Archive Page 11

«Ο εχθρός του λαού» στο Φεστιβάλ Αθηνών 2013


ipsen

Σε μια παραθαλάσσια λουτρόπολη, ο γιατρός Στόκμαν ανακαλύπτει ότι το νερό των ιαματικών λουτρών είναι μολυσμένο κι επικίνδυνο για τη δημόσια υγεία. Στην προσπάθεια του να ενημερώσει τους πολίτες έρχεται αντιμέτωπος με τα συμφέροντα της τοπικής κοινωνίας και τον αδερφό του που είναι δήμαρχος της πόλης. Η αποκάλυψη θα στοιχίσει ακριβά. Τα λουτρά θα πρέπει να κλείσουν και η δημοτική επιχείρηση θα χάσει μεγάλο μέρος απ’ τα έσοδα της. Ο γιατρός δεν αργεί να διαπιστώσει ότι ακόμα κι αυτοί που αρχικά τάχθηκαν με το μέρος του, σύντομα θα του γυρίσουν την πλάτη. Βρίσκεται ξαφνικά μόνος εναντίον του «κοινού συμφέροντος»…

Νομίζω πως δεν χρειάζεται περαιτέρω περιγραφή για να διαπιστώσει κανείς τη διαχρονικότητα του ιψενικού έργου. Γραμμένο μόλις το 1882, το έργο του μεγάλου νορβηγού δραματουργού αποτελεί διαρκές σημείο αναφοράς αφού ο πόλεμος των συμφερόντων στην ιστορία της ανθρωπότητας καλά κρατεί. Η διαφθορά της εξουσίας και η χειραγώγηση της μάζας από την πολιτική ηγεσία βρίσκονται κάτω από την κριτική ματιά του Ίψεν, ενώ στα χέρια του Thomas Ostermeier η παράσταση πάει τους προβληματισμούς του συγγραφέα ένα βήμα παραπέρα.

Ο Ostermeier είναι ένας σκεπτόμενος σκηνοθέτης με απόλυτη συναίσθηση της εποχής του. Η τάση του να καταπιάνεται με τα κλασικά κείμενα προσπαθώντας να τα δει μέσα από μια πιο σύγχρονη ματιά, δεν θα πρέπει να μας ξενίζει. Στην πραγματικότητα, στόχος του δεν είναι να παραλλάξει το αρχικό κείμενο, αλλά να ερευνήσει κατά πόσο αυτό μπορεί να σταθεί στην εποχή μας. Νομίζω δεν θα μπορούσε να βρει καλύτερο παράδειγμα απ’ τον «Εχθρό του λαού». Σε μια εποχή που η Ευρώπη γνωρίζει τη μεγαλύτερη κρίση στη σύγχρονη ιστορία της, σε επίπεδο πολιτικής, οικονομίας και κοινωνικών δομών, ο «Εχθρός του λαού» έρχεται να διερευνήσει τα όρια της ανθρώπινης ελευθερίας.

Στο πρωτότυπο κείμενο, ο Ίψεν δια στόματος Στόκμαν διδάσκει μέχρι πού είναι ικανός να φτάσει ένας ελεύθερος άνθρωπος. Στην παράσταση της Schaubühne, ο Στόκμαν δεν είναι απλώς ένας ελεύθερος άνθρωπος, αλλά ένας άνθρωπος με πλήρη συναίσθηση της ευθύνης που αναλαμβάνει. Η απόφαση του να μιλήσει δημόσια με όποιο κόστος θα τον μεταβάλει σε εχθρό του « κοινού καλού», του «δημόσιου συμφέροντος» σε «εχθρό του λαού» τελικά- ανάλογα με την οπτική γωνία που θα επιλέξει κανείς να δει το έργο κι ο ίδιος θα πρέπει να ζήσει με την απόφαση του. Οι ηθικές ευθύνες άλλωστε είναι ένα  καίριο ζήτημα της εποχής μας και στην περίπτωση του εγχώριου  μικρόκοσμου μας είναι σύνηθες το φαινόμενο να πετάμε το μπαλάκι αλλού αποποιούμενοι την παραμικρή ευθύνη.

Αναμφίβολα, το  πιο ενδιαφέρον κομμάτι της παράστασης, αυτό που σίγουρα προκάλεσε συζητήσεις ανάμεσα στους θεατές, υπήρξε το « άνοιγμα προς το κοινό»… Στο πρωτότυπο κείμενο, υπάρχει ένα σημείο που ο γιατρός Στόκμαν προσπαθεί να πείσει τους πολίτες για τις απόψεις του κατά τη διάρκεια μιας δημόσιας ομιλίας. Αυτός ο λόγος στην παράσταση της  Schaubühne αντικαταστάθηκε από την «Επικείμενη Εξέγερση», μανιφέστο του 2008 στη Γαλλία από την Αόρατη επιτροπή.  Το περιεχόμενο του μανιφέστο προβλέπει την κατάρρευση του καπιταλισμού και μιλάει για ακραίες ριζοσπαστικές λύσεις. Αυτό το αντιεξουσιαστικό κείμενο εκφωνείται στην παράσταση και αρχίζει ένα διαδραστικό κομμάτι διάρκειας περίπου 6-7 λεπτών κατά το οποίο οι θεατές καλούνται να πούνε ελεύθερα τη γνώμη τους. Το κείμενο είναι αρκετά δυνατό αφού αμφισβητεί ακόμα και τη δημοκρατία ως πολίτευμα και υπονοεί ότι για ν’ αλλάξουν τα πράγματα θα χρειαστεί κατά πάσα πιθανότατα βία.

Στην παράσταση που παρουσιάστηκε την περασμένη βδομάδα στο φεστιβάλ Αθηνών, πολλοί ήταν αυτοί που ήθελαν να μιλήσουν και το έπραξαν πράγμα καθόλου περίεργο αν σκεφτεί κανείς ότι η υπάρχουσα πολιτική κατάσταση έχει δημιουργήσει αδιέξοδα κι η έμφυτη τάση του νεοέλληνα είναι να τα καλύψει δια του (μονο)λόγου. Λίγοι θεατές αποχώρησαν δυσαρεστημένοι εκείνοι την ώρα προφανώς μη αντιλαμβανόμενοι το κόνσεπτ (sic) του σκηνοθέτη. Ευτυχώς, το θέατρο καλύπτει οργανωτικά τα κενά που σε άλλες περιπτώσεις της δημόσιας ζωής θα έμεναν ανοιχτά κι ακόμα θα μιλούσαμε… Οι συντελεστές της παράστασης εντάσσουν πλήρως αυτό το κομμάτι- άνοιγμα στο κοινό στο σώμα της παράστασης, το ελέγχουν απόλυτα και το σταματούν σε συγκεκριμένο χρόνο.

Ο σκηνοθέτης αφήνει ανοιχτό το τέλος του έργου και συνεπώς ελεύθερη και την κρίση μας ανάλογα με το τι θεωρούμε ότι θα επιλέξει ο βασικός ήρωας, τα χρήματα ή την αλήθεια.

Schaubühne – Thomas Ostermeier

«Ο εχθρός του λαού»  του Ερρίκου Ίψεν

 

Προσαρμογή-Δραματουργία: Florian Borchmeyer
Σκηνοθεσία: Thomas Ostermeier
Σκηνικά: Jan Pappelbaum
Κοστούμια: Nina Wetzel
Μουσική: Malte Beckenbach, Daniel Freitag
Δραματουργία: Florian Borchmeyer
Φωτισμοί: Erich Schneider
Παίζουν: Stefan Stern (Θωμάς Στόκμαν), Ingo Hülsmann (Δήμαρχος, Πέτερ Στόκμαν), Eva Meckbach (Κυρία Στόκμαν), Christoph Gawenda (Χόβσταντ), David Ruland (Άσλακσεν), Moritz Gottwald (Μπίλλινγκ), Thomas Bading (Μόρτεν Κιλ)

«Ιλιάδα» του Ομήρου στο Φεστιβάλ Αθηνών 2013

 

 

iliada

Η σκηνική μεταφορά της «Ιλιάδας» είναι αναμφίβολα ένα τεράστιο στοίχημα που γεννά πολλά ερωτηματικά με πρωταρχικό το κατά πόσο τα έπη μπορούν να μεταβάλλονται σε κάτι διαφορετικό απ’ αυτό που είναι. Αλλά τότε μπαίνει και το ερώτημα του τι ακριβώς είναι ή μάλλον ήταν. Από αρχαίες μαρτυρίες γνωρίζουμε ότι η εκφορά των ομηρικών επών γινόταν με παραστατικό τρόπο. Στον πλατωνικό «Ίωνα», ο Σωκράτης κατηγορεί τον ραψωδό για υποκριτικές υπερβολές. Επιπλέον, υπάρχουν φήμες ότι ο Αισχύλος είχε χαρακτηρίσει τα δράματα του ψίχουλα απ’ το ομηρικό τραπέζι. Στην «Ιλιάδα» άλλωστε βρίσκει κανείς όλους εκείνους τους ήρωες που θα αποτελέσουν το υλικό των τριών τραγωδών. Η πτώση της Τροίας, η μοίρα της Ανδρομάχης, ο θρήνος της Εκάβης, η επιστροφή του Αγαμέμνονα στο Άργος με τις γνωστές συνέπειες, τα όπλα του Αχιλλέα, η θυσία της Ιφιγένειας, η Ελένη κι ο Μενέλαος  κόκ, όλες αυτές είναι οι ιστορίες που προέκυψαν απ’ τον πόλεμο της Τροίας.

Ο Λιβαθινός προετοίμαζε μήνες την «Ιλιάδα» και το αποτέλεσμα όχι απλώς τον δικαίωσε αλλά μας γύρισε και αρκετά χρόνια πίσω σ’ εκείνη τη μαγική στιγμή του «Ηλίθιου», τότε που έκανε το ακατόρθωτο παράσταση κι έκλεισε έτσι έναν μεγάλο κύκλο πειραματικών σκηνοθεσιών.  Η «Ιλιάδα» είναι μια ακόμα σημαντική στιγμή του, η κορύφωση θα λέγαμε της μετά τον «Ηλίθιο» εποχής. Είναι όλοι οι πειραματισμοί που πήραν συγκεκριμένη μορφή, όλα τα ανέφικτα που πήραν σάρκα και οστά στη σκηνή, όλη η ποίηση που μαζί με την ομάδα του κυοφορούσε χρόνια. Η «Ιλιάδα» είναι η ώριμη στιγμή ενός σκηνοθέτη που παραμένει ανοιχτός σε ερευνητικό επίπεδο.

Η παράσταση κράτησε τις βασικές ιστορίες της «Ιλιάδας» και τήρησε τις ισορροπίες ανάμεσα στα αφηγηματικά μέρη και τα διαλογικά επιτυγχάνοντας έναν συγκερασμό του βασικού είδους (έπος) και της μετεξέλιξης του (δράμα). Το κέντρο βάρους έπεσε στον πόλεμο και τον ηρωισμό με στόχο όμως να τονιστούν ιδιαιτέρως έννοιες όπως η συμφιλίωση, η τιμή κι ο σεβασμός στους νεκρούς. Το φινάλε εξάλλου είναι χαμηλών τόνων και βρίθει συναισθηματισμού. Είναι η στιγμή που ο γερο Πρίαμος θα πάει στο εχθρικό στρατόπεδο και θα ζητήσει απ’ τον φονιά του παιδιού του το νεκρό σώμα του για να το κηδέψει.

Υπήρξε στο σύνολο της λιτή κι ουσιαστική, χωρίς εφέ και άλλους σκηνικούς εντυπωσιασμούς αλλά με έντονα ποιητικά στοιχεία και δυο τρεις εικόνες εξαιρετικής τεχνικής, μαγείας, εκτέλεσης. Κρατώ τη σκηνή που ο Αγαμέμνονας απομακρύνεται μέσα στο πλοίο πατώντας απλώς σ’ ένα κομμάτι ύφασμα την άκρη του οποίου τραβάει ένας άλλος ηθοποιός και με τη βοήθεια του φωτισμού μας κάνει να βλέπουμε μπροστά μας πλοίο που κινείται. Κρατώ επίσης το ερωτικό σύμπλεγμα της Ήρας και του Δία μέσα σ’ ένα ελαστικό αυτοκινήτου, τις Θεές όπως κατέβαιναν τη στριφογυριστή σκάλα του Ολύμπου, τις δυο τελικές μάχες ανάμεσα στον Πάτροκλο και τον Έκτορα κι ανάμεσα στον Αχιλλέα και τον Έκτορα.

Η γλώσσα του Μαρωνίτη ήταν σύγχρονη και ζωντανή, το σκηνικό της Μανωλοπούλου ευρηματικό και μαζί με τους εξαιρετικούς φωτισμούς του Αναστασίου αξιοποίησαν στο έπακρο τις τεράστιες δυνατότητες του εργοστασιακού χώρου.

Οι ηθοποιοί έδωσαν τον καλύτερο εαυτό τους, συγκίνησαν το κοινό και τίμησαν το κείμενο και την ιστορία του.

 

«Ιλιάδα» του Ομήρου

Μετάφραση: Δ. Ν. Μαρωνίτης

Σκηνοθεσία: Στάθης Λιβαθινός

Σκηνική Διασκευή & Επεξεργασία: Στάθης Λιβαθινός, Έλσα Ανδριανού με τη συνεργασία των ηθοποιών της παράστασης

Σκηνικά-Κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου

Μουσική Σύνθεση & Σχεδιασμός ήχου: Λάμπρος Πηγούνης

Σύμβουλος για τη δραματουργία:Στρατής Πασχάλης

Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου

Κινησιολογική Προετοιμασία & Πολεμικές Τέχνες: Σι Μιάο Τζιε ( Μάχιμος Μοναχός Σαολίν)

Επιστημονικός σύμβουλος: Μενέλαος Χριστόπουλος

Επιμέλεια Κίνησης: Pauline Huguet

Βοηθοί Σκηνοθέτη: Σοφία Γαλανάκη, Νεφέλη Μυρωδιά

Ερμηνεύουν

Λευτέρης Αγγελάκης
Αργυρώ Ανανιάδου
Βασίλης Ανδρέου
Δημήτρης Ήμελλος
Νίκος Καρδώνης
Νεφέλη Κουρή
Γεράσιμος Μιχελής
Διονύσης Μπουλάς
Γιάννης Παναγόπουλος
Μαρία Σαββίδου
Χρήστος Σουγάρης
Άρης Τρουπάκης
Αμαλία Τσεκούρα
Γιώργος Τσιαντούλας
Γιώργος Χριστοδούλου

 Kρουστά: Μανούσος Κλαπάκης

 Ηχολήπτης: Κωστής Παυλόπουλος

Βοηθός σκηνογράφου-ενδυματολόγου: Τίνα Τζόκα

 Βοηθός φωτιστή: Ηλέκτρα Περσελή

 Βοηθός παραγωγής: Αγγελική Χριστοπούλου

 Ειδικές κατασκευές: Νεκτάριος Διονυσάτος

Διεύθυνση – Εκτέλεση Παραγωγής: POLYPLANITY productions / Γιολάντα Μαρκοπούλου, Μαρία Δούρου

«Ah Smyrna’m, Güzel Izmir’ im» στο Φεστιβάλ Αθηνών 2013

 

photo1

Πέρυσι τον Οκτώβριο που βρέθηκα στην Κωνσταντινούπολη, έμενα κοντά στο Θέατρο του Πέραν κι έτσι μια μέρα που περνούσα από μπροστά, η παράσταση για τη Σμύρνη μου κίνησε το ενδιαφέρον. Ήταν και γεμάτος ο περυσινός χρόνος από εκδηλώσεις για την επέτειο των 90 χρόνων απ’ την καταστροφή της Σμύρνης κι έτσι σκέφτηκα ότι μετά τις εκθέσεις, τα ντοκιμαντέρ και τα διαβάσματα, μια θεατρική παράσταση και μάλιστα από Τούρκους συντελεστές θα ήταν η κατάλληλη κορύφωση στις εκδηλώσεις μνήμης.

Τα έφερε έτσι η τύχη που τελικά δεν μπόρεσα να δω το «Ah Smyrna’m, Güzel Izmir’ im» στο Πέραν, το είδα όμως με μεγάλη χαρά χθες το βράδυ αφού παρουσιάζεται για 2 μέρες (5&6 Ιουνίου) στο Φεστιβάλ Αθηνών.

Δεν γνωρίζω καθόλου πως είναι το θέατρο στη σύγχρονη Τουρκία και ειδικότερα στην Κωνσταντινούπολη. Δεν ξέρω αν πηγαίνουν ξένοι θίασοι εκεί, αν ταξιδεύει το ίδιο σε διεθνή φεστιβάλ, αν το θεατρόφιλο κοινό έχει έρθει σε επαφή με τα σύγχρονα ρεύματα από Ευρώπη και Αμερική, αν έχουν καλούς ηθοποιούς, συγγραφείς, σκηνοθέτες.

Αυτό που είδα ήταν μια παράσταση αισθητικής περασμένων δεκαετιών για τα ελληνικά και διεθνή (στον βαθμό που γνωρίζω) δεδομένα. Μια σαφώς οριοθετημένη σκηνή, ένα σκηνικό που γυρνάει απέξω προς τα μέσα στη δεύτερη πράξη, ρεαλιστική απεικόνιση στον χώρο και τον χρόνο, σωστό κι ελεγχόμενο  παίξιμο στα όρια του απολύτως καθωσπρέπει.

Για να είμαι ειλικρινής, δεν περίμενα κάτι διαφορετικό. Η εικόνα που έχω από την πληθώρα των τουρκικών σειρών στην ελληνική τηλεόραση είναι αυτή μιας συντηρητικής παρουσίασης μιας ακόμα συντηρητικότερης κοινωνίας. Ψάχνουν τον δρόμο τους. Απευθύνονται σε μεγάλο, τεράστιο κοινό εξαιρετικά ανομοιογενές και πρέπει να παράγουν με στόχο την τηλεθέαση και το κέρδος. Για το θέατρο δεν ξέρω όπως έγραψα και παραπάνω. Υποθέτω ότι το κοινό είναι πιο ψαγμένο απ’ αυτό της τηλεόρασης όπως άλλωστε και οπουδήποτε στον κόσμο. Οι διαφορετικές απαιτήσεις επομένως διαμορφώνουν και διαφορετικό αισθητικό αποτέλεσμα.

Το  εντυπωσιακό όμως με το «Ah Smyrna’m, Güzel Izmir’ im» δεν είναι η αισθητική της παράστασης, αλλά η πρωτοβουλία, το εγχείρημα και το αποτέλεσμα. Τούρκοι συντελεστές απ’ τον πρώτο ως τον τελευταίο, τολμούν να ξεπεράσουν ταμπού, μίση κι έριδες δεκαετιών και να καταπιαστούν μ’ ένα θέμα που είχε πληγές και θύματα εκατέρωθεν. Η συγγραφέας Nesrin Kazankaya σοφά επιλέγει να μιλήσει κυρίως για την ανταλλαγή των πληθυσμών κι όχι τόσο για την Καταστροφή της Σμύρνης.

Παρακολουθούμε έτσι τις τελευταίες μέρες μιας μεγαλοαστικής ελληνικής οικογένειας στη Σμύρνη λίγο προτού αναγκαστούν λόγω της Συνθήκης της Λωζάνης ν’ αναχωρήσουν για την άγνωστη Αθήνα. Στο σπίτι που έζησαν οι ίδιοι αλλά και γενιές προγόνων τους νοσταλγούν τα παλιά, θυμώνουν με τη νέα κατάσταση, αναζητούν τη νέα τους ταυτότητα(…»και γιατί να μην αλλάξουμε υπηκοότητα και γιατί να μην δηλώσουμε ότι αλλάζουμε θρησκεία και μετά ν’ αλλάξουμε πάλι …τι σημασία έχει πώς θα μας αποκαλούν αν μέσα μας είμαστε οι ίδιοι πάντα…«) αναγκάζονται ν’ αποφασίσουν τι θα πάρουν στις αποσκευές και τι θ’ αφήσουν πίσω τους, συλλογίζονται το δράμα κι απ’ τις δύο πλευρές. Άγνωστοι αυτοί μεταξύ αγνώστων θα πάνε σε μια άλλη πόλη, κάποιοι άλλοι άγνωστοι από την Κρήτη («…θα είναι τούρκοι αλλά δεν θα μιλούν τη γλώσσα…) θα εγκατασταθούν στη γη τους, πιθανόν και στο σπίτι τους.

Στις τελευταίες αυτές ώρες πριν τη μεγάλη αναχώρηση, την οικογένεια συντρέχουν η τούρκισσα υπηρέτρια με τον αδερφό της και το ανήλικο αγόρι της.

Τα γεγονότα κι η ένταση θα δημιουργήσουν αναπόφευκτα προστριβές ανάμεσα στα πρώην αφεντικά και τους υπηρέτες, αλλά τελικά θα βρουν τρόπο να γεφυρώσουν τις διαφορές που έχει γεννήσει η νέα τάξη πραγμάτων μέσω της κοινής για αιώνες συμπόρευσης και του πολιτισμού. Υψώνοντας τα ποτήρια τους σε μια τελευταία πρόποση, πίνουν στο Αιγαίο που θα βρίσκεται στο εξής ανάμεσα τους, αλλά θ’ αποτελεί πάντα κοινό σημείο αναφοράς για τους δυο λαούς και παλιά κοσμοπολίτικη ανάμνηση πριν τις κοινωνίες των εθνών και της ομοιογένειας…

Η παράσταση συγκίνησε πολύ το κοινό που την παρακολούθησε χθες το βράδυ, αφού πέραν του προφανούς όσον αφορά στο θέμα που αναμφίβολα είναι πόλος έλξης για το ελληνικό κοινό, οι ηθοποιοί μιλούσαν κι ελληνικά και όλα τα τραγούδια που ακούστηκαν ήταν παλιά σμυρνέικα.

Η θεατρική ομάδα του Πέραν έκανε την αρχή κι ελπίζω να υπάρξει και συνέχεια.

Έχω μόνο δυο παρατηρήσεις η μία εκ των οποίων αφορά στη μετάφραση. Καταλαβαίνω ότι δεν υπάρχουν παρά ελάχιστοι Έλληνες που να μπορούν να μεταφράσουν απ’ τα τουρκικά. Όμως χρειάζεται αυτός που θα επιλέγεται κάθε φορά να μιλάει καλά και την τρέχουσα ελληνική κι έτσι να μην φαίνονται αστείες οι λέξεις ή η σύνταξη παραπέμποντας σε γλώσσα που δεν είναι καθόλου δόκιμη.

Η δεύτερη παρατήρηση έχει να κάνει με την έλλειψη σε υλικό του θεάτρου στην αγγλική γλώσσα. Αγόρασα το πρόγραμμα ως ενθύμιο αλλά δεν μπορώ να το διαβάσω αφού είναι στα τουρκικά. Ήθελα ν’ αγοράσω το πολύ ενδιαφέρον (έτσι μου φάνηκε) βιβλίο για τα 10 χρόνια του θεάτρου του Πέραν, αλλά κι αυτό ήταν μόνο στα τουρκικά.

Αν το τουρκικό θέατρο θέλει να κάνει αισθητή την παρουσία του προς τα έξω -και το εύχομαι – πρέπει να μπορέσει να ξεπεράσει τον σκόπελο της γλώσσας.  Η εσωστρέφεια δεν είναι καθόλου συμβατή με την θεατρική τέχνη.

photo4

photo2

photo3

Θέατρο Πέρα

«Ah Smyrna’m, Güzel Izmir’ im» 

Σκηνοθεσία:Nesrin Kazankaya

Δραματουργία:Şafak Eruyar

 Σκηνικά: Başak Özdoğan

Κοστούμια: Fatma Öztürk

Φωτισμοί – Βοηθός σκηνοθέτη: Zeynep Özden

Διανομή
Ελένη: Aysan Sümercan
Κωνσταντίνος: Muhammet Uzuner
Ιωάννα: Nesrin Kazankaya
Πολυξένη: Defne Halman / Başak Meşe
Ηλίας: Emre Çakman
Μεχμέτ: Doğan Akdoğan
Μουζεγιέν: Linda Çandır
Θεοδώπουλος:İlker Yiğen
Λευκοθέα: Selin Sevdar
Αλί Ριζά: Asır Akkaya

Μετάφραση υπέρτιτλων

Ροδή Τομουρτζούκγκιουλ

Ελληνικό Φεστιβάλ: φθηνό ή ακριβό σπορ;

Μια συζήτηση στο facebook πριν από λίγο μου έδωσε το ερέθισμα να γράψω κι εδώ  σχετικά με το θέμα της τιμής των εισιτηρίων του φεστιβάλ.

Καταρχήν να πω ότι ανήκω στους υποστηρικτές του θεσμού αλλά  και του Λούκου ειδικότερα. Επειδή παρακολουθώ την τελευταία 20ετία τουλάχιστον τα θεατρικά δρώμενα, τολμώ να πω ότι χωρίς τον Λούκο το φεστιβάλ δεν θα ήταν αυτό που είναι από το 2006 ως σήμερα, τόσο σε επίπεδο ποιότητας, όσο και σε επίπεδο διαχείρισης και οργάνωσης.

Θυμάμαι κάποια απ’ τα επαρχιώτικης φύσης πανηγύρια της δεκαετίας του ’90. Ήμουν μέσα στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου τη χρονιά που ο Καρακατσάνης προσπαθούσε μάταια να κάνει έναρξη της «Ειρήνης»  ή της «Λυσιστράτης» (δεν θυμάμαι ποιας κωμωδίας απ’ τις δύο) του Αριστοφάνη και το πλήθος τον διέκοπτε αγριεμένο. Πουλιόντουσαν διπλά και τριπλά οι θέσεις τότε. Μοιράζονταν κάποιες άλλες σε όσους είχαν τα προνόμια (ατέλειες, κάτοικοι του Λυγουριού και των πέριξ χωριών έμπαιναν ελεύθερα λόγω κληρονομικού διακιώματος μάλλον) (sic) .   Το θέατρο είχε γεμίσει ασφυκτικά και περίσσευαν οι όρθιοι που αρνιόντουσαν να μείνουν όρθιοι αφού είχαν πληρώσει…
Λοιπόν για να μην μακρυγορώ, τα θυμάμαι όλα αυτά και γι’ αυτό χαίρομαι που επί διευθύνσεως Λούκου παρήλθαν ανεπιστρεπτί. Βλέπουμε πια καλό θέατρο, έχουμε σημαντικές μετακλήσεις απ’ το εξωτερικό, έχουν ανέβει οι προδιαγραφές του φεστιβάλ, υπάρχει χορός, μουσική, εικαστικά. Το Φεστιβάλ είναι μια γιορτή που δεν θες να χάσεις και που τα τελευταία δύο χρόνια που μας έχει πάρει η κάτω βόλτα, ευφραίνει τις ψυχές μας και δίνει έναν καλλιτεχνικό αέρα στην πολύπαθη Αθήνα.
Αναρωτιέμαι επομένως, γιατί να μην έχουν όλοι ή όσο πιο πολλοί γίνεται μερίδιο σ’ αυτή τη χαρά; Ακούω παράπονα για τις τιμές των εισιτηρίων. Στις πιο πολλές περιπτώσεις ξεκινούν από 20 ευρώ. Υπάρχουν βέβαια φοιτητικά, μειωμένα, ΑΜΕΑ, ανέργων. Δεν είναι όμως μόνο αυτές οι ομάδες που διακιούνται έκπτωση. Για παράδειγμα μειωμένο πληρώνουν όσοι επιδεικνύουν θεατρική ατέλεια ή ίσως κι άλλη κάρτα πολιτισμού ή πιθανόν και οι άνω των 65.
Υπάρχουν όμως πολλά νέα παιδιά χαμηλόμισθα που κι αυτά διακιούνται να δουν μια παράσταση και που η πολιτεία θα έπρεπε να τους βοηθήσει να το κάνουν.
Αυτά τα παιδιά θα θυσιάζαν μια νυχτερινή έξοδο με κανά δυο μπύρες για μια βραδιά φεστιβάλ, αλλά αν τα βάλεις κάτω, πιο φθηνή είναι η έξοδος με τις μπύρες τελικά…
Αναρωτιέμαι πώς και δεν το έχει σκεφθεί αυτό η διεύθυνση του Φεστιβάλ. Δεν γνωρίζω τα διαδικαστικά, αλλά δεν υπάρχει άραγε δυνατότητα χαμηλότερης τιμής σε κάποιες εγχώριες παραγωγές; Για τις μετακλήσεις καταλαβαίνω ότι είναι άλλα τα έξοδα και σαφώς πολύ περισσσότερα λόγω μετακινήσεων.
Ακόμα, δεν θα μπορούσαν να υπάρχουν κατηγορίες οικονομικών πακέτων στα εισιτήρια, πχ για κάποιον που θα θελήσει να προαγοράσει εισιτήρια για 5 ή 10 παραστάσεις;
Δεν ξέρω τι θα γίνει στο μέλλον με τον θεσμό του φεστιβάλ, πώς θα είναι του χρόνου, αν αλλάξει μορφή προς το καλύτερο ή το χειρότερο.  Η τωρινή του εικόνα πάντως έχει ανεβάσει τόσο πολύ τον πήχυ που πραγματικά θ’ άξιζε να βρεθεί ένας τρόπος ν’ ανοίξει σε μεγαλύτερο αριθμό κοινού.

«Θεατές» στο Εθνικό Θέατρο (Κεντρική/πλάγια σκηνή)

 

THEATES

«ποτέ άλλοτε οι στέγες των σπιτιών των ανθρώπων δεν ήταν τόσο κοντά η μία στην άλλη, όσο είναι σήμερα. Και ποτέ άλλοτε οι καρδιές των ανθρώπων δεν ήταν τόσο μακριά η μία από την άλλη, όσο είναι σήμερα». Η φράση του Αντώνη Σαμαράκη απ’ το «Ζητείται Ελπίς» του 1954 φαίνεται ότι αποδίδει καλύτερα απ’ ο,τιδήποτε το κεντρικό θέμα των «Θεατών» του Ποντίκα πόσω μάλλον που το έργο διαδραματίζεται σε δύο διπλανά δωμάτια ξενοδοχείου…

Η αποξένωση στη σύγχρονη κοινωνία, η συμμετοχή στο δράμα ή τη χαρά της διπλανής πόρτας αλλά μόνο από διάθεση ηδονοβλεψία κι όχι από ειλικρινές ενδιαφέρον, η τάση για εκμετάλλευση κι η αδιαφορία είναι στοιχεία έντονης διαχρονικότητας αφού σήμερα μοιάζει να μας αφορούν ίσως και περισσότερο από την εποχή που γράφτηκε το έργο.

Μια μικροπωλήτρια που αγωνίζεται για την καθημερινή επιβίωση φτάνει σε απόγνωση και σκοτώνει τον ανάπηρο και κοινωνικά απόκληρο άντρα της. Στη συνέχεια αυτοκτονεί αφήνοντας απλώς ένα γράμμα ότι επιθυμούσαν να φύγουν με αξιοπρέπεια. Ένας χασομέρης ηδονοβλεψίας στο διπλανό δωμάτιο του άθλιου ξενοδοχείου παρακολουθεί το δράμα από μια τρύπα στον τοίχο κι αργότερα το διηγείται στην ερωμένη του. Οι δυο νεκροί γίνονται βορά στο στόμα των άλλων που προσπαθούν να ερμηνεύσουν την πράξη ενώ παράλληλα επιδίδονται σε ερωτικές περιπτύξεις και ψάχνουν να δώσουν ένα νόημα και στις δικές τους τελματωμένη ζωές.

Η Κατερίνα Ευαγγελάτου κατάφερε να κάνει ένα δώσει αέρα φρεσκάδας στο κείμενο του Ποντίκα και να το εντάξει δυναμικά στην κατάσταση του σημερινού ανθρώπου χωρίς ωστόσο να του αφαιρεί την οριοθετημένη χρονική του ταυτότητα.

Από τη διανομή ξεχώρισε ο Νίκος Ψαρράς. Εντελώς διαφορετικός απ’ ότι ως τώρα τον έχουμε συνηθίσει, ενσάρκωσε απολύτως επιτυχημένα τον λούμπεν ανθρωπάκο που ψάχνει την ηδονή στα ερωτικά περιοδικά ή τις κλειδαρότρυπες, αρνείται να βρει δουλειά και χαρτζιλικώνεται απ’ τη νοσοκόμα ερωμένη του. Ευφάνταστος, κωμικός, πονηρός, βίαιος αλλά και δραματικός συγχρόνως έδωσε τον κεντρικό τόνο της παράστασης. Άξια παρτενέρ του η Άλκηστις Πουλοπούλου. Από την είσοδο της στη σκηνή και την συνύπαρξη με τον Ψαρά, η παράσταση ζωντάνεψε και παρουσίασε μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Υποτονική η Στεφανία Γουλιώτη, ενώ ο Νικόλας Παπαγιάννης σκιαγράφησε εξωτερικά τον ρόλο του και είχε κακή άρθρωση με αποτέλεσμα να δυσκολευόμαστε να τον ακούσουμε.

Ευρηματικό το σκηνικό των αντικατοπτρισμών της Ελένης Μανωλοπούλου και πιστά για την εποχή που διαδραματίζεται το έργο τα κοστούμια.

ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ – ΚΕΝΤΡΙΚΗ (ΠΛΑΓΙΑ) ΣΚΗΝΗ

«Θεατές»  του Μάριου Ποντίκα

 Σκηνοθεσία: Κατερίνα Ευαγγελάτου

Σκηνικά – Κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου

Μουσική-Ηχητικός σχεδιασμός: Σταύρος Γασπαράτος

Σχεδιασμός Φωτισμών: Σάκης Μπιρμπίλης

Δραματολόγος παράστασης: Εύα Σαραγά

Βοηθός σκηνοθέτη: Ελένη Βλάχου

Ειδικά εφέ: Αφοί Αλαχούζοι

Εφέ φωτιάς: Μιχάλης Σαμιώτης

Διανομή:

Άντρας: Νικόλας Παπαγιάννης

1η Γυναίκα: Στεφανία Γουλιώτη

Γείτονας: Νίκος Ψαρράς

2η Γυναίκα: Άλκηστις Πουλοπούλου

 

Εξόδιο άσμα για τον Λευτέρη Βογιατζή

Vogiatzis

Θυμάμαι σαν σε όνειρο σήμερα την πρώτη φορά που πέρασα το κατώφλι του θεάτρου του, νομίζω την άνοιξη του ’91  θα ήταν. Από τι ορμώμενη πήγα; υποθέτω ότι αγνοούσα πλήρως τον Βογιατζή ως ηθοποιό και σκηνοθέτη, όπως πρέπει να αγνοούσα και το σημαντικότατο έργο του μεγάλου Τόμας Μπέρχαρντ «Ρίττερ, Ντένε, Φος»  Τι είχα ακούσει γι’ αυτόν, δεν θυμάμαι. Μάλλον οι γυναίκες του θιάσου(σ.σ Κονιόρδου, Λαζαρίδου) ήταν η αφορμή να διαβώ για πρώτη φορά το κατώφλι της οδού Κυκλάδων. Αυτές κι η δίψα για θέατρο που έκανε την εμφάνιση της έντονα εκείνη τη χρονιά.

Τρεις φιγούρες πάνω στη σκηνή, το μεγάλο οικογενειακό τραπέζι, πορσελάνινα σερβίτσια να σπάνε σε χίλια κομμάτια, η  απόλυτη προσήλωση του κοινού σ’ αυτό που έβλεπε. Αυτές είναι οι λιγοστές εικόνες που κουβαλάω σήμερα από την παράσταση μαζί με το εξαιρετικό πρόγραμμα που εμπεριέχει σημαντικά θεωρητικά κείμενα καθώς και το ίδιο το έργο.

Θυμάμαι σαν όνειρο κι όλες τις επόμενες παραστάσεις που παρακολούθησα έχοντας πια γνώση και γνώμη για την «περίπτωση Βογιατζή» και τα όσα θαυμαστά συνέβαιναν στην Οδό Κυκλάδων. Γιατί πώς αλλιώς να εξηγήσω το ότι στα 22 χρόνια που βλέπω θέατρο εντατικά και με μέσο όρο παραστάσεων τις 25 ανά έτος, αυτά τα μικρά θαύματα τα φυλάω ως πολύτιμες μνήμες.

Ο Βογιατζής υπήρξε αναμφίβολα παθιασμένος με την τέχνη του. Βασανιζόταν από μια τελειομανία, ήθελε να δουλεύουν όλα ρολόι, να ρέει η παράσταση σαν μουσική συμφωνία. Δεν ήταν απλά διεκπεραιωτικός, αναζητούσε τη λεπτομέρεια, έψαχνε την τελειότητα περίμενε το μέγιστο αποτέλεσμα σε όλα τα επίπεδα.

Ο Βογιατζής ήταν βαθιά ποιητικός και μεταφυσικός. Εικόνες απ’ το «Καθαροί πια», τη «Νύχτα της κουκουβάγιας», τη «Bella Venezia», τις «Δούλες», την «Ήμερη» το  «Ύστατο σήμερα» , το «Θερμοκήπιο», αλλά κι απ’ τον «Αμφιτρύωνα» (παρόλο που είχα τις αντιρρήσεις μου για τον χώρο επιλογής), απλώθηκαν σαν μικρές στιγμές μαγείας μέσα στον χρόνο που σβήνει μεν την εφήμερη τέχνη του θεάτρου, αλλά διασώζει ό, τι έχει τη δύναμη να μιλάει κατευθείαν στις αισθήσεις μας.

Λέγεται ότι τυραννούσε τους ηθοποιούς και όσους συνεργάζονταν μαζί του στην εκάστοτε προετοιμασία μιας παράστασης. Εικάζω ότι βασάνιζε περισσότερο τον εαυτό του μέχρι να φτάσει στο επιθυμητό αποτέλεσμα. Η τέχνη του θεάτρου υπήρξε για κείνον εξαιρετικά σοβαρή ασχολία πράγμα που δεν πιστοποιείται απλώς από την υψηλή ποιότητα της κάθε παράστασης, αλλά κι από τον μικρό αριθμό αυτών  που συνολικά σκηνοθέτησε.

Για τον Βογιατζή δεν χρειάστηκε να ειπωθούν τα μεγάλα λόγια μετά θάνατον. Ευτύχησε εν ζωή να δει ουρές να περιμένουν υπομονετικά για μια θέση στο μικρό θεατράκι του, δημιούργησε ένα κοινό που πάντα αδημονούσε να τον δει να κάνει πρεμιέρα, πήρε σημαντικές κριτικές, ανέβασε σπουδαίους συγγραφείς, επέλεξε σημαντικούς σκηνικούς συνοδοιπόρους, έντυσε με  εικόνα τα όνειρα μας  κι έδωσε περιεχόμενο στη σιωπή.

«Vitrioli» στο Εθνικό Θέατρο (Νέα Σκηνή)


Vitrioli

 

Ένας έφηβος προσπαθεί ν’ ανακαλύψει την ταυτότητα του αρνούμενος να ενταχθεί στις νόρμες που του υπαγορεύουν η μητέρα, ο πατριός, ο θεραπευτής κι ο εργοδότης του. Απομονώνεται σταδιακά απ’ τον περίγυρό του, προκαλεί ανησυχία στους γύρω του και κλείνεται όλο και περισσότερο στον εαυτό του σαν τρομαγμένο ζώο που νιώθει να απειλείται απ’ οποιονδήποτε εξωτερικό παράγοντα. Γίνεται εχθρικός ακόμα και στο συνομήλικο του κορίτσι που τον βλέπει με αγάπη και τρυφερότητα.

Κινούμενο ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη διογκωμένη φαντασία, ο Γιάννης Μαυριτσάκης δίνει την εντύπωση ότι σε τούτο το έργο ήθελε να χωρέσει πολλά και όχι με ξεκάθαρο τρόπο. Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η σκηνοθεσία του Ολιβιέ Πυ. Το αποτέλεσμα είναι μια παράσταση μόχθου για τους ηθοποιούς (αφού υποβάλλονται σε διάφορες δοκιμασίες πάνω στη σκηνή) και άγχους για τους θεατές που προσπαθούν να κατανοήσουν το κρυμμένο κείμενο. Υπαινικτική σκηνοθεσία που αφήνει πολλά περιθώρια ερμηνείας, όπως άλλωστε και το ίδιο το κείμενο, διάθεση να ταρακουνήσει κι ενδεχομένως να σοκάρει (αιμομικτική σκηνή μητέρας- γιου).

Ατού της παράστασης η καλή διανομή έμπειρων αλλά και νεώτερων ηθοποιών. Με τόλμη και ζωντάνια ερμηνεύουν τους ρόλους τους φτάνοντας ωστόσο σ’ ένα αμφιλεγόμενο και αμήχανο αποτέλεσμα.

Εθνικό θέατρο

Νέα Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος»

«Vitrioli»  του Γιάννη Μαυριτσάκη
Σκηνοθεσία: Olivier Py

Σκηνικά – Κοστούμια: Pierre-André Weitz

Φωτισμοί: Bertrand Killy

Βοηθός σκηνοθέτη: Ξένια Θεμελή

Βοηθός σκηνογράφου – ενδυματολόγου: Παύλος Θανόπουλος

Διανομή:

Η μητέρα: Μαρία Κεχαγιόγλου

Το αγόρι: Χάρης Τζωρτζάκης

Ο θεραπευτής, ο θεραπευτής β΄: Περικλής Μουστάκης

Το κορίτσι: Κίτυ Παϊταζόγλου

Ο ερμαφρόδιτος: Γιάννος Περλέγκας

Ο κύριος, ο συσκευαστής: Μηνάς Χατζησάββας

Ο επιθεωρητής σφαγίων:  Νίκος Χατζόπουλος


Επισκεψιμότητα

  • 194,278 hits

Αρχείο