Archive Page 11

«Χαίρε Νύμφη» στο Θέατρο Τέχνης (Φρυνίχου)


Την  ιστορία της Ρόζας Στάγγα αφηγείται ο Γρηγόριος Ξενόπουλος στο διήγημα του «Χαίρε Νύμφη» που διαδραματίζεται στην Αθήνα του ’30. Η 16χρονη Ρόζα, άβγαλτο κοριτσόπουλο καλής οικογένειας παρασύρεται απ’ τον επιτήδειο Ζοζό, πέφτει στην ερωτική παγίδα που της στήνει κι αναπόφευκτα παίρνει τον κακό δρόμο.

Απ’ αυτές τις λίγες γραμμές νομίζω γίνεται αμέσως προφανές ότι μια τέτοια ιστορία δύσκολα θα μπορούσε να σταθεί στη σημερινή εποχή, αφενός γιατί κανένα κορίτσι 16χρονών δεν είναι τόσο ανυποψίαστο, αφετέρου γιατί τα ήθη της εποχής είναι πια εντελώς διαφορετικά.

Η συντηρητική κοινωνία που τόσο εύστοχα αποτυπώνει ο Ξενόπουλος στο διήγημα του ήταν απολύτως υπαρκτή  σχεδόν μέχρι τα μισά του περασμένου αιώνα κι  ως εκ τούτου πίσω απ’ τα μυθιστορηματικά πρόσωπα της Ρόζας και του Ζοζού κρύβονται πολλές πραγματικές περιπτώσεις κοριτσιών που λοξοδρόμησαν κι αποτέλεσαν ντροπή για την οικογένεια και τον μικρόκοσμο τους, αλλά και αγοριών που  με την πρόφαση των σπουδών, έκαναν χρηματικές αφαιμάξεις των οικογενειών τους κι επιδίδονταν σε αλήτικη συμπεριφορά.

Αυτά άλλωστε αποτελούν και λάιτ μοτίφ πολλών ταινιών του ελληνικού κινηματογράφου.

Εύστοχα η Λένα Κιτσοπούλου διέγνωσε ότι το έργο χρήζει μιας σημαντικής  ανακαίνισης (sic) για να πει κάτι στον σημερινό θεατή και να μην παρασταθεί σαν απλοϊκή ηθογραφία. Κι έτσι, χωρίς να του αλλάξει καθόλου την  ιστορία -διατηρεί ακόμα και τον αρχικό τίτλο-, τη διογκώνει, την φτάνει στα άκρα, τη μεταμφιέζει και μας τη δίνει  μέσα από έναν παραμορφωτικό καθρέφτη που προκαλεί το γέλιο, αλλά κρύβει μεγάλο δράμα πίσω του. Για παράδειγμα, η εικόνα της Ρόζας Στάγγα παραπέμπει στην προσφάτως αδικοχαμένη Είμι Γουάινχάουζ πιθανότατα για να είναι αναγνωρίσιμη, αλλά αυτό δεν μειώνει καθόλου την τραγικότητα της ηρωίδας. Στην προκειμένη δε περίπτωση, θα λέγαμε ότι τη μεγαλώνει κιόλας.

Η Λένα Κιτσοπούλου είναι αναμφίβολα μια ταλαντούχα προσωπικότητα που αρέσκεται όμως στην υπερβολή. Ξέρει να διαβάσει καλά ένα κείμενο, είτε πρόκειται για δικό της, είτε για επέμβαση σε κάποιο άλλο, έχει θεατρικό αισθητήριο, γνωρίζει τους σκηνικούς κώδικες έχει χιούμορ, αλλά έχει κι εμμονές. Κουράζει κάποιες στιγμές με τις αριστοφανικού τύπου παραβάσεις της (ευτυχώς αυτή τη φορά ήταν μικρής διάρκειας κι όχι διδακτική), επαναλαμβάνει αγαπημένα της μοτίβα, εξακολουθεί να χρησιμοποιεί μάσκες που έχουν πια παραφορεθεί και κουράσει, τραβάει στα άκρα την ιστορία εξουθενώνοντας τον θεατή. Παρόλα αυτά όμως, φεύγει κανείς γενικά ικανοποιημένος από τις παραστάσεις της αρκεί να είναι σε θέση ν’ αναγνωρίσει ότι και η παρωδία είναι αναγκαία για να μην βαραίνει ο άνθρωπος απ’ τις τραγωδίες της ζωής.

Η Μαρία Πρωτόπαππα είναι απ’ τις πλέον αξιόλογες ηθοποιούς της γενιάς της. Μ’ αρέσει ο τρόπος που κινείται στη σκηνή κι ερμηνεύει τον ρόλο της. Μοιάζει σχεδόν σαν να τον υπονομεύει κι έχει αξιοθαύμαστο αυτοέλεγχο.

Πολύ καλός ήταν κι ο Γιάννος Περλέγκας στον ρόλο του κακού κι ιντριγκαδόρου Ζοζού. Το ενδιαφέρον με τον Περλέγκα ήταν ότι κατόρθωσε να υποκριθεί έναν κακό παλαιάς κοπής κι αυτό είναι άξιο λόγου αν αναλογιστεί κανείς το νεαρό της ηλικίας του.

Συνεπής με τον ρόλο του και μετρημένος ο Αλέξανδρος Τσώτσης ως  φτωχός πλην τίμιος υπαλληλάκος που ναι μεν θέλει να σηκώσει ανάστημα, αλλά δεν τολμά. Απολαυστικός ο Γιάννης Κότσιφας και στους δύο ρόλους, ως Τοτός και ως συντηρητικός αδερφός. Καταλυτική η παρουσία της Ιωάννα Μαυρέα στον ρόλο της μητέρας Στάγγα.

Η σκηνή ανάμεσα στη μητέρα και τη Ρόζα με αφορμή τον επικείμενο γάμο της Ρόζας ήταν μια πολύ δυνατή και συγχρόνως σπαρακτική στιγμή του  έργου.

Η σκηνοθεσία της Κιτσοπούλου με τη συνδρομή όλων των συνεργατών της σε επίπεδο σκηνικών, κοστουμιών, μουσικής και υποκριτικής δικαίωσε απόλυτα  το τελικό αποτέλεσμα.

Θέατρο Τέχνης (Φρυνίχου)

«Χαίρε Νύμφη» του Γρηγόριου Ξενόπουλου

σε διασκευή Λένας Κιτσοπούλου

Σκηνοθεσία : Κιτσοπούλου Λένα

Σκηνικά : Παπαγεωργακοπούλου Έλλη

Κοστούμια : Παπαγεωργακοπούλου Έλλη

Μουσική : Κυπουργός Νίκος

Φωτισμοί : Βλασσόπουλος Νίκος

Μουσική επιμέλεια : Ο θίασος

Διανομή

Ρόζα: Μαρία Πρωτόπαππα
Ζοζός: Γιάννος Περλέγκας
Τοτός/Χρηστάκης: Γιάννης Κότσιφας
Ανδρομάχη/Ευριδίκη/Χαρίκλεια: Ιωάννα Μαυρέα
Αργύρης: Αλέξανδρος Τσώτσης
Νότα/Γεωργία: Ντάνη Γιαννακοπούλου
Βασίλης: Γιάννης Καπελέρης
Νέλλη: Λένα Κιτσοπούλου

Στο χορό και στη χορωδία συμμετέχουν και οι:
Κώστας Σιλβέστρος, Κώστας Ανδρικόπουλος, Κώστας Παπαγεωργίου, Ελένη Κατωμερή

 

«Ο Ορφέας στον Άδη» στο Εθνικό Θέατρο

Πρόκειται για ένα απ’ τα λιγότερο γνωστά και σπανίως παιγμένα έργα του Τέννεση Ουίλλιαμς . Βαθειά ποιητικό όπως άλλωστε και το σύνολο του έργου του Αμερικανού συγγραφέα, πραγματεύεται τον μύθο του Ορφέα σε μια σύγχρονη μεταφορά του στον συντηρητικό αμερικανικό νότο του’ 50.

Χρειάστηκαν γύρω στα 17 χρόνια προκειμένου «ο Ορφέας» να πάρει τη μορφή με την οποία μας είναι πλέον γνωστός.

Το 1939, ο Τέννεση Ουίλλιαμς είχε γράψει ένα έργο με δύο πράξεις και τίτλο «Η μάχη των Αγγέλων. Φαίνεται ωστόσο ότι δεν έμεινε ικανοποιημένος απ’ το τελικό αποτέλεσμα κι έτσι μέχρι το 1957 που παρουσιάστηκε «ο Ορφέας» στη Νέα Υόρκη, διόρθωνε συνεχώς το πρώτο του κείμενο. Στο τελικό αποτέλεσμα κράτησε ορισμένους μόνο απ’ τους χαρακτήρες της «μάχης των Αγγέλων» και άλλαξε ουσιαστικά τα τρία τέταρτα του αρχικού έργου.

«Ο Ορφέας στον Άδη» εμπνέεται απ’ τον κλασικό μύθο του Ορφέα και τον θρίαμβο του έρωτα, αφού ο μυθολογικός ήρωας κατεβαίνει στον Άδη προκειμένου να φέρει πίσω την αγαπημένη του Ευριδίκη.

Στην κατά Ουίλλιαμς μεταφορά του, ο νεαρός Βαλ έρχεται σε μια επαρχιακή πόλη κι αναστατώνει τον κλειστό και συντηρητικό περίγυρο, ενώ ερωτεύεται την Λέιντι, γυναίκα ενός γηραιού εμπόρου και με τον  έρωτα του της προσφέρει μια ανάσα οξυγόνου απ’ τη βαρετή και καταπιεστική ζωή της και την ψευδαίσθηση μιας φευγαλέας ευτυχίας.

Η Μπάρμπαρα Βέμπερ, έστησε μια καλοφτιαγμένη παράσταση  διατηρώντας όλη την ατμόσφαιρα που προσδιορίζει  το έργο στον χώρο και τον χρόνο, χωρίς να κάνει ηθογραφία, αλλά αντιθέτως προσθέτοντας  μια καρικατουρίστικη υπερβολή  που του πήγαινε.  Σ’ αυτό το αισθητικό αποτέλεσμα συνέβαλαν κατά πολύ τα εξαιρετικά κοστούμια και το σκηνικό, ενώ δεν θα μπορούσα να πω το ίδιο για τον φωτισμό που σε κάποιες στιγμές  βρήκα ως κι ενοχλητικό. Για κάποιον λόγο, πολλές εικόνες της παράστασης μου θύμιζαν σκοτεινά κόμικς. Δεν ξέρω  τι είχε στο μυαλό της η Βέμπερ και δεν έχω διαβάσει και καμιά της συνέντευξη σχετικά, αλλά ο σερίφης, ο άρρωστος Τόρανς στο αναπηρικό αμαξίδιο,  η ζωγράφος Βη,  οι Μπιούλα και Ντόλυ  και η άγρια Κάρολ έμοιαζαν  με καρτουνίστικες φιγούρες.

Οι ερμηνείες όμως στο σύνολο τους υπήρξαν μέτριες και όχι ιδιαίτερα εμπνευσμένες, αφού εξαντλήθηκαν στο εξωτερικό τους περίγραμμα. Βρήκα πολύ χαριτωμένες τις περσόνες της Θέμιδας Μπαζάκα και Άλκηστις Πουλοπούλου που λειτούργησαν σε όλη τη διάρκεια της παράστασης σαν σχολιαστές των τεκταινομένων. Η Γιούλικα Σκαφιδά  ήταν καλή αλλά όχι ουσιαστική και κινδυνεύει να υιοθετήσει ως μανιέρα τον ρόλο της ατίθασης κι επαναστάτριας νέας (ρόλο με τον οποίο είχε κάνει τηλεοπτική επιτυχία).

Ο Ανδρέας Κωνσταντίνου στον ρόλο του Βαλ είχε κάποιες καλές στιγμές, ωστόσο δεν είδαμε καμία κορύφωση.

Η Λυδία Φωτοπούλου είναι εξαιρετική ηθοποιός. Χάρη στην ευαισθησία και την ποιητικότητα με την οποία ερμηνεύει τον ρόλο της κατόρθωσε να επιβάλλει τον δικό της ρυθμό στην παράσταση και να συμπαρασύρει και τους υπόλοιπους στον ποιητικό κόσμο του Ουίλλιαμς. Νιώθω ότι χωρίς αυτήν, η παράσταση θα ήταν σαφώς φτωχότερη.

«Ο Ορφέας στον Άδη» του Τέννεση Ουίλλιαμς

(Κτίριο Τσίλλερ – Νέα Σκηνή«Νίκος Κούρκουλος)

 

Μετάφραση: Γιώργος Δεπάστας
Σκηνοθεσία: Barbara Weber
Σκηνικά: Michel Schaltenbrand
Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη
Μουσική: Άγγελος Τριανταφύλλου
Φωτισμοί: Νίκος Βλασσόπουλος
Δραματουργική συνεργασία: Armin Kerber
Βοηθός σκηνοθέτη: Ξένια Θεμελή

Διανομή
Ντέηβιντ Κατρήρ, Ντογκ,: Νίκος Αλεξίου
Βη Τάλμποτ: Μισέλ Βάλλεϋ
Σερίφης Τάλμποτ: Γιώργος Κοτανίδης
Βαλ Ξαβιέ: Ανδρέας Κωνσταντίνου
Ντόλυ, Δέσποινις Πόρτερ: Θέμις Μπαζάκα
Μπιούλα: Άλκηστις Πουλοπούλου
Κάρολ Κατρήρ: Γιούλικα Σκαφιδά
Πήγουη: Άγγελος Τριανταφύλλου
Λέηντυ Τόρανς: Λυδία Φωτοπούλου
Τζέημπ Τόρανς: Μηνάς Χατζησάββας

«Ο τυχαίος θάνατος ενός αναρχικού» στο θέατρο Αλκμήνη ως 29/11

Δεν συνηθίζω να δημοσιεύω τα δελτία τύπου, αλλά κάνω μια εξαίρεση γιατί αυτή η προσπάθεια αξίζει τον κόπο.

Δημοσιεύω όπως μου το έστειλαν. Αν θέλετε κι άλλες πληροφορίες, δείτε κι εδώ.

Παιδιά, καλή επιτυχία και φέτος που είναι πιο δύσκολα…

__________________________________________________

Μια μικρή ενημέρωση (ελπίζω να μην καταχραζόμαστε τον χώρο σας): η παράσταση συνεχίζεται για δεύτερο χρόνο και για 14 παραστάσεις στο θέατρο Αλκμήνη, κάθε Τετάρτη και Πέμπτη, με είσοδο 6 ευρώ. Μάλιστα χρησιμοποιούμε τον οικείο τίτλο του “Τυχαίου θάνατου ενός αναρχικού”!

Περισσότερες πληροφορίες εδώ: http://cheapmelodrama.wordpress.com/

Ευχαριστούμε

«Αμφιτρύων» του Μολιέρου στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου

Ο Δίας γοητεύεται απ’ την Αλκμήνη σύζυγο του βασιλιά της Θήβας Αμφιτρύωνα και για να την κάνει δική του, παίρνει τη μορφή του άντρα της λίγο πριν αυτός επιστρέψει νικητής από τη μάχη. Με προπομπό τον Ερμή που κι αυτός δανείζεται τη μορφή του δούλου του Αμφιτρύωνα Σωσία, πείθεται η Νύχτα να παρατείνει τη διάρκεια της για να καλύψει τη συνεύρεση Αλκμήνης – Δία.  Όταν όμως την επόμενη μέρα επιστρέφει ο Αμφιτρύωνας, ξεκινάει μια σειρά  από παρεξηγήσεις και διασκεδαστικά περιστατικά που περιπλέκουν ακόμα περισσότερο την κατάσταση. Η λύση θα έρθει από τον από μηχανής Θεό…

Την παραπάνω ιστορία που σαν αποτέλεσμα είχε τη γέννηση του ημίθεου Ηρακλή σκαρφίζεται ο Μολιέρος αντλώντας στοιχεία απ’ την ελληνική μυθολογία, αλλά δανειζόμενος τεχνική απ’ τον θαυμαστό κόσμο της Comedia del’ arte.

Ο Μολιέρος αν κι έχει περάσει στη συνείδηση του κοινού ως κωμικός συγγραφέας, δεν έγραφε αβασάνιστα απλές κωμωδιούλες (sic), αλλά συνήθως στόχευε στη σάτιρα είτε συγκεκριμένων ανθρώπινων ελαττωμάτων ή συμπεριφορών. Ο «Αμφιτρύωνας» ανήκει στη δεύτερη κατηγορία και είναι η τέταρτη φορά – μετά τον «Ταρτούφο», τον «Μισάνθρωπο» και τον «Δον Ζουάν» που ο Μολιέρος στηλιτεύει την υποκρισία. Παράλληλα, στον «Αμφιτρύωνα» θίγονται και μια σειρά από σημαντικά ζητήματα, όπως αυτό της ίδιας της ύπαρξης και της αντίληψης μας γύρω απ’ αυτήν και της θεϊκής εξουσίας.

Την εποχή που παρασταίνεται ο « Αμφιτρύωνας» (1668), στη Γαλλία βασιλεύει ο Λουδοβίκος ο 14ος ή αλλιώς Βασιλιά Ήλιος (Le Roi Soleil). Ο Μολιέρος είναι αγαπητός συγγραφέας της βασιλικής αυλής. Ήδη απ’ το 1665 ο θίασος του είναι ο επίσημος θίασος  του ίδιου του Βασιλιά. Δεν διστάζει ωστόσο ν’ ασκήσει κριτική στον Βασιλιά που εκείνη την εποχή διατηρεί παράνομη σχέση με την Madame de Maintenon. Λέγεται ότι ο σύζυγος της Madame de Maintenon έγινε έξαλλος  με την παράσταση, ενώ ο ίδιος ο Λουδοβίκος την κατευχαριστήθηκε. Και πώς θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά αφού ο Μολιέρος με την απαράμιλλη τεχνική του, απ’ τη μια τον κριτικάρει «ξεμπροστιάζοντας» τον κι απ’ την άλλη τον θεοποιεί εξομοιώνοντας τον με τον Δία.

Δεν ξέρω γιατί ο Λευτέρης Βογιατζής συμφώνησε να σκηνοθετήσει Μολιέρο σ’ ένα τόσο ανοιχτό θέατρο. Ο ίδιος δήλωσε ότι αν και στην αρχή τον τρόμαξε η επιλογή του χώρου, σιγουρεύτηκε όταν είδε διάφορες σωζόμενες παραστάσεις από θιάσους της Comedia del’ arte σε ανοιχτούς χώρους με αρχαία ερείπια.

Η Επίδαυρος καλώς ή κακώς είναι ταυτισμένη με το αρχαίο δράμα και παρόλο που τα τελευταία χρόνια έχει παραχωρηθεί και σ’ άλλα είδη, ένα είναι το δεδομένο που δεν μπορεί κανείς να παρακάμψει. Η ακουστική. Ο λόγος πρέπει ν’ ακούγεται κι αυτό σημαίνει ότι οι ηθοποιοί οφείλουν να έχουν καλά ασκημένες φωνές, να μην γίνεται βοηθητική χρήση μικροφώνων (γιατί έτσι ακυρώνεται η ουσία της επιλογής του χώρου) και να είναι «ανοιχτό» (sic)  το θέαμα. Δεν είναι π.χ δυνατόν να παιχτεί επιτυχώς στην Επίδαυρο ψυχολογικό δράμα δωματίου.  Επιπροσθέτως, η κωμωδία σαν είδος  (όχι η αττική) έχει κάποια χαρακτηριστικά που δεν υπακούουν στους κανόνες της Επιδαύρου. Ο ρυθμός της, η κίνηση του ηθοποιού, ο ατακαριστός λόγο, οι χειρονομίες, οι εκφράσεις του προσώπου κόκ είναι πράγματα που θες ν’ ακούς και να βλέπεις καλύτερα κι αυτό δεν γίνεται παρά να χαθεί σ’ ένα τόσο μεγάλο θέατρο.

Έχω την εντύπωση ότι αν η ίδια παράσταση παιζόταν σε κλειστό χώρο, θα είχε τη μαγεία εκείνη που χαρακτηρίζει όλες τις δουλειές του Βογιατζή.

Έχω γράψει και παλιότερα ότι τον  Βογιατζή τον θαυμάζω. Παρακολουθώ ανελλιπώς τις παραστάσεις του τα τελευταία χρόνια και ακόμα διατηρώ στη μνήμη μου εικόνες απ’ αυτές.Ο Λευτέρης Βογιατζής είναι σημαντικός σκηνοθέτης. Συγκεντρωτικός και με εμμονή στη λεπτομέρεια προκειμένου να πετύχει την αισθητική αρτιότητα που επιζητεί, κάνει μακροχρόνιες πρόβες κι έχει «δεθεί» τεχνικά με πολύ μικρής κλίμακα σκηνή. Αυτό είναι σημαντικό να ειπωθεί γιατί έστω και υποσυνείδητα, είναι σαν να έχει μάθει να στήνει τις δουλειές του καλύτερα σε μικρούς και κλειστούς χώρους.

Ο «Αμφιτρύωνας» είχε καλές στιγμές, αλλά η γενική εντύπωση ήταν ότι επρόκειτο για μια παράσταση χωρίς νεύρο και ζωντάνια και με έκδηλα σημάδια υποκριτικής και σκηνοθετικής αμηχανίας. Επίσης, υπήρχαν  σημαντικά προβλήματα ακουστικής σε όλη σχεδόν τη διάρκεια της παράστασης, ανάλογα με το πού ήταν στραμμένοι οι ηθοποιοί.

Μου άρεσε το γαϊτανάκι της έναρξης, οι ηθοποιοί που κρέμονταν σαν μαριονέτες έρμαια στη βούληση των Θεών, η Νύχτα στρογγυλοκαθισμένη στον θρόνο της, ο Ερμής στα ξυλοπόδαρά του, οι εμφανείς επιρροές απ’ την μεγάλη παράδοση της Comedia del’ arte που σοφά χρησιμοποίησε ο Βογιατζής αφού κι ο ίδιος ο Μολιέρος είχε εμπνευστεί απ’ αυτήν.

Δεν μου άρεσαν οι ήχοι ζώων και πουλιών, κάλυπταν κάποιες φορές τις φωνές των ηθοποιών. Δεν κατάλαβα τη μεταμόρφωση της Νύχτας σε υποβολέα που έφερνε βόλτα την ορχήστρα παραπαίοντας σε ψηλά τακούνια και διορθώνοντας τους ηθοποιούς.

Δεν μου άρεσε που οι ηθοποιοί έμοιαζαν σαν να είχαν χωριστεί σε δύο κατηγορίες: σ’ αυτούς που υπάκουσαν περισσότερο στη σκηνοθετική γραμμή και σ’ αυτούς που ακολούθησαν το ένστικτό τους για να σωθούν. Θα ξεχωρίσω από πλευράς ερμηνειών τον Νίκο Κουρή, τον Χρήστο Λούλη και τον Γιώργο Γάλλο. Βρήκα αδιάφορη την Αλκμήνη της Μουτούση, λίγη την Κλεάνθη της Σαουλίδου, απολαυστική τη Γουλιώτη ως Νύχτα αλλά κουραστική ως υποβολέα και δυστυχώς πολύ κακό τον Ήμελλο που μπαλαφάριζε  συνεχώς κι έδωσε έναν καρτουνίστικο Σωσία στερώντας μας απ’ τις δραματικές αποχρώσεις του ρόλου που τόσο έντεχνα έχει δημιουργήσει ο Μολιέρος.

Εξαιρετική η μετάφραση της Χρύσας Προκοπάκη, ενδιαφέρουσα η άποψη των κοστουμιών του Μέντη με κυρίαρχο ενιαίο χρώμα το πράσινο, ευρηματικό το σκηνικό της Μανιδάκη.

Αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου

«Αμφιτρύων» του Μολιέρου

Μετάφραση: Χρύσα Προκοπάκη

Σκηνοθεσία: Λευτέρης Βογιατζής

Σκηνικά: Εύα Μανιδάκη

Κοστούμια: Άγγελος Μέντης

Μουσική: Δημήτρης Καμαρωτός

Κίνηση: Ερμής Μαλκότσης

Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος

Βοηθοί σκηνοθέτη: Ελένη Ευθυμίου, Χάρης Φραγκούλης

Βοηθοί ενδυματολόγου: Ελένη Καριώρη, Ευσταθία Ραφτοπούλου

Διανομή:

Ερμής: Χρήστος Λούλης

Νύχτα: Στεφανία Γουλιώτη

Σωσίας: Δημήτρης Ήμελλος

Δίας: Νίκος Κουρής

Αλκμήνη: Αμαλία Μουτούση

Κλεάνθη: Εύη Σαουλίδου

Αμφιτρύων: Γιώργος Γάλλος

Στρατηγοί :
Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης,
Κωνσταντίνος Ασπιώτης,
Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος,
Ανδρέας Κωνσταντίνου,
Χάρης Φραγκούλης,
Νικόλας Χανακούλας

 

«Ο Αμερικάνος» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη στο Θέατρο Βράχων

Ενάμιση αιώνα περίπου μετά τους πρώτους μετανάστες, η αναζήτηση στέγης κι εργασίας σε ξένους τόπους όχι μόνο δεν έχει σταματήσει, αλλά συνεχίζεται με ξέφρενους ρυθμούς. Αν θέλουμε να το περιορίσουμε στη χώρα μας, αυτή όχι μόνο δέχεται ανεξέλεγκτη εισροή μεταναστών αλλά αρχίζει να στέλνει πάλι  τα «παιδιά της» στους ξένους τόπους λόγω της δυσχερούς οικονομικής κατάστασης.

Με τον «Αμερικάνο» του Παπαδιαμάντη, ολοκληρώνω μια άτυπη τριλογία γύρω από τις  παραστάσεις της φετινής σεζόν που είχαν σχέση με τη μετανάστευση. Πιο κοντά στον Παπαδιαμάντη, ο Ανδρέας Κορδοπάτης του Αντωνίου, κάπως διαφορετικές οι «Πατρίδες» των Ρέππα-Παπαθανασίου που εξετάζουν το θέμα πιο σφαιρικά και με περισσότερη αναφορά στο σήμερα.

Ένας άνδρας μέσης ηλικίας κάνει ξαφνικά την  εμφάνιση του στον μικρό τόπο (σ.σ Σκιάθος) παραμονές Χριστουγέννων. Οι ντόπιοι τον κοιτούν περίεργα, αφού τόσο η εξωτερική του εμφάνιση όσο και η ομιλία του έχουν κάτι το ξενόφερτο.  Εκείνος περιεργάζεται τα μέρη, κάνει μοναχικές βόλτες, κάτι ψάχνει να βρει.

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης γράφει τον  Αμερικάνο το 1891 και μ’ αυτόν τον τρόπο κάνει το δικό του σχόλιο για τη μετανάστευση στον Νέο Κόσμο.  Δεν ονομάζει το διήγημα του τυχαία «Ο Αμερικάνος». Ο μεσήλικας που επιστρέφει στη γενέθλια γη είναι ένας ξένος για τους γύρω του, αλλά κι ο ίδιος ως ξένους τους αντιμετωπίζει. Δεν είναι μόνο τα πολλά χρόνια της ξενιτιάς, αλλά και η αλλαγή στα ήθη και τα έθιμα που ορίζει αυτή την αποξένωση. Ακόμα και η μητρική γλώσσα ξεχνιέται σιγά- σιγά στην ξένη χώρα και η επικοινωνία με τους ομόγλωσσους καταντά αστεία και γραφική με ένα σωρό παρανοήσεις κι αδεξιότητες.

Μας πιάνει δέος σήμερα αναλογιζόμενοι τους ανθρώπους που μετανάστευσαν πριν τις απαρχές του 20ου αιώνα. Πόση προσπάθεια, τα μεταφορικά μέσα, το ατέλειωτο ταξείδι, ο αποχωρισμός – τις πιο πολλές φορές παντοτινός- από τ’ αγαπημένα τους πρόσωπα.

Κι απ’ την πλευρά των «ξένων» όμως, μήπως όλη αυτή η προσπάθεια να αλλάξουν 180 μοίρες οφειλόταν στην ανάγκη τους ν’ αφομοιωθούν απ‘ την ξένη γη, να ξεχάσουν τη μιζέρια της πατρίδας;  Άλλωστε, εκείνα τα χρόνια οι διαφορές στις συνθήκες διαβίωσης ανάμεσα στην Ελλάδα και δη στην επαρχία και στην Αμερική ήταν αγεφύρωτες.

Το διήγημα του Παπαδιαμάντη διασκευάστηκε θεατρικά για να χωρέσει(sic) τελικά σε παράσταση μιας ώρας, όπου ο ηθοποιός συνυπάρχει επί σκηνής με μια μουσικό.

Ο Θανάσης Σαράντος κράτησε άξια τον ρόλο του αφηγητή αλλά και των υπόλοιπων προσώπων που ζωντάνεψαν μέσα από τις αλλαγές στη φωνή, στη στάση του σώματος, την κίνηση, τα ελάχιστα σκηνικά αντικείμενα (ουσιαστικά μια βαλίτσα). Ουσιαστική ήταν η μουσική κι οι ήχοι σε όλη τη διάρκεια της παράστασης που σε συνδυασμό με την ιδιαίτερη γλώσσα και ύφος του Παπαδιαμάντη κατάφεραν να κρατήσουν αμείωτο το ενδιαφέρον.

«Ο Αμερικάνος» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

Θέατρο Βράχων

Σκηνοθεσία-Ερμηνεία: Θανάσης Σαράντος
Ερμηνεία ζωντανής μουσικής: Τάνια Γιαννούλη
Μουσική σύνθεση: Λάμπρος Πηγούνης
Σκηνική Επιμέλεια: Λίνα Μότσιου
Βοηθός σκηνοθέτη: Δημήτρης Κερεστεντζής
Φωτογραφίες: Μαριλένα Σταφυλίδου, Τάκης Βεκόπουλος

« Αθανάσιος Διάκος – η επιστροφή» στην Πειραιώς 260 (Φεστιβάλ Αθηνών 2012)

 

Ο Αθανάσιος Διάκος γλυτώνει τελευταία στιγμή τον οδυνηρό θάνατο (σούβλισμα) χάρη στην έγκαιρη επέμβαση ενός από μηχανής Θεού. Επιπλέον, «δραπετεύει» μαζί με την αγαπημένη του Κρουστάλλω στον χρόνο και προσγειώνεται στη σημερινή εποχή όπου ο τρόπος ζωής τους είναι μικροαστικός μεν, η δε ομιλία τους έμμετρη (στον γνωστό μας απ’ τη δημοτική ποίηση δεκαπεντασύλλαβο).

Πρόκειται για το νέο εγχείρημα της Λένας Κιτσοπούλου με αφορμή τον Αθανάσιο Διάκο.  Η επιλογή του κεντρικού ήρωα προέκυψε τυχαία όπως εξομολογείται η συγγραφέας. Με αφορμή το βασανιστήριο στο οποίο υπεβλήθη ο Αθανάσιος Διάκος, στόχος της κυρίως ήταν ν’ αναρωτηθεί τι ορίζεται ως βασανιστήριο σήμερα, απ’ το ψυχολογικό ως το σωματικό.

Ο Αθανάσιος Διάκος της παράστασης, είναι ένας μικρομεσαίος ιδιοκτήτης ψησταριάς στου Ψυρρή που καλείται ν’ αντιμετωπίσει την κρίση στον γάμο του με την Κρουστάλλω και να ισορροπήσει ανάμεσα στις παράλογες απαιτήσεις της για μια ζωή όπως ορίζουν οι τάσεις της εποχής μας και στα ιδανικά που υπήρχαν όταν οι άνθρωποι πάσχιζαν να ελευθερώσουν την Ελλάδα απ’ τον τουρκικό ζυγό.

Η σύλληψη είχε αναμφισβήτητα ενδιαφέρον. Πώς θα ένιωθε άραγε ένας ήρωας της ελληνικής επανάστασης  αν διακτινιζόταν στη σημερινή εποχή; Πώς θα ντυνόταν, τι δουλειά θα έκανε, πώς θα μιλούσε; Ο έμμετρος λόγος υπήρξε ένα επιπλέον ατού και αναμφίβολα ήταν μια παράσταση που έβγαζε γέλιο. Η Κιτσοπούλου ξέρει να γράφει και να στήνει μια παράσταση, έχει θεατρική αίσθηση, γνωρίζει από καλές ατάκες αλλά αρέσκεται να προκαλεί χωρίς όρια. Αυτό το τελευταίο είναι και η ένσταση μου για όλο το εγχείρημα. Θα μπορούσε κάλλιστα να είχε μείνει στο αρχικό μέρος του ευρήματος της, στην προσπάθεια της να εντάξει έναν άνθρωπο του 19ου αιώνα στον 21ο με τα σχετικά ευτράπελα που θα προέκυπταν. Αντ’ αυτού, ανακάτεψε και πολλά άλλα ζητήματα με αποκορύφωμα να φτάσει να μιλάει ακόμα και για το Κυπριακό, τις τεταμένες σχέσεις Ελλάδας-Τουρκίας, το Κουρδικό, την έλλειψη αισθητικής και παιδείας του νεοέλληνα κόκ. Επιπλέον, έντυσε την παράσταση με εικόνες απ’ την ιστορία των πρωτοπλάστων και τον Εσταυρωμένο ως σύμβολα οι μεν για τα δεινά του ανθρώπινου γένους, ο δε για την μάταιη θυσία του. Κάπως έτσι ξέφυγε εντελώς το μέτρο και το δεύτερο μισό της παράστασης είχε ξεφουσκώσει παρά τις φιλότιμες προσπάθειες των ηθοποιών και την αποδοχή του κοινού ( του εκπαιδευμένου θεατρικού κοινού πρέπει να τονίσω που αν και η συγγραφέας και σκηνοθέτης βγήκε κι επί σκηνής και τους τα’ χωσε(sic) – κατά την προσφιλή της μέθοδο- την καταχειροκρότησαν στο τέλος)

Η Κολιανδρή ήταν στην καλύτερη ως τώρα θεατρική της στιγμή. Ο Καραθάνος που επανειλημμένως έχω γράψει ότι προτιμώ στην κωμωδία,  έχει αποκτήσει μια μανιέρα που δυστυχώς σπανίως πια αποχωρίζεται. Δεν γίνεται να είσαι ίδιος τονικά κι εκφραστικά στον Συρανό, ίδιος στου Κουτρούλη τον γάμο και ίδιος στον Αθανάσιο Διάκο…

Οι μουσικές, ο σκηνικός χώρος και τα κοστούμια ήταν ομολογουμένως εμπνευσμένα.

« Αθανάσιος Διάκος – η επιστροφή» της Λένας Κιτσοπούλου

Πειραιώς 260 (Φεστιβάλ Αθηνών 2012)

Σκηνοθεσία: Λένα Κιτσοπούλου

Σκηνικά – Κοστούμια: Μαγδαληνή Αυγερινού

Φωτισμοί: Νίκος Βλασόπουλος

Βοηθός σκηνοθέτη: Άννα Νικολάου

Μουσική επιμέλεια: Ο θίασος

Σχεδιασμός ήχου: Κωστής Παυλόπουλος

Ερμηνεύουν:

Νίκος Καραθάνος, Έμιλυ Κολιανδρή, Γιάννης Κότσιφας, Ιωάννα Μαυρέα, Λένα Κιτσοπούλου, Γιάννος Περλέγκας.

 

«Οιδίπους τύραννος» στην Επίδαυρο



Πόσο δύσκολο είναι να σκηνοθετήσει ξανά κανείς ένα έργο που παίζεται συνεχώς μέσα στους αιώνες, μια τραγωδία τόσο γνωστή στον κόσμο, την  τέλεια τραγωδία σύμφωνα με τον χαρακτηρισμό του Αριστοτέλη στη μελέτη του «περί Ποιητικής» γα το αρχαίο δράμα.

Τι καινούργιο έχει να περιμένει ο θεατής που ήδη ξέρει το έργο, είτε γιατί το θυμάται απ’ το σχολείο, είτε γιατί είναι μέσα στην πολιτισμική του παράδοση ή πολύ απλά γιατί το έχει ξαναδεί;

Τι κάνεις μ’ έναν χώρο σαν αυτόν  της Επιδαύρου για όλη την ιστορία και την αύρα που κουβαλάει; Πώς ο «ξένος» σκηνοθέτης  θα κερδίσει την εμπιστοσύνη του κοινού ιδιαίτερα μετά τις αποδοκιμασίες των τελευταίων χρόνων σε συναδέλφους του για τις καινοτομίες που έφεραν στον Ιερό χώρο;

Ο Τσέζαρις Γκραουζίνις  ήρθε με μια τιμιότητα στην Επίδαυρο και στο αρχαίο δράμα. Ήρθε σαν επαγγελματίας που βάζει κατά μέρους την αλαζονεία και λειτουργεί με γνώμονα τη γνώση, την κρίση και την εμπειρία του. Διάλεξε μια γνωστή στο ελληνικό κοινό μετάφραση κι επενέβη με κάποιες μικρές αλλαγές, διασκευάζοντας το αρχικό κείμενο. Αυτό που ουσιαστικά έκανε όπως ομολογεί ο ίδιος ήταν μια «οργάνωση» του κειμένου του Σοφοκλή. Αφαίρεσε πολλά επαναλαμβανόμενα πράγματα, κάποια κομμάτια χορικών που αποδεδειγμένα κουράζουν τον σημερινό θεατή. Βασική του επιδίωξη ήταν ν’ ακουστεί καταρχήν ο λόγος του αρχαίου ποιητή. Ο ηθοποιός λοιπόν βρίσκεται στο κέντρο, ενώ χρησιμοποιείται η διανομή των τριών ανδρών υποκριτών όπως γινόταν την εποχή του Σοφοκλή. Το αποτέλεσμα ήταν μια παράσταση απολύτως αφαιρετική. Για τον Γκραουζίνις άλλωστε, ο μινιμαλισμός  είναι το πιο αριστοκρατικό ύφος στο θέατρο.

Υπήρξε μια απ’ τις πιο ξεκούραστες παραστάσεις που έχω ποτέ παρακολουθήσει στην Επίδαυρο. Απ’ την αρχή της εισόδου του θιάσου στη σκηνή, ως το τέλος, το ενδιαφέρον ήταν αμείωτο. Στέκομαι ιδιαιτέρως στα πολύ πρωτότυπα σκηνικά που δεν επέβαλαν καθόλου την παρουσία τους στον χώρο, αντίθετα έδωσαν λύσεις που εντυπωσίασαν. Μου άρεσε πολύ η σκηνή της ένδυσης της Ιοκάστης επί σκηνής.  Ο ηθοποιός (Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης) που υποδύεται την Ιοκάστη δεν έρχεται στη σκηνή βαμμένος και ντυμένος γυναίκα. Κάτι τέτοιο άλλωστε, θα μπορούσε να προκαλέσει το γέλιο στον σημερινό θεατή. Αντίθετα,  με τη βοήθεια των άλλων  ηθοποιών μπαίνει σ’ ένα τεράστιο φόρεμα και γίνεται αμέσως η βασίλισσα, χωρίς επιπρόσθετα στολίδια. Έτσι κι αλλιώς, η παράσταση δεν επεδίωξε να δώσει ένα νατουραλιστικό ύφος στο έργο. Τα πρόσωπα που υποδύονταν οι ηθοποιοί ήταν βασικά η ιδέα του τάδε ή του δείνα κι όχι ο ήρωας αυτός καθαυτός.

Μοναδικό αρνητικό σημείο εντόπισα κάποιες στιγμές στην αρχή της παράστασης, όπου ο συγκεκριμένος τονισμός μιας λέξης ή ο τρόπος κίνησης ενός μέλους του χορού, έκαναν το κοινό να γελάει τη στιγμή που παρακολουθούσε τραγωδία κι όχι κωμωδία. Ευτυχώς, δεν επαναλήφθηκαν.

Αρχαίο θέατρο Επιδαύρου

«Οιδίπους τύραννος» του Σοφοκλή

Μετάφραση: Μίνως Βολανάκης

 Σκηνοθεσία: Τσέζαρις Γκραουζίνις

 Σκηνικά – Κοστούμια: Κέννι Μακλίλαν

 Φωτισμοί: Νίκος Βλασόπουλος

 Μουσική: Δημήτρης Θεοχάρης

Ερμηνεύουν:

Αιμίλιος Χειλάκης
Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης
Χρήστος Σαπουντζής
Κώστας Κορωναίος
Αλμπέρτο Φάις
Γιάννης Τσεμπερλίδης
Κώστας Σειραδάκης
Παναγιώτης Εξαρχέας
Ονίκ Κετσογιάν
Γιώργος Παπανδρέου
Τζεφ Μααράουι

Συμπαραγωγή: Εταιρία Αρτivities / ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. ΒΟΛΟΥ


Επισκεψιμότητα

  • 191,864 hits

Αρχείο


Follow

Ενημερωθείτε για κάθε νέα δημοσίευση στο email σας.

Μαζί με 31 ακόμα followers