μακρύτερο παρελθόν του.

Οι ιστορίες που επιλέγει αφορούν στην καθημερινότητα μερικών απλών ανθρώπων που τυχαίνει να βρίσκονται στη δίνη μεγάλων ιστορικών στιγμών, όπως π.χ  ο Α’ Παγκόσμιος πόλεμος. Χρησιμοποιεί αυτά τα στιγμιότυπα φορτίζοντας τα άλλοτε με χιούμορ, άλλοτε με καυστικότητα, άλλοτε με αγωνία αλλά πάντα με κριτική ματιά και δημιουργεί μικρούς κύκλους που ενώνονται μεταξύ τους οδηγώντας στην αρχική διαπίστωση: τα οράματα για μια ανθρώπινη Ευρώπη χάθηκαν. Ο άνθρωπος σταδιακά απογυμνώθηκε κι αποκάλυψε το κτήνος που κρύβει μέσα του.

Υπήρχε  μια αμηχανία τα πρώτα λεπτά της παράστασης μέχρι να ενταχθεί ο θεατής στην σύλληψη, στην επεξεργασία της ιδέας και στη σκηνική υλοποίηση της. Παρά τη μεγάλη διάρκεια (2 ώρες και 20 λεπτά χωρίς διάλειμμα), η γρήγορη εναλλαγή των σκηνών, η σωστή αίσθηση του ρυθμού και η ζωντάνια των ηθοποιών, κέντρισε σύντομα το ενδιαφέρον μας. Το παράδοξο τσίρκο δωματίου (έτσι όρισε η Κανιγκούντα την παράσταση της) που αρχικά με ξένισε γιατί δεν μπορούσα να το κατανοήσω  είναι ένα «άγριο» τελικά θέαμα με τον άνθρωπο ως ζώο σε όλες του τις εκφάνσεις…

Αν λάβει κανείς υπόψη τη μεγάλη διάρκεια (2 ώρες και  20 λεπτά χωρίς διάλειμμα), τότε η ομάδα Κανιγκούντα μάλλον καλά τα κατάφερε αφού η παράσταση κατάφερε να κερδίσει το ενδιαφέρον των θεατών. Η σκηνοθεσία του Λεοντάρη είχε δυναμισμό, εναλλασσόμενες μικρές σκηνές και ταλαντούχους ηθοποιούς έτοιμους για όλα.

Αξίζει να ειπωθεί ότι ο τρόπος που σκηνοθετήθηκε το έργο του Pommerat έμοιαζε σαν το αποτέλεσμα ενός συνεχούς αυτοσχεδιασμού με τη διαφορά ότι ήταν προσεγμένος στις λεπτομέρειες του κι επιμελώς φροντισμένος από πριν.

 

Θίασος Κανιγκούντα

«Κύκλοι / Ιστορίες» του Joël Pommerat

3-21 Απριλίου 201321:00 Μικρή Σκηνή

Κείμενο: Joël Pommerat

Μετάφραση: Λουίζα Μητσάκου
Σκηνοθεσία – Μουσική επιμέλεια – Σχεδιασμός ήχου: Γιάννης Λεοντάρης
Σκηνικά – Κοστούμια: Θάλεια Ιστικοπούλου
Φωτισμοί: Μαρία Γοζαδίνου
Επιμέλεια αυτοσχεδιασμών «Viewpoints»: Ρεβέκκα Τσιλιγκαρίδου
Βοηθός σκηνοθέτη: Αιμιλία Βάλβη
Βοηθός σκηνογράφου – ενδυματολόγου: Μαρία Παπαϊωάννου
Παίζουν (με αλφαβητική σειρά): Γιάννης Αναστασάκης, Ανθή Ευστρατιάδου,Ευθύμης Θέου, Μαρία Μαγκανάρη, Θέμης Πάνου, Παναγιώτης Παπαϊωάννου,Ρεβέκκα Τσιλιγκαρίδου, Γιώργος Φριντζήλας

«Το πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα» στο Εθνικό θέατρο (Κεντρική Σκηνή)

 

electra

Ο Ευγένιος ο’ Νηλ δεν θεωρήθηκε άδικα πατέρας του σύγχρονου αμερικανικού θεάτρου. Η ματιά του διεισδυτική, η πένα του ασκημένη να καταγράφει και τις πιο δυσδιάκριτες ψυχολογικές λεπτομέρειες. Η γραφή του έχει πάντα δυο επίπεδα, το προφανές κι αυτό που προκύπτει απ’ όσα δεν λέγονται. Αν βρεθεί κι ο σκηνοθέτης που θα μπορέσει να τα εντοπίσει και αναδείξει, είναι μια ευτυχής σκηνική στιγμή.

Οι ήρωες του ο’ Νηλ είναι «περιθωριακοί» άνθρωποι. Εν πρώτοις, αυτό δυσκολεύεται κανείς να το αναγνωρίσει στο «Πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα» με την έννοια ότι καταγράφεται η ζωή μιας μεγαλοαστικής οικογένειας στον αμερικανικό Νότο στο τέλος του αμερικανικού εμφυλίου. Σε μια δεύτερη όμως ανάγνωση, σύντομα αποκαλύπτεται ότι κάτω απ’ την εικόνα της ηθικής και της τελειότητας που θέλουν να βγαίνει προς τα έξω, οι Μάννον είναι μια οικογένεια με πάθη, μίση , ανεκπλήρωτους έρωτες και μυστικά που απειλούν να τινάξουν στον αέρα τις ισορροπίες και που τους κατατάσσουν σε μια οικογένεια εκτός νόρμας.

Ο ο’ Νηλ πατάει πάνω στην «Ορέστεια» του Αισχύλου συνθέτοντας ένα έργο με ίδια δομή. Διαιρεμένη σε 3 μέρη, στον Γυρισμό (Αγαμέμνων), στους  Κυνηγημένους (Χοηφόροι) και στους Στοιχειωμένους (Ευμενίδες), «Το Πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα» παραπέμπει στον Οίκο των Ατρειδών αλλά χωρίς εντολές άνωθεν, χωρίς οριστική κάθαρση και τελικά χωρίς διέξοδο  για την οικογένεια Μάννον.

Από φροϋδικής πλευράς έχει ενδιαφέρον να δούμε πώς λειτουργεί μέσα στο έργο αυτό που αργότερα η επιστήμη (ορμώμενη βέβαια απ’ το αρχαίο δράμα) ονόμασε Οιδιπόδειο σύμπλεγμα και σύμπλεγμα της Ηλέκτρας. Η σχέση της Λαβίνιας Μάννον με τον πατέρα της αλλά και η σχέση του Όριν με τη μητέρα του Κριστίν είναι σχέσεις που ξεφεύγουν απ’ το φυσιολογικό. Ο κάθε γονιός έχει επιλέξει ένα παιδί ως το αγαπημένο του παραμελώντας  το άλλο και προσπαθώντας να προκαλέσει τον σύντροφό του. Χρησιμοποιεί αυτό το παιδί για να πετύχει τους σκοπούς του, το χειραγωγεί, το  καλοπιάνει, το στρέφει εναντίον του άλλου γονιού, το φορτίζει συναισθηματικά. Αλλά κι απ’ την πλευρά του παιδιού, η Λαβίνια προσπαθεί να είναι αρεστή στον πατέρα της με κάθε τρόπο, τον περιμένει και τον υποδέχεται σαν να επρόκειτο για τον άντρα  της. Βλέπει ως αντίζηλο τη μητέρα της με τον ίδιο τρόπο που ο Όριν αργότερα θα δει ως αντίζηλο τον πλοίαρχο Μπραντ…

Εξαιρετική σκηνοθεσία απ’ τον Γιάννη Χουβαρδά. Αισθητική υψηλού επιπέδου, σκηνικές λύσεις που δεν προδίδουν το έργο και παράλληλα το εκσυγχρονίζουν.

Οφείλω να πω ότι αυτό που κάνει ο Χουβαρδάς τα τελευταία χρόνια με τα μεγάλα κείμενα μ’ έχει εντυπωσιάσει. Τόσο στον «Θείο Βάνια» (2009) όσο και στον «Περικλή» (2011),στον «Αρχιμάστορα Σόλνες» (2012) και τώρα εδώ αναζητά  τα σκηνοθετικά του όρια  μέσα σ’ αυτά και προσαρμόζει τη γραμμή που έχει χαράξει χωρίς να στοχεύει προς το αντίθετο που γίνεται κατά κόρον και συχνά εγείρει και συζητήσεις για την ελευθερία του σκηνοθέτη απέναντι στο κείμενο.

Εκπληκτικά τα κοστούμια εποχής κι ενδιαφέρουσα η παντελής απουσία σκηνικού (τουλάχιστον με τη συμβατική έννοια). Έξυπνη η ιδέα να χρησιμοποιήσει ως θεατές τα πρόσωπα που παρατηρούν και σχολιάζουν τη ζωή των Μάννον σαν ένας άλλος χορός αρχαίας τραγωδίας.

Σε πολύ ώριμη υποκριτική στιγμή η Μαρία Πρωτόπαπα. Ήταν νομίζω η αποκάλυψη της παράστασης υποδυόμενη μια Λαβίνια που έπαιζε με λεπτές αποχρώσεις  και με την πλήρη γκάμα των εκφραστικών της μέσων. Αξίζει να τη δει κανείς για να παρατηρήσει  πώς χρησιμοποιεί ο καλός ηθοποιός το όλον:τα μάτια, την έκφραση, τη στάση του σώματος.

Η αισθαντικότητα της Καριοφυλλιάς Καραμπέτη δεν διδάσκεται, η σπουδαία τεχνική της όμως είναι σίγουρα μάθημα προς τους νεότερους συναδέλφους της. Είναι απόλαυση να παρατηρείς  πώς εξελίσσει κάθε φορά τον ρόλο.

Διαφορετικός απ’ ό, τι έχουμε συνηθίσει ο Χρήστος Λούλης υποδύθηκε έναν πληγωμένο κι εξαρτώμενο συναισθηματικά Όριν. Μετρημένος και με πλήρη κυριαρχία στα εκφραστικά του μέσα  ήταν ο Ακύλλας Καραζήσης,  ενώ πιο αδύναμοι υπήρξαν οι άλλοι τρεις ηθοποιοί της διανομής (Γιώργος Γάλλος, Γιούλικα Σκαφιδά, Αργύρης Πανταζάρας).

Πολύ ωραίος ο χαρακτήρας που έπλασε ο πάντα καλός Χρήστος Στέργιογλου.

Απολαυστική  τέλος η ομάδα των 4 θεατών. Με ζωντάνια και  κέφι, κατόρθωσαν να μας δώσουν την ατμόσφαιρα αυτού που ακριβώς  περιγράφει  ο συγγραφέας( όλα τα αφηγηματικά μέρη του έργου ειπώθηκαν απ’ αυτούς), να σχολιάσουν πάνω στα πρόσωπα και την πλοκή και να ελαφρύνουν το βαρύ κλίμα του έργου. Ευφάνταστο το εύρημα της «ανταλλαγής» ρόλων στο φινάλε.

 

«Το πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα» του Γιουτζήν Ο’Νηλ

ΚΤΙΡΙΟ ΤΣΙΛΛΕΡ – ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΚΗΝΗ

 

Μετάφραση:  Ερρίκος Μπελιές

Σκηνοθεσία – Διαμόρφωση σκηνικού χώρου: Γιάννης Χουβαρδάς

Δραματουργική επεξεργασία:  Γιάννης Χουβαρδάς – Σάββας Κυριακίδης

Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη

Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος

Βοηθός σκηνοθέτη: Νατάσα Τριανταφύλλη

Μουσική διδασκαλία: Μελίνα Παιονίδου

Διανομή:

Στρατηγός Έζρα Μάννον: Ακύλλας Καραζήσης

Κριστίν Μάννον:  Καρυοφυλλιά Καραμπέτη

Λαβίνια Μάννον:  Μαρία Πρωτόπαππα

Όριν Μάννον: Χρήστος Λούλης

Πλοίαρχος Άνταμ Μπραντ: Γιώργος Γάλλος

Λοχαγός Πήτερ Νάιλς: Αργύρης Πανταζάρας

Χέιζελ Νάιλς: Γιούλικα Σκαφιδά

Σεθ, ο επιστάτης των Μάννον: Χρήστος Στέργιογλου

Θεατής 1: Χάρης Τσιτσάκης

Θεατής 2: Θέμις Μπαζάκα

Θεατής 3: Μάγια Λυμπεροπούλου

Θεατής 4:  Γιώργος Κοτανίδης

 

«Η μεγάλη και θαυμαστή ιστορία του εμπορίου» στη Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών

Η μεγάλη και θαυμαστή ιστορία του εμπορίου~556695-253-1(1)

Τα όρια ανάμεσα στην αγορά και την ηθική πραγματεύεται το έργο του Joël Pommerat, λειτουργώντας παραβολικά σε δυο διαφορετικές εποχές.

Στην πρώτη φάση, μια ομάδα τεσσάρων έμπειρων πλασιέ προσπαθεί να μυήσει έναν νεαρό επίδοξο συνάδελφο τους στα μυστικά του επαγγέλματος. Του διδάσκουν πώς να μπαίνει στα  σπίτια του κόσμου , πώς να γίνεται αρεστός στα υποψήφια θύματα του (sic) και πώς  τελικά να τους πουλάει το προϊόν  πείθοντας  τους ότι τους προσφέρει κάτι εξαιρετικά απαραίτητο κι ότι τους κάνει ουσιαστικά  χάρη. Ο νεαρός φαίνεται ανεπίδεκτος μαθήσεως. Στην πραγματικότητα ο κόσμος των πωλήσεων έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τα όρια της προσωπικής του ηθικής και αρνείται ν’ αποδεχτεί τους νόμους της αγοράς.  Βρισκόμαστε κοντά στον Μάη του ‘ 68.

Στη δεύτερη φάση,  ένας νεαρός (γιάπης) προσπαθεί να μυήσει στη δουλειά τέσσερις ώριμους πωλητές – παροπλισμένους απ’ την αγορά εργασίας- διδάσκοντάς τους τις νέες συνθήκες της αγοράς όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί απ’ την ψευδό-ανάγκη του καταναλωτισμού.  Βρισκόμαστε σαράντα χρόνια αργότερα, στη δική μας εποχή δηλαδή…

Παθιασμένος με το θέατρο από την ηλικία των 12 χρόνων και αποφασισμένος να γράφει ένα έργο  τον χρόνο για τα επόμενα σαράντα χρόνια, ο Joël Pommerat  επικεντρώνεται στο ουμανιστικό θέατρο θέτοντας καίρια ερωτήματα σχετικά με την επικράτηση του καπιταλισμού, τις εργασιακές σχέσεις, την αλληλεγγύη, τα όρια της ανθρωπιάς και της ηθικής σ’ έναν κόσμο που δεν αντιπροσωπεύεται από καμιά ιδεολογία πλέον.

Το θέατρο του Pommerat δεν επικεντρώνεται στους χαρακτήρες. Δεν μας ενδιαφέρει η ιστορία των δραματικών προσώπων, υπάρχουν ελάχιστες νύξεις για την εκτός σκηνής ζωή τους, δεν έχουν σαφές παρελθόν ή μέλλον οι ρόλοι. Δεν συνάπτουν διαπροσωπικές σχέσεις αν αυτό δεν εξυπηρετεί την ιστορία που μας αφηγούνται. Πίσω απ’ τις γραμμές βέβαια, διακρίνει κανείς εκλεκτικές συγγένειες με τον Εμποράκο του Μίλερ ως προς την προσωπικότητα του πλασιέ που παροπλίζεται απ’ τις αλλαγές των εποχών, ωστόσο αυτό είναι σε πολύ αχνές γραμμές, αφού εδώ ο στόχος είναι άλλος και η όποια δραματικότητα πρέπει να προκύψει με διαφορετικό τρόπο.  Οι ήρωες είναι απλώς η αφορμή για να πούνε την ιστορία, για να θέσουν το ερώτημα.

H ιστορία του εμπορίου,  μας λέει ο Joël Pommerat  θα μπορούσε να είναι η ιστορία της ανθρωπότητας.

Ο Joël Pommerat δουλεύει πάντα ομαδικά. Η σκηνογραφία, οι φωτισμοί, ο ήχος αλλά και η σκηνοθετική γραμμή εξελίσσονται κατά τη διάρκεια των προβών κάνοντας την κάθε παράσταση να είναι το αποτέλεσμα ενός project που διαρκώς εξελίσσεται.

Σ’ αυτό το επίπεδο κινήθηκε και η παράσταση που μας παρουσίασε στη Στέγη γραμμάτων & τεχνών. Άρτιο το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα στο σύνολο του. Έμφαση στις ερμηνείες, ουσιαστική υπογράμμιση των ερωτημάτων που τίθενται στο έργο χωρίς να είναι καθόλου διδακτικό, αλλά με τρόπο τέτοιο που μπορεί ο θεατής  να το επεξεργαστεί και μετά το τέλος της παράστασης.

Είχαμε την τύχη να δούμε καλό θέατρο από έναν εμπνευσμένο δημιουργό τον οποίο  δίκαια ο Peter Brook έχρισε διάδοχό του το 2006

 

ΣΤΕΓΗ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ & ΤΕΧΝΩΝ (Κεντρική Σκηνή)

Joël Pommerat

«Η μεγάλη και θαυμαστή ιστορία του εμπορίου»

28-31 Μαρτίου 2013

Κείμενο & Σκηνοθεσία: Joël Pommerat
Καλλιτεχνικός συνεργάτης: Philipe Carbonneaux
Σχεδιασμός φωτισμών: Eric Soyer, με τη βοήθεια του Renaud Fouquet
Σκηνικά: Eric Soyer
Κοστούμια: Isabelle Deffin
Ήχος: François Leymarie
Ηχητική έρευνα: Yann Priest
Μουσική: Antonin Leymarie
Κατασκευές: Thomas Ramon – A travers Champs
Βίντεο: Renaud Rubiano
Ερμηνεύουν: Eric Forterre, Ludovic Molière, Hervé Blanc, Jean-Claude Perrin,Patrick Bebi

ΣΤΑ ΓΑΛΛΙΚΑ ΜΕ ΥΠΕΡΤΙΤΛΟΥΣ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ
Μετάφραση υπερτίτλων: Λουίζα Μητσάκου

«Κόκκινα φανάρια» στο Εθνικό Θέατρο (Θέατρο Rex)

kokkina fanaria

Τα «Κόκκινα φανάρια» δεν χρειάζονται ιδιαίτερες συστάσεις αφού στο ευρύ κοινό είναι γνωστά από την ομώνυμη κινηματογραφική ταινία του 1963. Ωστόσο, ελάχιστοι γνωρίζουν το πρωτότυπο θεατρικό έργο του Αλέκου Γαλανού και σχεδόν κανείς δεν ξέρει πολλά για τον συγγραφέα και τις συνθήκες κάτω απ’ τις οποίες γράφτηκε το έργο.

Ο Αλέκος Γαλανός μεγάλωσε στην Τρούμπα και οι εικόνες των πορνείων της εποχής ήταν η καθημερινότητα του. Εξοικειώθηκε μ’ αυτόν τον μικρόκοσμο από μικρός, δεν τον ωραιοποίησε καθόλου, είχε ιδιαίτερα κριτική διάθεση απέναντι στις γυναίκες που εκδίδονταν και «συμφιλιώθηκε» μαζί τους όταν κάποτε υπήρξε μάρτυρας του έντονου ξυλοδαρμού μιας πόρνης απ’ τον νταβατζή της στη μέση του δρόμου.

Έγραψε τα «Κόκκινα φανάρια» το 1962 απομονωμένος σ’ ένα διαμέρισμα της Εμμανουήλ Μπενάκη. Στόχος του να δείξει τον σκληρό κόσμο της Τρούμπας, τις γυναίκες- θύματα πίσω απ’ την ψεύτικη βιτρίνα της λάμψης  και της απόλαυσης, την εκμετάλλευση της σάρκας, τη ματαίωση των ονείρων .

Το έργο ανέβηκε πρώτη φορά στο θέατρο Πορεία απ’ τον Αλέξη Δαμιανό την ίδια χρονιά, αλλά η μεγάλη επιτυχία ήρθε έναν χρόνο αργότερα στην κινηματογραφική του μεταφορά απ’ τον Βασίλη Γεωργιάδη. Ευτύχησε μάλιστα να βρει τον δρόμο τόσο για τις Κάννες όσο και για το Χόλυγουντ, αφού προτάθηκε στην κατηγορία Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας. Τελικά, έχασε απ’ το «Οκτώμισι»  του Φελίνι για λίγες μόνο ψήφους.  Πρωταγωνίστησαν σχεδόν όλα τα μεγάλα ονόματα της κινηματογραφικής εγχώριας παραγωγής (Καρέζη, Παπαμιχαήλ, Κατράκης, Διαμαντίδου, Χρονοπούλου, Χέλμη, Φούντας, Λαδικού, Ανουσάκη).

Ωστόσο, ο Γαλανός δεν έμεινε ικανοποιημένος απ’ το αποτέλεσμα. Θύμωσε με την τροποποίηση του σεναρίου που άμβλυνε κατά πολύ τη σκληρότητα που ο ίδιος επιθυμούσε να προβάλει και δεν ενέκρινε καθόλου το happy end.  Έστειλε μάλιστα επιστολή διαμαρτυρίας στις εφημερίδες της εποχής.

Η ταινία παρόλα αυτά έγινε τεράστια επιτυχία και το ανέβασμα του θεατρικού έργου στο Εθνικό θέατρο σήμερα,  50 χρόνια μετά, είναι ένα ενδιαφέρον στοίχημα.

«Τα κόκκινα φανάρια» δεν είναι το θεατρικό αριστούργημα απ’ το οποίο θα είχε κανείς υψηλές απαιτήσεις σκηνοθετικά και υποκριτικά. Είναι όμως ο καθρέφτης ενός κόσμου που δεν έχει πεθάνει κι αυτό του προσδίδει κάποια διαχρονικότητα. Επιπλέον, είναι καταγεγραμμένο στη μνήμη μας με συγκεκριμένα – έστω και κινηματογραφικό- στήσιμο και ερμηνείες κι έτσι προκαλεί τους ηθοποιούς να διαφοροποιηθούν από τις αρχικές ερμηνείες.

Η  πρόκληση με άλλα λόγια τόσο για τον σκηνοθέτη όσο και για τους ηθοποιούς να μην πέσουν στην παγίδα της σύγκρισης με κάτι τόσο πολύ επιτυχημένο και ζωντανό στη μνήμη του πολύ κόσμου είναι μεγάλη.  Η εικόνα έχει τεράστια δύναμη και στην προκειμένη περίπτωση, αυτό σε συνδυασμό με τις ερμηνείες των σταρ της χρυσής εποχής του ελληνικού κινηματογράφου θα μπορούσε κάλλιστα να οδηγήσει σε καλλιτεχνικό βατερλώ (sic).

Ευτυχώς, το εγχείρημα στέφθηκε με επιτυχία. Ο Ρήγος επιδίωξε να μείνει πιο πολύ στο σκληρό κομμάτι παρά στο γνώριμο κινηματογραφικό. Διασκεύασε το αρχικό κείμενο δίνοντας του έναν αέρα φρεσκάδας και θέλησε να το κινήσει χορευτικά αφού πρώτα απ’ όλα ο ίδιος είναι χορογράφος κι έτσι βαδίζει σε γνώριμα μονοπάτια. Η έναρξη γίνεται σαν να βρισκόμαστε σε show μ’ ένα εντυπωσιακό χορευτικό, ενώ κατά τη διάρκεια της παράστασης χρησιμοποιείται πολύ το pole dancing.

Μ’ αυτά τα στοιχεία επιχειρείται και η σύνδεση με το σήμερα, αφού μπορεί η Τρούμπα ν’ αποτελεί πλέον μακρινό παρελθόν, αλλά η πορνεία εξακολουθεί και μάλιστα με διάφορες μορφές. Πολλά νυχτερινά κέντρα διασκέδασης (strip shows, clubs) είναι απλώς η βιτρίνα για να προωθηθούν αλλοδαπά στην πλειονότητα τους κορίτσια που μετά τον χορό εκδίδονται, στους δρόμους πέριξ του κέντρου της Αθήνας η ανθρώπινη σάρκα προσφέρεται σχεδόν όλες τις ώρες και για όλα τα γούστα, ενώ τα άλλοτε άθλια δίπατα σπιτάκια με το κόκκινο φωτάκι απέξω  στα ανήλιαγα στενά αυτοπροσδιορίζονται μέσω της φωτεινής επιγραφής studio και ο νοών νοείτω!

Καλή η ομάδα των ηθοποιών, με τη Μαρία Κίτσου και τη Θεοδώρα Τζήμου  να ξεχωρίζουν, την Κοκκίδου και τον Μπουγιούρη να καταφεύγουν στη γνώριμη και κουραστική πια μανιέρα τους, τη Δημητροπούλου ν’ ακροβατεί ανάμεσα σε κάτι καινούργιο και κάτι οικείο από πετυχημένη τηλεοπτική εμφάνιση, τον Ψαρρά  ωριμότερο δραματικά  από κάθε άλλη φορά που τον έχω δει, τον Αλεξίου καλό αλλά σαν να ήθελε κάτι ακόμα, την Πουλοπούλου εντελώς αδιάφορη και τη Μιχαήλ να θυμίζει πολύ κακέκτυπο της Χρονοπούλου ακόμα και εμφανισιακά.

Μου άρεσε το στήσιμο με τη δράση να μοιράζεται τόσο στη σκηνή, όσο και στην οθόνη προβολής (ιδίως για τις πιο ακατάλληλες σκηνές) καθώς και η χρήση κάμερας που έδινε έναν πολύ μοντέρνο τόνο.

 

«Κόκκινα φανάρια» του Αλέκου Γαλανού
ΘΕΑΤΡΟ REX – ΣΚΗΝΗ «ΜΑΡΙΚΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ»

 

Σκηνοθεσία – Σκηνικά – Χορογραφία: Κωνσταντίνος Ρήγος

Διασκευή – Δραματολογική επεξεργασία: Έρι Κύργια

Συνεργάτης Σκηνογράφος:  Μαίρη Τσαγκάρη

Κοστούμια:  Νατάσα Δημητρίου

Μουσική:  Δημοσθένης Γρίβας

Φωτισμοί:  Αλέκος Γιάνναρος

Βοηθός σκηνοθέτη:  Άγγελος Παναγόπουλος

Κάμερα:  Πάνος Βιττωράκης, Παναγιώτης Λυκοτραφίτης

Διανομή:

Καπετάν Νικόλας: Νίκος Αλεξίου

Πέτρος, Αστυνόμος, Πελάτης:  Κωνσταντίνος Ασπιώτης

Μυρσίνη: Ευγενία Δημητροπούλου

Ελένη, Μελαχρινή: Μαρία Κίτσου

Μαντάμ Παρή: Ελένη Κοκκίδου

Μαίρη, Κατινάκι: Κωνσταντίνα Μιχαήλ

Ντόρης: Παναγιώτης Μπουγιούρης

Άννα, Γυναίκα με τιγρέ: Άλκηστις Πουλοπούλου

Ισπανός, Πελάτης, Τσιράκι, Αργύρης, Αστυνομικός:  Φοίβος Ριμένας

Άγγελος, Αστυνομικός: Νικόλας Στραβοπόδης

Μαρίνα, Κοκκινομάλλα:  Θεοδώρα Τζήμου

Κατερίνα: Έλενα Τοπαλίδου

Πελάτης, Αμερικάνος, Λιβανέζος, Φωτίκα: Γιάννης Τσεμπερλίδης

Μιχαήλ, Αστυνομικός:  Νίκος Ψαρράς

«Mistero Buffo» στο Θησείον


mistero buffo

Το λειτουργικό δράμα δημιουργήθηκε κάποια στιγμή μέσα στον Μεσαίωνα ξεκινώντας ουσιαστικά από την εκκλησία κατ’ αναλογία με το αρχαίο ελληνικό δράμα που είχε προκύψει από τη λατρεία του Θεού Διονύσου. Άντλησε υλικό από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη και στο πέρασμα του χρόνου έγινε εξαιρετικά δημοφιλές προσελκύοντας τόσους θεατές που οι ναοί δεν μπορούσαν πια να φιλοξενήσουν τις παραστάσεις κι έτσι αυτές μεταφέρθηκαν σε άλλους χώρους.

Η διαδικασία εξέλιξης ήταν αργή κι όχι και ιδιαίτερα ομαλή ιδιαιτέρως αν λάβει κανείς υπόψη  διάφορους παράγοντες με βασικότερο τον συντηρητισμό της εκκλησίας.

Επιπλέον, επειδή η αναπαράσταση της ζωής του Ιησού βάραινε συναισθηματικά τους πιστούς, χρησιμοποιήθηκαν οι διασκεδαστές της εποχής για ν’ αλαφρύνουν το κλίμα  (γελωτοποιοί, κλόουν, ακροβάτες κόκ).

Αργότερα, αυτή η εξέλιξη γέννησε και την ανάγκη συγγραφής κανονικών κειμένων που εμπνέονταν μεν απ’ τις ιστορίες της Βίβλου αλλά ανταποκρίνονταν πιο αποτελεσματικά στις νέες θεατρικές ανάγκες.

Ο Ντάριο Φο παρουσίασε για πρώτη φορά το 1969 το «Mistero Buffo» μια συρραφή θεατρικών μονολόγων που βασίζονται στα μεσαιωνικά μυστήρια. Στόχος του ήταν να μεταγράψει τις  κωμικές σκηνές που παρεμβάλλονταν στα λειτουργικά δράματα, τονίζοντας τη συνύπαρξη τραγικού και κωμικού και κάνοντας ταυτόχρονα μια κοινωνικοπολιτική σάτιρα. Γι’ αυτή του την  προσπάθεια άλλωστε τιμήθηκε με το  βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας.

Το «Mistero Buffo»  ξεπέρασε τις 5.000 παραστάσεις στην Ιταλία (σ.σ παίχτηκε ακόμα και σε γήπεδα ποδοσφαίρου) διατηρώντας τον χαρακτήρα του αφηγηματικού θεάτρου που παραπέμπει  συχνά σε λαϊκό παραμύθι και μεταφράστηκε σε 30 γλώσσες. Αξίζει να σημειωθεί ότι κάθε παράσταση περιελάμβανε διαφορετικές σκηνές, καθώς ο αριθμός των σκηνών είναι τόσο μεγάλος που δεν μπορούν να παρουσιαστούν σε μία μόνο παράσταση.

Η ομάδα Επτάρχεια με σκηνοθέτη τον Θωμά Μοσχόπουλο παρουσίασε μια εξαιρετική δουλειά καταφέρνοντας να κάνουν το κοινό να επικοινωνήσει μ’ αυτό το μακρινό κομμάτι της θεατρικής ιστορίας, αλλά αποδίδοντας συγχρόνως και την καυστική σάτιρα που επιχείρησε ο Ντάριο Φο.  Χωρίς σκηνικά, κοστούμια ή φωτισμούς οι 6 ηθοποιοί με αμεσότητα, μπρίο και εξαιρετικό έλεγχο των εκφραστικών τους μέσων μας χάρισαν μια απολαυστική παράσταση αποδεικνύοντας κυριολεκτικά ότι «ουκ εν τω πολλώ το ευ!

«Mistero Buffo»  του Ντάριο Φο

Θέατρο Θησείον

Μετάφραση-Σκηνοθεσία: Θωμάς Μοσχόπουλος
Παίζουν: Αννα Καλαϊτζίδου, Αννα Μάσχα, Κώστας Μπερικόπουλος, Αργύρης Ξάφης, Θάνος Τοκάκης, Γιώργος Χρυσοστόμου

«Γκόλφω» στο Εθνικό Θέατρο (Θέατρο Rex)

 

Golfw

Στην ορεινή Στύγα, εκεί όπου σύμφωνα με τους αρχαίους μύθους βρισκόταν η πύλη του κάτω κόσμου και Θεοί και θνητοί έδιναν τον ιερότερο όρκο, η Γκόλφω, μια νεαρή βοσκοπούλα ορκίζεται αιώνια αγάπη με τον Τάσο και αρνείται κάθε πολιορκία από το αρχοντόπουλο της περιοχής τον Κίτσο. Ο Τάσος αντίθετα, θαμπωμένος απ’ τα πλούτη, ενδίδει στα προξενιά που του κάνουν και συναινεί στο να παντρευτεί τη Σταυρούλα την κόρη του πλούσιου τσέλιγκα της περιοχής. Η Γκόλφω βαθιά χτυπημένη απ’ την προδοσία του αγαπημένου της αρχίζει να χάνει τα λογικά της και τον καταριέται, ενώ λίγο πριν τον γάμο τους, αλλάζει γνώμη και παίρνει πίσω την κατάρα. Συγχρόνως, φαρμακώνεται και πεθαίνει στην αγκαλιά του Τάσου που μετανιωμένος τρέχει στο κατόπι της.

Η «Γκόλφω», βουκολικό δραματικό ειδύλλιο σε πέντε πράξεις του Σπύρου Περεσιάδη(κορυφαίου τεχνίτη του είδους), παραστάθηκε αρχικά στην Ακράτα, τόπο διαμονής του συγγραφέα το 1893. Πολύ σύντομα όμως γνώρισε τεράστια επιτυχία κι εμφανίστηκε τόσο στην Αθήνα, όσο και στην υπόλοιπη ελληνική επαρχία καθώς και σε πόλεις του εξωτερικού με έντονο ελληνικό στοιχείο (Σμύρνη, Οδησσό, Παρίσι).

Ο Νίκος Καραθάνος προσέγγισε τη «Γκόλφω» με διάθεση ν’ αποτίσει φόρο τιμής σ’ ένα έργο σταθμό στην ιστορία του ελληνικού θεάτρου. Θεωρεί  τη «Γκόλφω»  κομμάτι της ευρύτερης πολιτιστικής μας κληρονομιάς, […ένα πανηγυρικό ρέκβιεμ προς τιμήν των προπάππων και των προγιαγιάδων μας, ένας χαιρετισμός σε μια Ελλάδα που έχει τελειώσει…]. Ταυτόχρονα, με την παράσταση του τιμά και την εγχώρια ιστορία των θεατρικών μπουλουκιών  που συχνά ενέτασσαν στο ρεπερτόριο τους τη «Γκόλφω». Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι η «Γκόλφω « λειτουργούσε σαν σωσίβια λέμβος αφού ήταν εγγυημένη επιτυχία για τους θιάσους.

Στα θετικά της παράστασης η σκηνοθεσία του Καραθάνου. Με μέτρο κι αίσθηση των ορίων της γραφικότητας,  καθοδήγησε την παράσταση έτσι ώστε να μην κινδυνεύει να καταλήξει μελό ή έντονα φολκλορική. Οι  φορτισμένες στιγμές έσπαγαν με έντεχνα κωμικά τερτίπια που αλάφραιναν την εξέλιξη του έργου. Ταυτόχρονα όμως, δεν μειώθηκε καθόλου η συγκίνηση και δεν μετακινήθηκε ο βασικός δραματικός άξονας του Περεσιάδη.

Οι μαύρες φουστανέλες και η κυριαρχία του μαύρου χρώματος γενικά αντί του αναμενόμενου λευκού έσπαγαν αφενός το έντονο παραδοσιακό στοιχείο, αφετέρου ενίσχυαν τη σκηνοθετική γραμμή. Εξαιρετικό το σκηνικό του με τους τεράστιους όγκους που παρέπεμπαν στα βουνά.

Ενδιαφέρουσα βρήκα την τριπλή διανομή στους ρόλους της Γκόλφως και του Τάσου. Οι ηθοποιοί άλλαζαν όχι με βάση την ηλικιακή διαφορά, αλλά την ψυχική κατάσταση όπως προέκυπτε εξελικτικά. Το ηλικιωμένο ζευγάρι στους ρόλους της Γκόλφως και του Τάσου είχε ένα πολύ ενδιαφέρον υπερφυσικό στοιχείο που έδεσε και με το «ανοιχτό» τέλος του έργου.

Στα αρνητικά στοιχεία της παράστασης, καταγράφω μια σύγχυση στον ρυθμό και την κίνηση των σκηνών του πλήθους που όμως πιστεύω ότι θ’ αποκατασταθεί όσο η παράσταση  προχωράει και  παγιώνεται σ’ ένα σχήμα.  Δεν μου άρεσε καθόλου η ενδυμασία με τις αρκούδες για τον ρόλο της Σταυρούλας και των φιλενάδων  της, αφού δεν ήταν καθόλου ευδιάκριτος ο συμβολισμός κι έβγαζε «εύκολο» γέλιο.

Άρτια η διανομή. Ξεχωρίζω πάντα την Εύα Σαουλίδου για το έντονο ταμπεραμέντο της και τη Λυδία Φωτοπούλου για την έξοχη τεχνική της. Δεν μου ταίριαξε καθόλου η Αλίκη Αλεξανδράκη σ’ όλο το σχήμα και το ύφος της παράστασης. Εξαιρετικός ο Άγγελος Παπαδημητρίου, μετρημένος ο Καραθάνος (τον έχουμε δει και σε καλύτερες υποκριτικές στιγμές), λίγος ο Χάρης Φραγκούλης, καλός ο παλαίμαχος Γιάννης Βογιατζής που αξιοπρεπέστατα λειτουργεί στη σκηνή κάτω από διαφορετικού ύφους σκηνοθετικές μπαγκέτες.

Δημιουργική και  πρωτότυπη η μουσική  του Άγγελου Τριανταφύλλου

 

«Γκόλφω» του Σπυρίδωνος Περεσιάδη

ΘΕΑΤΡΟ REX- ΣΚΗΝΗ «ΜΑΡΙΚΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ»

Σκηνοθεσία: Νίκος Καραθάνος

Σκηνικά – Κοστούμια: Έλλη Παπαγεωργακοπούλου

Μουσική: Άγγελος Τριανταφύλλου

Κίνηση: Αμάλια Μπένετ

Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος

Επεξεργασία κειμένου: Γιούλα Μπούνταλη

Βοηθός σκηνοθέτη: Διώνη Κουρτάκη

Βοηθός σκηνογράφου-ενδυματολόγου:Ευαγγελία Θεριανού

Διανομή:

Γκόλφω: Αλίκη Αλεξανδράκη, Λυδία Φωτοπούλου, Εύη Σαουλίδου

Τάσος: Γιάννης Βογιατζής, Νίκος Καραθάνος, Χάρης Φραγκούλης

Κίτσος: Άγγελος Τριανταφύλλου

Γιάννος : Μιχάλης Σαράντης

Αστέρω : Χριστίνα Μαξούρη

Θανάσουλας: Γιώργος Μπινιάρης

Δήμος : Γιάννης Κότσιφας

Σταυρούλα: Μαρία Διακοπαναγιώτου

Ζήσης: Άγγελος Παπαδημητρίου

Άγγλοι περιηγητές: Αλίκη Αλεξανδράκη, Χριστίνα Μαξούρη, Άγγελος Παπαδημητρίου, Λυδία Φωτοπούλου

 

«Μηχανή Άμλετ» στο Camp


Hamletmachine

Βαθιά πολιτικοποιημένος ο Χάϊνερ Μίλερ διάλεξε να εμπλέξει τον καταγγελτικό του μονόλογο με ένα απ’ τα αριστουργήματα του Σαίξπηρ πιθανότατα γιατί διέγνωσε εκλεκτικές συγγένειες… Άλλωστε, ο σαιξπηρικός Άμλετ είναι ένα αμιγώς πολιτικό έργο. Με στόχο την εξουσία διαπράττονται φοβερά εγκλήματα, ενώ το χυμένο αίμα είναι και η αφορμή για ευρύτερες υπαρξιακές ανησυχίες.

Η «Μηχανή Άμλετ» γράφτηκε το 1977 και καταπιάνεται με πολλά απ’ τα ζητήματα που απασχόλησαν τον Χάϊνερ Μίλερ, όπως οι ιδεολογίες, το θέμα της εξουσίας, ο καπιταλιστικός τρόπος ζωής, το κέρδος. Βαθιά απαισιόδοξο έργο αντικατοπτρίζει όλη τη φιλοσοφική σκέψη του συγγραφέα του και θέτει τα σχετικά ερωτήματα στον σύγχρονο άνθρωπο.

Νομίζω περιττεύει να ειπωθεί πόσο πολύ αφορά τον σημερινό θεατή όλη αυτή η υπαρξιακή αγωνία για το μέλλον της ανθρωπότητας και την θέση του ατόμου μέσα σ’ αυτό.

Παραστάθηκε έξοχα απ’ τη Μαριάννα Δημητρίου σ’ ένα ενδιαφέρον «one woman show» (sic) που θα μπορούσε να είναι ακόμα και νούμερο σ’ ένα σύγχρονο καμπαρέ (κι αυτό δεν το λέω καθόλου ειρωνικά). Ο λόγος της κι η παρουσία της είχαν μια τόλμη που ταίριαζε με το κείμενο, προκαλούσε και κράταγε σε εγρήγορση το κοινό, ενώ η σταδιακή αφαίρεση του κοστουμιού της -απόλυτα ενταγμένης μέσα στον ρόλο-  ήταν εντυπωσιακή, έξοχης αισθητικής, τεχνικής και θεατρικότητας.

 
Camp 

«Μηχανή Άμλετ» του Heiner Müller

 Μία παραγωγή των deviant GaZe

 

Μετάφραση: Ελένη Βαροπούλου
Σύλληψη-Σκηνοθεσία: Γιώργος Ζαμπουλάκης
Εγκατάσταση- Κουστούμι: Θάνος Βόβολης
Ερμηνεία : Μαριάννα Δημητρίου

Video: Αντώνης Σπίνουλας
Φωτογραφίες: Λίνα Προβή
Κατασκευή κοστουμιού: Olga  Evseeva


Επισκεψιμότητα

  • 193,710 hits

Αρχείο


Follow

Ενημερωθείτε για κάθε νέα δημοσίευση στο email σας.

Μαζί με 33 ακόμα followers