Archive Page 11

Peer Gynt, no man’s land στο Θησείον

 

Peer Gynt, no man’s land

Ένα παλιό νορβηγικό λαϊκό παραμύθι είναι η βάση για τον «Πέερ Γκυντ» που γράφτηκε το 1867 κι ανήκει στα πρώιμα έργα του Ίψεν. Αξίζει να σημειωθεί ότι για τη συγγραφή του ο Ίψεν αγνόησε εσκεμμένα τους κανόνες του δράματος του 19ου αιώνα με συνέπεια να υπάρχει μια διαρκής μεταφορά στο χώρο και τον χρόνο, στη συνείδηση και το ασυνείδητο. Το έργο εμπλέκει το πραγματικό με το φανταστικό με τον κεντρικό ήρωα ν’ ακροβατεί  διαρκώς ανάμεσα στο παρελθόν και το παρελθόν, στις επιθυμίες και τον σκληρό ρεαλισμό της ζωής, σ’ αυτούς που αγαπάει και στους άλλους με τους οποίους αναγκάζεται να συναναστραφεί. Όλα αυτά καθιστούν το έργο δύσκολο στο ανέβασμα του, γι’ αυτό και η ευτυχής συγκυρία να υπάρχουν φέτος δύο παραστάσεις του «Πέερ Γκυντ» ( ανεβαίνει κι απ’ το Κρατικό θέατρο Βορείου Ελλάδας) είναι εξαιρετικά σπάνια.

Πρόκειται ουσιαστικά για έπος  που αφορά στη διαδικασία μύησης ενός ανθρώπου στη ζωή. Παρακολουθούμε τον Πέερ Γκυντ απ’ τα πρώτα νεανικά του χρόνια μέχρι τα βαθειά του γεράματα. Δεν πρόκειται απλώς για τη χρονική διαδρομή του ήρωα αλλά κυρίως για την πνευματική και ψυχική του διαδικασία προς την ωρίμανση.

Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα παραπάνω, θα είχε καταρχήν ενδιαφέρον το εγχείρημα συρρίκνωσης ενός τεράστιου έργου σε παράσταση μιάμισης ώρας και τόσων προσώπων σε τρεις μόνο ηθοποιούς που θα καλούνταν να ενσαρκώσουν όλους τους ρόλους υπό την προϋπόθεση να μην χαθεί η ποιητικότητα του κειμένου.

Δυστυχώς, η παράσταση ήταν απογοητευτική αφού το αποτέλεσμα θύμιζε κακό ερασιτεχνικό θέατρο. Οι ηθοποιοί δεν ακούγονταν (σ.σ αξίζει να σημειωθεί ότι είναι μικρή η αίθουσα του θεάτρου κι έπαιζαν δίπλα μας σχεδόν…), είχαν κακή εκφορά λόγου και καμιά συναισθηματική απόχρωση που να τους διαφοροποιεί κατά τη μετάβαση από τον έναν ρόλο στον άλλο ή που να υποδηλώνει χρονική μετατόπιση.

Η από κοινού ευθύνη της σκηνοθεσίας είναι ένα ακόμα αρνητικό στοιχείο της παράστασης. Πώς είναι δυνατόν να σταθεί έστω ένας απ’ τους συμμετέχοντες λίγο πιο μακριά και να πάρει την ευθύνη της παράστασης, να διορθώσει λάθη κι αδυναμίες, να προβάλει τυχόν προτερήματα, να δώσει σάρκα και οστά στο κείμενο δημιουργώντας την κατάλληλη ατμόσφαιρα για τους θεατές… Όταν παίζουν τρεις και σκηνοθετούν κι οι τρεις είναι στην πραγματικότητα σαν να σκηνοθετεί ο καθένας τον εαυτό του κι αυτό από μόνο του δεν συνιστά σοβαρή παράσταση

Βρήκα συμπαθητικά τα κοστούμια και το σκηνικό αλλά η όλη παράσταση θέλει δουλειά από την αρχή για να μπορεί να σταθεί σκηνικά με αξιοπρέπεια. Χρειάζεται μια ολοκληρωμένη πρόταση που να μπορεί να δικαιώσει το έργο  έστω και στη μορφή μιας σκηνικής σύνθεσης όπως αυτή που αποπειράθηκε η ομάδα ν’ ανεβάσει χωρίς δυστυχώς ουσιαστική προετοιμασία.

Peer Gynt, no man’s land

Σκηνική Σύνθεση της ομάδας  The 3d person theatre group

Μετάφραση: Κωνσταντίνος Χατζόπουλος

Σκηνοθεσία: Αντιγόνη Φρυδά, Ελένη Ζαραφίδου, Βαλάντης Φράγκος

Σκηνικά: Γιάννης Θεοδωράκης

Κοστούμια: Βασιλική Σύρμα

Κίνηση: Αγγελική Στελλάτου

Μουσική: Γιάννης Σαββίδης

Φωτισμοί: Κατερίνα Παπαδάκου

Ερμηνεύουν: Αντιγόνη Φρυδά, Ελένη Ζαραφίδου, Βαλάντης Φράγκος

«Περιποιητής φυτών» στο Εθνικό Θέατρο (Νέα Σκηνή- Νίκος Κούρκουλος)

Peripoiitis fytwn

Οι ήρωες του Μάτεσι μοιάζουν με πιόνια σ’ ένα υπαρξιακό σκάκι. Πρέπει να κάνουν στρατηγικές κινήσεις και δυσκολεύονται γι’ αυτό και μένουν στάσιμοι στα ίδια τετράγωνα με τον αδικαιολόγητο φόβο μιας υποβόσκουσας απειλής. Μέχρι τη στιγμή που θα βρεθεί αυτός που θα τους δώσει την αφορμή να κάνουν την υπέρβαση και θ’ αποφασίσουν τα βήματα προς  την ηρωική έξοδο…

Είναι εντυπωσιακός  ο τρόπος με τον οποίο ο Μάτεσις  συνθέτει αυτή την αλληγορία. Μοιάζει σαν να χτίζει μια αστυνομική ιστορία με πολλά σκοτεινά σημεία που ξεδιαλύνονται προοδευτικά. Στην πραγματικότητα επιχειρεί μια καταβύθιση στην ανθρώπινη ψυχή κι αυτό από μόνο του είναι αρκετά περίπλοκο. Ο θεατρικός του λόγος δεν είναι ο συμβατικός και συνηθισμένος. Για να φτάσει όμως κανείς σε τέτοια σημεία πρέπει να είναι άριστος τεχνίτης της γλώσσας κι ο Μάτεσις υπήρξε ξεκάθαρα αυτή η περίπτωση.

Δεν θα ήταν άστοχο εδώ να αναφέρει κανείς την εκλεκτική συγγένεια με το θεατρικό σύμπαν του Πίντερ που τόσο εξαίσια είχε μεταφράσει ο Μάτεσις στο παρελθόν χωρίς μάλιστα να χάνεται τίποτα απ’ το ύφος του συγγραφέα στη μετάφραση. Βλέποντας εξάλλου τον «Περιποιητή φυτών» ( δυστυχώς δεν τον έχω διαβάσει ακόμα), μπορεί άνετα να παραλληλίσει τους δύο κόσμους (σ.σ  του Πίντερ και του Μάτεσι). Ο Μάτεσις δεν αντιγράφει βέβαια τον Πίντερ αλλά νιώθει πολύ οικεία σ’ αυτό το «κλειστό» και γεμάτο υπαινιγμούς  περιβάλλον.

Δυο άνδρες ζουν απομονωμένοι απ’ τον υπόλοιπο κόσμο ελπίζοντας κάποια στιγμή ν’ ανεβάσουν μια θεατρική παράσταση που θ’ αποκαλύψει στο κοινό το εξαιρετικό τους ταλέντο. Προοδευτικά πληροφορούμαστε όμως ότι στην πραγματικότητα έχουν αυτοπαγιδευθεί σε μια ιδιότυπη απομόνωση λόγω  του φόβου τους ν’ αντιμετωπίσουν τελικά την ίδια τη ζωή.  Η μόνη τους επικοινωνία με τον έξω κόσμο είναι ένας νεαρός άνδρας που ζει κάπου εκεί κοντά και τους συστήνεται ως περιποιητής φυτών.Η αποκάλυψη της πραγματικής ιδιότητας του άνδρα θα τους σοκάρει τόσο που θα μετατοπίσει το κέντρο βάρους της κοσμοθεωρίας τους.

Θα μπορούσε κανείς να γράψει πολλά για τον θεατρικό λόγο του Μάτεσι. Οι λέξεις είναι προσεκτικά διαλεγμένες, υπάρχει ρυθμός, ποίηση, ακρίβεια, σαρκασμός, συγκίνηση… όλα σε σωστή δοσολογία.

Ο Έκτορας Λυγίζος συνέλαβε απόλυτα το ύφος του συγγραφέα και σκηνοθέτησε μια παράσταση που κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή χωρίς καν να το εκβιάζει.  Είχε απόλυτη αίσθηση του ρυθμού και πολύτιμους αρωγούς σε όλο το εγχείρημα τόσο τους υπόλοιπους συντελεστές όσο και τους τρεις ηθοποιούς.

Βρήκα ευφυές το σκηνικό της Κλειούς Μπομπότη, μια σύνθεση δαπέδων με πολλαπλές αναγνώσεις.

Πολύ ώριμος συναισθηματικά  παρά το νεαρό της ηλικίας του ο Μιχάλης Κίμωνας. Είχε βάθος, εσωτερική πειθαρχία και απόλυτη αίσθηση των εκφραστικών του στοιχείων.

Πολύ καλή η προσπάθεια και των άλλων δύο πιο έμπειρων ηθοποιών, του Παπανικολάου και του Συμεωνίδη

ΚΤΙΡΙΟ ΤΣΙΛΛΕΡ – ΣΚΗΝΗ «ΝΙΚΟΣ ΚΟΥΡΚΟΥΛΟΣ»

«Περιποιητής φυτών»  του Παύλου Μάτεσι

Σκηνοθεσία: Έκτορας Λυγίζος

Σκηνικά – Κοστούμια: Κλειώ Μπομπότη

Φωτισμοί: Δημήτρης Κασιμάτης

Μακιγιάζ: Ιωάννα Λυγίζου

Βοηθός σκηνοθέτη: Εύα Βλασσοπούλου

Διανομή:

Περιποιητής φυτών: Μιχάλης Κίμωνας

Κωνστάντιος: Δημήτρης Παπανικολάου

Φρίξος:  Γιώργος Συμεωνίδης

«Ευτυχισμένες μέρες» στο Θέατρο Τέχνης

les beaux jours

Αν προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε το θέατρο του Μπέκετ με όρους ζωγραφικής, δεν θα ήταν άστοχο να  ισχυριστούμε ότι μοιάζει με σκίτσο που ο δημιουργός του επίτηδες άφησε το χρώμα έξω. Οι ήρωες του μοιάζει να μην έχουν παρελθόν, δεν ξέρουμε από πού έρχονται και ποιο είναι το συναισθηματικό τους υπόβαθρο. Ο θεατής καλείται να προσθέσεις τις χρωματικές πινελιές, να εξηγήσει- αν το θεωρεί απαραίτητο- αυτά που ο συγγραφέας αφήνει σκοπίμως μετέωρα. Γιατί ο θεατρικός κόσμος του Μπέκετ δεν είναι τίποτα άλλο από την ανθρώπινη αγωνία για την ύπαρξη, τη φθορά και το τέλος.

Όλοι σχεδόν οι ήρωες του είναι παγιδευμένοι  σε κάτι, σε μια εμμονή, μια ιδέα, μια κατάσταση. Στις «Ευτυχισμένες μέρες» η Γουίννυ είναι χωμένη ως τη μέση  σ’ έναν αμμόλοφο με σκουπίδια, σε μια χωματερή. Δείχνει χαρούμενη που άλλη μια ευτυχισμένη μέρα έχει ξημερώσει. Βγάζει διαρκώς πράγματα από μια τσάντα που έχει δίπλα της, μια οδοντόβουρτσα με οδοντόκρεμα, ένα καθρεφτάκι, μια χτένα, ένα καπέλο, μια ομπρέλα , ένα περίστροφο κόκ. Συχνά απευθύνεται σ’ έναν άνδρα, τον άνδρα της μάλλον, τον Γουίλλυ που βρίσκεται κι αυτός κάπου εκεί κοντά  απορροφημένος στις δικές του δραστηριότητες.

Ο θεατής βλέπει ουσιαστικά τη Γουίννυ και μέσα απ’ αυτήν παίρνει κάποιες πληροφορίες και για τον Γουίλλυ. Μοιάζουν κι οι δυο τους αποκομμένοι από ο,τιδήποτε εγκόσμιο. Η Γουίννυ  σχολιάζει ότι βρέθηκε  κάποια στιγμή στο στόχαστρο ενός ζευγαριού που την παρατηρούσε ως κάτι το αξιοπερίεργο. Το προσπερνάει καθιστώντας μας σαφή την απουσία οποιασδήποτε σχέσης μαζί τους.

Η Γουίννυ προετοιμάζεται να υπερβεί την ανθρώπινη διάσταση της κι έτσι σταδιακά απομακρύνεται απ’ ό, τι συνιστούσε μέρος της προηγούμενης της κατάστασης. Λέει φράσεις και λέξεις που αποτελούν νύξη για την προηγούμενη ζωή της αλλά όλα αυτά είναι πια πολύ μακρινά καθώς η ίδια έχει μπει σ’ έναν δρόμο αναγκαστικής καταστροφής. Η φθορά είναι αναπόφευκτη κι η σχολαστική τήρηση της καθημερινής ρουτίνας απλώς οδηγεί τα βήματα της πιο κοντά σ’ αυτήν.

Δεν ξέρουμε τίποτα παραπάνω για τη Γουίννυ, ποιο ήταν το παρελθόν της, πώς κατέληξε εδώ. Μοιάζουν όλα πολύ φυσικά…  Ακούγεται ένα κουδούνισμα, ίσως ο χρόνος που τελειώνει…

Στον Μπέκετ τα σύμβολα δεν είναι ξεκάθαρα. Ο θεατής είναι ελεύθερος να καταλάβει ανάλογα με την ικανότητα πρόσληψης που έχει, το διανοητικό του υπόβαθρο, τις προσωπικές του φοβίες. Ποια είναι η Γουίννυ; Γιατί μοιάζει να επαναλαμβάνει τις ίδιες κινήσεις κάθε μέρα;

Στη δεύτερο μέρος, είναι χωμένη στη γη μέχρι το λαιμό. Ο λόγος της είναι πιο δραματικός, υπάρχει μεγαλύτερη ένταση. Είναι ο φόβος του ανθρώπινου όντος που φτάνει στο τέλος του. Είναι οι «ευτυχισμένες μέρες» που λιγοστεύουν.

Η Ναταλία Τσαλίκη είναι η 4η Γουίννυ που βλέπω. Δεν θα μπω στη διαδικασία να την συγκρίνω με άλλες. Νομίζω ότι το προκλητικό για έναν ηθοποιό στα έργα του Μπέκετ είναι η έλλειψη κάθε πεπατημένης. Ένας ρόλος χωρίς παρελθόν καλεί αυτόματα τον ηθοποιό ν’ ανασύρει προσωπικά στοιχεία για να βρει την άκρη του νήματος κι αυτό όπως είναι λογικό δημιουργεί μια ταυτότητα εντελώς ατομική.

Η Τσαλίκη είχε μια δυναμική σε όλη τη διάρκεια του έργου. Καθώς η εσωτερική αγωνία της Γουίννυ κλιμακώνεται για να κορυφωθεί, η ερμηνεία της αποκτούσε περισσότερη δραματική ένταση παραγκωνίζοντας το ανάλαφρο που προσπαθεί να έχει στην αρχή η ηρωίδα όταν λέει «σήμερα ξημερώνει άλλη μια ευτυχισμένη μέρα».

Ο Δημήτρης Κανέλλος  νομίζω ότι υπήρξε ο πιο «ζωηρός» Γουίλλυ που μπορώ να ανακαλέσω στη μνήμη μου. Είχε ζωντάνια και ρυθμό προσπαθώντας να δημιουργήσει ενδιαφέρον γι’ αυτόν το φαινομενικά μη ρόλο του Μπέκετ.

Μου άρεσε το κατάλευκο σκηνικό του Ζαμάνη. Απέπνεε μια τρομακτική αισιοδοξία ανάλογη με την ψυχική κατάσταση της Γουίννυ καθώς βυθίζεται στο χάος.

Η Λίνα Ζαρκαδούλα υπέγραψε μια ενδιαφέρουσα παράσταση ωστόσο δεν στάθηκε δυνατό να διακρίνω που σταματούσαν τα σκηνοθετικά όρια και που άρχιζαν οι ελευθερίες του ηθοποιού. Με άλλα λόγια, είναι πιθανόν τέτοια η φύση του έργου που δεν επιτρέπει πολλές σκηνοθετικές παρεμβάσεις. Από την άλλη, η Ναταλία Τσαλίκη είναι μια πολύ έμπειρη ηθοποιός που έβγαλε εις πέρας επάξια τον μακρύ μονόλογο της Γουίννυ.

«Ευτυχισμένες μέρες» του Σάμουελ Μπέκετ

Θέατρο Τέχνης (Φρυνίχου-Πλάκα)

Μετάφραση : Μπελιές Ερρίκος

Σκηνοθεσία : Ζαρκαδούλα Λίνα

Σκηνικά : Ζαμάνης Κωνσταντίνος

Κοστούμια : Ζαμάνης Κωνσταντίνος

Μουσική : Οικονόμου Θοδωρής

Φωτισμοί : Δρακουλαράκος Γιάννης

Διανομή

Γουίννυ: Ναταλία Τσαλίκη
Γουίλλυ: Δημήτρης Κανέλλος

Βοηθός Σκηνοθέτη: Ελένη Βλάχου
Συμπαραγωγή: «Θέατρο Τέχνης» – «ΗΡΩ»

Όνειρα γλυκά, Αντιγόνη (Αντιγόνη Βαλάκου 1930-2013)

Rose

Χθες το βράδυ που διάβασα την είδηση για τον θάνατό της,  θύμωσα με τον εαυτό μου που από αμέλεια δεν πήγα να  τη δω το 2011 στη «Μαντάμ Φλο», τον τελευταίο ρόλο της. Αυτή όμως είναι και η γοητεία του θεάτρου ∙  η στιγμή δεν επαναλαμβάνεται. Αν χάσεις μια ερμηνεία, την έχασες οριστικά.

Η Αντιγόνη Βαλάκου υπήρξε απ’ τους τελευταίους μιας γενιάς  μεγάλων ηθοποιών τόσο για τους θεατρικούς τους ρόλους όσο και για την κινηματογραφική παρουσία τους. Έπαιξε λίγο στον κινηματογράφο τις δεκαετίες 50-60,αλλά η παρουσία της υπήρξε έντονη :« Οι ουρανοί είναι δικοί μας», «Ο δρόμος με τις Ακακίες»,  «Γκόλφω», «Αμαξάκι» και ο ρόλος της Λίζας στα «Χαμένα όνειρα», ρόλος καταθλιπτικός όπως τον χαρακτήρισε η Αλίκη(σ.σ Βουγιουκλάκη) στην οποία και είχε προταθεί αρχικά, αλλά συνάμα τόσο ρεαλιστικός …

Στο θέατρο η μακρόχρονη πορεία της άφησε αριστουργήματα.  Ακόμα είναι ζωντανός ο απόηχος της «Άννας Φρανκ τη σαιζόν ‘56-57 στο θέατρο Μουσούρη ή η Οφηλία της ένα χρόνο νωρίτερα.

Κρατώ στη μνήμη μου κάποιες απ’ τις ερμηνευτικές στιγμές της Βαλάκου που είχα την τύχη να δω: «Μήδεια», «Το σπίτι της Μπερνάντα ‘Αλμπα», «Οι Φάλαινες του Αυγούστου»,«Η Τρελή του Σαγιώ»,«Μάνα Κουράγιο» και τέλος τη «Ρόουζ» στο υπόγειο του Ιλίσια.

Αχ αυτή η Ρόουζ! Είναι η παράσταση που τόσα χρόνια μετά ακόμα θυμάμαι.  Η λεπτεπίλεπτη φιγούρα της πάνω στη σκηνή να μεταμορφώνεται σ’ εκείνη τη γυναίκα που τόσο είχε υποφέρει στο στρατόπεδο του Άουσβιτς και να μας αφηγείται τη ζωή της. Δεν θυμάμαι το έργο στις λεπτομέρειες του. Θυμάμαι όμως ότι είχε κάνει εντύπωση η τεράστια αντοχή της Βαλάκου πάνω στη σκηνή σ΄έναν εξαντλητικό μονόλογο, καθισμένη σ’ ένα ξύλινο παγκάκι για δύο ώρες. Και πάνω απ’ όλα αισθάνομαι ακόμα την αύρα της σαν χάδι.  Γιατί έτσι είναι τελικά οι σπουδαίοι ηθοποιοί. Κάθε ερμηνεία τους είναι σαν χάδι στις ψυχές των θεατών.

Ας είναι ελαφρύ το χώμα που θα τη σκεπάσει όπως ανάλαφρο ήταν το πάτημα της στις καρδιές μας για όλες τις υποκριτικές στιγμές που μας χάρισε.

«Κύκλωψ» του Ευριπίδη- Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου 2013 (Καλοκαιρινή περιοδεία)

Kyklopas

Τρέφω μια ιδιαίτερη συμπάθεια στο σατυρικό δράμα ίσως γιατί είναι ελάχιστα γνωστό και  ως εκ τούτου τελικά παραγνωρισμένο…

Η βασική δυσκολία στο να το προσεγγίσει κανείς έγκειται καταρχήν στην  ιδιαιτερότητα του, αλλά και στην καταγωγή και την  άμεση συνάφεια του με την  ίδια την προέλευση του θεάτρου.  Οι μελέτες της αρχαιότητας σχετικά με το σατυρικό δράμα δυστυχώς δεν διασώθηκαν, αλλά κι αυτός ακόμα ο  αριθμός των σωζόμενων έργων  δεν είναι ικανός να διασώσει τη φήμη του είδους.

Ενώ στην περίπτωση της τραγωδίας και της κωμωδίας έχουμε έναν αντιπροσωπευτικό αριθμό έργων, από τα περίπου 300 σατυρικά δράματα που παρουσιάστηκαν στα Μεγάλα ή εν άστει Διονύσια τον 5ο αι. π.Χ , σώθηκε μόνο ένα ακέραιο, ο «Κύκλωπας» του Ευριπίδη, καθώς κι ένας ικανός αριθμός αποσπασμάτων από άλλα σατυρικά έργα. Συνολικά, γνωρίζουμε το συγγραφέα, τον τίτλο και αποσπάσματα από 75 περίπου σατυρικά δράματα. Επιπλέον, έχουμε και διάφορες διασκορπισμένες μαρτυρίες σχετικά με την καταγωγή και εξέλιξη του σατυρικού δράματος καθώς επίσης και μαρτυρίες για τη σκηνή, τα προσωπεία, τα κοστούμια, τους χορούς, τη μουσική και γενικότερα την ύπαρξη και τη λειτουργία του είδους. Εκτός απ’ το χαμένο σύγγραμμα του Χαμαιλέοντα – μαθητή του Αριστοτέλη- «Περί σατύρων», δεν γνωρίζουμε καμία άλλη άμεση αναφορά στο θέμα. Οι 32 στίχοι του Οράτιου στην «Ars Poetica» που αναφέρονται στην καταγωγή και στη μορφή του σατυρικού δράματος, είναι σήμερα οι σημαντικότερες αρχαίες πληροφορίες γι’ αυτό το δραματικό είδος.

Ας θυμηθούμε ότι οι θεατρικές παραστάσεις στην αρχαιότητα ήταν δραματικοί αγώνες μέσα στο πλαίσιο θρησκευτικών εκδηλώσεων. Το σατυρικό δράμα έκλεινε μια τριλογία και ο ρόλος του ήταν ν’ αποφορτίσει τους θεατές απ’ τις τραγωδίες που είχαν προηγηθεί.

Με δεδομένη την παντελή έλλειψη μύθων στον κόσμο των σατύρων, αλλά έχοντας υπόψη το ήθος τους ως ενδεικτικό στοιχείο σκηνικής συμπεριφοράς, αναζητήθηκαν από τους ποιητές που ασχολήθηκαν με το σατυρικό δράμα ή επινοήθηκαν δραματικές καταστάσεις που είτε προϋπήρχαν του υπο-δραματοποίηση μύθου, είτε συγκροτούσαν έναν πυρήνα επεξεργάσιμων πρωτο-μύθων καθιστώντας την περίπτωση των σατύρων δραματικά εκμεταλλεύσιμη. Το σατυρικό δράμα δείχνει μια ιδιαίτερη προτίμηση σε μυθικές ιστορίες, όπου οι βίαιοι γίγαντες και οι θηριώδεις κακοποιοί τιμωρούνται τελικά από τον ήρωα για τις απάνθρωπες πράξεις τους. Στη δημιουργία αυτής της τυπικής δραματικής πλοκής έπαιξε πιθανότατα σημαντικό ρόλο η συχνή στην τραγωδία και κωμωδία εμφανιζόμενη αντίθεση Ελλήνων και Βαρβάρων. Άλλα χαρακτηριστικά και τυπικά στοιχεία του είδους είναι η φιλοξενία, η δουλεία και η απελευθέρωση. Η δραματική πορεία του σατυρικού δράματος αρχίζει πάντοτε από την απειλή και την αιχμαλωσία και καταλήγει στη σωτηρία και την απελευθέρωση.

Οι σάτυροι που αποτελούν και τον μόνιμο χορό στο σατυρικό δράμα (με άλλη βέβαια ιδιότητα κάθε φορά) παραπέμπουν άμεσα στον Διόνυσο ως σημείο αναφοράς της γέννησης του δράματος.  Η οινοποσία και το συμποσιακό μοτίβο είναι απ’ τα βασικά χαρακτηριστικά τους γνωρίσματα. Ο Σιληνός είναι  ο κορυφαίος του σατυρικού χορού. Είναι ένας απ’ αυτούς, αλλά ταυτόχρονα διαφοροποιείται κιόλας στην εξέλιξη της πλοκής.

Ο «Κύκλωπας» του Ευριπίδη είναι το μοναδικό σατυρικό δράμα που σώζεται ακέραιο και ταυτόχρονα εξαιτίας αυτού του γεγονότος αποτελεί ιδανική περίπτωση επειδή συμβαίνει να σώζεται και το πρότυπο πάνω στο οποίο βασίστηκε ο Ευριπίδης για να το γράψει. (σ.σ το μεγαλύτερο μέρος της ένατης ραψωδίας της Οδύσσειας, εκεί όπου ο Όμηρος αφηγείται τις περιπέτειες του Οδυσσέα και των συντρόφων του στο νησί του Κύκλωπα).

Παρατηρώντας τα δύο κείμενα, διαπιστώνουμε ότι ο Ευριπίδης υποχρεώθηκε να επιφέρει ορισμένες αλλαγές στην ομηρική ιστορία, κυρίως σε ότι αφορά στο χρόνο και στον τόπο και τούτο γιατί έπρεπε να τη μεταφέρει από τη μορφή της αφήγησης που συνεπάγεται μια έμμεση  έκφραση, στη μορφή της παράστασης, να της προσδώσει επομένως μια αμεσότητα που εκφράζεται σε πρώτο πρόσωπο.  Η ευτυχής συγκυρία της διάσωσης και των δύο έργων στην εποχή μας, φαίνεται ότι αποτέλεσε πρόβλημα στον Ευριπίδη, αφού δεν μπορούσε να προχωρήσει στη συγγραφή του δικού του έργου αγνοώντας  την εξοικείωση του κοινού με το ομηρικό πρότυπο.  Άλλωστε, πουθενά σ’ όλο τον Κύκλωπα δεν διαφαίνεται η πρόθεση του ποιητή να κινήσει το έργο του ερήμην του επικού προτύπου. Μάλιστα, η Οδύσσεια λειτουργεί συχνά καλύπτοντας κενά  που αφήνει η θεατρική παραλλαγή.

Ο «Κύκλωπας» που είδαμε από το Εθνικό θέατρο κάθε άλλο παρά σατυρικό δράμα ήταν. Κατανοώ απόλυτα την αμηχανία των συντελεστών για το πώς θα έπρεπε να παρασταίνεται ένα σατυρικό δράμα εξαιτίας όλων των λόγων που προανέφερα. Παρόλα αυτά, σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογείται η χονδροειδής- επιθεωρησιακή μπαλαφάρα (sic) που παρακολουθήσαμε.

Ο μακρύς πρόλογος επεξηγηματικού χαρακτήρα, το θέατρο μέσα στο θέατρο και οι αστεϊσμοί με το κοινό είναι στοιχεία αδυναμίας.

Ο Βασίλης Παπαβασιλείου είναι ένας εξαιρετικός σκηνοθέτης, αλλά η παράσταση του «Κύκλωπα» έδειξε ότι δεν πίστεψε το είδος και δεν θέλησε να προσπαθήσει να το προσεγγίσει.

Οι ηθοποιοί έμοιαζαν κουρασμένοι παίζοντας διεκπεραιωτικά.  Ο Νίκος Καραθάνος επανέλαβε τον εαυτό του και ήταν σαν να τον βλέπαμε ξανά στον «Αθανάσιο Διάκο» της Κιτσοπούλου ή στου «Κουτρούλη το Γάμο».  Κρίμα για έναν ηθοποιό με κωμικές ικανότητες. Ο Νίκος Χατζόπουλος υπήρξε υπερβολικός στον ρόλο του Σιληνού, ενώ αν κάποιος στοιχειωδώς διασώθηκε αυτός ήταν ο Δημήτρης Πιατάς που κατανόησε ότι ο Κύκλωπας δεν χρειάζεται αγριοφωνάρες και πομπώδη υποκριτικά στοιχεία για ν’ αποδοθεί.

Ικανοποιητικά τα σκηνικά, τα κοστούμια και η μουσική, αλλά δυστυχώς αυτά από μόνα τους δεν αρκούν για να κάνουν καλή μια παράσταση.

 

«Κύκλωψ» του Ευριπίδη

Θέατρο Ρεματειάς Χαλανδρίου

 Σκηνοθεσία-μετάφραση: Βασίλης Παπαβασιλείου

Διασκευή: Βασίλης Παπαβασιλείου -Σωτήρης Χαβιάρας

Σκηνικά-Κοστούμια: Μαρί Νοέλ Σεμέ

Μουσική: Δημήτρης Καμαρωτός

Φωτισμοί: Ελευθερία Ντεκώ

Κίνηση: Δημήτρης Σωτηρίου

Βοηθός σκηνοθέτη: Νικολέτα Φιλόσογλου

Δραματολόγοι παράστασης: Βιβή Σπαθούλα, Σωτήρης Χαβιάρας

Διανομή:

Οδυσσέας: Νίκος Καραθάνος

Κύκλωπας: Δημήτρης Πιατάς

Σιληνός: Νίκος Χατζόπουλος

Χορός: Γιώργος Γιαννακάκος, Θανάσης Δήμου, Ηλίας Ζερβός, Βασίλης Καραμπούλας, Κώστας Κοράκης, Γιάννης Κότσιφας, Λαέρτης Μαλκότσης, Άγγελος Μπούρας, Μιχάλης Οικονόμου, Χρήστος Σαπουντζής, Μιχάλης Σαράντης, Γιώργος Συμεωνίδης,Χάρης Τζωρτζάκης, Άγγελος Τριανταφύλλου, Σωτήρης Τσακομίδης, Γιωργής Τσουρής, Νικόλας Χανακούλας

«Τραχίνιες» του Σοφοκλή στην Επίδαυρο – Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου 2013

traxinies

Όταν ο Ηρακλής επιστρέφει στην Τραχίνα ως νικητής φέρνει ως τρόπαια αιχμάλωτες γυναίκες απ’ την Οιχαλία ανάμεσα στις οποίες και την Ιόλη, κόρη του ηττημένου βασιλιά. Η αποκάλυψη ότι ο Ηρακλής ποθεί την βασιλοπούλα κι εξαιτίας αυτού του πόθου του κατέστρεψε την πόλη της, βυθίζει σε απελπισία τη Δηιάνειρα, νόμιμη σύζυγο του. Στην προσπάθεια της να εξάψει ξανά το ερωτικό ενδιαφέρον του άνδρα της, αποφασίζει να χρησιμοποιήσει το φίλτρο που της είχε δώσει πριν από χρόνια ο κένταυρος Νέσσος λέγοντας της ότι είναι φίλτρο αγάπης. Δυστυχώς όμως, ο αλειμμένος με αίμα χιτώνας που στέλνει ως δώρο καλωσορίσματος στον Ηρακλή αποδεικνύεται θανατηφόρος αφού του τρώει τις σάρκες και τον οδηγεί στον θάνατο

Οι  «Τραχίνιες» είναι απ’ τα λιγότερα γνωστά έργα του Σοφοκλή, πιθανότατα λόγω της διμερούς του φύσης. Το έργο μοιάζει ν’ αποτελείται από δύο μέρη, το πρώτο στο οποίο επικρατεί η Δηιάνειρα που περιμένει με αγωνία νέα για την επιστροφή του άνδρα της και εν συνεχεία καταστρώνει το σχέδιο της με το ερωτικό φίλτρο και το δεύτερο στο οποίο κυριαρχεί η φιγούρα του ημίθεου Ηρακλή στις τελευταίες του οδυνηρές στιγμές πριν το τέλος. Οι δυο βασικοί  ήρωες δεν συναντιούνται ποτέ αλλά ανάμεσα τους λειτουργεί ένας συνδετικός κρίκος, ο γιός τους Ύλλος. Αυτός ο νέος θα λέγαμε ότι είναι και το βασικό δραματικό πρόσωπο του έργου με την έννοια του ότι στη διάρκεια του έργου καταρρίπτονται βασικές αρχές της κοσμοθεωρίας του αφού περνά απ’ την άγνοια στη γνώση, απ’ την αποδοκιμασία και την κατάρα στον βαθύ πόνο και τη συγχώρεση κι αναλαμβάνει την ευθύνη να ηγηθεί μιας νέας εποχής.

Αυτή η άγνοια όμως του Ύλλου, της Δηιάνειρας και του Ηρακλή είναι και το βασικό στοιχείο της τραγικότητας γύρω απ’ την οποία συνθέτει το δράμα του ο Σοφοκλής. Η Δηιάνειρα αγνοεί ότι αυτό που η ίδια θεωρεί ερωτικό φίλτρο είναι θανατηφόρο όπλο, ο Ύλλος αγνοεί ότι η μητέρα που πριν από λίγο κατηγόρησε κι έψεξε, αυτοκτόνησε προδομένη απ’ την ντροπή της, ο Ηρακλής αγνοεί ότι το τέλος του ορίστηκε πριν από πολλά χρόνια απ’ τον Κένταυρο που μ’ αυτόν τον τρόπο ήθελε να πάρει εκδίκηση. Πίσω απ’ όλα όμως κρύβεται ο Δίας. Αυτός ορίζει τις τύχες θεών κι ανθρώπων. Όλοι μας είμαστε ανίσχυροι μέσα στο θεϊκό σχέδιο. Έτσι πληρώνεται η ανθρώπινη ύβρις. Η αίσθηση ότι ο Ηρακλής ως προστατευόμενος απ’ τον πατέρα του είναι παντοδύναμος, καταρρίπτεται μέσα στη φυσική νομοτέλεια.

Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι ακόμα δεν έχει έρθει η «νέα εποχή του Ευριπίδη» που συνδιαλέγεται με τους σοφιστές και δίνει περισσότερη ελευθερία στις ανθρώπινες πράξεις φτάνοντας κάποτε ν’ αμφισβητεί ακόμα και τον ρόλο των Θεών. Στο επίκεντρο των έργων τού Σοφοκλή βρίσκεται το άτομο, το οποίο έρχεται σε αναπόφευκτη, τραγική σύγκρουση με τη θεϊκή βούληση. Έτσι, αν και στα έργα του δίνεται βάρος στη στάση του ανθρώπου απέναντι στους Θεούς, το πεπρωμένο είναι αυστηρά προδιαγεγραμμένο.

Μέσα απ’ αυτό το πρίσμα, η σκηνοθεσία του Θωμά Μοσχόπουλου ήταν μια ευχάριστη στιγμή για δυο βασικούς λόγους. Ο πρώτος για την επιλογή ενός σχετικά άγνωστου έργου στο ευρύ κοινό κι ο δεύτερος για τη δικαίωση μέσω της παράστασης του έργου. Η σκηνοθεσία του ήταν απόλυτα ισορροπημένη, δεν διαστρέβλωσε το κείμενο του Σοφοκλή, δεν ένιωσε την ανάγκη να κάνει καινοτομίες, δεν προσπάθησε με τη βία να βρει τις αναλογίες με το σήμερα. Μελέτησε και παρέδωσε στο κοινό τη σοφόκλεια τραγωδία αφήνοντας αβίαστα τον καθένα από μας ν’ αναρωτηθεί για τα όρια της ανθρώπινης ελευθερίας.

Η διανομή της παράστασης στηρίχτηκε κατά κύριο λόγο στη γνωστή ομάδα του σκηνοθέτη.  Η Άννα Μάσχα είναι μια ηθοποιός εξαιρετικών δυνατοτήτων με εξαίσια φωνή, ευγενική κίνηση και αποτελεσματικότητα σε όποιον ρόλο κι αν έχει δοκιμαστεί. Ο Ηρακλής του Ξάφη κουβάλαγε εξωτερικά όλα τα γνωρίσματα του γνωστού μας απ’ τη μυθολογία ήρωα, ογκώδης, άγριος, επιβλητικός. Η εμφάνιση του στη σκηνή λίγο πριν τον θάνατο του μας έδωσε μια πιο ανθρώπινη διάσταση που ο ηθοποιός αντιλήφθηκε ότι πρέπει να υπάρχει κι έτσι προσπάθησε να κρατήσει ίσες αποστάσεις ανάμεσα στο ηρωικό και το ανθρώπινο. Αξιοπρεπής η παρουσία της έμπειρης Φιλαρέτης Κομνηνού ως Τροφού, καλός ο Κώστας Μπερικόπουλος, πιο αδύναμος υποκριτικά ο Γιώργος Χρυσοστόμου. Για τον Ύλλο του Θάνου Τοκάκη, αισθάνθηκα ότι ήθελα κάτι παραπάνω απ’ αυτό που έδωσε ο ηθοποιός.

Εξαιρετικός ο Χορός των 15 γυναικών κι ευφάνταστο το εύρημα του σκηνοθέτη να τις βάζει μία-μία ν’ αφηγούνται από έναν άθλο του Ηρακλή κατά την είσοδο του κοινού στο θέατρο και πριν την έναρξη της παράστασης.

«Τραχίνιες»  του Σοφοκλή

Σκηνοθεσία – Απόδοση: Θωμάς Μοσχόπουλος

Σκηνικά – Κοστούμια : Έλλη Παπαγεωργακοπούλου

Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος

Μουσική: Κορνήλιος Σελαμσής

Κίνηση: Χρήστος Παπαδόπουλος

Μουσική Διδασκαλία:  Μελίνα Παιονίδου

Βοηθός σκηνοθέτη: Άννα Μιχελή

Δραματολόγος παράστασης: Εύα Σαραγά

Διανομή:

Κορυφαία: Άννα Καλαϊτζίδου

Τροφός: Φιλαρέτη Κομνηνού

Δηιάνειρα: Άννα Μάσχα

Άγγελος, Γέρων: Κώστας Μπερικόπουλος

Ιόλη: Ελένη Μπούκλη

Ηρακλής: Αργύρης Ξάφης

Ύλλος: Θάνος Τοκάκης

Λίχας: Γιώργος Χρυσοστόμου

Χορός: Δήμητρα Βλαγκοπούλου, Ηλιάνα Γαϊτάνη, Δάφνη Δαυίδ, Ευαγγελία Καρακατσάνη, Αμαλία Κοσμά, Χαρά Κότσαλη, Ελίνα Μάλαμα, Ηρώ Μπέζου, Νάνσυ Μπούκλη, Ειρήνη Μπούνταλη, Σεβίλη Παντελίδου, Ιωάννα Παρασκευοπούλου, Καλλιόπη Σίμου, Mαρίνα Σάττι, Αγγελική Τρομπούκη

Σαξόφωνα: Guido de Flaviis

Κρουστά: Θοδωρής Βαζάκας

Φλάουτα: Γιώργος Σκριβάνος

«Insenso» στο Φεστιβάλ Αθηνών 2013

insenso
Το  «Insenso» του Μιχαήλ Μαρμαρινού βασίζεται στην ταινία «Senso» του Viskonti και στο άδοξο τέλος του έρωτα ανάμεσα στην κόμισσα Λίβια Σερπιέρι με τον αυστριακό υπολοχαγό Φραντς Μάλερ όταν εκείνη από πατριωτικό καθήκον θα τον καταδώσει στις αρχές κι ο θάνατος του θα τη βυθίσει σε απελπισία.

Το κείμενο του Δημήτρη Δημητριάδη πραγματεύεται την ψυχική κατάσταση της κόμισσας μετά τον θάνατο του αγαπημένου της. Πρόκειται στην πραγματικότητα για μια «άρια- ποταμό», για έναν ατέλειωτο μονόλογο με σκόρπιες φράσεις και λέξεις από δω κι εκεί που κυρίως εκφράζουν τον παθιασμένο έρωτα της κόμισσας για τον υπολοχαγό, την απόγνωση  και τη μεταμέλεια της για την προδοσία.

Αυτό που πραγματικά εντυπωσίασε στην παράσταση του Μαρμαρινού ήταν η αίσθηση της ψευδαίσθησης, η είσοδος σ’ ένα όνειρο. Γιατί απ’ τη στιγμή της τελετουργικής εισόδου των θεατών στον χώρο της παράστασης, μπήκαμε σ’ έναν κόσμο που δεν μπορούσαμε να φανταστούμε.

Μέσα στην ησυχία της φύσης, πέριξ μιας τεράστιας λίμνης κι ενός μοναδικού υγροβιότοπου (ναι, υπάρχει λίγη φύση πίσω απ’ την οδό Πειραιώς), αχνές γυναικείες φωνές ακούγονταν, σαν ήχοι απ’ το υπερπέραν, σαν ένα ερωτικό κάλεσμα ή ένα μικρό θρήνο που σιγά- σιγά αποκτούσε μεγαλύτερη ένταση κι υπόσταση. 20 γυναικείες φιγούρες- όλες ντυμένες με το ίδιο ρούχο- ακροβολισμένες εδώ κι εκεί ενσάρκωσαν το γυναικείο πρόσωπο του έργου που αναζητούσε τον χαμένο του έρωτα, παραπέμποντας σε αρχετυπικές μορφές αιχμαλωτισμένες μέσα στο πάθος που οι ίδιες υπονόμευσαν κι αιχμαλωτίστηκαν έτσι σε μια αέναη ερωτική δίνη.

Το δεύτερο μέρος της παράστασης πραγματοποιήθηκε στους εσωτερικούς γνώριμους χώρους του φεστιβάλ. Κι εκεί, η σκηνική διάταξη ήταν διαφορετική. Οι 20 γυναίκες άλλοτε καθισμένες κατά μήκος της τεράστιας σκηνής, εδώ κι εκεί κι άλλοτε κινούμενες συνέχισαν την ερωτική αναζήτηση τους, αυτή την «όπερα- μονόλογο χωρίς μουσική» που ήταν απ’ τα πιο άρτιες αισθητικά παραστάσεις που έχει απολαύσει το ελληνικό κοινό τα τελευταία χρόνια.

Theseum Ensemble – Μιχαήλ Μαρμαρινός

Δημήτρη Δημητριάδη, Insenso / Όπερα

12-15 Ιουλίου, 19:30, Πειραιώς 260, Κτίριο Δ

Σκηνοθεσία: Μιχαήλ Μαρμαρινός

 Μουσική: Δημήτρης Καμαρωτός

Σκηνικά – Κοστούμια: Ντόρα Λελούδα

Φωτισμοί: Γιάννης Δρακουλαράκος

Πιάνο: Έλλη Ιγγλίζ, Μαργαρίτα Ξανθάκη

Γυναίκες: Sandra Garuglieri, Μαρία Ναυπλιώτου, Ηλέκτρα Νικολούζου, Εύη Σαουλίδου, Έλενα Τοπαλίδου, Ιωάννα Ασημακοπούλου, Αλεξάνδρα Αϊδίνη, Χριστίνα Αυγερίδη, Μαριλού Βόμβολου, Χαρά-Μάτα Γιαννάτου, Βιργινία Κατσούνα, Κατερίνα Κυβετού, Ρεγγίνα Μανδηλάρη, Δάφνη Μανούσου, Ελένη Πετάση, Όλγα Σπυράκη, Μαρία Σταύρακα, Δώρα Στυλιανέση, Αναστασία Χατζάρα


Επισκεψιμότητα

  • 195,341 hits

Αρχείο