Archive Page 11

«Μεσοπόλεμος» από τον θίασο Κανιγκούντα

 

Ο Μεσοπόλεμος ως αφορμή, ως ανάγκη κατανόησης του παρόντος μας και ως ιστορική αναφορά είναι το νέο εγχείρημα της ομάδας Κανιγκούντα. Κλείνοντας ειρωνικά το μάτι τους στο σήμερα, οι συντελεστές του «Μεσοπολέμου» δανείζονται απ’ το παρελθόν για να καταλήξουν στη διαπίστωση ότι συνήθως οι άνθρωποι ζούνε σε σημαντικές ιστορικές περιόδους χωρίς να το ξέρουν.

Η συναισθηματική φόρτιση μετά το τέλος του Α’ Μεγάλου Πολέμου που έμελλε ν’ αλλάξει τη ζωή της ανθρωπότητας σε συνδυασμό με τις αλλαγές που αυτός επέφερε σε όλους τους τομείς,  λειτούργησε καταλυτικά στις γενιές εκείνες που χωρίς να έχουν συναίσθηση ζούσαν σ’ ένα μεσοδιάστημα∙  σε αναμονή για τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι άνθρωποι εκείνοι βγαίνοντας καταρρακωμένοι από τη φρίκη του πολέμου, πανηγύρισαν το τέλος του και έτρεφαν την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο αγνοώντας το εκ νέου αιματοκύλισμα.

Ο «Μεσοπόλεμος» είναι ουσιαστικά μια συρραφή από  κείμενα τόσο σημαντικών εκπροσώπων των γραμμάτων όπως του Σεφέρη, του Τερζάκη, του Μυριβήλη, του Θεοτοκά όσο και κάποιων ελασσόνων πεζογράφων (Α. Λευκός, Ν. Κατηφόρης, Ειρήνη Αθηναία, Στ. Ξεφλούδας). Όλα τους συνυπάρχουν αρμονικά μαζί με σπάνια οπτικά και ηχητικά ντοκουμέντα (παρακολουθούμε π.χ μέρος του «Προμηθέα Δεσμώτη» από τις Δελφικές γιορτές του 1926, ακούμε Εμπειρίκο αλλά και πολιτικούς λόγους της εποχής. Βιώνουμε εκ νέου την προσφυγιά που γέννησε η Μικρασιατική καταστροφή κόκ.

Η ομάδα Κανιγκούντα ταξειδεύει στο παρελθόν για να κατανοήσει/δικαιολογήσει/εξηγήσει το σήμερα καταδεικνύοντας ότι η ανθρώπινη ιστορία κάνει κύκλους κι ότι ο άνθρωπος είναι τελικά η καταλυτική αυτή μορφή που θα επιλέξει ν’ αφήσει το στίγμα της για καλό ή κακό…

Το διαμέρισμα  που φιλοξένησε την παράσταση στάθηκε η ιδανικότερη επιλογή και πώς να μην είναι άλλωστε αφού για πενήντα  σχεδόν χρόνια στέγασε την προσωπική ζωή του Κατακουζηνού ενώ παράλληλα υπήρξε κι ένας χώρος που  φιλοξένησε διάσημες προσωπικότητες της εποχής, ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών. Αυτό το σπίτι-μουσείο με την αύρα όλων αυτών των σημαντικών ανθρώπων που το επισκέφθηκαν μαρτυρά με το εσωτερικό του τη σύγχρονη ελληνική ιστορία. Στα ίδια έπιπλα κάθισαν οι κορυφαίοι εκπρόσωποι της γενιάς του’ 30, στους ίδιους τοίχους κρέμονται τα έργα του Γουναρόπουλου, του Τσαρούχη, του Γκίκα, την ίδια  θέα προς τον Εθνικό κήπο και το Κοινοβούλιο βλέπει πάντα ο επισκέπτης.

«Μεσοπόλεμος» από τον θίασο Κανιγκούντα

Δραματουργική σύνθεση – σκηνοθεσία: Μαρία Μαγκανάρη.

Καλλιτεχνική επιμέλεια: Γιάννης Λεοντάρης.

Κοστούμια: Θάλεια Ιστικοπούλου.

Φωτισμοί: Μαρία Γοζαδίνου.

Πρωτότυπη μουσική: Νίκος Ντούνας.

Μουσική Επιμέλεια: Νίκος Ντούνας – Κανιγκούντα.

Βοηθός σκηνοθέτη: Βασιλική Σκευοφύλαξ.

Παίζουν: Σύρμω Κεκέ, Ευθύμης Θέου, Θανάσης Δόβρης, Ανθή Ευστρατιάδου, Μαίρη Λούση, Μαριάννα Τζανή.

«Πυρκαγιές» στο Εθνικό Θέατρο


Τα δεινά του πολέμου και το παράλογο που αυτός μπορεί να γεννήσει πραγματεύεται το θεατρικό έργο του Λιβανοκαναδού Wajdi Mouawad που επικεντρώνει το θέμα του σε μια ανθρώπινη ιστορία με φόντο την ατέλειωτη αιματοχυσία της Μέσης Ανατολής. Με αφορμή τις σκληρές πολεμικές συγκρούσεις η εκ πρώτης όψεως συνηθισμένη ιστορία αγάπης που μας αφηγείται ο συγγραφέας μεταβάλλεται διαρκώς και παίρνει απρόβλεπτη τροπή μέσα στον παραλογισμό του πολέμου.

Δυο δίδυμα αδέρφια, ο Σιμόν και η Ζαν καλούνται να σεβαστούν τις τελευταίες επιθυμίες της μητέρας τους και παράλληλα να λύσουν τα αινίγματα που τους κληροδοτεί με τη διαθήκη της. Ξεκινάνε έτσι ένα ταξίδι στην πατρίδα της μητέρας τους  κι ακολουθούν τη διαδρομή της μέσα απ’  τα πολιτικά γεγονότα που στιγμάτισαν την προσωπική της ζωή, χωρίς να ξέρουν ότι ξετυλίγουν μ’ αυτόν τον τρόπο και το νήμα της ίδιας τους της ύπαρξης.

Ο Mouawad δανείζεται απ’ τον μύθο του Οιδίποδα εστιάζοντας σ τον  «ανυποψίαστο» άνθρωπο που αναζητάει την αλήθεια με όποιο τίμημα και που καλείται να συμβιώσει αρμονικά μαζί της όταν τη φέρει στην επιφάνεια.

Εκδίκηση, μίσος, πόνος, οργή, εγκατάλειψη, κατανόηση, συγχώρεση, αγάπη είναι μερικά μόνο από τα συναισθήματα των  ηρώων του που θυμίζουν  έντονα εμβληματικές μορφές της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας  γεννώντας τον έλεο, τον φόβο και τελικά την κάθαρση.

Είδα την παράσταση  μετά την ταινία το σενάριο της οποίας επιμελήθηκε ο Villeneuve (διασκευάζοντας απ’ το θεατρικό του Mouawad) κι έτσι δεν μπόρεσα να αποφύγω τη σύγκριση. Η μεγάλη οθόνη παρέχει το πλεονέκτημα της δύναμης της εικόνας και της δυνατότητας μιας πολλαπλής και παράλληλης αφήγησης μέσα στον χώρο και τον χρόνο.  Η ανατροπή μπορεί να σχεδιαστεί καλύτερα και να ξαφνιάσει με πιο αποτελεσματικό τρόπο τον θεατή.

Στο θέατρο υπάρχει εξαρχής ο περιορισμός του χώρου και των προσώπων. Θ’ απαλειφθούν κάποια πράγματα, θα χρησιμοποιηθεί περισσότερο ο λόγος , θα γίνει «οικονομία» σκηνών και δράσης.

Με δεδομένους ωστόσο αυτούς τους περιορισμούς, η σκηνοθεσία του Κωνσταντίνου Αρβανιτάκη  υπήρξε ενδιαφέρουσα κι ευρηματική. Καταρχήν,  «πήγαινε» πολύ στο συγκεκριμένο έργο η επιλογή του σκηνικού χώρου ( για πρώτη φορά έγινε χρήση της Κεντρικής  σκηνής εγκαινιάζοντας έτσι το  «Επί Σκηνής»). Οι θεατές τοποθετούνται σε καρέκλες και μαξιλάρια πάνω στη σκηνή, ενώ με την έναρξη της παράστασης κατεβαίνει η αυλαία απομονώνοντας  τη Σκηνή απ’ το υπόλοιπο θέατρο.

Το «βιομηχανικό» περιβάλλον της σκηνής χωρίς καμιά αλλαγή ή προσθήκη σκηνικών, η σωστή εναλλαγή των φωτισμών με δραματικές αποχρώσεις καθώς και η διατήρηση των σεκάνς όπως στην κινηματογραφική εκδοχή, έδωσαν μια ιδιαίτερα αισθαντική ατμόσφαιρα. Ωστόσο, το δεύτερο μέρος υπήρξε πολύ πιο αργό και φλύαρο ενώ δεν αποφεύχθηκε και μια μελό διάσταση στην κατάληξη του έργου που κατά τη γνώμη μου υπήρξε ατυχής.

Απ’ τη διανομή θα ξεχωρίσω τη Λένα Παπαληγούρα που υποδύθηκε τη Ναουάλ σε νεαρή ηλικία και που θεωρώ πως ήταν η καλύτερη στιγμή της στο θέατρο μέχρι στιγμής. Δυναμική η Χριστίνα Μαξούρη , καλή η  Μαρία Κεχαγιόγλου στον ρόλο της ενήλικης Ναουάλ αλλά υπερβολική στον ρόλο της Ζιχάν. Πολύ καλή στις σιωπές της η Θέμις Μπαζάκα, έπαιξε με ουσιαστικό τρόπο τη Ναουάλ σε μεγάλη πια ηλικία. Η σκηνή της μαρτυρίας  στο δικαστήριο υπήρξε εξόχως  συγκινητική χωρίς υπερβολές.

Υπερβολικοί όμως οι Δημήτρης Πιατάς και Μιχάλης Μητρούσης που δυστυχώς δεν  μπόρεσαν ν’ αποφύγουν τη μανιέρα τους. Στα άκρα η ερμηνεία του Βασίλη Παπαγεωργίου, υποτονικοί οι υπόλοιποι ηθοποιοί που σε άλλες παραστάσεις έχουν δώσει σαφώς καλύτερα δείγματα υποκριτικής.

«Πυρκαγιές» του Wajdi Mouawad

ΕΠΙ ΣΚΗΝΗΣ (ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΚΗΝΗ)

Μετάφραση: Έφη Γιαννοπούλου

Σκηνοθεσία – Φωτισμοί :Κωνσταντίνος Αρβανιτάκης

Κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου

Μουσική επιμέλεια: Κώστας Σουρβάνος

Βίντεο: Μιχάλης Κλουκίνας

Βοηθός σκηνοθέτη: Βάλια Ποιμενίδου

Επιμέλεια κίνησης – χορογραφία: Ξένια Θεμελή

Δραματολόγος παράστασης: Χριστίνα Λιάτα

Διανομή:

Ζιχάν, Ναουάλ ΙΙ: Μαρία Κεχαγιόγλου

Ζαν: Ιωάννα Κολλιοπούλου

Ελχάμ, Σαουντά: Χριστίνα Μαξούρη

Ραλφ, Πολιτοφύλακας, Αμπντετλμάλακ:Μιχάλης Μητρούσης

Ναζίρα, Ναουάλ ΙΙΙ: Θέμις Μπαζάκα

Γιατρός, Ξεναγός, Σαμσεντίν: Θεμιστοκλής Πάνου

Σιμόν, Ουαχάμπ: Βασίλης Παπαγεωργίου

Νιχάντ: Νικόλας Παπαγιάννης

Ναουάλ Ι: Λένα Παπαληγούρα

Ερμίλ, Αμπντεσάμαντ: Δημήτρης Πιατάς

Αντουάν, Φαχίμ, Φωτογράφος: Γιώργος Συμεωνίδης

«Ψευδαισθήσεις» στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων


Ο  πολυσχιδής και βραβευμένος τόσο για τη θεατρική όσο και για την κινηματογραφική του δραστηριότητα Ιβάν Βιριπάγεφ ξεκίνησε να γράφει ένα έργο για την αιώνια αγάπη χωρίς όμως να καταφύγει στη γνωστή  συνταγή του ρωσικού ψυχολογικού θεάτρου το οποίο μέμφεται κιόλας χαρακτηρίζοντας το ψευτο-ψυχολογικό.

Προκειμένου να υπηρετήσει τον στόχο του, κατέφυγε σε τεχνικές  αποδέσμευσης από μια «κανονική» θεατρική παράσταση κι εστίασε καταρχήν στην ιδιαίτερη σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα σε ηθοποιούς και κοινό θέλοντας να προσδώσει ένα διαδραστικό στοιχείο. Αξιοποιώντας λοιπόν  τη σύμβαση που χαρακτηρίζει κάθε παράσταση εν τη γενέση της, αποδόμησε  ο,τιδήποτε θα μπορούσε να παραπέμπει σε μια αναμενόμενη κανονικότητα  κι έπαιξε με το παιχνίδι των ανατροπών στοχεύοντας να διατηρήσει αμείωτο το ενδιαφέρον των θεατών σε όλη τη διάρκεια της παράστασης.

Τέσσερις νέοι ηθοποιοί μιλούν για δύο παντρεμένα ζευγάρια. Αφηγούνται ιστορίες από τα νιάτα τους ως την ημέρα του θανάτου τους κι ανιχνεύουν (sic)  την αυταπάτη του απόλυτου έρωτα και του νοήματος της ζωής. Οι  ηθοποιοί εναλλάσσονται στο μικρόφωνο επί σκηνής. Ο ένας συνεχίζει την ιστορία απ’ το σημείο που την άφησε ο άλλος προσθέτοντας σε σασπένς και δράση.

Ουσιαστικά η παράσταση δεν χρησιμοποιεί τίποτα παραπάνω από 4 μαυροπίνακες κι ένα μικρόφωνο αλλά αυτά είναι αρκετά για να δούμε στα μάτια μας να ζωντανεύουν οι ιστορίες των δύο ζευγαριών. Τους βλέπουμε μπροστά μας , χωρίς ουσιαστικά να τους βλέπουμε σε όλες σχεδόν τις ηλικιακές φάσεις τους, καλύπτοντας ένα  διάστημα 50 χρόνων. Με άλλα λόγια, δεν τους υποδύεται κανείς, αλλά αυτοί στέκουν ολοζώντανοι στη σκηνή.

Οι «Ψευδαισθήσεις»  είναι ένα νέο έργο κι αξίζει ν’ αναφερθεί ότι γράφτηκε κατά  παραγγελία του θεάτρου του Χέμνιτς στη Γερμανία, όπου κι έκανε πρεμιέρα τον περασμένο Δεκέμβριο. Η παρουσίαση του στην Αθήνα και συγκεκριμένα στο θέατρο της Οδού Κυκλάδων που με την ευκαιρία αυτή γιορτάζει τα 30 του χρόνια, ακολουθεί το πέρασμα του από  θεατρικές σκηνές της Μόσχας, της Κρακοβίας, της Βαρσοβίας, της Ζυρίχης και του  Εδιμβούργου.

Η Κατερίνα Ευαγγελάτου έστησε μια φρέσκια παράσταση διατηρώντας όλα εκείνα τα στοιχεία που απαιτεί η γραφή του Βιριπάγιεφ. Η σκηνοθεσία της είχε χιούμορ, ευαισθησία κι ελαφρότητα σε δόσεις τέτοιες που να μπορεί να διατηρήσει την ισορροπία σ’ αυτό που αποζητά ο συγγραφέας, χωρίς να γελοιοποιείται αλλά ούτε και να σοβαρεύει. Άξιοι συνοδοιπόροι της σ’ αυτό οι τέσσερις ηθοποιοί που με την αμεσότητα τους κέρδισαν θετικές εντυπώσεις, αλλά εξίσου και οι υπόλοιποι συντελεστές στη μετάφραση, τα φώτα, τα σκηνικά και τα κοστούμια.

Θέατρο της Οδού Κυκλάδων

«Ψευδαισθήσεις» του Ιβάν Βιριπάγεφ

Μετάφραση: Ελένη Μπακοπούλου

Σκηνοθεσία: Κατερίνα Ευαγγελάτου

Σκηνικά-Κοστούμια: Εύα Μανιδάκη

Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος

Διανομή:

Παντελής Δεντάκης

Αλεξία Καλτσίκη

Βασίλης Κουκαλάνι

Ηλέκτρα Νικολούζου

«Ρίττερ, Ντένε, Φος» στη Σφενδόνη


Μια οικογενειακή ιστορία έρχεται στην επιφάνεια με το τρομερό «Ρίττερ, Ντένε, Φος» του Τόμας Μπέρνχαρντ, μια ιστορία που τα κομμάτια της ενώνονται σαν ένα παζλ κατά τη διάρκεια ενός δείπνου ανάμεσα σε τρία αδέρφια με σκοπό τον εορτασμό της εξόδου του ενός απ’ το ψυχιατρείο. Αξίζει να ειπωθεί ότι όλο το έργο διαδραματίζεται μέσα σε μια ημέρα, τηρώντας την αριστοτελική ενότητα χρόνου και χώρου.

Σύμφωνα με τα λεγόμενα του ίδιου του συγγραφέα, το υλικό του ο Μπέρνχαρντ το αντλεί από τον Λούντβιχ  Βιτγκενστάιν και τον ανιψιό του Πάουλ που ήταν στενός του φίλος. Αυτοί οι δυο αποτελούν το ένα σκέλος της εξίσωσης Ρίττερ, Ντένε, Φος , δηλαδή τον Φος, όπως έχει εξομολογηθεί ο συγγραφέας.

Ωστόσο, διαβάζοντας κανείς τα βιογραφικά του, μένει με την πεποίθηση ότι ο Μπέρνχαρντ γράφει το «Ρίττερ, Ντένε, Φος» σαν μια προσπάθεια ίσως να ξορκίσει και  την δική του οικογενειακή ιστορία. Δεν είναι ξεκάθαρο βέβαια κατά πόσο αυτό είναι συνειδητό,  είναι όμως τελικά αναπόφευκτο για κάποιον που κουβαλάει στις προσωπικές του αποσκευές θλιβερές αναμνήσεις απ’ τα παιδικά του χρόνια .Ο Μπέρνχαρντ δεν γνώρισε τον πατέρα του κι ένιωθε πάντα έντονη την απόρριψη απ’ τη μητέρα του η οποία θεωρούσε την ύπαρξη του καταστροφική για τη δική της  ευτυχία.

Στο «Ρίττερ, Ντένε, Φος» τρία αδέρφια προσπαθούν ν’ αποκηρύξουν το οικογενειακό παρελθόν τους  με ό, τι αυτό συνεπάγεται. Η έλλειψη της αγάπης των γονιών τους , η αυταρχικότητα, η καταπίεση και η ευκολία που τους παρείχε η τάξη και η τεράστια περιουσία τους, έχει διαλύσει τις προσωπικότητες τους, έχει πληγώσει τον ψυχικό τους κόσμο κι έχει αδρανοποιήσει τα συναισθήματα τους. Ο αγώνας για επιβίωση του ενός σημαίνει την ψυχική εξόντωση του άλλου. Παράλληλα, είναι κι οι τρεις τόσο εξαρτημένοι ο ένας απ’ τον άλλον όσο και με το πιο ασήμαντο οικογενειακό κειμήλιο του πατρικού σπιτιού τους. Σ’ αυτό το σπίτι-μαυσωλείο, δεν τολμούν ν’ αγγίξουν τίποτα σαν να μην τους ανήκει. Χρησιμοποιούν τα σερβίτσια της μητέρας, τα τραπεζομάντηλα της γιαγιάς, τρώνε γύρω απ’ τα ζωγραφισμένα πορτρέτα των προγόνων, υιοθετούν τις κινήσεις των γονιών τους, κάθονται στις ίδιες θέσεις μ’ αυτούς στο τραπέζι…

Η παράσταση των τριών ηθοποιών που υποδύονται και τα ισάριθμα πρόσωπα του έργου έφερε τη σφραγίδα της από κοινού σκηνοθεσίας. Έχω ξαναγράψει ότι οι ομαδικές σκηνοθεσίες με βρίσκουν αντίθετη. Ο σκηνοθέτης είναι το πρόσωπο αυτό που λειτουργεί σαν τον μαέστρο της παράστασης. Οι ηθοποιοί-όργανα πρέπει να υπακούνε σ’ αυτόν.

Σε μια παράσταση που οι ρόλοι είναι όσοι και οι σκηνοθέτες συν ενός επιπλέον, ο καθένας μπορεί ν’ αφοσιωθεί τόσο στον εαυτό του που να μην μπορέσει να επικοινωνήσει με τον άλλον. Με άλλα λόγια είναι σαν ο καθένας να έχει την  ευθύνη μόνο του εαυτού –ρόλου του και να μην ασχολείται με τον άλλον. Η σκηνική συνύπαρξη δεν είναι τίποτα άλλο απ’ την λογική των συγκοινωνούντων δοχείων.

Στη συγκεκριμένη παράσταση, οι ρόλοι αποδόθηκαν σωστά χάριν της πολύτιμης εμπειρίας των τριών ηθοποιών. Ωστόσο, κάποια προβλήματα ρυθμού κι έντασης οφείλονται στην απουσία του ενός που θα είχε τον πρώτο και τελευταίο λόγο∙ που θα έβλεπε με άλλα λόγια το όλον κι όχι μέρος της συνολικής εικόνας. Το σκηνικό της Εύας Μανιδάκη απόδωσε μια χαρά την αίσθηση του μεγαλοαστικού αυστηρού σπιτιού, ενώ ένα ανοξείδωτο πλέγμα σαν ντεκόρ γύρω-γύρω, στα μάτια μου πήρε την εξήγηση του ιστού μιας αράχνης που μεταφορικά έχει κυκλώσει τα τρία αδέρφια και τις ζωές τους. Οι φωτισμοί μπορούσαν να είναι αρτιότεροι και να μην εναλλάσσονται τόσο βίαια.

Απ’ τις τρεις ερμηνείες στέκομαι περισσότερο σ’ αυτήν της  Άννας Κοκκίνου. Η ηθοποιός υπήρξε λιτή κι ουσιαστική στην ερμηνεία της. Οι Δημήτρης Καταλειφός και Ράνια Οικονομίδου με παρέπεμπαν κάποιες στιγμές σε παλιότερες ερμηνευτικές τους στιγμές. Νιώθω ότι δεν μπόρεσαν ν’ αποποιηθούν εύκολα τη μανιέρα τους.

Δεν θα ήταν σωστό να συγκρίνω την παράσταση αυτή μ’ εκείνη του Λευτέρη Βογιατζή προ εικοσαετίας. Ήταν απ’ τις πρώτες σημαντικές θεατρικές μου εμπειρίες και παρόλο που τότε λόγω ηλικίας δεν ήμουν σε θέση να κατανοήσω το έργο, θυμάμαι ακόμα σκόρπιες σκηνές από τις ερμηνείες των Βογιατζή, Κονιόρδου και Λαζαρίδου.

Δύσκολο έργο σε κάθε περίπτωση το «Ρίττερ, Ντένε, Φος» απαιτεί υψηλού επιπέδου ερμηνείες και σκηνική πειθαρχία σαν μια παρτιτούρα που πρέπει να εκτελεστεί με χειρουργική ακρίβεια  και να «συνομιλήσει» με το κοινό.

Θέατρο Σφενδόνη

«Ρίττερ, Ντένε, Φος» του Τόμας Μπέρνχαρντ

Μετάφραση: Βασισμένη σε μία μετάφραση της Ιωάννας Μεϊτάνη
Σκηνοθεσία: Δημήτρης Καταλειφός, Άννα Κοκκίνου, Ράνια Οικονομίδου, Πάνος Παπαδόπουλος
Σκηνικό: Εύα Μανιδάκη
Φωτισμοί: Αλέκος Γιάνναρος

Παίζουν: Ράνια Οικονομίδου, Άννα Κοκκίνου, Δημήτρης Καταλειφός.

«Πατρίδες» στο Εθνικό θέατρο (Κεντρική Σκηνή)

Με το φλέγον θέμα της μετανάστευσης -κάτω από μια ιδιαίτερη οπτική γωνία-, ασχολούνται οι Μιχάλης Ρέππας και Θανάσης Παπαθανασίου στο νέο τους έργο «Πατρίδες».

Συγκεντρώνοντας αυθεντικό υλικό από διάφορες πηγές, οι δυο συγγραφείς ομολογούν ότι δεν έγραψαν ούτε μια λέξη δική τους, αλλά στόχευσαν σε μια παράσταση – ντοκουμέντο, γι’ αυτό και περιορίστηκαν στην επιλογή και σύνθεση πρωτότυπων κειμένων. Ουσιαστικά κινήθηκαν σε τρεις μεγάλους θεματικούς άξονες: στις αυτοβιογραφικές μαρτυρίες των τριών ξένων που συμμετέχουν στην παράσταση χωρίς να είναι ηθοποιοί, σε μαρτυρίες για τη μετανάστευση στην Αμερική στις αρχές του 20ου αιώνα, («συναξάρι του Ανδρέα Κορδοπάτη (βλ κι εδώ), κείμενα Δημητρίου Παπούλια και Γεωργίου Μαντά) και σε κείμενα από βιβλία του Γιώργου Ματζουράνη  για τους γκασταρμπάιντερ της Γερμανίας του ’60.

Μ’ αυτόν τον τρόπο επιχείρησαν μια «ισότιμη» αντιμετώπιση του θέματος, αφού η χώρα που σήμερα δέχεται αθρόα εισροή λαθρομεταναστών, έχει στείλει στο παρελθόν πολλάκις κι εκείνη μετανάστες.  Επιπλέον, αυτό που προκύπτει απ’ την παράσταση δεν είναι η δικαιοσύνη ή η κοινωνική αντιμετώπιση του προβλήματος που γεννά το ζήτημα της μετανάστευσης, αλλά ο άνθρωπος και η Πατρίδα ως σημείο αναφοράς πίσω απ’ όλα αυτά.

Πώς αντιλαμβάνεται καθένας από μας την πατρίδα, πόσο μας στοιχειώνει ο τόπος της γέννησης μας και των πρώτων αναμνήσεων, πόσο μεγάλος είναι ο νόστος γι’ αυτήν την πατρίδα που μας διώχνει μακριά και μας καλεί ταυτόχρονα συνεχώς κοντά της.

Καλοστημένη παράσταση και αρμονική συνύπαρξη ανάμεσα στους επαγγελματίες ηθοποιούς και τους τρεις ξένους που στάθηκαν αξιοπρεπώς πάνω στη σκηνή κι αφηγήθηκαν την ιστορία τους χωρίς να θέλουν να την ωραιοποιήσουν ή να προκαλέσουν τον οίκτο μας. Με πολύ ωραίο τρόπο έδεσαν τα τραγούδια κι οι μουσικές  της παράστασης. Η είσοδος κι η έξοδος των ηθοποιών στη σκηνή έφερε αυτή την αίσθηση του ταξειδιού και της γλυκιάς νοσταλγίας. Ατμοσφαιρικό το σκηνικό, πετυχημένα τα κοστούμια σηματοδοτούσαν την εποχή στην οποία αναφερόταν ο κάθε αφηγητής.

Μοναδικές μου παρατηρήσεις, η ροπή προς μια μανιέρα της Ελένης Κοκκίδου (μου θύμισε ελαφρώς τη «Γυναίκα της Πάτρας») κι αυτό αδικεί το μεγάλο ταλέντο της καθώς και η μεγάλη διάρκεια της παράστασης. Νομίζω ότι χάριν ρυθμού, η παράσταση θα έπρεπε να ολοκληρωθεί ένα τέταρτο νωρίτερα.

Παρόλα αυτά, νομίζω ότι  πολύς κόσμος οφείλει να παρακολουθήσει τις «Πατρίδες» για να συνειδητοποιήσει πέρα απ’ τα προφανή, ότι δεν χρειάζεται και πολύ για να βρεθεί κανείς στην αντίπερα όχθη. Σήμερα, όλοι μας είμαστε εν δυνάμει μετανάστες ακόμα και στην ίδια μας την Πατρίδα όταν αυτή μας απαξιώνει ή μας «διώχνει» με τον τρόπο της.

«Πατρίδες» στο Εθνικό θέατρο (Κεντρική Σκηνή- Κτίριο Τσίλερ)

Σκηνοθεσία: Θανάσης Παπαθανασίου – Μιχάλης Ρέππας

Σκηνικά – Κοστούμια: Αντώνης Δαγκλίδης

Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης

Μουσική διδασκαλία: Παναγιώτης Τσεβάς

Βοηθός σκηνοθέτη: Σταύρος Καραγιάννης

Βοηθοί σκηνογράφου-ενδυματολόγου: Αμαλία Θεοδωροπούλου, Λένα Λέκκα

Βοηθός φωτιστή: Σοφία Αλεξιάδου

Δραματολόγος παράστασης: Βιβή Σπαθούλα

Διανομή:

Μπακάρ Χουσεΐν Αλ Μπακάρ

Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη

Ιρφάν Μουχαμάντ Αρίφ

Θανάσης Ευθυμιάδης

Σταύρος Καραγιάννης

Ελένη Κοκκίδου

Παναγιώτης Τσεβάς

Ταξιάρχης Χάνος

Μπαρκάτ Χοσεïνί

«Αναζητώντας τον Αττίκ» στο Badminton

Το μουσικό θέατρο δεν είναι εύκολη υπόθεση, όσο κι αν οι οπαδοί του «ποιοτικού» του προσδίδουν την ετικέτα του ελαφρού. Απαιτεί  υποκριτική ικανότητα, καλές φωνές, χορευτική δεινότητα. Υπάρχει πάντα μπαλέτο και ορχήστρα αλλά ο ηθοποιός κάνει τη «βαριά δουλειά» (sic).  Είναι αυτός που εκτίθεται και συνδιαλέγεται με το κοινό κι ως εκ τούτου καλό είναι να διαθέτει αμεσότητα και ν’ αυτοσχεδιάζει. Ως προς αυτό το κομμάτι μάλιστα,  συμπεριφέρεται περίπου όπως στην επιθεώρηση με τη διαφορά ότι  εκεί υπάρχει ένα  στοιχείο πολιτικής επικαιρότητας που δεν είναι απαραίτητο στο μουσικό θέατρο.

Στο μουσικό θέατρο όλα πρέπει να είναι λαμπερά και στην υπερβολή τους. Φτερά, ψηλά τακούνια, εντυπωσιακές τουαλέτες, χορευτικά με ακροβατικές κινήσεις, οτιδήποτε μπορεί να σε κάνει να ονειρεύεσαι.

Έτσι ονειρική και μάλιστα αλά παλαιά (αφού στις μέρες μας το μουσικό θέατρο δεν είναι ιδιαίτερα δημοφιλές)  είναι και η παράσταση «Αναζητώντας τον Αττίκ».

Η ιστορία μας ταξειδεύει στη ζωή του Αττίκ (Κλέωνα Τριανταφύλλου) από τα παιδικά του χρόνια στην Αίγυπτο ως τη δεκαετία του 40 στην Αθήνα, όπου και μόνος του τερμάτισε τη ζωή του εν μέσω γερμανικής κατοχής.

Παρακολουθούμε τα φοιτητικά του χρόνια στο Παρίσι της belle époque, τον τρόπο που διασκέδαζε στα νυχτερινά παρισινά κέντρα αλλά και τη ζωή στην Αθήνα των αρχών του 20ου αιώνα. Περνούν από μπροστά μας οι μόδες της εποχής με τις καντάδες, τα μεικτά μπάνια,  τους περιπάτους στα κεντράκια του Ζαππείου και του Φαλήρου. Τον ακολουθούμε στις περιοδείες του εξωτερικού. Μαθαίνουμε για τις γυναίκες της ζωής του και τις ερωτικές ατασθαλίες του και καταλήγουμε στην Αθήνα της «Μάντρας» κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου. Γινόμαστε γνώστες του ταλέντου του, τις ευκολίας που είχε στη σύνθεση τραγουδιών που αμέσως καθιερώνονταν στις προτιμήσεις του κοινού, το παρασκήνιο πίσω από τις επιτυχίες του (χαρακτηριστικό παράδειγμα το «Ζητάτε να σας πω»)

Η «Μάντρα» που λειτούργησε αρχικά στην οδό Μηθύμνης στα Πατήσια (κοντά στην πλατεία Αγάμων όπως ονομαζόταν κάποτε η πλατεία Αμερικής) κι εν συνεχεία στη συμβολή Ηπείρου και Αχαρνών, υπήρξε ο ναός της τέχνης του Αττίκ και λειτούργησε για μιαν ολόκληρη δεκαετία (1930-1940), συνδυάζοντας στοιχεία από την παρισινή μπουάτ, την αθηναϊκή επιθεώρηση, το βαριετέ, την ταβέρνα και τη μουσικο-φιλολογική στοά. Υπήρξε φυτώριο πολλών σπουδαίων καλλιτεχνών (Μίμης Τραϊφόρος, Ορέστης Λάσκος κά) αλλά και χώρος που καθιέρωσε σπουδαίες φωνές (Κάκια Μένδρη, Δανάη Στρατηγοπούλου). Η «Μάντρα» φιλοξένησε επίσης διεθνείς προσωπικότητες του καλλιτεχνικού στερεώματος, όπως  τη Josephine Baker.

Η παράσταση υπήρξε ουσιαστική τόσο στην αναπαράσταση μιας λαμπρής εποχής,  όσο και στο ζωντάνεμα της προσωπικότητας του προικισμένου αυτού δημιουργού καλλιτέχνη .  Η αναδρομή στο παρελθόν έγινε χωρίς διάθεση μελό αλλά με σαρκασμό, χιούμορ και κυρίως βαθιά γνώση του αντικειμένου. Νομίζω ανήκουν εύσημα σ’ όλη την ομάδα της προετοιμασίας, από τον εξαιρετικό μουσικό ερευνητή Λάμπρο Λιάβα, την ταλαντούχα Σοφία Σπυράτου που επιμελήθηκε τις χορογραφίες αλλά υπέγραψε και τη σκηνοθεσία, τα εμπνευσμένα κείμενα του Γιάννη Ξανθούλη, την ενορχήστρωση  του Θεόδωρου Κοτεπάνου.

Η ομάδα των ηθοποιών είχε κέφι, μπρίο, χόρεψε και τραγούδησε εκπληκτικά και μας χάρισε ένα απολαυστικό ταξείδι στον χρόνο. Είναι φοβερό το συναίσθημα όπου σ’ ένα θέατρο χωρητικότητας 2000 θέσεων, σκηνή και πλατεία επικοινωνούν μέσω μιας μελωδίας που οι παλιοί γνωρίζουν απ’ τα νειάτα τους κι οι νεώτεροι μαθαίνουν ν’ αγαπούν.

Σημαντική στιγμή της παράστασης η αειθαλής Ζωζώ Σαπουντζάκη, πάντα μπριόζα και με απόλυτο επαγγελματισμό, απέδειξε ότι ο αυθεντικός καλλιτέχνης πάνω στη σκηνή δεν υπολογίζει ούτε χρόνια, ούτε κούραση ή άλλες κοινωνικές συμβάσεις, αλλά ζει γι’ αυτές τις μαγικές στιγμές κάτω απ’ τα φώτα της ράμπας κι αποζητά το χειροκρότημα που θα τον απογειώσει.

«Αναζητώντας τον Αττίκ» στο Badminton

Mουσική έρευνα – κείµενα:  Λάµπρος Λιάβας
Σκηνοθεσία – χορογραφία: Σοφία Σπυράτου
Στιχουργικά ιντερµέδια: Γιάννης Ξανθούλης
Ενορχήστρωση – µουσική διεύθυνση: Θόδωρος Κοτεπάνος
Σκηνικά – κοστούµια: Λίλη Πεζανού
Σχεδιασμός Φωτισµού: Γιώργος Τέλλος
Σχεδιασμός Ήχου: Simon Honywill

Παραγωγή: Μιχάλης Αδάµ

Πρωταγωνιστούν (µε αλφαβητική σειρά):

Σία Κοσκινά, Νίνα Λοτσάρη, Ευαγγελία Μουµούρη, Αλέξανδρος Μπουρδούµης, Άγγελος Παπαδηµητρίου, Άκης Σακελλαρίου

Ιδιαίτερα τιµητική η παρουσία της Ζωζώς Σαπουντζάκη

Μαζί τους οι Χαράλαμπος Αλεξανδρόπουλος, Νικορέστης Χανιωτάκης,

10µελές µπαλέτο και 7µελής ορχήστρα.

«Ελένη, ή ο κανένας» στο θέατρο Άνεσις

 

Δεν συμφωνώ με το άκριτο ανέβασμα των θεατρικών μονολόγων εν είδει μόδας παρόλο που  καταλαβαίνω ότι ο βασικός λόγος είναι ο οικονομικός. Ο μονόλογος  βέβαια δεν είναι τωρινό φαινόμενο καθώς η ανάγκη των θεάτρων για φθηνότερες παραγωγές ή μείωση κόστους υπήρχε ανέκαθεν. Παρόλα αυτά, εκεί που στο παρελθόν βλέπαμε μονολόγους  σε πιο περιορισμένη κλίμακα, στις δεύτερες συνήθως σκηνές ή τα δευτερότριτα, φέτος  παρατηρούμε ότι κυριαρχούν. Επιπλέον, δεν πιστεύω ότι όλα μπορούν να διασκευαστούν θεατρικά ή με επιτυχία έτσι ώστε να χωρέσουν σε κείμενο μιας ώρας χάριν ενός  μονολόγου.

Αφορμή για τις παραπάνω σκέψεις στάθηκε η  περίπτωση του «Ελένη ή κανένας» απ’ το ομώνυμο μυθιστόρημα της Ρέας Γαλανάκη για τη ζωή της πρώτης ελληνίδας ζωγράφου, Ελένης Μπούκουρα Αλταμούρα.

Η Ελένη γεννήθηκε το 1821 και υπήρξε  κόρη του σπετσιώτη καπετάνιου Μπούκουρα. Ο πατέρας της διέγνωσε από νωρίς το ταλέντο της στη ζωγραφική και όχι μόνο προσέλαβε δάσκαλο στο σπίτι για μαθήματα, αλλά συναίνεσε στο να σπουδάσει η κόρη του στη Φλωρεντία.  Η Ελένη έφυγε για σπουδές το 1848 μεταμφιεζόμενη σε αγόρι αφού η φοίτηση σε γυναίκες ήταν απαγορευμένη.  Στη σχολή γνώρισε, ερωτεύτηκε και παντρεύτηκε τον ζωγράφο κι επαναστάτη Φραντζέσκο Σαβέριο Αλταμούρα με τον οποίο απέκτησε τρία παιδιά. Η προδοσία που βίωσε απ’ τον Αλταμούρα (την παράτησε για την  καλύτερη της φίλη παίρνοντας μαζί του και το μικρότερο παιδί τους), αλλά κι ο θάνατος μετέπειτα των δύο μεγαλύτερων παιδιών της από φυματίωση την οδήγησαν σε νευρικό κλονισμό και τελικά στην τρέλα.

Για να είμαι ειλικρινής, δεν έχω διαβάσει το μυθιστόρημα  της Γαλανάκη κι έτσι δεν μπορώ να εκφέρω γνώμη για την ποιότητα του. Πιθανολογώ ότι η Γαλανάκη αξιοποίησε όλα εκείνα τα στοιχεία απ’ τη ζωή της ηρωίδας της που θα μπορούσαν να προσκαλέσουν ενδιαφέρον ή και σασπένς στον αναγνώστη. Άλλο πράγμα όπως ένα βιβλίο κι άλλο η μεταφορά του στη σκηνή.

Η διασκευή της Αθανασίας Γκανά ήταν το αγκάθι της παράστασης. Δεν υπήρχε δράση, το κείμενο παραδόθηκε ως ένα επίπεδο υλικό χωρίς κορυφώσεις, χωρίς ενδιαφέρον για τον θεατή που ήξερε ήδη τα περισσότερα για τη ζωή της Μπούκουρα, είτε από γενικά διαβάσματα, είτε λόγω της περσινής έκθεσης του Μουσείου Μπενάκη για τον γιο της, Ιωάννη Αλταμούρα και δεν είχε νόημα να τα ακούει εκ νέου. Επιπλέον, η διασκευή δεν αξιοποίησε δραματικά όλα εκείνα τα στοιχεία που θα μπορούσαν να κρατήσουν σ’ εγρήγορση τον θεατή κι αρκέστηκε σε μια αφηγηματικής μορφής ενημέρωση.

Η Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου είναι καλή ηθοποιός με κυριαρχία στα εκφραστικά της μέσα, έλεγχο της φωνής και του σώματός της. Όμως, δεν αρκούσε η ερμηνεία της για να σώσει την παράσταση. Κατά το μεγαλύτερο μέρος, υπήρχε διάχυτη η εντύπωση ότι απλώς ακούμε μια αφήγηση που θα μπορούσαμε να διαβάζουμε.

Δεν κατανόησα τον συμβολισμό του νερού (γιατί όχι η φωτιά για παράδειγμα) και η μουσική μου φάνηκε αδιάφορη.

«Ελένη ή ο κανένας» της Ρέας Γαλανάκη

Θεατρική διασκευή: Αθανασία Γκανά

Σκηνοθεσία: Θέμης Μουμουλίδης

Σκηνικά- Κοστούμια: Παναγιώτα Κοκκορού

Μουσική επιμέλεια: Γεωργία Αλεβιζάκη

Ερμηνεύει: Αλεξάνδρα  Σακελλαροπούλου


Επισκεψιμότητα

  • 190,389 hits

Αρχείο


Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 29 other followers