Archive Page 11

«Μακμπέθ» στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών

Ο «Μάκβεθ» είναι η τέταρτη απ’ τις μεγάλες τραγωδίες του  Σαίξπηρ. Χρονολογείται  γύρω στο 1605 με 1606 κι ακολουθεί τον «Άμλετ», τον «Οθέλλο» και τον «Βασιλιά Ληρ». Βασικό πρόσωπο του έργου, ο Μάκβεθ και κυρίαρχο θέμα η φιλοδοξία που φωλιάζει κάποια στιγμή μέσα του και οδηγεί τον άλλοτε γενναίο και τίμιο στρατιώτη σ’ ένα ον που καταφεύγει σε αποτρόπαιες πράξεις προκειμένου να γευτεί την εξουσία.

Σ’ ένα ενδιαφέρον μελέτημα του αλησμόνητου Μάριου Πλωρίτη, με τίτλο «Ο Σαίξπηρ και το πρόβλημα της εξουσίας», ο «Μάκβεθ» εξετάζεται παράλληλα με τον «Ριχάρδο τον Γ»  επίσης αρχομανή, φιλόδοξο κι αιμοσταγή τύραννο.

Ο Πλωρίτης εστιάζει στην εποχή που γράφτηκαν τα δύο έργα και λέει πως ο μεν «Ριχάρδος ο Γ’» είναι έργο της περιόδου των θριαμβικών νικών της Αγγλίας επί της ισπανικής Αρμάδας  κατά τη διάρκεια της βασιλείας της Ελισάβετ της Α, ο δε «Μάκβεθ» γράφεται κατά τη βασιλεία του όχι και τόσο χαρισματικού Ιάκωβου του Α. Το 1605 μάλιστα υπήρξε και το ιστορικό γεγονός της Συνωμοσίας της πυρίτιδας που αποσκοπούσε στη δολοφονία του βασιλιά  (σ.σ: η Συνωμοσία οργανώθηκε σαν αντίδραση στην τυραννική βασιλεία του Ιακώβου Α’ και στα σκληρά μέτρα του προτεστάντη βασιλιά απέναντι στους Καθολικούς και στόχο είχε τη δολοφονία του βασιλιά της οικογένειάς του και πολλών μελών της αριστοκρατίας, με την ανατίναξη των κτιρίων του Βρετανικού Κοινοβουλίου στο Λονδίνο κατά την έναρξη της Βουλής στις 5 Νοεμβρίου 1605.)

Στον Μάκβεθ, ο σπόρος του κακού καλλιεργείται κυρίως από τις τρεις μάγισσες, από εξωπραγματικά όντα δηλαδή  που υπήρχαν στην αγγλική παράδοση ως στρίγγλες που προφήτευαν για τον μέλλοντα βασιλιά. Ο Σαίξπηρ χρησιμοποιεί τις μάγισσες, είτε επειδή θέλει ν’ αξιοποιήσει αυτή την παράδοση,  είτε  για  να κάνει αναφορά στη μανία του Ιακώβου για τη μαγεία. Σε κάθε περίπτωση, αυτές είναι που ρίχνουν το φαρμακερό κεντρί τους στον ήρωα.

Το δραματουργικό ενδιαφέρον βέβαια στο έργο είναι το κέντρο βάρους του συγγραφέα. Ο Σαίξπηρ ενδιαφέρεται ουσιαστικά για τις ψυχικές συνέπειες αυτής της φιλοδοξίας. Ο Μάκβεθ δεν είναι περισσότερο  αδίστακτος απ’ τη γυναίκα του τη Λαίδη Μάκβεθ., Υπακούει μ’ ευκολία στις εντολές της και τις εκτελεί υπηρετώντας συνειδητά την αντιστροφή των ρόλων. Αυτός γίνεται το θηλυκό της σχέσης κι αυτή το αρσενικό.  Οι πράξεις τους θα τιμωρηθούν αλλά  η τιμωρία αυτή έρχεται κυρίως από μέσα. Οι τύψεις είναι αυτές που θα τρελάνουν το μυαλό τους, θα δηλητηριάσουν την ψυχή τους και θα εισβάλλουν  σαν ιός σ’ όλο τους το σώμα.

Ενδιαφέρον το εγχείρημα του Θωμά Μοσχόπουλου καταρχήν να μεταφέρει  τη δράση σε άλλη εποχή και συγκεκριμένα στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο υπονοώντας σαφώς και τη διαχρονικότητα στα παιχνίδια της εξουσίας με τις συνέπειες τους.  Ο Μάκβεθ είναι ένας τρελός τύραννος που βύθισε στο αίμα μια βασιλική γενιά στην Αγγλία. Ο πιο πρόσφατος πόλεμος που σημάδεψε τον 20ο αιώνα και  ξεκίνησε από την αρχομανία ενός άλλου τρελού,  αιματοκύλησε τον πλανήτη.

Επιπλέον, ενδιαφέρον είχε η επίτευξη αυτής της μεταφοράς από αισθητική μόνο πλευρά.  Η εποχή ήταν έκδηλη απ’ τα κοστούμια, τη μουσική, τον σκηνικό χώρο. Απ’ το κείμενο δεν πειράχτηκε ούτε λέξη. Με την ευκαιρία να πω εδώ πόσο μου άρεσε η μετάφραση του Δημητριάδη. Καλή η χρήση της γλώσσας αλλά και η γνώση του Σαιξπηρικού πρωτοτύπου.

Ο σκηνικός χώρος της Έλλης Παπαγεωργακοπούλου ήταν ένα αριστούργημα. Ευφυής αξιοποίηση της σκηνής και λειτουργικότητα έτσι ώστε να εξυπηρετούνται οι ανάγκες του έργου με τις αλλαγές που επιβάλλουν οι σκηνές. Πεδίο μάχης, παλάτι, οικία Μάκβεθ, δάσος, Αγγλία, Σκωτία κόκ.  Τα δε κοστούμια ήταν επίσης εντυπωσιακά: με έντονη θεατρικότητα οι τουαλέτες της Λαίδης Μάκβεθ, εμπνευσμένα τα σκωτσέζικα κιλτς

Άξια και η διανομή των ηθοποιών.  Η Ξένια Καλογεροπούλου ανήκει σ’ εκείνες τις τολμηρές ηθοποιούς που αν και πρωταγωνίστρια πολλών ετών και θιασάρχης η ίδια, δεν διστάζει να συνεργάζεται με νέες ομάδες, να δοκιμάζει καινούργια πρόσωπα και να φρεσκάρει με την παρουσία της μια παράσταση. Πολύ καλή στον διπλό ρόλο της μάγισσας και της ακολούθου.

Ο Αργύρης Ξάφης κι η Άννα Μάσχα είναι ένα σκηνικό ζευγάρι που και στο παρελθόν έχει συνεργαστεί μ΄ επιτυχία. Το επαναλαμβάνει κι αυτή τη φορά με τους απαιτητικούς ρόλους του Μάκβεθ και της Λαίδης. Ειδικά η Μάσχα είναι εξαίρετη ηθοποιός. Από τις καλύτερες και λιγότερο προβεβλημένες της γενιάς της. Τι δυνατότητα τοποθέτησης της φωνής της, τι χροιά, τι σπάνιες συναισθηματικές αποχρώσεις. Κι όλα αυτά τόσο καλά δουλεμένα και να φαίνονται ότι βγαίνουν έτσι αβίαστα στη σκηνή. Άξιοι και οι υπόλοιποι ηθοποιοί που χρειάστηκε να υποδυθούν περισσότερους από έναν ρόλο για να καλύψουν τις ανάγκες του έργου.

Οι βιντεοπροβολές- για τις οποίες γενικά εκφράζομαι αρνητικά- είχαν μια πρακτική χρησιμότητα ως προς την σαφή τοποθέτηση του έργου σε άλλη χρονική περίοδο. Θα μπορούσαν και να λείπουν όμως…

Ο Μοσχόπουλος έχει την ικανότητα να προσδίδει ένα ιδιαίτερο ύφος σε κάθε παράσταση που στήνει. Πίσω από τη σκηνοθεσία διακρίνει κανείς ένα τρελό κέφι. Όσο παράδοξο κι αν ακούγεται αυτό για τη συγκεκριμένη περίπτωση που εξετάζεται ένα δράμα, το κέφι παρακαλώ ας εκληφθεί όχι με την απόχρωση της χαράς αλλά με την σκληρή δουλειά, το μεράκι και τη διάθεση για δημιουργία. Και στον« Μάκβεθ» αυτό ήταν ιδιαιτέρως ορατό.

Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών 

(18 Ιανουαρίου – 25 Φεβρουαρίου 2012Κεντρική Σκηνή)

«Μακμπέθ» του Σαίξπηρ 

Μετάφραση: Δημήτρης Δημητριάδης
Σκηνοθεσία: Θωμάς Μοσχόπουλος
Σκηνικά-Kοστούμια: Έλλη Παπαγεωργακοπούλου
Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος
Βοηθός σκηνοθέτης: Τάσος Αγγελόπουλος

Επιμέλεια κίνησης: Χρήστος Παπαδόπουλος

Βοηθός σκηνογράφου-ενδυματολόγου: Ευαγγελία Θεριανού

Β΄ Βοηθός σκηνογράφου-ενδυματολόγου: Μαγδαληνή Αυγερινού
Βοηθός φωτιστή: Σοφία Αλεξιάδου
Σκηνικές κατασκευές: Αριστοτέλης Καρανάνος, Kamel Boussahssa (βοηθός)

Κατασκευή μεταλλικής σκάλας: Κωνσταντίνος Καΐρης

Ερμηνεύουν: Αργύρης Ξάφης, Άννα Μάσχα, Ξένια Καλογεροπούλου, Κώστας Μπερικόπουλος, Θάνος Τοκάκης, Γιώργος Χρυσοστόμου, Αστέρης Πελτέκης, Γιώργος Παπαγεωργίου, Δημήτρης Νασιούλας, Κωνσταντίνος Βουδούρης
ΚΑΘΕ ΠΕΜΠΤΗ ΚΑΙ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΜΕ ΥΠΕΡΤΙΤΛΟΥΣ ΣΤΑ ΑΓΓΛΙΚΑ
Επιμέλεια υπερτίτλων: Μέμη Κατσώνη
Ταυτόχρονος υπερτιτλισμός: Γιάννης Παπαδάκης

«Η Νίκη» στο Εθνικό θέατρο (Νέα Σκηνή)

 

Αν πρέπει να βάλουμε μια ταυτότητα στη Λούλα Αναγνωστάκη, θα λέγαμε ότι ανήκει στη γενιά των συγγραφέων της μεταπολίτευσης.  Η πλειονότητα της θεατρικής της παραγωγής άλλωστε είναι χοντρικά μέσα σ’ αυτήν την περίοδο. Ωστόσο, η γραφή της αν και ασχολείται με μια θεματολογία παρμένη απ’ την ελληνική πραγματικότητα της εποχής που καταγράφει, έχει σαφείς ποιητικές αποχρώσεις, ενώ οι πολιτικές επίσης δεν περνούν απαρατήρητες. Είναι εξάλλου η εποχή που ευνοεί τα πιο πολιτικοποιημένα έργα…

Η Αναγνωστάκη ευτύχησε να δει τα έργα της ν’ ανεβαίνουν με μεγάλη επιτυχία σε κεντρικά θέατρα. «Ο ήχος του όπλου» μάλιστα ήταν και η τελευταία σκηνοθεσία του Κάρολου Κουν στο υπόγειο της Πεσμαζόγλου το 1986.

«Η Νίκη» μπορεί να γράφτηκε το 1978 αλλά σήμερα φαντάζει περισσότερο επίκαιρη από ποτέ αφού θίγει το θέμα της μετανάστευσης, των χαμένων ιδανικών, των ονείρων, της ελπίδας για μια καλύτερη ζωή χωρίς τις πληγές του παρελθόντος…

Μετανάστες στη Γερμανία, ο Νίκος, η Βάσω και η μητέρα τους, προσπαθούν να ενταχθούν στην καινούργια πραγματικότητα, νιώθοντας στο βάθος ξένοι μέσα σ’ έναν ανοίκειο τόπο και μην μπορώντας να επουλώσουν τις ανοιχτές πληγές της ζωής που άφησαν πίσω τους στην πατρίδα… Η Βάσω ξενοδουλεύει κι ονειρεύεται να ριζώσει για πάντα στη Γερμανία μην θέλοντας να θυμάται τη ζωή της στην Ελλάδα, η γριά μητέρα τους μαραζώνει στην ξενιτιά με τον καημό του πρωτότοκου γιου της, ενώ ο Νίκος μπλέκεται από αφέλεια κι άγνοια σ’ ένα περίεργο ξεκαθάρισμα λογαριασμών. Όλοι τους ελπίζουν ότι αλλάζοντας χώρα αλλάζουν και ζωή. Θα πληρώσουν όμως ο καθένας το τίμημά του μην μπορώντας τελικά ν’ απαλλαγούν απ’ τον εαυτό τους που είναι το πιο βαρύ φορτίο…

Τα έργα συνήθως οφείλουν πολλά στον σκηνοθέτη που τ’ αναλαμβάνει. Κι όπως έχουμε διαπιστώσει πλειστάκις, είναι αρκετά τα παραδείγματα έργων παλιών ή παλιομοδίτικων που παίρνουν φρέσκια όψη στα χέρια ενός δημιουργικού σκηνοθέτη ή έργα αδύναμα που αποκτούν μια κάποια υπόσταση μέσα σε μια ευφάνταστη παράσταση.

«Η Νίκη» εν προκειμένω- καίτοι δεν ανήκει  στα καλύτερα έργα της Αναγνωστάκη σύμφωνα με τη γνώμη της υπογράφουσας-, δεν ευτύχησε κάτω απ’ τη σκηνοθετική ματιά του Βίκτωρα Αρδίτη. Η παράσταση είχε ένα ύφος παλιού και πεπερασμένου θεάτρου, το ίδιο κι οι υποκριτικοί κώδικες των καλών κατά τ’ άλλα πρωταγωνιστριών (Πιττακή, Κεχαγιόγλου). Για την υπόλοιπη διανομή δεν έχω να πω κάτι περισσότερο.  Μου έδωσαν την αίσθηση ενός μηχανιστικού(sic) τρόπου υποκριτικής.

Σύμφωνα με το κείμενο του έργου, το μεγαλύτερο μέρος της δράσης συμβαίνει μέσα σ’ ένα σπίτι με εξαίρεση μια εξωτερική σκηνή. Παραμένει για μένα ακατανόητη η ανάγκη του σκηνοθέτη για συνεχή κίνηση των ηθοποιών και μετατόπιση των ορίων του σκηνικού χώρου.  Επίσης, δεν αντιλαμβάνομαι  την  «απομόνωση» του ηθοποιού  φέρνοντας τον στο προσκήνιο , φωτίζοντας τον και βάζοντας τον να μιλάει με απλανές κι ονειροπόλο βλέμμα. Απομεινάρι παλιού, κακού θεάτρου κι αυτό.

Τα κοστούμια του Αντώνη Δαγκλίδη ήταν πιστά στην εποχή που διαδραματίζεται το έργο κι ως εκ τούτου πετυχημένα σε αντίθεση με το κάπως ψυχρό σκηνικό του οποίοι ο αφαιρετικός χαρακτήρας δεν ταίριαζε με το σκεπτικό της παράστασης.

Ένα έργο μικρής σχετικά διάρκειας κατέληξε να γίνει μια κουραστική και μονότονη παράσταση που ευχόσουν να τελειώσει γρήγορα. Κρίμα για το έργο της Αναγνωστάκη.

 

«Η Νίκη» της Λούλας Αναγνωστάκη

ΚΤΙΡΙΟ ΤΣΙΛΛΕΡ – ΝΕΑ ΣΚΗΝΗ «ΝΙΚΟΣ ΚΟΥΡΚΟΥΛΟΣ»

Σκηνοθεσία: Βίκτωρ Αρδίτης

Σκηνικά – Κοστούμια: Αντώνης Δαγκλίδης

Μουσική: Δημήτρης Καμαρωτός

Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης

Βοηθός σκηνοθέτη: Ελένη Ευθυμίου

Δραματολόγος παράστασης: Έλενα Καρακούλη

Διανομή:

Σταύρος: Προκόπης Αγαθοκλέους

Βάσω: Μαρία Κεχαγιόγλου

Μικρή: Ιωάννα Κολλιοπούλου

Νίκος: Αλέξανδρος Μαυρόπουλος

Δήμος: Αργύρης Πανταζάρας

Γριά: Ρένη Πιττακή

Θύμιος: Γιώργος Συμεωνίδης

Παιδί: Θοδωρής Μαρινάκης, Ειρηναίος Τσούραλης

«ALARME» στο θέατρο Άττις

Στη θεμελιώδη αρχή του θεάτρου για να λειτουργήσει η σύμβαση αρκεί να υπάρχει ένας υποκριτής, ένας θεατής και κάτι ανάμεσα τους, με άλλα λόγια ένας πομπός που στέλνει το μήνυμα σ’ έναν δέκτη. Ο λόγος στο θέατρο είναι το πρόσχημα.

Αυτό είναι κάτι που το γνωρίζει πολύ καλά ο Θεόδωρος Τερζόπουλος και το τηρεί ευλαβικά όλα τα χρόνια που υπηρετεί τη θεατρική τέχνη. Ο μη εξοικειωμένος θεατής θ’ απορήσει κι ενδεχομένως θα αισθανθεί αμήχανα σ’ αυτό το σωματικό θέατρο που μοιάζει να ξεγυμνώνει όχι μόνο αυτόν που βρίσκεται πάνω στη σκηνή, αλλά και το κοινό από κάτω.  Το θέατρο του Τερζόπουλου πρέπει να είναι αντικείμενο μελέτης για τους μυημένους αλλά και γι’ αυτούς που θέλουν να επικοινωνήσουν με κάτι διαφορετικό.

Εν αρχή ην το σώμα εδώ. Δεν έχει σημασία τι λέει το κείμενο αλλά πώς θα στήσεις το κορμί σου για να το υποστηρίξεις.

Για να γίνω πιο συγκεκριμένη, το «Alarme» βασίζεται στην αλληλογραφία ανάμεσα στη βασίλισσα Ελισάβετ την Α’ και τη Μαρία Στιούαρτ. Την ιστορία έχει στο παρελθόν επεξεργαστεί δραματουργικά ο Σίλλερ στο έργο του «Μαρία Στιούαρτ». Αιτία της διαμάχης των δύο γυναικών υπήρξε ο θρόνος της Αγγλίας σε μια εποχή που η θρησκευτική έριδα ανάμεσα στους καθολικούς και τους αγγλικανούς όπως προέκυψαν απ’ την ρήξη του Ερρίκου με τον Πάπα ήταν εξαιρετικά έντονη.

Ο Τερζόπουλος παίρνει αυτή τη γνωστή ιστορική διαμάχη, της αφαιρεί τα πολλά λόγια και την περιορίζει ανάμεσα στις πρωταγωνίστριες της, χωρίς όλους τους ενδιάμεσους που θα είχε ένα κανονικό (sic) θεατρικό έργο. Η ουσία της ιστορίας είναι ο πόθος για την εξουσία. Οι δυο γυναίκες διακατέχονται από μια ακόρεστη πείνα που θα ικανοποιηθεί όχι μόνο με τη διεκδίκηση του θρόνου, αλλά και με τη βιολογική εξαφάνιση του αντιπάλου απ’ το προσκήνιο.

Έτσι, «ξεγυμνώνει» τις δυο βασίλισσες απ’ τα ενδύματα της εξουσίας και τις επαναπροσδιορίζει μέσα απ’ τη φύση τους. Στην ουσία είναι δυο πλάσματα που θα παλέψουν μέχρι τελικής πτώσης σαν δυο θηρία στη ζούγκλα για την τροφή τους. Ο θάνατος του ενός είναι η ζωή για το άλλο. The Queen is dead. Long live the Queen.

Είχα χρόνια να πάω στο θέατρο του Τερζόπουλου κι ομολογώ ότι το «Alarme» με εξέπληξε ευχάριστα.  Τι λόγια να βρω να πω για τις δυο ηθοποιούς της παράστασης; Η Σοφία Χίλλ κι η Αγλαΐα Παππά ήταν εξαιρετικές.  Με πλήρη και ουσιαστική αυτοσυγκέντρωση, έλεγχο των εκφραστικών τους μέσων, των σωμάτων και των αναπνοών τους, έκαναν την εμφάνιση τους η μία απέναντι απ’ την άλλη παραπέμποντας σε γάτες που είναι έτοιμες να ξεσκιστούν για να διεκδικήσουν αυτό που η καθεμιά θεωρεί δικό της. Καθώς  περνούσε ή ώρα υιοθέτησαν όλα τα τεχνάσματα της πονηριάς, της υποκρισία και του διπλωματικού ελιγμού. Πότε η απειλή ήταν φανερή και πότε πιο καλυμμένη, ανάλογα με το τι ήθελαν να πετύχουν. Στο τέλος η μεταμόρφωση τους σε φίδια, σε ερπετά που σέρνονται κατάχαμα και γίνονται ένα με τη γη, που καταβροχθίζουν το ένα το άλλο ξανά και ξανά έτσι ώστε κανένα να μην επιζήσει ήταν μαγική.

Η σκηνική σύλληψη, τα εκπληκτικά κοστούμια της Λουκίας, ο αφηγητής  του Τάσου Δήμα που παρεμβαλλόταν σε τακτά χρονικά διαστήματα, άλλοτε  για να υπογραμμίσει τα τεκταινόμενα και το ποιόν των γυναικών κι άλλοτε για  της επικρίνει, τραβήχτηκε τη στιγμή της κορύφωσης κι αυτός στην άκρη σαν έκπληκτος για το πού μπορεί να οδηγήσει η δίψα της εξουσίας.

Τα δυο ερπετά πλησίασαν επικίνδυνα το ένα το άλλο και μέσα από μια μαγική εικόνα καταβρόχθισαν αλλήλους παραπέμποντας σ’ αυτό το γενετήσιο ένστικτο κάποιων πλασμάτων του ζωικού βασιλείου, όπως του σκορπιού ή του Mantis religiosa (αλογάκι της Παναγίας).

Εκ των υστέρων σκέφτομαι ότι η συγκεκριμένη παράσταση δίνει κι ένα σημαντικό μάθημα που αποκτά περισσότερη ουσία στην εποχή μας. Το καλό θέατρο δεν είναι απαραίτητα το πολύ πλούσιο ή φλύαρο. Μπορείς να επικοινωνήσεις με την ψυχή του θεατή αναγκάζοντας τον να εστιάσει στη φύση του κι έτσι αν η ενδοσκόπηση πετύχει, υπάρχει λόγος να ελπίζουμε ότι η Τέχνη τελικά σώζει…

ALARME

Σκηνική σύνθεση με αφορμή την αλληλογραφία της Μαρίας Στιούαρτ με τη Βασίλισσα Ελισάβετ Α’

Αφηγητής: Τάσος  Δήμας

Μαρία Στιούαρτ: Αγλαΐα Παππά

Ελισάβετ: Σοφία Χιλλ

Το κείμενο του Αφηγητή έγραψε ο Θανάσης Αλευράς

Σκηνοθεσία-Σκηνική εγκατάσταση- Δραματουργική σύνθεση: Θεόδωρος Τερζόπουλος

Κοστούμια: ΛΟΥΚΙΑ

Μουσική: Παναγιώτης Βελανίτης

Φωτισμοί: Θεόδωρος Τερζόπουλος, Κωνσταντίνος Μπεθάνης

Hair styling: Δημήτρης Παλαιολόγου

Τεχνικός υπεύθυνος: Κωνσταντίνος Μπεθάνης

Εκτέλεση σκηνικής εγκατάστασης: Χαράλαμπος Τερζόπουλος

Υπεύθυνη παραγωγής: Μαρία Βογιατζή

Φωτογραφίες: Γιοχάννα Βέμπερ

«Περικλής» στο Εθνικό θέατρο (Κεντρική Σκηνή)

Δεν είναι απ’ τα πολύ γνωστά έργα του Σαίξπηρ. Δεν μπόρεσα να βρω αν έχει ανέβει ξανά στην Ελλάδα, με σιγουριά όμως γράφω ότι είναι η πρώτη φορά που ανεβαίνει στο Εθνικό θέατρο. Είναι δε απ’ τα τελευταία του ∙ οι μελετητές το χρονολογούν λίγο πριν το «Χειμωνιάτικο Παραμύθι» και την «Τρικυμία».

Ο Σαίξπηρ πραγματεύεται κι εδώ την πάλη ανάμεσα στο καλό και στο κακό αλλά με πολύ πιο ανάλαφρο τρόπο απ’ ότι στα μεγάλα του δράματα. Η υπόθεση κάτι θυμίζει από άλλα έργα του μεγάλου ποιητή, χαμένα παιδιά, ναυάγια, νεκρούς που ζωντανεύουν κόκ.

Η ιστορία διαδραματίζεται κατά ένα πολύ μεγάλο μέρος στη θάλασσα, αφού αυτή ευθύνεται τόσο για τις καλές στιγμές, όσο και για τα δεινά του κεντρικού ήρωα. Ο Περικλής, πρίγκιπας της Τύρου, μετά από διάφορες περιπέτειες και ναυάγια κατορθώνει να παντρευτεί την όμορφη Θαΐσα και ν’ αποκτήσει μαζί της ένα κορίτσι. Η μοίρα όμως δεν είναι ευνοϊκή μαζί του κι έτσι έπειτα από μια θαλασσοταραχή, χάνει την αγαπημένη του γυναίκα πάνω στη γέννα. Μόνος, με τη μικρή στην αγκαλιά και διεκδικώντας ακόμα τον νόμιμο θρόνο του, αποφασίζει να εμπιστευτεί το μωρό στους βασιλείς της Ταρσού, χώρας που στο παρελθόν είχε σώσει απ’ την πείνα και του οφείλουν ευγνωμοσύνη. Δεκατέσσερα χρόνια αργότερα κι ενώ έχει πια ανακτήσει το αξίωμα του κι έχει αποκαταστήσει την τάξη στη χώρα του, επιστρέφει να πάρει πίσω την κόρη του και με θλίψη έρχεται αντιμέτωπος με μια σειρά απρόσμενων εξελίξεων…

Η σκηνοθεσία του Γιάννη Χουβαρδά έδωσε άλλη πνοή σ’ αυτό το κάπως άχρωμο έργο και το απογείωσε. Χωρίς καθόλου σκηνικά, κατόρθωσε να υπογράψει μια παράσταση που παρακολουθώντας την, ένιωθες ότι δεν λείπει τίποτα. Οι ηθοποιοί εναλλάσσονταν στους ρόλους τους με μικρές ενδυματολογικές αλλαγές, π.χ ένα σακάκι φορεμένο ανάποδα σηματοδοτούσε το πέρασμα σε άλλο ρόλο. Με το σώμα τους μεταφερόντουσαν ξαφνικά σε τρικυμισμένη θάλασσα, στην αυλή ενός παλατιού ή σ’ ένα πορνείο της Μυτιλήνης. Με δυο τρία μουσικά όργανα  και τις φωνές τους έκαναν ολόκληρη ορχήστρα και δημιουργούσαν τραγούδι. Ο λόγος τους κι η κίνηση τους ήταν αυτά στα οποία εστίαζε ο θεατής και παρασυρόταν στη δράση, ενώ ανάμεσα στις πράξεις δεν έλειπε κι η παρεμβολή του ποιητή-αφηγητή που απευθυνόταν στο κοινό συμπυκνώνοντας την αφήγηση ή εισάγοντας μας το νέο που ακολουθούσε.

Ο «Περικλής» του Χουβαρδά είναι απ’ τις ελάχιστες παραστάσεις που μπορούν να υπερηφανεύονται για την εξαιρετική διανομή τους. Ένα μείγμα καταξιωμένων πρωταγωνιστών και νεαρότερων αξιόλογων ηθοποιών είχε σαν αποτέλεσμα μια γοργή κι ευρηματική παράσταση. Το σκηνικό τους δέσιμο ήταν τόσο αρμονικό που δύσκολα θα ξεχώριζε κανείς ερμηνευτικά κάποιον. Άλλωστε, η παρουσία τους είχε κάτι παραπάνω από απλή υπόκριση. Ήταν ουσιαστική δημιουργία και μάθημα γι’ αυτό που ιδανικά πρέπει να εισπράττει  πάντα ο θεατής απ’ το θέατρο.

«Περικλής» του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ

Κτίριο Τσίλλερ – Κεντρική Σκηνή

Μετάφραση: Διονύσης Καψάλης

Σκηνοθεσία: Γιάννης Χουβαρδάς

Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη

Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος

Μουσική διδασκαλία: Μελίνα Παιονίδου

Βοηθός σκηνοθέτη: Νατάσσα Τριανταφύλλη

Δραματολόγος παράστασης: Βιβή Σπαθούλα

Διανομή:

Ψαράς, Ιππότης, Φιλήμων, Λυσίμαχος, Χορός: Κώστας Βασαρδάνης

Ηλικανός, Μαστροπός, Χορός: Γιάννης Βογιατζής

Ψαράς, Ιππότης, Λεονίνος, Χορός: Γιώργος Γλάστρας

Κόρη του Αντίοχου, Ιππότης, Μαρίνα, Χορός: Στεφανία Γουλιώτη

Αντίοχος, Ιππότης, Χαιρήμων, Χορός: Γιώργος Κοτανίδης

Περικλής, Χορός: Χρήστος Λούλης

Σιμωνίδης, Σύρτης, Χορός: Μανώλης Μαυροματάκης

Ιππότης, Χορός: Βασίλης Παπαγεωργίου

Ποιητής, Χορός: Δημήτρης Πιατάς

Θαΐσα, Χορός: Μαρία Σκουλά

Διονύσα, Μαντάμ, Άρτεμη, Χορός: Λυδία Φωτοπούλου

Θαλιάρτης, Κλέων, Ψαράς, Χορός: Μηνάς Χατζησάββας

“Ο Βασιλικός” στο Εθνικό θέατρο (Κεντρική Σκηνή)

Στα θετικά στοιχεία του φετινού “ελληνοκεντρικού” – ως προς το περιεχόμενο- ρεπερτορίου του Εθνικού θεάτρου, είναι η ευκαιρία που δίνεται στο ευρύ κοινό να παρακολουθήσει άγνωστα ή ελάχιστα παιγμένα, αλλά πολύ σημαντικά έργα της ελληνικής παράδοσης.  Ο «Βασιλικός» του Αντωνίου Μάτεση, έργο ουσιαστικά άγνωστο στους πολλούς και συγχρόνως εξαιρετικά σημαντικό στην ιστορία του νεοελληνικού θεάτρου, ανήκει σ’ αυτήν την κατηγορία.

Οι ασχολούμενοι με τα θεωρητικά του θεάτρου γνωρίζουν ότι μετά την πτώση του Χάνδακα, η θεατρική κίνηση άλλαξε γεωγραφικά ορίζοντα κι έτσι απ’ την Κρήτη πέρασε στα ενετοκρατούμενα Επτάνησα.

Ο Αντώνιος Μάτεσης ολοκληρώνει τον “Βασιλικό” το 1830 αλλά τοποθετεί την πλοκή του σχεδόν 100 χρόνια νωρίτερα προς την παρακμή της Γαληνοτάτης πιθανότατα για ν’ αποφύγει ενδεχόμενες αντιδράσεις της άρχουσας τάξης. Το 1830, τα Επτάνησα είχαν περάσει σε αγγλική κατοχή κι οι λίγες πλούσιες, αρχοντικές οικογένειες είχαν τον οικονομικό έλεγχο κι ασκούσαν εξουσία στο νησί καταπιέζοντας και περιφρονώντας τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα.

Την ιστορία μιας τέτοιας οικογένειας αφηγείται ο Μάτεσης, διανθίζοντας όμως τη σοβαρότητα του κεντρικού θέματος με άλλα διασκεδαστικά επεισόδια των υπηρετών ή των απλών, λαϊκών ανθρώπων, θυμίζοντας μας και λίγο απ’ την μεγάλη παράδοση της Comedia del arte. Πρόκειται δηλαδή για μια δραματική κωμωδία με σπαρταριστά επεισόδια, ζωντανή κι ενδιαφέρουσα γλώσσα και ζακυνθινά άσματα που λειτουργούν κάπως σαν ιντερμέδια, στις αλλαγές των πράξεων.

Πέραν όλων των άλλων, ο “Βασιλικός” είναι σημαντικό κείμενο καταρχήν για τη στενή του συγγένεια με τον Γαλλικό Διαφωτισμό. Δεν μπορούμε να πούμε μετά βεβαιότητας αν ο Μάτεσης γνώριζε το έργο του εγκυκλοπαιδιστή Ντιντερό – μιας και συναντούμε ομοιότητες στη θεατρική παραγωγή των δύο- αλλά οπωσδήποτε είχε γνώση των διδαγμάτων του γάλλου φιλοσόφου και των θεωριών για την ελευθερία και την αυτοδιάθεση του ατόμου όπως υιοθετήθηκαν απ’ τον γαλλικό διαφωτισμό.

Το πρόσωπο που φέρει όλες αυτές τις νέες ιδέες  στο έργο είναι ο Δραγανίγος που σε ανοιχτή σύγκρουση με το παλιό καθεστώς και τον δεσποτισμό του πατέρα του, δεν διστάζει να εναντιωθεί, να χτυπήσει το χέρι του στο τραπέζι αμφισβητώντας την πατρική εξουσία και το αλάθητο του πατριάρχη της οικογένειας και τελικά να κάμψει κάθε αντίσταση προς το επιθυμητό αποτέλεσμα.

Μήλον της έριδος ανάμεσα στους δύο κόσμους του πατέρα, Δάρειου Ρονκάλα απ’ τη μια και του πεφωτισμένου γιου  Δραγανίγου απ’ την άλλη, ο έρωτας της Γαρουφαλλιάς για τον Φιλιππάκη, η κρυφή της εγκυμοσύνη κι η εμμονή του πατέρα να την κλείσει σε μοναστήρι.

Πολλά είναι τα θέματα που θίγει ο Μάτεσης με τον “Βασιλικό” πέραν του προφανούς με τον έρωτα που δεν γίνεται αποδεκτός λόγω της χαμηλής καταγωγής του Φιλιππάκη, όπως η εξουσία του αρχηγού της οικογένειας προς όλα τα μέλη, το φεουδαρχικό σύστημα με τους υπηκόκους του, η ανωτερότητα της τάξης, η εξαγορά των αμαρτιών με την προσφορά στην εκκλησία, η υποκρισία, το δικαίωμα του αφέντη σε ζωή και θάνατο.

Η παράσταση του Ευαγγελάτου έχω την αίσθηση ότι αδίκησε το κείμενο. Καταρχήν, τη βρήκα εξαιρετικά αργή και χωρίς να εστιάζει με σαφή τρόπο- όπως και θα όφειλε- στην σύγκρουση πατέρα και γιου και στην απαίτηση του δεύτερου για δικαιοσύνη στην οικογένεια και στην κοινωνία. Η σύγκρουση τους έρχεται αργά στην εξέλιξη της πλοκής, ενώ θα έπρεπε να προετοιμάζεται.

Αντ’ αυτού, περισσότερο βάρος δόθηκε στα κωμικά περιστατικά με την παρεξήγηση που γεννά η διεκδίκηση του βασιλικού στο μπαλκόνι της Γαρουφαλλιάς. Το έργο έχει κωμικά στοιχεία, αλλά δεν είναι μια καθαρή κι εύκολη κωμωδία.

Απ’ τους ηθοποιούς θα ξεχωρίσω τον Τσακίρογλου που με ωριμότητα, εμπειρία και μέτρο υποδύθηκε τον αυταρχικό άρχοντα, χωρίς υπερβολές κι ευκολίες. Δυστυχώς, δεν μπορώ να πω το ίδιο για τον Νικόλα Παπαγιάννη που έπαιξε χωρίς δυναμισμό και σθένος τον Δραγανίγο.

Η Κατερίνα Χέλμη θα έπρεπε να περιορίσει τον λυγμό με τον οποίο παίζει σ’ όλη τη διάρκεια του έργου. Η Ρονκάλαινα μπορεί να είναι καταπιεσμένη, αλλά δεν παύει να είναι αρχόντισσα.

Η Ευδοκία Ρουμελιώτη έπαιξε τη Γαρουφαλλιά σωστά αλλά σαν μαθήτρια δραματικής σχολής. Πουθενά δεν διέκρινα πάθος στον λόγο ή την κίνηση της. Καλύτερος ο Θανάσης Κουρλαμπάς σαν Φιλιππάκης.

Η τριάδα της Οβριάς (Μίνα Αδαμάκη) και των Κοσμά(Πάνος Σκουρολιάκος) και Θωμά (Μιχάλη Μητρούση) έκλεψαν την παράστασης με το μπρίο και την αμεσότητα τους.

Πολύ καλός ο σέμπρος Μπουσάκας του Κατσαφάδου και απολαυστικοί οι Πολυχρόνης, Τσουρής και Παπαγεωργίου ως Βενετοί στρατιώτες.

Ωραία φιγούρα τέλος και ο γερό Νικόλας του παλαίμαχου Γιώργου Βελέντζα

“Ο Βασιλικός” του Αντωνίου Μάτεση

ΚΤΙΡΙΟ ΤΣΙΛΛΕΡ – ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΚΗΝΗ

Δραματουργική επεξεργασία – Σκηνοθεσία – Φωτισμοί: Σπύρος Α. Ευαγγελάτος

Σκηνικά – Κοστούμια: Γιώργος Πάτσας

Μουσική: Γιάννης Αναστασόπουλος

Α΄Βοηθός σκηνοθέτη: Παναγιώτης Μιχαλόπουλος

B΄Βοηθός σκηνοθέτη: Χριστιάννα Μαντζουράνη

Βοηθός σκηνογράφος: Λουκία Μινέτου

Δραματολόγος: Εύα Σαραγά

 Διανομή:

Φιλιππάκης Γιαργυρόπουλος:Γιωργής Τσαμπουράκης

Γλωσσίδης :Θανάσης Δήμου

Ένας άλλος δουλευτής του Γιαργυρόπουλου (μάσκαρα):Λευτέρης Πολυχρόνης

Γερο – Νικόλας, πουλητής:Γιώργος Βελέντζας

Γαρουφαλιά:Ευδοκία Ρουμελιώτη

Γερασιμάκης, σπιούνος του Πρεβεδούρου:Θανάσης Κουρλαμπάς

Κοσμάς Καραπάτης:Πάνος Σκουρολιάκος

Θωμάς:Μιχάλης Μητρούσης

Δάρειος Ρονκάλας :Νικήτας Τσακίρογλου

Βασίλω:Γεωργία Καλλέργη

Ρονκάλαινα:Κατερίνα Χέλμη

Λανάρω: Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη

Η Οβρία (Εβραία) Μαντζαρντό: Μίνα Αδαμάκη

Δραγανίγος: Νικόλας Παπαγιάννης

Καποράλ Τράπολας (δεκανέας): Λευτέρης Πολυχρόνης

Ματίο, στρατιώτης Βενετός: Γιωργής Τσουρής

Τζουάνε, στρατιώτης Βενετός: Βασίλης Παπαγεωργίου

Μπουσάκας, σέμπρος του Ρονκάλα: Θοδωρής Κατσαφάδος

Μουσικοί – Τραγουδιστές 
Γεωργία Καλλέργη (κρουστά),
Βασίλης Παπαγεωργίου (κιθάρα),
Γιωργής Τσουρής (κλαρινέτο

 

«Φόνισσα» στο Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας

Η Χαδούλα, η λεγομένη Φράγκισσα, ή άλλως Φραγκογιαννού, ήτο γυνή σχεδόν εξηκοντούτις, καλοκαμωμένη, με αδρούς χαρακτήρας, με ήθος ανδρικόν, και με δύο μικράς άκρας μύστακος άνω των χειλέων της. Εις τους λογισμούς της, συγκεφαλαιούσα όλην την ζωήν της, έβλεπεν ότι ποτέ δεν είχε κάμει άλλο τίποτε ειμή να υπηρετή τους άλλους. Όταν ήτο παιδίσκη, υπηρέτει τους γονείς της. Όταν υπανδρεύθη, έγινε σκλάβα του συζύγου της – και όμως, ως εκ του χαρακτήρος της και της αδυναμίας εκείνου, ήτο συγχρόνως και κηδεμών αυτού· όταν απέκτησε τέκνα, έγινε δούλα των τέκνων της· όταν τα τέκνα της απέκτησαν τέκνα, έγινε πάλιν δουλεύτρια των εγγόνων της.

Η «Φόνισσα» (1903) είναι η δεύτερη νουβέλα του Παπαδιαμάντη και ανήκει στα έργα της ωριμότητας του. Κεντρικό πρόσωπο είναι η Φραγκογιαννού, μία ηλικιωμένη χήρα, η οποία έχοντας η ίδια ζήσει βασανισμένη ζωή,  θεωρεί ότι οι γυναίκες είναι άτυχα πλάσματα, επιφορτισμένα πάντα να υπηρετούν τους άλλους  κι ως εκ τούτου η γέννηση ενός κοριτσιού είναι πηγή δυστυχίας, τόσο για το ίδιο το παιδί, όσο και για την οικογένειά του, ιδίως αν  αυτή είναι φτωχή. Ορμώμενη απ’ αυτήν την πίστη, η Φραγκογιαννού θα διαπράξει μια σειρά από ιδιότυπα εγκλήματα με κοινό παρονομαστή την αποκλειστική θανάτωση μικρών κοριτσιών του στενού οικογενειακού αλλά και του ευρύτερου περιβάλλοντος της.

Το μεγάλο ενδιαφέρον στο έργο του Παπαδιαμάντη πέρα απ’ τη γλαφυρότητα με την οποία καταγράφει το κλίμα της φτώχειας στον τόπο του (σ.σ Σκιάθος στις αρχές του 20ου αιώνα), τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία και τον ευρύτερο περίγυρο του νησιού με τα ήθη και τα έθιμα του ή την αντίθεση ανάμεσα στους πλούσιους και τους φτωχούς, είναι αυτό καθεαυτό το ψυχογράφημα της Φραγκογιαννούς.

Είναι εκπληκτικός ο τρόπος που ο συγγραφέας διεισδύει στο μυαλό και την ψυχή μιας γυναίκας που παρόλο που από ένα σημείο και μετά την στοιχειώνουν οι ενοχές της, θεωρεί ότι έχει την αποστολή άνωθεν να σώσει τον κόσμο.

Είχα πρωτοδεί την «Φόνισσα» με την Κονιόρδου το 1998 στο Βεάκειο. Δεν θυμάμαι την παράσταση σ’ όλες της τις λεπτομέρειες, ωστόσο έχω ακόμη στη μνήμη μου μια γενικότερη αίσθηση της.  Ο Χατζάκης είχε διασκευάσει και σκηνοθετήσει με τρόπο τέτοιο που ήταν σαν να είχε ζωντανέψει το κείμενο του Παπαδιαμάντη στα μάτια μας, προβάλλοντας πολύ έντονα το στοιχείο της ηθογραφίας. Πολυπληθής ο θίασος και μια Κονιόρδου που άλωνε τη σκηνή με φοβερή ζωντάνια.

Ο Λιβαθινός, δεκατρία χρόνια αργότερα κι έχοντας ήδη στις αποσκευές του την επιτυχημένη «Νοσταλγό», έστησε μια ολότελα διαφορετική παράσταση της «Φόνισσας». Πρέπει να πούμε εξαρχής, ότι το έναυσμα δόθηκε μάλλον απ’ τις περιορισμένες δυνατότητες του θεάτρου. Χώρος μικρός, τετράγωνη σκηνή, ολόγυρα κολώνες. Οι ηθοποιοί δεν έχουν τη δυνατότητα να τρέξουν πάνω-κάτω ή να κινηθούν με μεγάλη άνεση. Επιπλέον, ο Λιβαθινός σκηνοθετεί με πιο εσωτερικό, «κλειστό» τρόπο. Διαλέγει να μας αφηγηθεί μια ιστορία διατηρώντας εξαρχής τη θεατρική σύμβαση.

Οι ηθοποιοί μας συστήνονται στην αρχή του έργου και μπροστά μας αρχίζουν να υποδύονται τους διάφορους ρόλους. Άλλοτε αφηγούνται κι άλλοτε μπαίνουν ξαφνικά μέσα στην ιστορία σαν δρώντα πρόσωπα. Σταθερά στο κέντρο, στέκει η  Φραγκογιαννού, μέσα στο «λαγούμι» της, σαν πλάσμα από κάπου αλλού. Σιγά-σιγά, αρχίζει να κινείται σαν να ξυπνά από ύπνο αιώνιο.

Η Φραγκογιαννού του Λιβαθινού είναι πλάσμα που ξεκινά απ’ τη γη χωμένο για ν’ αναληφθεί στους ουρανούς. Η τελευταία σκηνή της παράστασης είναι απ’ αυτές τις δεξιοτεχνικές, μαγικές στιγμές του σκηνοθέτη. Τολμώ δε να πω, ότι μου έφερε στο μυαλό τη Μήδεια του αρχαίου δράματος που μετά την αποτρόπαιη πράξη της, ανελήφθη επίσης στους ουρανούς. Η Φραγκογιαννού είναι κι αυτή ένα πλάσμα που δεν πρέπει να δικαστεί απ’ την ανθρώπινη δικαιοσύνη γιατί η ίδια της η πράξη ξεπερνά σε μέγεθος τα ανθρώπινα – την κρίση και την τιμωρία-. Δεν ξέρω αν ο σκηνοθέτης είχε στο μυαλό του αυτόν τον παραλληλισμό ή αν υποσυνείδητα τον καλλιέργησε, πάντως  η τελευταία εικόνα που μας δίνει είναι εξαιρετικά φορτισμένη και βαθιά ποιητική.

Η  Μπέτυ Αρβανίτη ήταν στην καλύτερη στιγμή της τα τελευταία χρόνια. Με μεστά υποκριτικά μέσα και ωριμότητα  προσέγγισε τη Φραγκογιαννού μ’ ευαισθησία και κατόρθωσε να φέρει στην επιφάνεια όλον τον καταπιεσμένο πόνο, την ενοχή αλλά και το γύρισμα του νου αυτής της ιδιόμορφης προσωπικότητας.

Η ομάδα των νέων ηθοποιών που την πλαισίωσαν στάθηκε επάξια στο πλευρό της συμπληρώνοντας ουσιαστικά τα υπόλοιπα πρόσωπα του περιβάλλοντος της Φραγκογιαννούς.

Εξαιρετικά τα σκηνικά και τα κοστούμια της Ελένης Μανωλοπούλου που με τη σειρά τους συνέβαλλαν στην ανάδειξη των ιδιαιτεροτήτων του μικρού θεατρικού χώρου και της κάλυψης των αδυναμιών του.

Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας – Α’ Σκηνή

«Φόνισσα» -Δραματοποιημένο Διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη 

Σκηνοθεσία: Στάθης Λιβαθινός

Δραματική επεξεργασία: Στρατής Πασχάλης

Σκηνικά-κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου

Μουσική: Τηλέμαχος Μουσάς

Φωτισμοί: Αλέκος  Αναστασίου

Ερμηνεύουν: Μπέτυ Αρβανίτη, Τζίνη Παπαδοπούλου, Λουκία  Μιχαλοπούλου, Λίλη Μελεμέ, Παναγιώτης  Παναγόπουλος, Χάρης Χαραλάμπους

Αξίζει επίσης ν’ αναφερθεί ότι το 1974 ο Κώστας Φέρρης πραγματοποίησε την κινηματογραφική μεταφορά της «Φόνισσας». Το ρόλο της Φραγκογιαννούς στην ταινία υποδύθηκε η Μαρία Αλκαίου.

«Camille Claudel: Το κύμα της τρέλας» στο Μεταξουργείο

 

Στην εποχή της οικονομικής κρίσης και της πνευματικής παρακμής η θεατρική φτώχεια είναι δυστυχώς αναπόφευκτη. Δεν είναι ότι οι άνθρωποι που ποιούν τέχνη στέρεψαν. Είναι που για να δουλέψει η μηχανή χρειάζεται τροφή. Κι η τροφή του ηθοποιού είναι το κοινό κι οι αξιοπρεπείς αίθουσες. Οι  έλληνες ηθοποιοί έχουν βέβαια συνηθίσει να δουλεύουν σε αντίξοες συνθήκες, σε κρύες, ακατάλληλες θεατρικές αίθουσες, σε χώρους που μετατρέπονται σε σκηνές, με έργα που δεν είναι αμιγώς θεατρικά αλλά διασκευάζονται για το θέατρο, με μονολόγους που κατεβάζουν το κόστος, με συνθήκες σκληρού ανταγωνισμού.

Ο λόγος που τα αναφέρω όλα αυτά δεν είναι γιατί δεν γνωρίζω τον πιθανό αντίλογο (η Αθήνα έχει πολύ περισσότερες παραστάσεις απ’  ό, τι χρειάζεται καθώς και απίστευτα μεγάλο αριθμό ηθοποιών -άξιων και μη-, αλλά η διαπίστωση ότι το καλό θέατρο κι ο πραγματικός καλλιτέχνης θα βρίσκουν πάντα διεξόδους για να μιλάνε στην ψυχή μας.

Προχθές το βράδυ, περπατούσα στο έρημο πια Μεταξουργείο με απορία για την απόλυτη ησυχία που επικρατούσε. Λίγα χιλιόμετρα πιο πριν (στο Φάληρο), το Καραϊσκάκη έσφυζε από ζωή-. Τα Σαββατόβραδα, η γειτονική Πειραιώς έχει μποτιλιάρισμα λόγω των μπουζουκιών. Είναι σαφείς οι προτιμήσεις της μάζας…  Το θέατρο δεν συγκαταλέγεται στις πρώτες προτεραιότητες ούτε καν της πολιτείας…

Παρόλα αυτά, σε συνθήκες σαν τις προαναφερθείσες, το θέατρο «Μεταξουργείο» έχει φέτος κάθε Δευτέρα και Τρίτη μια παράσταση που πραγματικά δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητη.

Το κείμενο δεν έχει γραφτεί για το θέατρο ωστόσο θεωρώ ότι η προσαρμογή της αλληλογραφίας της Camille Claudel στο θεατρικό σανίδι με τη Λυδία Φωτοπουλου στον ομώνυμο ρόλο είναι μια θεατρική στιγμή που αξίζει να καταγραφεί.

Να πάτε  να δείτε αυτή τη σπουδαία ηθοποιό. Είναι συγκλονιστικός ο τρόπος που υποδύεται την Camille Claudel απ’ την εποχή  της τρέλας της μέχρι τον θάνατο της. Είναι συγκινητικός ο τρόπος που παίζει με τα χέρια της, τη φωνή της, το σώμα της. Πώς γερνάει μέσα σε 30 χρόνια εγκλεισμού στο αφιλόξενο άσυλο, πώς εισπράττει τη μητρική άρνηση, την απουσία αγάπης, πώς προσμένει βοήθεια απ’ τον αδερφό της, πώς ενώ η επίσημη διάγνωση σε συνδυασμό με την επιμονή της μητέρας που αρνείται να την πάρει σπίτι την ονομάζουν τρελή κι επικίνδυνη, ή ίδια είναι πιο λογική από ποτέ, πώς αποχωρίζεται την τέχνη της ενώ την πιέζουν να ξαναρχίσει να σμιλεύει. Πώς να δημιουργήσει ένας καλλιτέχνης όμως όταν του έχουν στερήσει την ελευθερία του.

Η σκηνοθετική ματιά του Κρασανάκη (οι άλλες δύο ιδιότητες του είναι αυτές του ψυχιάτρου και του δραματοθεραπευτή) εστίασε σωστά στον ψυχισμό της γυναίκας που ενώ προσέφερε απλόχερα έρωτα και δημιουργία,  αδικήθηκε ν’ απομονωθεί στη σιωπή της.

Σ’ έναν σχεδόν άδειο σκηνικό χώρο με μοναδικό στοιχείο έναν σωρό από χαρτιά (κάτι σαν ακουαρέλες για σχέδιο, πιθανότατα συμβολισμός των σκίτσων για τα γλυπτά της ή και των γραμμάτων που μανιωδώς γράφει μέσα στο άσυλο), η Λυδία Φωτοπούλου δεν υποδύεται απλώς την Camille Claudel αλλά την ενσαρκώνει με όλο της το είναι. Πότε ανεβαίνοντας πάνω στον σωρό χαρτιών, πότε κρύβεται πίσω τους, πότε κυλιέται στο πάτωμα∙ πάντα με την ίδια δημιουργική λάμψη στα μάτια κι αυτόν τον πόνο στην ψυχή και στο κορμί που φωνάζουν για τον άδικο χαμό μιας μεγαλοφυΐας.

Τολμώ – τηρουμένων των αναλογιών- να παραλληλίσω τον σωρό από χαρτιά με τον αντίστοιχο σκουπιδότοπο στις  “Ευτυχισμένες Μέρες” του Μπέκετ, Εκεί η Γουίνι, εδώ η Camille, δυο πλάσματα χαμένα μέσα σ’ έναν κόσμο που τις πνίγει αργά και βασανιστικά…

Εξαιρετικό το εύρημα με τη ζακέτα που άλλοτε παραπέμπει σε ζουρλομανδύα κι άλλοτε σε πανωφόρι που προσπαθεί να ζεστάνει την παγωνιά στην ψυχή και στο σώμα της Camille.

«Camille Claudel: Το κύμα της τρέλας»

Μονόλογος – Θέατρο «Μεταξουργείο»

Σκηνοθεσία: Στέλιος Κρασανάκης
Μετάφραση: Ρ. Τσιτούρη.

Σκηνικά-κοστούμια.: Ντόρα Λελούδα.

Ερμηνεύει: Λυδία Φωτοπούλου.

 

Περισσότερες πληροφορίες για την Camille Claudel, μπορείτε να βρείτε εδώ


Επισκεψιμότητα

  • 185,542 hits

Αρχείο


Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 27 other followers