Archive Page 11

«Κόκκινα φανάρια» στο Εθνικό Θέατρο (Θέατρο Rex)

kokkina fanaria

Τα «Κόκκινα φανάρια» δεν χρειάζονται ιδιαίτερες συστάσεις αφού στο ευρύ κοινό είναι γνωστά από την ομώνυμη κινηματογραφική ταινία του 1963. Ωστόσο, ελάχιστοι γνωρίζουν το πρωτότυπο θεατρικό έργο του Αλέκου Γαλανού και σχεδόν κανείς δεν ξέρει πολλά για τον συγγραφέα και τις συνθήκες κάτω απ’ τις οποίες γράφτηκε το έργο.

Ο Αλέκος Γαλανός μεγάλωσε στην Τρούμπα και οι εικόνες των πορνείων της εποχής ήταν η καθημερινότητα του. Εξοικειώθηκε μ’ αυτόν τον μικρόκοσμο από μικρός, δεν τον ωραιοποίησε καθόλου, είχε ιδιαίτερα κριτική διάθεση απέναντι στις γυναίκες που εκδίδονταν και «συμφιλιώθηκε» μαζί τους όταν κάποτε υπήρξε μάρτυρας του έντονου ξυλοδαρμού μιας πόρνης απ’ τον νταβατζή της στη μέση του δρόμου.

Έγραψε τα «Κόκκινα φανάρια» το 1962 απομονωμένος σ’ ένα διαμέρισμα της Εμμανουήλ Μπενάκη. Στόχος του να δείξει τον σκληρό κόσμο της Τρούμπας, τις γυναίκες- θύματα πίσω απ’ την ψεύτικη βιτρίνα της λάμψης  και της απόλαυσης, την εκμετάλλευση της σάρκας, τη ματαίωση των ονείρων .

Το έργο ανέβηκε πρώτη φορά στο θέατρο Πορεία απ’ τον Αλέξη Δαμιανό την ίδια χρονιά, αλλά η μεγάλη επιτυχία ήρθε έναν χρόνο αργότερα στην κινηματογραφική του μεταφορά απ’ τον Βασίλη Γεωργιάδη. Ευτύχησε μάλιστα να βρει τον δρόμο τόσο για τις Κάννες όσο και για το Χόλυγουντ, αφού προτάθηκε στην κατηγορία Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας. Τελικά, έχασε απ’ το «Οκτώμισι»  του Φελίνι για λίγες μόνο ψήφους.  Πρωταγωνίστησαν σχεδόν όλα τα μεγάλα ονόματα της κινηματογραφικής εγχώριας παραγωγής (Καρέζη, Παπαμιχαήλ, Κατράκης, Διαμαντίδου, Χρονοπούλου, Χέλμη, Φούντας, Λαδικού, Ανουσάκη).

Ωστόσο, ο Γαλανός δεν έμεινε ικανοποιημένος απ’ το αποτέλεσμα. Θύμωσε με την τροποποίηση του σεναρίου που άμβλυνε κατά πολύ τη σκληρότητα που ο ίδιος επιθυμούσε να προβάλει και δεν ενέκρινε καθόλου το happy end.  Έστειλε μάλιστα επιστολή διαμαρτυρίας στις εφημερίδες της εποχής.

Η ταινία παρόλα αυτά έγινε τεράστια επιτυχία και το ανέβασμα του θεατρικού έργου στο Εθνικό θέατρο σήμερα,  50 χρόνια μετά, είναι ένα ενδιαφέρον στοίχημα.

«Τα κόκκινα φανάρια» δεν είναι το θεατρικό αριστούργημα απ’ το οποίο θα είχε κανείς υψηλές απαιτήσεις σκηνοθετικά και υποκριτικά. Είναι όμως ο καθρέφτης ενός κόσμου που δεν έχει πεθάνει κι αυτό του προσδίδει κάποια διαχρονικότητα. Επιπλέον, είναι καταγεγραμμένο στη μνήμη μας με συγκεκριμένα – έστω και κινηματογραφικό- στήσιμο και ερμηνείες κι έτσι προκαλεί τους ηθοποιούς να διαφοροποιηθούν από τις αρχικές ερμηνείες.

Η  πρόκληση με άλλα λόγια τόσο για τον σκηνοθέτη όσο και για τους ηθοποιούς να μην πέσουν στην παγίδα της σύγκρισης με κάτι τόσο πολύ επιτυχημένο και ζωντανό στη μνήμη του πολύ κόσμου είναι μεγάλη.  Η εικόνα έχει τεράστια δύναμη και στην προκειμένη περίπτωση, αυτό σε συνδυασμό με τις ερμηνείες των σταρ της χρυσής εποχής του ελληνικού κινηματογράφου θα μπορούσε κάλλιστα να οδηγήσει σε καλλιτεχνικό βατερλώ (sic).

Ευτυχώς, το εγχείρημα στέφθηκε με επιτυχία. Ο Ρήγος επιδίωξε να μείνει πιο πολύ στο σκληρό κομμάτι παρά στο γνώριμο κινηματογραφικό. Διασκεύασε το αρχικό κείμενο δίνοντας του έναν αέρα φρεσκάδας και θέλησε να το κινήσει χορευτικά αφού πρώτα απ’ όλα ο ίδιος είναι χορογράφος κι έτσι βαδίζει σε γνώριμα μονοπάτια. Η έναρξη γίνεται σαν να βρισκόμαστε σε show μ’ ένα εντυπωσιακό χορευτικό, ενώ κατά τη διάρκεια της παράστασης χρησιμοποιείται πολύ το pole dancing.

Μ’ αυτά τα στοιχεία επιχειρείται και η σύνδεση με το σήμερα, αφού μπορεί η Τρούμπα ν’ αποτελεί πλέον μακρινό παρελθόν, αλλά η πορνεία εξακολουθεί και μάλιστα με διάφορες μορφές. Πολλά νυχτερινά κέντρα διασκέδασης (strip shows, clubs) είναι απλώς η βιτρίνα για να προωθηθούν αλλοδαπά στην πλειονότητα τους κορίτσια που μετά τον χορό εκδίδονται, στους δρόμους πέριξ του κέντρου της Αθήνας η ανθρώπινη σάρκα προσφέρεται σχεδόν όλες τις ώρες και για όλα τα γούστα, ενώ τα άλλοτε άθλια δίπατα σπιτάκια με το κόκκινο φωτάκι απέξω  στα ανήλιαγα στενά αυτοπροσδιορίζονται μέσω της φωτεινής επιγραφής studio και ο νοών νοείτω!

Καλή η ομάδα των ηθοποιών, με τη Μαρία Κίτσου και τη Θεοδώρα Τζήμου  να ξεχωρίζουν, την Κοκκίδου και τον Μπουγιούρη να καταφεύγουν στη γνώριμη και κουραστική πια μανιέρα τους, τη Δημητροπούλου ν’ ακροβατεί ανάμεσα σε κάτι καινούργιο και κάτι οικείο από πετυχημένη τηλεοπτική εμφάνιση, τον Ψαρρά  ωριμότερο δραματικά  από κάθε άλλη φορά που τον έχω δει, τον Αλεξίου καλό αλλά σαν να ήθελε κάτι ακόμα, την Πουλοπούλου εντελώς αδιάφορη και τη Μιχαήλ να θυμίζει πολύ κακέκτυπο της Χρονοπούλου ακόμα και εμφανισιακά.

Μου άρεσε το στήσιμο με τη δράση να μοιράζεται τόσο στη σκηνή, όσο και στην οθόνη προβολής (ιδίως για τις πιο ακατάλληλες σκηνές) καθώς και η χρήση κάμερας που έδινε έναν πολύ μοντέρνο τόνο.

 

«Κόκκινα φανάρια» του Αλέκου Γαλανού
ΘΕΑΤΡΟ REX – ΣΚΗΝΗ «ΜΑΡΙΚΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ»

 

Σκηνοθεσία – Σκηνικά – Χορογραφία: Κωνσταντίνος Ρήγος

Διασκευή – Δραματολογική επεξεργασία: Έρι Κύργια

Συνεργάτης Σκηνογράφος:  Μαίρη Τσαγκάρη

Κοστούμια:  Νατάσα Δημητρίου

Μουσική:  Δημοσθένης Γρίβας

Φωτισμοί:  Αλέκος Γιάνναρος

Βοηθός σκηνοθέτη:  Άγγελος Παναγόπουλος

Κάμερα:  Πάνος Βιττωράκης, Παναγιώτης Λυκοτραφίτης

Διανομή:

Καπετάν Νικόλας: Νίκος Αλεξίου

Πέτρος, Αστυνόμος, Πελάτης:  Κωνσταντίνος Ασπιώτης

Μυρσίνη: Ευγενία Δημητροπούλου

Ελένη, Μελαχρινή: Μαρία Κίτσου

Μαντάμ Παρή: Ελένη Κοκκίδου

Μαίρη, Κατινάκι: Κωνσταντίνα Μιχαήλ

Ντόρης: Παναγιώτης Μπουγιούρης

Άννα, Γυναίκα με τιγρέ: Άλκηστις Πουλοπούλου

Ισπανός, Πελάτης, Τσιράκι, Αργύρης, Αστυνομικός:  Φοίβος Ριμένας

Άγγελος, Αστυνομικός: Νικόλας Στραβοπόδης

Μαρίνα, Κοκκινομάλλα:  Θεοδώρα Τζήμου

Κατερίνα: Έλενα Τοπαλίδου

Πελάτης, Αμερικάνος, Λιβανέζος, Φωτίκα: Γιάννης Τσεμπερλίδης

Μιχαήλ, Αστυνομικός:  Νίκος Ψαρράς

«Mistero Buffo» στο Θησείον


mistero buffo

Το λειτουργικό δράμα δημιουργήθηκε κάποια στιγμή μέσα στον Μεσαίωνα ξεκινώντας ουσιαστικά από την εκκλησία κατ’ αναλογία με το αρχαίο ελληνικό δράμα που είχε προκύψει από τη λατρεία του Θεού Διονύσου. Άντλησε υλικό από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη και στο πέρασμα του χρόνου έγινε εξαιρετικά δημοφιλές προσελκύοντας τόσους θεατές που οι ναοί δεν μπορούσαν πια να φιλοξενήσουν τις παραστάσεις κι έτσι αυτές μεταφέρθηκαν σε άλλους χώρους.

Η διαδικασία εξέλιξης ήταν αργή κι όχι και ιδιαίτερα ομαλή ιδιαιτέρως αν λάβει κανείς υπόψη  διάφορους παράγοντες με βασικότερο τον συντηρητισμό της εκκλησίας.

Επιπλέον, επειδή η αναπαράσταση της ζωής του Ιησού βάραινε συναισθηματικά τους πιστούς, χρησιμοποιήθηκαν οι διασκεδαστές της εποχής για ν’ αλαφρύνουν το κλίμα  (γελωτοποιοί, κλόουν, ακροβάτες κόκ).

Αργότερα, αυτή η εξέλιξη γέννησε και την ανάγκη συγγραφής κανονικών κειμένων που εμπνέονταν μεν απ’ τις ιστορίες της Βίβλου αλλά ανταποκρίνονταν πιο αποτελεσματικά στις νέες θεατρικές ανάγκες.

Ο Ντάριο Φο παρουσίασε για πρώτη φορά το 1969 το «Mistero Buffo» μια συρραφή θεατρικών μονολόγων που βασίζονται στα μεσαιωνικά μυστήρια. Στόχος του ήταν να μεταγράψει τις  κωμικές σκηνές που παρεμβάλλονταν στα λειτουργικά δράματα, τονίζοντας τη συνύπαρξη τραγικού και κωμικού και κάνοντας ταυτόχρονα μια κοινωνικοπολιτική σάτιρα. Γι’ αυτή του την  προσπάθεια άλλωστε τιμήθηκε με το  βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας.

Το «Mistero Buffo»  ξεπέρασε τις 5.000 παραστάσεις στην Ιταλία (σ.σ παίχτηκε ακόμα και σε γήπεδα ποδοσφαίρου) διατηρώντας τον χαρακτήρα του αφηγηματικού θεάτρου που παραπέμπει  συχνά σε λαϊκό παραμύθι και μεταφράστηκε σε 30 γλώσσες. Αξίζει να σημειωθεί ότι κάθε παράσταση περιελάμβανε διαφορετικές σκηνές, καθώς ο αριθμός των σκηνών είναι τόσο μεγάλος που δεν μπορούν να παρουσιαστούν σε μία μόνο παράσταση.

Η ομάδα Επτάρχεια με σκηνοθέτη τον Θωμά Μοσχόπουλο παρουσίασε μια εξαιρετική δουλειά καταφέρνοντας να κάνουν το κοινό να επικοινωνήσει μ’ αυτό το μακρινό κομμάτι της θεατρικής ιστορίας, αλλά αποδίδοντας συγχρόνως και την καυστική σάτιρα που επιχείρησε ο Ντάριο Φο.  Χωρίς σκηνικά, κοστούμια ή φωτισμούς οι 6 ηθοποιοί με αμεσότητα, μπρίο και εξαιρετικό έλεγχο των εκφραστικών τους μέσων μας χάρισαν μια απολαυστική παράσταση αποδεικνύοντας κυριολεκτικά ότι «ουκ εν τω πολλώ το ευ!

«Mistero Buffo»  του Ντάριο Φο

Θέατρο Θησείον

Μετάφραση-Σκηνοθεσία: Θωμάς Μοσχόπουλος
Παίζουν: Αννα Καλαϊτζίδου, Αννα Μάσχα, Κώστας Μπερικόπουλος, Αργύρης Ξάφης, Θάνος Τοκάκης, Γιώργος Χρυσοστόμου

«Γκόλφω» στο Εθνικό Θέατρο (Θέατρο Rex)

 

Golfw

Στην ορεινή Στύγα, εκεί όπου σύμφωνα με τους αρχαίους μύθους βρισκόταν η πύλη του κάτω κόσμου και Θεοί και θνητοί έδιναν τον ιερότερο όρκο, η Γκόλφω, μια νεαρή βοσκοπούλα ορκίζεται αιώνια αγάπη με τον Τάσο και αρνείται κάθε πολιορκία από το αρχοντόπουλο της περιοχής τον Κίτσο. Ο Τάσος αντίθετα, θαμπωμένος απ’ τα πλούτη, ενδίδει στα προξενιά που του κάνουν και συναινεί στο να παντρευτεί τη Σταυρούλα την κόρη του πλούσιου τσέλιγκα της περιοχής. Η Γκόλφω βαθιά χτυπημένη απ’ την προδοσία του αγαπημένου της αρχίζει να χάνει τα λογικά της και τον καταριέται, ενώ λίγο πριν τον γάμο τους, αλλάζει γνώμη και παίρνει πίσω την κατάρα. Συγχρόνως, φαρμακώνεται και πεθαίνει στην αγκαλιά του Τάσου που μετανιωμένος τρέχει στο κατόπι της.

Η «Γκόλφω», βουκολικό δραματικό ειδύλλιο σε πέντε πράξεις του Σπύρου Περεσιάδη(κορυφαίου τεχνίτη του είδους), παραστάθηκε αρχικά στην Ακράτα, τόπο διαμονής του συγγραφέα το 1893. Πολύ σύντομα όμως γνώρισε τεράστια επιτυχία κι εμφανίστηκε τόσο στην Αθήνα, όσο και στην υπόλοιπη ελληνική επαρχία καθώς και σε πόλεις του εξωτερικού με έντονο ελληνικό στοιχείο (Σμύρνη, Οδησσό, Παρίσι).

Ο Νίκος Καραθάνος προσέγγισε τη «Γκόλφω» με διάθεση ν’ αποτίσει φόρο τιμής σ’ ένα έργο σταθμό στην ιστορία του ελληνικού θεάτρου. Θεωρεί  τη «Γκόλφω»  κομμάτι της ευρύτερης πολιτιστικής μας κληρονομιάς, […ένα πανηγυρικό ρέκβιεμ προς τιμήν των προπάππων και των προγιαγιάδων μας, ένας χαιρετισμός σε μια Ελλάδα που έχει τελειώσει…]. Ταυτόχρονα, με την παράσταση του τιμά και την εγχώρια ιστορία των θεατρικών μπουλουκιών  που συχνά ενέτασσαν στο ρεπερτόριο τους τη «Γκόλφω». Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι η «Γκόλφω « λειτουργούσε σαν σωσίβια λέμβος αφού ήταν εγγυημένη επιτυχία για τους θιάσους.

Στα θετικά της παράστασης η σκηνοθεσία του Καραθάνου. Με μέτρο κι αίσθηση των ορίων της γραφικότητας,  καθοδήγησε την παράσταση έτσι ώστε να μην κινδυνεύει να καταλήξει μελό ή έντονα φολκλορική. Οι  φορτισμένες στιγμές έσπαγαν με έντεχνα κωμικά τερτίπια που αλάφραιναν την εξέλιξη του έργου. Ταυτόχρονα όμως, δεν μειώθηκε καθόλου η συγκίνηση και δεν μετακινήθηκε ο βασικός δραματικός άξονας του Περεσιάδη.

Οι μαύρες φουστανέλες και η κυριαρχία του μαύρου χρώματος γενικά αντί του αναμενόμενου λευκού έσπαγαν αφενός το έντονο παραδοσιακό στοιχείο, αφετέρου ενίσχυαν τη σκηνοθετική γραμμή. Εξαιρετικό το σκηνικό του με τους τεράστιους όγκους που παρέπεμπαν στα βουνά.

Ενδιαφέρουσα βρήκα την τριπλή διανομή στους ρόλους της Γκόλφως και του Τάσου. Οι ηθοποιοί άλλαζαν όχι με βάση την ηλικιακή διαφορά, αλλά την ψυχική κατάσταση όπως προέκυπτε εξελικτικά. Το ηλικιωμένο ζευγάρι στους ρόλους της Γκόλφως και του Τάσου είχε ένα πολύ ενδιαφέρον υπερφυσικό στοιχείο που έδεσε και με το «ανοιχτό» τέλος του έργου.

Στα αρνητικά στοιχεία της παράστασης, καταγράφω μια σύγχυση στον ρυθμό και την κίνηση των σκηνών του πλήθους που όμως πιστεύω ότι θ’ αποκατασταθεί όσο η παράσταση  προχωράει και  παγιώνεται σ’ ένα σχήμα.  Δεν μου άρεσε καθόλου η ενδυμασία με τις αρκούδες για τον ρόλο της Σταυρούλας και των φιλενάδων  της, αφού δεν ήταν καθόλου ευδιάκριτος ο συμβολισμός κι έβγαζε «εύκολο» γέλιο.

Άρτια η διανομή. Ξεχωρίζω πάντα την Εύα Σαουλίδου για το έντονο ταμπεραμέντο της και τη Λυδία Φωτοπούλου για την έξοχη τεχνική της. Δεν μου ταίριαξε καθόλου η Αλίκη Αλεξανδράκη σ’ όλο το σχήμα και το ύφος της παράστασης. Εξαιρετικός ο Άγγελος Παπαδημητρίου, μετρημένος ο Καραθάνος (τον έχουμε δει και σε καλύτερες υποκριτικές στιγμές), λίγος ο Χάρης Φραγκούλης, καλός ο παλαίμαχος Γιάννης Βογιατζής που αξιοπρεπέστατα λειτουργεί στη σκηνή κάτω από διαφορετικού ύφους σκηνοθετικές μπαγκέτες.

Δημιουργική και  πρωτότυπη η μουσική  του Άγγελου Τριανταφύλλου

 

«Γκόλφω» του Σπυρίδωνος Περεσιάδη

ΘΕΑΤΡΟ REX- ΣΚΗΝΗ «ΜΑΡΙΚΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ»

Σκηνοθεσία: Νίκος Καραθάνος

Σκηνικά – Κοστούμια: Έλλη Παπαγεωργακοπούλου

Μουσική: Άγγελος Τριανταφύλλου

Κίνηση: Αμάλια Μπένετ

Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος

Επεξεργασία κειμένου: Γιούλα Μπούνταλη

Βοηθός σκηνοθέτη: Διώνη Κουρτάκη

Βοηθός σκηνογράφου-ενδυματολόγου:Ευαγγελία Θεριανού

Διανομή:

Γκόλφω: Αλίκη Αλεξανδράκη, Λυδία Φωτοπούλου, Εύη Σαουλίδου

Τάσος: Γιάννης Βογιατζής, Νίκος Καραθάνος, Χάρης Φραγκούλης

Κίτσος: Άγγελος Τριανταφύλλου

Γιάννος : Μιχάλης Σαράντης

Αστέρω : Χριστίνα Μαξούρη

Θανάσουλας: Γιώργος Μπινιάρης

Δήμος : Γιάννης Κότσιφας

Σταυρούλα: Μαρία Διακοπαναγιώτου

Ζήσης: Άγγελος Παπαδημητρίου

Άγγλοι περιηγητές: Αλίκη Αλεξανδράκη, Χριστίνα Μαξούρη, Άγγελος Παπαδημητρίου, Λυδία Φωτοπούλου

 

«Μηχανή Άμλετ» στο Camp


Hamletmachine

Βαθιά πολιτικοποιημένος ο Χάϊνερ Μίλερ διάλεξε να εμπλέξει τον καταγγελτικό του μονόλογο με ένα απ’ τα αριστουργήματα του Σαίξπηρ πιθανότατα γιατί διέγνωσε εκλεκτικές συγγένειες… Άλλωστε, ο σαιξπηρικός Άμλετ είναι ένα αμιγώς πολιτικό έργο. Με στόχο την εξουσία διαπράττονται φοβερά εγκλήματα, ενώ το χυμένο αίμα είναι και η αφορμή για ευρύτερες υπαρξιακές ανησυχίες.

Η «Μηχανή Άμλετ» γράφτηκε το 1977 και καταπιάνεται με πολλά απ’ τα ζητήματα που απασχόλησαν τον Χάϊνερ Μίλερ, όπως οι ιδεολογίες, το θέμα της εξουσίας, ο καπιταλιστικός τρόπος ζωής, το κέρδος. Βαθιά απαισιόδοξο έργο αντικατοπτρίζει όλη τη φιλοσοφική σκέψη του συγγραφέα του και θέτει τα σχετικά ερωτήματα στον σύγχρονο άνθρωπο.

Νομίζω περιττεύει να ειπωθεί πόσο πολύ αφορά τον σημερινό θεατή όλη αυτή η υπαρξιακή αγωνία για το μέλλον της ανθρωπότητας και την θέση του ατόμου μέσα σ’ αυτό.

Παραστάθηκε έξοχα απ’ τη Μαριάννα Δημητρίου σ’ ένα ενδιαφέρον «one woman show» (sic) που θα μπορούσε να είναι ακόμα και νούμερο σ’ ένα σύγχρονο καμπαρέ (κι αυτό δεν το λέω καθόλου ειρωνικά). Ο λόγος της κι η παρουσία της είχαν μια τόλμη που ταίριαζε με το κείμενο, προκαλούσε και κράταγε σε εγρήγορση το κοινό, ενώ η σταδιακή αφαίρεση του κοστουμιού της -απόλυτα ενταγμένης μέσα στον ρόλο-  ήταν εντυπωσιακή, έξοχης αισθητικής, τεχνικής και θεατρικότητας.

 
Camp 

«Μηχανή Άμλετ» του Heiner Müller

 Μία παραγωγή των deviant GaZe

 

Μετάφραση: Ελένη Βαροπούλου
Σύλληψη-Σκηνοθεσία: Γιώργος Ζαμπουλάκης
Εγκατάσταση- Κουστούμι: Θάνος Βόβολης
Ερμηνεία : Μαριάννα Δημητρίου

Video: Αντώνης Σπίνουλας
Φωτογραφίες: Λίνα Προβή
Κατασκευή κοστουμιού: Olga  Evseeva

«Ο Καλός άνθρωπος του Σετσουάν» στη Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών


SETSOUAN

Σε μια επαρχία της Κίνας, οι Θεοί κατεβαίνουν αναζητώντας έναν καλό άνθρωπο τον οποίον και τελικά εντοπίζουν στο πρόσωπο της νεαρής πόρνης Σεν Τε. Για να την ανταμείψουν και να τη βοηθήσουν της δίνουν ένα χρηματικό ποσό που αυτή επενδύει αποφασίζοντας ν’ ανοίξει ένα καπνοπωλείο. Αντιμέτωπη μ’ έναν μικρόκοσμο κακών και συμφεροντολόγων ανθρώπων η Σεν  Τε σύντομα θ’ αντιληφθεί πόσο δύσκολο είναι να διατηρήσεις την καλοσύνη και την ακεραιότητα σου σ’ ένα διεφθαρμένο κόσμο. Για ν’ ανταπεξέλθει θ’ αναγκαστεί να εφεύρει ένα αδίστακτο alter ego.  Αυτόν τον άλλο εαυτό συνεπώς θα ενδύεται κάθε φορά που θα έρχεται αντιμέτωπη με μια δυσκολία, αφού το ένστικτο της επιβίωσης την καλεί να πηγαίνει κόντρα στη φυσική καλοσύνη της. Όταν μάθει πως είναι έγκυος, θα δώσει ακόμα μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων στον άλλο της εαυτό που θα εμφανιστεί ως τιμωρός σε όσους την έχουν πληγώσει. Η ανάγκη να προστατέψει το αγέννητο παιδί της την κάνει να πολεμήσει με νύχια και με δόντια προσπαθώντας να του εξασφαλίσει μια καλύτερη ζωή, αλλά ταυτόχρονα της δημιουργεί συνειδησιακό πρόβλημα αφού η τάση της να είναι καλή και συμπονετική υπερισχύει και οι δυο προσωπικότητες της συγκρούονται.

Μέσα από μια ποιητική αλληγορία ο Μπρεχτ προσπαθεί ν’ αγγίξει τα όρια του καλού και του κακού σ’ ένα έργο που αν και γράφτηκε το 1938 παραμένει πάντα επίκαιρο. Η παραβολή του «Καλού ανθρώπου του Σετσουάν» είναι η ανίχνευση της ανθρώπινης αντοχής και των  ηθικών ορίων σε μια κοινωνία που a priori είναι κακόβουλη και γεμάτη κακοτοπιές.  Στην πραγματικότητα, ο μεγάλος Γερμανός δραματουργός ακολουθεί μια παράδοση που αναζητά το καλό μέσα στο κακό. Αυτό το έχουμε συναντήσει και άλλοτε στη λογοτεχνία. Ήδη έναν σχεδόν αιώνα νωρίτερα (1868),  ο Ντοστογιέφσκι με τον «Ηλίθιο» φέρνει έναν καλό κι αθώο άνθρωπο ως  εξωτικό (sic) στοιχείο μέσα σ’ ένα περιβάλλον που δεν μπορεί να τον αφομοιώσει. Αλλά και η επιλογή απ’ τον Μπρεχτ της Σεν Τε να είναι πόρνη και μάλιστα ο καλός αυτός άνθρωπος που επιλέχθηκε απ’ τους Θεούς θυμίζει την περίπτωση της πόρνης  Μαρίας Μαγδαληνής με τον Ιησού.

Τα ηθικά ζητήματα που απασχόλησαν τον Μπρεχτ  σχετίζονταν άμεσα με τα πολιτικά του πιστεύω, ταυτόχρονα όμως δεν ήταν κι  ερήμην των κοινωνικών εξελίξεων, αφού λίγο αργότερα απ’ τον χρόνο συγγραφής του έργου, ο Β’ παγκόσμιος πόλεμος έμελλε ν’ αφήσει ανεξίτηλα ίχνη στην ανθρωπότητα. Ο συγγραφέας παρακολουθεί πως ο καλός άνθρωπος μέσα στην κοινωνία των θεριών μετατρέπεται σε εύκολη λεία. Αρκεί άραγε ν’ αλλάξει μια ολόκληρη κοινωνία για ν’ αλλάξει κι ο άνθρωπος σύμφωνα με τον Μαρξ ή μπορεί ένας άνθρωπος να προκαλέσει την αλλαγή;

Ο Μπρεχτ ήθελε μια σπουδαία ηθοποιό για τον βασικό ρόλο.  «Η Σεν Τε πρέπει να παιχτεί από μιαν ηθοποιό πρώτης τάξεως. Μόνο μια ευφάνταστη καλλιτέχνης μπορεί να παίξει έναν καλό άνθρωπο»

Όσοι τυχεροί παρακολουθήσουν την παράσταση θα νιώσουν ικανοποίηση από την ερμηνεία της Στεφανίας Γουλιώτη που δικαιώνει και με το παραπάνω την επιθυμία του συγγραφέα. Αεικίνητη, εφευρετική, σπαρακτική, σκεπτόμενη και προσηλωμένη είναι αυτή τη στιγμή η πιο σπουδαία ηθοποιός της γενιάς της.

Η Κατερίνα Ευαγγελάτου τόλμησε και κέρδισε το στοίχημα σε μια μεγάλη σκηνή για ένα ευρύτερο  και πιο  ποικιλόμορφο κοινό απ’ αυτό που μέχρι σήμερα παρακολουθούσε τις παραστάσεις της. Κατόρθωσε να δει το έργο με μια φρέσκια ματιά, τήρησε τους κανόνες της αποστασιοποίησης δημιουργώντας ένα ευχάριστο παιχνίδι ανάμεσα σε κοινό και ηθοποιούς και  ανέδειξε συγχρόνως την ποιητικότητα με το πολιτικό και κοινωνικό μήνυμα που φέρει το έργο χωρίς να είναι διδακτική. Το μη σκηνικό με την υπερυψωμένη σκηνή, η εσκεμμένη χρήση μικροφώνων για να κινητοποιείται το κοινό (χρησιμοποιήθηκε επιπλέον και τηλεβόας) και τα θαυμάσια κοστούμια (τόσο από καλλιτεχνικής όσο και από χρηστικής πλευράς, αφού με 2-3 στοιχεία άλλαζε ο ηθοποιός ρόλο), αλλά και η μουσική σύνθεση συνετέλεσαν σ’ ένα άξιο αποτέλεσμα. Βεβαίως, ιδιαίτερη αναφορά αξίζει και στους υπόλοιπους ρόλους της παράστασης που ενσαρκώθηκαν με χιούμορ κι εφευρετικότητα.

Κορυφαία η σκηνή της αλλαγής ρούχου από Σεν Τε σε Σούι Τα. Ο Μπρεχτ άλλωστε έχει επανειλημμένως  δείξει μέσα στα έργα του πόσο σοβαρά λαμβάνει την αλλαγή που υπαγορεύει το φαίνεσθαι στο είναι μέσω του ενδύματος (βλ «Βίος του Γαλιλαίου» και «Άντρας γι’ άντρα»)

«Ο Καλός άνθρωπος του Σετσουάν»

Κείμενο: Bertolt Brecht

Μετάφραση: Άννυ Κολτσιδοπούλου

(Πρόλογος: Η παράσταση ξεκινά με κείμενο γραμμένο από την Κατερίνα Ευαγγελάτου και τους ηθοποιούς. | Επίλογος: Η παράσταση τελειώνει με θραύσματα από τρία ποιήματα του Μπέρτολτ Μπρεχτ: «Πολλοί λατρεύουνε την τάξη», «Για τον φτωχό Μπ. Μπ.» και «Άλλαξε τον κόσμο: το ’χει ανάγκη».)

Σκηνοθεσία – Δραματουργική επεξεργασία – Επεξεργασία Μετάφρασης: Κατερίνα Ευαγγελάτου
Σκηνικά: Εύα Μανιδάκη
Μουσική: Σταύρος Γασπαράτος
Κοστούμια: Βασιλική Σύρμα
Κίνηση: Πατρίσια Απέργη
Σχεδιασμός φωτισμών: Σάκης Μπιρμπίλης
Μάσκες: Μάρθα Φωκά
Ειδικά εφέ: Μιχάλης Σαμιώτης

Ερμηνεύουν (αλφαβητικά): Στεφανία Γουλιώτη (Σεν Τε/ Σούι Τα), Αλεξάνδρα Λέρτα (Γυναίκα, Ιδιοκτήτρια Μι Τσου), Δαυίδ Μαλτέζε (Μαραγκός, Αστυνομικός, Γέρος), Νικόλας Παπαγιάννης (Άντρας, Τρίτος Θεός, Γιανγκ Σουν), Μαρία Παρασύρη (Χήρα Σιν, Κουνιάδα, Δεύτερος Θεός), Όμηρος Πουλάκης (Πρώτος Θεός, Κουνιάδος, Κουρέας Σου Φου), Νάνσυ Σιδέρη (Ανιψιός, Κυρία Γιανγκ, Γριά),Σωτήρης Τσακομίδης (Βανγκ, Παππούς, Ιερέας)

Βοηθός σκηνοθέτη: Ελένη Βλάχου
Β’ βοηθός σκηνοθέτη: Αφροδίτη Κατερινοπούλου
Βοηθός σκηνογράφου: Μάρω Τσάγκα

«Ζ» στο Εθνικό Θέατρο (Νέα Σκηνή)

 

Z

Δεν έχω διαβάσει το «Ζ» του Βασιλικού, ούτε έχω δει την ομώνυμη ταινία του Γαβρά. Γνώριζα ωστόσο τα γεγονότα γύρω απ’ τη δολοφονία του βουλευτή Γρηγόρη Λαμπράκη την άνοιξη του 1963. Ομολογώ ότι δεν φανταζόμουν καθόλου πώς θα μπορούσε όλο αυτό να πάρει θεατρική μορφή και πήγα κάπως επιφυλακτική στο θέατρο.

Η θεατρική προσαρμογή κι η σκηνοθεσία της Έφης Θεοδώρου ευτυχώς με διέψευσαν. Παρακολουθήσαμε μια παράσταση-ντοκουμέντο με στοιχεία θρίλερ. Ξέρεις τι θα συμβεί παρακάτω αλλά έχεις αγωνία. Μεστή, χωρίς να πλατειάζει, χωρίς να κλίνει η ζυγαριά υπέρ του ενός ή του άλλου με στενά κομματικά κριτήρια, η παράσταση επιχείρησε να φωτίσει το ψυχολογικό προφίλ των εμπλεκόμενων σ’ αυτή την ιστορία, τόσο του ίδιου του Λαμπράκη ως υπαρκτού αλλά και  λογοτεχνικού προσώπου, όσο και του ευρύτερου περιβάλλοντος.  Έτσι, ερευνώνται σε βάθος οι δράστες, οι ηθικοί αυτουργοί, η γυναίκα του δολοφονηθέντος, ο στενός περίγυρος της μιας ή της άλλης πλευράς, η κοινή γνώμη, οι επίσημες αρχές.

Η παράσταση δεν ενδιαφέρεται για καλούς ή κακούς, αλλά περνάει σαφές πολιτικό μήνυμα. Απ’ τη μια, φέρνει ξανά στο προσκήνιο  μια ιστορία που πενήντα χρόνια πριν βρήκε τον δρόμο της δικαιοσύνης, απ’ την άλλη η παρουσία της στη θεατρική σκηνή σ’ αυτή την ιδιαίτερη κοινωνική, οικονομική και πολιτική συνθήκη δίνει αφορμή για γενικότερους προβληματισμούς.

Οι ερμηνείες  ήταν λιτές κι ουσιαστικές, το δε σκηνικό εξαιρετικά ευφάνταστο (ένα μακρύ τραπέζι που παραπέμπει σε αίθουσα ανακρίσεων, ή γραφεία εφημερίδας…). Υποβλητική η μουσική του Νίκου Πλάτανου, αξιόλογη η διδασκαλία κίνησης απ’ τον Ερμή Μαλκότση.

Το «Ζ» είναι μια δουλειά συνόλου που τιμάει την ιστορία που το ενέπνευσε και που τιμάται 50 χρόνια μετά στη σκηνή του Εθνικού θεάτρου της χώρας.

Εθνικό θέατρο

Νέα Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος»

 «Ζ» του Βασίλη Βασιλικού

Δραματουργική προσαρμογή – Σκηνοθεσία: Έφη Θεοδώρου

Σκηνικά: Εύα Μανιδάκη
Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη
Μουσική: Νίκος Πλάτανος
Κίνηση: Ερμής Μαλκότσης
Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης
Βοηθός σκηνοθέτη: Ασπασία – Μαρία Αλεξίου

Παίζουν: Θανάσης Δήμου, Μαρία Κεχαγιόγλου, Γιάννης Κότσιφας, Χριστίνα Μαξούρη, Κίτυ Παϊταζόγλου, Γιάννος Περλέγκας, Χάρης Φραγκούλης, Νικόλας Χανακούλας, Νίκο Χατζόπουλος

«Ένα καρφί στον τοίχο» στο θέατρο του Νέου Κόσμου (Δώμα)

 

karfi

Ένα καρφί στον τοίχο είναι ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα σε τρεις ιστορίες που διαδραματίζονται στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Δυο άνθρωποι, ένας άνδρας και μια γυναίκα και σχέσεις που μεταβάλλονται. Έξι πρόσωπα εναλλάσσονται σ’ ένα μικρό διαμέρισμα της Αθήνας το 1970, το 1992 και το 2014, μέσα από διαφορετικές συνθήκες κάθε φορά.

Το πρώτο θεατρικό κείμενο του Λευτέρη Καταχανά φιλοδοξεί να φωτίσει μια διαχρονικότητα ανθρώπινων σχέσεων μεταβαλλόμενη κάθε φορά και φορτισμένη κάτω απ’ το ειδικό κοινωνικο πολιτικό βάρος κάθε εποχής. Έτσι, στην πρώτη ιστορία υπάρχει ο θύτης και το θύμα, στη δεύτερη ένα ζευγάρι που καλείται να λόγω απρόοπτων εξελίξεων, ενώ στη τρίτη ένα ζευγάρι του όχι και τόσο μακρινού μέλλοντος που λόγω κρίσης κι αδιεξόδου αποφασίζει ν’ αλλάξει τον τρόπο ζωής του.

Καλή η πρώτη αυτή προσπάθεια του Καταχανά, αλλά χρειάζεται δρόμος ακόμη αν ο νεαρός συγγραφέας επιθυμεί να συνεχίσει να γράφει για το θέατρο. Στο κείμενο του διακρίνει κανείς  ευαισθησία και προβληματισμό, αλλά η βασική του αδυναμία είναι ότι παραπέμπει σε κάπως παλιά θεατρική γραφή. Ως νέος άνθρωπος, οφείλει να επιδείξει περισσότερη τόλμη και να γράψει κάτι φρέσκο και ίσως ανατρεπτικό. Λείπουν εξάλλου τα καλά θεατρικά κείμενα από σύγχρονους έλληνες συγγραφείς.

Το « Ένα καρφί στον τοίχο» παρουσιάζεται στο δώμα, σ’ έναν μικρό χώρο όπου ηθοποιοί και κοινό ουσιαστικά συνυπάρχουν με ελάχιστη απόσταση ανάμεσα τους. Αυτό δημιουργεί δυσκολίες στον ηθοποιό υπό την έννοια ότι πρέπει να είναι πολύ άμεσος κι αληθινός. Η ατμόσφαιρα που δημιούργησαν οι δυο ηθοποιοί υπό την σκηνοθετική μπαγκέτα του Χρήστου Στέργιογλου είχε αυθεντικότητα, μέτρο και αίσθηση του χώρου και του χρόνου. Ωστόσο, δεν έλειψαν  μικρά προβλήματα ρυθμού που θεωρώ όμως ότι είναι φυσικό να προκύπτουν αφού η παράσταση είναι ακόμη στην αρχή της (σ.σ χθες ήταν η δεύτερη μέρα που παιζόταν).

Υποκριτικά, η Νικόλ Δημητρακοπούλου έχει μια εσωτερικότητα που φάνηκε κυρίως στην πρώτη ιστορία και τα δραματικά μέρη της δεύτερης. Ο Λευτέρης Καταχανάς χρειάζεται να «τσαλακωθεί» λίγο περισσότερο γιατί βγάζει  μια καθαρότητα που αντανακλά στο πρόσωπο του ακόμα κι όταν υποδύεται κάποιον αρνητικό χαρακτήρα (όπως τον άντρα στην πρώτη ιστορία).

Το «Ένα καρφί στον τοίχο» είναι η πρώτη φορά για τον σκηνοθέτη, τον συγγραφέα, τον  μουσικό της παράστασης. Είναι αισιόδοξο μήνυμα προς τις νέες ομάδες το ότι το πρώτο τους εγχείρημα βρήκε στέγη στο φιλόξενο περιβάλλον του θεάτρου του Νέου Κόσμου. Ελπίζω να τους δικαιώσει καλλιτεχνικά η συνέχεια

Θέατρο του Νέου Κόσμου (Δώμα)

«Ένα καρφί στον τοίχο»  του Λευτέρη Καταχανά

Συμπαραγωγή με την One Two Free

Σκηνοθεσία: Χρήστος Στέργιογλου

Μουσική: Μιχάλης Καταχανάς

Παίζουν οι ηθοποιοί

Νικόλ Δημητρακοπούλου

Λευτέρης Καταχανάς

 

Δείτε κι εδώ

 


Επισκεψιμότητα

  • 193,439 hits

Αρχείο


Follow

Ενημερωθείτε για κάθε νέα δημοσίευση στο email σας.

Μαζί με 32 ακόμα followers