Archive Page 11

«Ευτυχισμένες μέρες» στο Θέατρο Τέχνης

les beaux jours

Αν προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε το θέατρο του Μπέκετ με όρους ζωγραφικής, δεν θα ήταν άστοχο να  ισχυριστούμε ότι μοιάζει με σκίτσο που ο δημιουργός του επίτηδες άφησε το χρώμα έξω. Οι ήρωες του μοιάζει να μην έχουν παρελθόν, δεν ξέρουμε από πού έρχονται και ποιο είναι το συναισθηματικό τους υπόβαθρο. Ο θεατής καλείται να προσθέσεις τις χρωματικές πινελιές, να εξηγήσει- αν το θεωρεί απαραίτητο- αυτά που ο συγγραφέας αφήνει σκοπίμως μετέωρα. Γιατί ο θεατρικός κόσμος του Μπέκετ δεν είναι τίποτα άλλο από την ανθρώπινη αγωνία για την ύπαρξη, τη φθορά και το τέλος.

Όλοι σχεδόν οι ήρωες του είναι παγιδευμένοι  σε κάτι, σε μια εμμονή, μια ιδέα, μια κατάσταση. Στις «Ευτυχισμένες μέρες» η Γουίννυ είναι χωμένη ως τη μέση  σ’ έναν αμμόλοφο με σκουπίδια, σε μια χωματερή. Δείχνει χαρούμενη που άλλη μια ευτυχισμένη μέρα έχει ξημερώσει. Βγάζει διαρκώς πράγματα από μια τσάντα που έχει δίπλα της, μια οδοντόβουρτσα με οδοντόκρεμα, ένα καθρεφτάκι, μια χτένα, ένα καπέλο, μια ομπρέλα , ένα περίστροφο κόκ. Συχνά απευθύνεται σ’ έναν άνδρα, τον άνδρα της μάλλον, τον Γουίλλυ που βρίσκεται κι αυτός κάπου εκεί κοντά  απορροφημένος στις δικές του δραστηριότητες.

Ο θεατής βλέπει ουσιαστικά τη Γουίννυ και μέσα απ’ αυτήν παίρνει κάποιες πληροφορίες και για τον Γουίλλυ. Μοιάζουν κι οι δυο τους αποκομμένοι από ο,τιδήποτε εγκόσμιο. Η Γουίννυ  σχολιάζει ότι βρέθηκε  κάποια στιγμή στο στόχαστρο ενός ζευγαριού που την παρατηρούσε ως κάτι το αξιοπερίεργο. Το προσπερνάει καθιστώντας μας σαφή την απουσία οποιασδήποτε σχέσης μαζί τους.

Η Γουίννυ προετοιμάζεται να υπερβεί την ανθρώπινη διάσταση της κι έτσι σταδιακά απομακρύνεται απ’ ό, τι συνιστούσε μέρος της προηγούμενης της κατάστασης. Λέει φράσεις και λέξεις που αποτελούν νύξη για την προηγούμενη ζωή της αλλά όλα αυτά είναι πια πολύ μακρινά καθώς η ίδια έχει μπει σ’ έναν δρόμο αναγκαστικής καταστροφής. Η φθορά είναι αναπόφευκτη κι η σχολαστική τήρηση της καθημερινής ρουτίνας απλώς οδηγεί τα βήματα της πιο κοντά σ’ αυτήν.

Δεν ξέρουμε τίποτα παραπάνω για τη Γουίννυ, ποιο ήταν το παρελθόν της, πώς κατέληξε εδώ. Μοιάζουν όλα πολύ φυσικά…  Ακούγεται ένα κουδούνισμα, ίσως ο χρόνος που τελειώνει…

Στον Μπέκετ τα σύμβολα δεν είναι ξεκάθαρα. Ο θεατής είναι ελεύθερος να καταλάβει ανάλογα με την ικανότητα πρόσληψης που έχει, το διανοητικό του υπόβαθρο, τις προσωπικές του φοβίες. Ποια είναι η Γουίννυ; Γιατί μοιάζει να επαναλαμβάνει τις ίδιες κινήσεις κάθε μέρα;

Στη δεύτερο μέρος, είναι χωμένη στη γη μέχρι το λαιμό. Ο λόγος της είναι πιο δραματικός, υπάρχει μεγαλύτερη ένταση. Είναι ο φόβος του ανθρώπινου όντος που φτάνει στο τέλος του. Είναι οι «ευτυχισμένες μέρες» που λιγοστεύουν.

Η Ναταλία Τσαλίκη είναι η 4η Γουίννυ που βλέπω. Δεν θα μπω στη διαδικασία να την συγκρίνω με άλλες. Νομίζω ότι το προκλητικό για έναν ηθοποιό στα έργα του Μπέκετ είναι η έλλειψη κάθε πεπατημένης. Ένας ρόλος χωρίς παρελθόν καλεί αυτόματα τον ηθοποιό ν’ ανασύρει προσωπικά στοιχεία για να βρει την άκρη του νήματος κι αυτό όπως είναι λογικό δημιουργεί μια ταυτότητα εντελώς ατομική.

Η Τσαλίκη είχε μια δυναμική σε όλη τη διάρκεια του έργου. Καθώς η εσωτερική αγωνία της Γουίννυ κλιμακώνεται για να κορυφωθεί, η ερμηνεία της αποκτούσε περισσότερη δραματική ένταση παραγκωνίζοντας το ανάλαφρο που προσπαθεί να έχει στην αρχή η ηρωίδα όταν λέει «σήμερα ξημερώνει άλλη μια ευτυχισμένη μέρα».

Ο Δημήτρης Κανέλλος  νομίζω ότι υπήρξε ο πιο «ζωηρός» Γουίλλυ που μπορώ να ανακαλέσω στη μνήμη μου. Είχε ζωντάνια και ρυθμό προσπαθώντας να δημιουργήσει ενδιαφέρον γι’ αυτόν το φαινομενικά μη ρόλο του Μπέκετ.

Μου άρεσε το κατάλευκο σκηνικό του Ζαμάνη. Απέπνεε μια τρομακτική αισιοδοξία ανάλογη με την ψυχική κατάσταση της Γουίννυ καθώς βυθίζεται στο χάος.

Η Λίνα Ζαρκαδούλα υπέγραψε μια ενδιαφέρουσα παράσταση ωστόσο δεν στάθηκε δυνατό να διακρίνω που σταματούσαν τα σκηνοθετικά όρια και που άρχιζαν οι ελευθερίες του ηθοποιού. Με άλλα λόγια, είναι πιθανόν τέτοια η φύση του έργου που δεν επιτρέπει πολλές σκηνοθετικές παρεμβάσεις. Από την άλλη, η Ναταλία Τσαλίκη είναι μια πολύ έμπειρη ηθοποιός που έβγαλε εις πέρας επάξια τον μακρύ μονόλογο της Γουίννυ.

«Ευτυχισμένες μέρες» του Σάμουελ Μπέκετ

Θέατρο Τέχνης (Φρυνίχου-Πλάκα)

Μετάφραση : Μπελιές Ερρίκος

Σκηνοθεσία : Ζαρκαδούλα Λίνα

Σκηνικά : Ζαμάνης Κωνσταντίνος

Κοστούμια : Ζαμάνης Κωνσταντίνος

Μουσική : Οικονόμου Θοδωρής

Φωτισμοί : Δρακουλαράκος Γιάννης

Διανομή

Γουίννυ: Ναταλία Τσαλίκη
Γουίλλυ: Δημήτρης Κανέλλος

Βοηθός Σκηνοθέτη: Ελένη Βλάχου
Συμπαραγωγή: «Θέατρο Τέχνης» – «ΗΡΩ»

Όνειρα γλυκά, Αντιγόνη (Αντιγόνη Βαλάκου 1930-2013)

Rose

Χθες το βράδυ που διάβασα την είδηση για τον θάνατό της,  θύμωσα με τον εαυτό μου που από αμέλεια δεν πήγα να  τη δω το 2011 στη «Μαντάμ Φλο», τον τελευταίο ρόλο της. Αυτή όμως είναι και η γοητεία του θεάτρου ∙  η στιγμή δεν επαναλαμβάνεται. Αν χάσεις μια ερμηνεία, την έχασες οριστικά.

Η Αντιγόνη Βαλάκου υπήρξε απ’ τους τελευταίους μιας γενιάς  μεγάλων ηθοποιών τόσο για τους θεατρικούς τους ρόλους όσο και για την κινηματογραφική παρουσία τους. Έπαιξε λίγο στον κινηματογράφο τις δεκαετίες 50-60,αλλά η παρουσία της υπήρξε έντονη :« Οι ουρανοί είναι δικοί μας», «Ο δρόμος με τις Ακακίες»,  «Γκόλφω», «Αμαξάκι» και ο ρόλος της Λίζας στα «Χαμένα όνειρα», ρόλος καταθλιπτικός όπως τον χαρακτήρισε η Αλίκη(σ.σ Βουγιουκλάκη) στην οποία και είχε προταθεί αρχικά, αλλά συνάμα τόσο ρεαλιστικός …

Στο θέατρο η μακρόχρονη πορεία της άφησε αριστουργήματα.  Ακόμα είναι ζωντανός ο απόηχος της «Άννας Φρανκ τη σαιζόν ‘56-57 στο θέατρο Μουσούρη ή η Οφηλία της ένα χρόνο νωρίτερα.

Κρατώ στη μνήμη μου κάποιες απ’ τις ερμηνευτικές στιγμές της Βαλάκου που είχα την τύχη να δω: «Μήδεια», «Το σπίτι της Μπερνάντα ‘Αλμπα», «Οι Φάλαινες του Αυγούστου»,«Η Τρελή του Σαγιώ»,«Μάνα Κουράγιο» και τέλος τη «Ρόουζ» στο υπόγειο του Ιλίσια.

Αχ αυτή η Ρόουζ! Είναι η παράσταση που τόσα χρόνια μετά ακόμα θυμάμαι.  Η λεπτεπίλεπτη φιγούρα της πάνω στη σκηνή να μεταμορφώνεται σ’ εκείνη τη γυναίκα που τόσο είχε υποφέρει στο στρατόπεδο του Άουσβιτς και να μας αφηγείται τη ζωή της. Δεν θυμάμαι το έργο στις λεπτομέρειες του. Θυμάμαι όμως ότι είχε κάνει εντύπωση η τεράστια αντοχή της Βαλάκου πάνω στη σκηνή σ΄έναν εξαντλητικό μονόλογο, καθισμένη σ’ ένα ξύλινο παγκάκι για δύο ώρες. Και πάνω απ’ όλα αισθάνομαι ακόμα την αύρα της σαν χάδι.  Γιατί έτσι είναι τελικά οι σπουδαίοι ηθοποιοί. Κάθε ερμηνεία τους είναι σαν χάδι στις ψυχές των θεατών.

Ας είναι ελαφρύ το χώμα που θα τη σκεπάσει όπως ανάλαφρο ήταν το πάτημα της στις καρδιές μας για όλες τις υποκριτικές στιγμές που μας χάρισε.

«Κύκλωψ» του Ευριπίδη- Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου 2013 (Καλοκαιρινή περιοδεία)

Kyklopas

Τρέφω μια ιδιαίτερη συμπάθεια στο σατυρικό δράμα ίσως γιατί είναι ελάχιστα γνωστό και  ως εκ τούτου τελικά παραγνωρισμένο…

Η βασική δυσκολία στο να το προσεγγίσει κανείς έγκειται καταρχήν στην  ιδιαιτερότητα του, αλλά και στην καταγωγή και την  άμεση συνάφεια του με την  ίδια την προέλευση του θεάτρου.  Οι μελέτες της αρχαιότητας σχετικά με το σατυρικό δράμα δυστυχώς δεν διασώθηκαν, αλλά κι αυτός ακόμα ο  αριθμός των σωζόμενων έργων  δεν είναι ικανός να διασώσει τη φήμη του είδους.

Ενώ στην περίπτωση της τραγωδίας και της κωμωδίας έχουμε έναν αντιπροσωπευτικό αριθμό έργων, από τα περίπου 300 σατυρικά δράματα που παρουσιάστηκαν στα Μεγάλα ή εν άστει Διονύσια τον 5ο αι. π.Χ , σώθηκε μόνο ένα ακέραιο, ο «Κύκλωπας» του Ευριπίδη, καθώς κι ένας ικανός αριθμός αποσπασμάτων από άλλα σατυρικά έργα. Συνολικά, γνωρίζουμε το συγγραφέα, τον τίτλο και αποσπάσματα από 75 περίπου σατυρικά δράματα. Επιπλέον, έχουμε και διάφορες διασκορπισμένες μαρτυρίες σχετικά με την καταγωγή και εξέλιξη του σατυρικού δράματος καθώς επίσης και μαρτυρίες για τη σκηνή, τα προσωπεία, τα κοστούμια, τους χορούς, τη μουσική και γενικότερα την ύπαρξη και τη λειτουργία του είδους. Εκτός απ’ το χαμένο σύγγραμμα του Χαμαιλέοντα – μαθητή του Αριστοτέλη- «Περί σατύρων», δεν γνωρίζουμε καμία άλλη άμεση αναφορά στο θέμα. Οι 32 στίχοι του Οράτιου στην «Ars Poetica» που αναφέρονται στην καταγωγή και στη μορφή του σατυρικού δράματος, είναι σήμερα οι σημαντικότερες αρχαίες πληροφορίες γι’ αυτό το δραματικό είδος.

Ας θυμηθούμε ότι οι θεατρικές παραστάσεις στην αρχαιότητα ήταν δραματικοί αγώνες μέσα στο πλαίσιο θρησκευτικών εκδηλώσεων. Το σατυρικό δράμα έκλεινε μια τριλογία και ο ρόλος του ήταν ν’ αποφορτίσει τους θεατές απ’ τις τραγωδίες που είχαν προηγηθεί.

Με δεδομένη την παντελή έλλειψη μύθων στον κόσμο των σατύρων, αλλά έχοντας υπόψη το ήθος τους ως ενδεικτικό στοιχείο σκηνικής συμπεριφοράς, αναζητήθηκαν από τους ποιητές που ασχολήθηκαν με το σατυρικό δράμα ή επινοήθηκαν δραματικές καταστάσεις που είτε προϋπήρχαν του υπο-δραματοποίηση μύθου, είτε συγκροτούσαν έναν πυρήνα επεξεργάσιμων πρωτο-μύθων καθιστώντας την περίπτωση των σατύρων δραματικά εκμεταλλεύσιμη. Το σατυρικό δράμα δείχνει μια ιδιαίτερη προτίμηση σε μυθικές ιστορίες, όπου οι βίαιοι γίγαντες και οι θηριώδεις κακοποιοί τιμωρούνται τελικά από τον ήρωα για τις απάνθρωπες πράξεις τους. Στη δημιουργία αυτής της τυπικής δραματικής πλοκής έπαιξε πιθανότατα σημαντικό ρόλο η συχνή στην τραγωδία και κωμωδία εμφανιζόμενη αντίθεση Ελλήνων και Βαρβάρων. Άλλα χαρακτηριστικά και τυπικά στοιχεία του είδους είναι η φιλοξενία, η δουλεία και η απελευθέρωση. Η δραματική πορεία του σατυρικού δράματος αρχίζει πάντοτε από την απειλή και την αιχμαλωσία και καταλήγει στη σωτηρία και την απελευθέρωση.

Οι σάτυροι που αποτελούν και τον μόνιμο χορό στο σατυρικό δράμα (με άλλη βέβαια ιδιότητα κάθε φορά) παραπέμπουν άμεσα στον Διόνυσο ως σημείο αναφοράς της γέννησης του δράματος.  Η οινοποσία και το συμποσιακό μοτίβο είναι απ’ τα βασικά χαρακτηριστικά τους γνωρίσματα. Ο Σιληνός είναι  ο κορυφαίος του σατυρικού χορού. Είναι ένας απ’ αυτούς, αλλά ταυτόχρονα διαφοροποιείται κιόλας στην εξέλιξη της πλοκής.

Ο «Κύκλωπας» του Ευριπίδη είναι το μοναδικό σατυρικό δράμα που σώζεται ακέραιο και ταυτόχρονα εξαιτίας αυτού του γεγονότος αποτελεί ιδανική περίπτωση επειδή συμβαίνει να σώζεται και το πρότυπο πάνω στο οποίο βασίστηκε ο Ευριπίδης για να το γράψει. (σ.σ το μεγαλύτερο μέρος της ένατης ραψωδίας της Οδύσσειας, εκεί όπου ο Όμηρος αφηγείται τις περιπέτειες του Οδυσσέα και των συντρόφων του στο νησί του Κύκλωπα).

Παρατηρώντας τα δύο κείμενα, διαπιστώνουμε ότι ο Ευριπίδης υποχρεώθηκε να επιφέρει ορισμένες αλλαγές στην ομηρική ιστορία, κυρίως σε ότι αφορά στο χρόνο και στον τόπο και τούτο γιατί έπρεπε να τη μεταφέρει από τη μορφή της αφήγησης που συνεπάγεται μια έμμεση  έκφραση, στη μορφή της παράστασης, να της προσδώσει επομένως μια αμεσότητα που εκφράζεται σε πρώτο πρόσωπο.  Η ευτυχής συγκυρία της διάσωσης και των δύο έργων στην εποχή μας, φαίνεται ότι αποτέλεσε πρόβλημα στον Ευριπίδη, αφού δεν μπορούσε να προχωρήσει στη συγγραφή του δικού του έργου αγνοώντας  την εξοικείωση του κοινού με το ομηρικό πρότυπο.  Άλλωστε, πουθενά σ’ όλο τον Κύκλωπα δεν διαφαίνεται η πρόθεση του ποιητή να κινήσει το έργο του ερήμην του επικού προτύπου. Μάλιστα, η Οδύσσεια λειτουργεί συχνά καλύπτοντας κενά  που αφήνει η θεατρική παραλλαγή.

Ο «Κύκλωπας» που είδαμε από το Εθνικό θέατρο κάθε άλλο παρά σατυρικό δράμα ήταν. Κατανοώ απόλυτα την αμηχανία των συντελεστών για το πώς θα έπρεπε να παρασταίνεται ένα σατυρικό δράμα εξαιτίας όλων των λόγων που προανέφερα. Παρόλα αυτά, σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογείται η χονδροειδής- επιθεωρησιακή μπαλαφάρα (sic) που παρακολουθήσαμε.

Ο μακρύς πρόλογος επεξηγηματικού χαρακτήρα, το θέατρο μέσα στο θέατρο και οι αστεϊσμοί με το κοινό είναι στοιχεία αδυναμίας.

Ο Βασίλης Παπαβασιλείου είναι ένας εξαιρετικός σκηνοθέτης, αλλά η παράσταση του «Κύκλωπα» έδειξε ότι δεν πίστεψε το είδος και δεν θέλησε να προσπαθήσει να το προσεγγίσει.

Οι ηθοποιοί έμοιαζαν κουρασμένοι παίζοντας διεκπεραιωτικά.  Ο Νίκος Καραθάνος επανέλαβε τον εαυτό του και ήταν σαν να τον βλέπαμε ξανά στον «Αθανάσιο Διάκο» της Κιτσοπούλου ή στου «Κουτρούλη το Γάμο».  Κρίμα για έναν ηθοποιό με κωμικές ικανότητες. Ο Νίκος Χατζόπουλος υπήρξε υπερβολικός στον ρόλο του Σιληνού, ενώ αν κάποιος στοιχειωδώς διασώθηκε αυτός ήταν ο Δημήτρης Πιατάς που κατανόησε ότι ο Κύκλωπας δεν χρειάζεται αγριοφωνάρες και πομπώδη υποκριτικά στοιχεία για ν’ αποδοθεί.

Ικανοποιητικά τα σκηνικά, τα κοστούμια και η μουσική, αλλά δυστυχώς αυτά από μόνα τους δεν αρκούν για να κάνουν καλή μια παράσταση.

 

«Κύκλωψ» του Ευριπίδη

Θέατρο Ρεματειάς Χαλανδρίου

 Σκηνοθεσία-μετάφραση: Βασίλης Παπαβασιλείου

Διασκευή: Βασίλης Παπαβασιλείου -Σωτήρης Χαβιάρας

Σκηνικά-Κοστούμια: Μαρί Νοέλ Σεμέ

Μουσική: Δημήτρης Καμαρωτός

Φωτισμοί: Ελευθερία Ντεκώ

Κίνηση: Δημήτρης Σωτηρίου

Βοηθός σκηνοθέτη: Νικολέτα Φιλόσογλου

Δραματολόγοι παράστασης: Βιβή Σπαθούλα, Σωτήρης Χαβιάρας

Διανομή:

Οδυσσέας: Νίκος Καραθάνος

Κύκλωπας: Δημήτρης Πιατάς

Σιληνός: Νίκος Χατζόπουλος

Χορός: Γιώργος Γιαννακάκος, Θανάσης Δήμου, Ηλίας Ζερβός, Βασίλης Καραμπούλας, Κώστας Κοράκης, Γιάννης Κότσιφας, Λαέρτης Μαλκότσης, Άγγελος Μπούρας, Μιχάλης Οικονόμου, Χρήστος Σαπουντζής, Μιχάλης Σαράντης, Γιώργος Συμεωνίδης,Χάρης Τζωρτζάκης, Άγγελος Τριανταφύλλου, Σωτήρης Τσακομίδης, Γιωργής Τσουρής, Νικόλας Χανακούλας

«Τραχίνιες» του Σοφοκλή στην Επίδαυρο – Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου 2013

traxinies

Όταν ο Ηρακλής επιστρέφει στην Τραχίνα ως νικητής φέρνει ως τρόπαια αιχμάλωτες γυναίκες απ’ την Οιχαλία ανάμεσα στις οποίες και την Ιόλη, κόρη του ηττημένου βασιλιά. Η αποκάλυψη ότι ο Ηρακλής ποθεί την βασιλοπούλα κι εξαιτίας αυτού του πόθου του κατέστρεψε την πόλη της, βυθίζει σε απελπισία τη Δηιάνειρα, νόμιμη σύζυγο του. Στην προσπάθεια της να εξάψει ξανά το ερωτικό ενδιαφέρον του άνδρα της, αποφασίζει να χρησιμοποιήσει το φίλτρο που της είχε δώσει πριν από χρόνια ο κένταυρος Νέσσος λέγοντας της ότι είναι φίλτρο αγάπης. Δυστυχώς όμως, ο αλειμμένος με αίμα χιτώνας που στέλνει ως δώρο καλωσορίσματος στον Ηρακλή αποδεικνύεται θανατηφόρος αφού του τρώει τις σάρκες και τον οδηγεί στον θάνατο

Οι  «Τραχίνιες» είναι απ’ τα λιγότερα γνωστά έργα του Σοφοκλή, πιθανότατα λόγω της διμερούς του φύσης. Το έργο μοιάζει ν’ αποτελείται από δύο μέρη, το πρώτο στο οποίο επικρατεί η Δηιάνειρα που περιμένει με αγωνία νέα για την επιστροφή του άνδρα της και εν συνεχεία καταστρώνει το σχέδιο της με το ερωτικό φίλτρο και το δεύτερο στο οποίο κυριαρχεί η φιγούρα του ημίθεου Ηρακλή στις τελευταίες του οδυνηρές στιγμές πριν το τέλος. Οι δυο βασικοί  ήρωες δεν συναντιούνται ποτέ αλλά ανάμεσα τους λειτουργεί ένας συνδετικός κρίκος, ο γιός τους Ύλλος. Αυτός ο νέος θα λέγαμε ότι είναι και το βασικό δραματικό πρόσωπο του έργου με την έννοια του ότι στη διάρκεια του έργου καταρρίπτονται βασικές αρχές της κοσμοθεωρίας του αφού περνά απ’ την άγνοια στη γνώση, απ’ την αποδοκιμασία και την κατάρα στον βαθύ πόνο και τη συγχώρεση κι αναλαμβάνει την ευθύνη να ηγηθεί μιας νέας εποχής.

Αυτή η άγνοια όμως του Ύλλου, της Δηιάνειρας και του Ηρακλή είναι και το βασικό στοιχείο της τραγικότητας γύρω απ’ την οποία συνθέτει το δράμα του ο Σοφοκλής. Η Δηιάνειρα αγνοεί ότι αυτό που η ίδια θεωρεί ερωτικό φίλτρο είναι θανατηφόρο όπλο, ο Ύλλος αγνοεί ότι η μητέρα που πριν από λίγο κατηγόρησε κι έψεξε, αυτοκτόνησε προδομένη απ’ την ντροπή της, ο Ηρακλής αγνοεί ότι το τέλος του ορίστηκε πριν από πολλά χρόνια απ’ τον Κένταυρο που μ’ αυτόν τον τρόπο ήθελε να πάρει εκδίκηση. Πίσω απ’ όλα όμως κρύβεται ο Δίας. Αυτός ορίζει τις τύχες θεών κι ανθρώπων. Όλοι μας είμαστε ανίσχυροι μέσα στο θεϊκό σχέδιο. Έτσι πληρώνεται η ανθρώπινη ύβρις. Η αίσθηση ότι ο Ηρακλής ως προστατευόμενος απ’ τον πατέρα του είναι παντοδύναμος, καταρρίπτεται μέσα στη φυσική νομοτέλεια.

Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι ακόμα δεν έχει έρθει η «νέα εποχή του Ευριπίδη» που συνδιαλέγεται με τους σοφιστές και δίνει περισσότερη ελευθερία στις ανθρώπινες πράξεις φτάνοντας κάποτε ν’ αμφισβητεί ακόμα και τον ρόλο των Θεών. Στο επίκεντρο των έργων τού Σοφοκλή βρίσκεται το άτομο, το οποίο έρχεται σε αναπόφευκτη, τραγική σύγκρουση με τη θεϊκή βούληση. Έτσι, αν και στα έργα του δίνεται βάρος στη στάση του ανθρώπου απέναντι στους Θεούς, το πεπρωμένο είναι αυστηρά προδιαγεγραμμένο.

Μέσα απ’ αυτό το πρίσμα, η σκηνοθεσία του Θωμά Μοσχόπουλου ήταν μια ευχάριστη στιγμή για δυο βασικούς λόγους. Ο πρώτος για την επιλογή ενός σχετικά άγνωστου έργου στο ευρύ κοινό κι ο δεύτερος για τη δικαίωση μέσω της παράστασης του έργου. Η σκηνοθεσία του ήταν απόλυτα ισορροπημένη, δεν διαστρέβλωσε το κείμενο του Σοφοκλή, δεν ένιωσε την ανάγκη να κάνει καινοτομίες, δεν προσπάθησε με τη βία να βρει τις αναλογίες με το σήμερα. Μελέτησε και παρέδωσε στο κοινό τη σοφόκλεια τραγωδία αφήνοντας αβίαστα τον καθένα από μας ν’ αναρωτηθεί για τα όρια της ανθρώπινης ελευθερίας.

Η διανομή της παράστασης στηρίχτηκε κατά κύριο λόγο στη γνωστή ομάδα του σκηνοθέτη.  Η Άννα Μάσχα είναι μια ηθοποιός εξαιρετικών δυνατοτήτων με εξαίσια φωνή, ευγενική κίνηση και αποτελεσματικότητα σε όποιον ρόλο κι αν έχει δοκιμαστεί. Ο Ηρακλής του Ξάφη κουβάλαγε εξωτερικά όλα τα γνωρίσματα του γνωστού μας απ’ τη μυθολογία ήρωα, ογκώδης, άγριος, επιβλητικός. Η εμφάνιση του στη σκηνή λίγο πριν τον θάνατο του μας έδωσε μια πιο ανθρώπινη διάσταση που ο ηθοποιός αντιλήφθηκε ότι πρέπει να υπάρχει κι έτσι προσπάθησε να κρατήσει ίσες αποστάσεις ανάμεσα στο ηρωικό και το ανθρώπινο. Αξιοπρεπής η παρουσία της έμπειρης Φιλαρέτης Κομνηνού ως Τροφού, καλός ο Κώστας Μπερικόπουλος, πιο αδύναμος υποκριτικά ο Γιώργος Χρυσοστόμου. Για τον Ύλλο του Θάνου Τοκάκη, αισθάνθηκα ότι ήθελα κάτι παραπάνω απ’ αυτό που έδωσε ο ηθοποιός.

Εξαιρετικός ο Χορός των 15 γυναικών κι ευφάνταστο το εύρημα του σκηνοθέτη να τις βάζει μία-μία ν’ αφηγούνται από έναν άθλο του Ηρακλή κατά την είσοδο του κοινού στο θέατρο και πριν την έναρξη της παράστασης.

«Τραχίνιες»  του Σοφοκλή

Σκηνοθεσία – Απόδοση: Θωμάς Μοσχόπουλος

Σκηνικά – Κοστούμια : Έλλη Παπαγεωργακοπούλου

Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος

Μουσική: Κορνήλιος Σελαμσής

Κίνηση: Χρήστος Παπαδόπουλος

Μουσική Διδασκαλία:  Μελίνα Παιονίδου

Βοηθός σκηνοθέτη: Άννα Μιχελή

Δραματολόγος παράστασης: Εύα Σαραγά

Διανομή:

Κορυφαία: Άννα Καλαϊτζίδου

Τροφός: Φιλαρέτη Κομνηνού

Δηιάνειρα: Άννα Μάσχα

Άγγελος, Γέρων: Κώστας Μπερικόπουλος

Ιόλη: Ελένη Μπούκλη

Ηρακλής: Αργύρης Ξάφης

Ύλλος: Θάνος Τοκάκης

Λίχας: Γιώργος Χρυσοστόμου

Χορός: Δήμητρα Βλαγκοπούλου, Ηλιάνα Γαϊτάνη, Δάφνη Δαυίδ, Ευαγγελία Καρακατσάνη, Αμαλία Κοσμά, Χαρά Κότσαλη, Ελίνα Μάλαμα, Ηρώ Μπέζου, Νάνσυ Μπούκλη, Ειρήνη Μπούνταλη, Σεβίλη Παντελίδου, Ιωάννα Παρασκευοπούλου, Καλλιόπη Σίμου, Mαρίνα Σάττι, Αγγελική Τρομπούκη

Σαξόφωνα: Guido de Flaviis

Κρουστά: Θοδωρής Βαζάκας

Φλάουτα: Γιώργος Σκριβάνος

«Insenso» στο Φεστιβάλ Αθηνών 2013

insenso
Το  «Insenso» του Μιχαήλ Μαρμαρινού βασίζεται στην ταινία «Senso» του Viskonti και στο άδοξο τέλος του έρωτα ανάμεσα στην κόμισσα Λίβια Σερπιέρι με τον αυστριακό υπολοχαγό Φραντς Μάλερ όταν εκείνη από πατριωτικό καθήκον θα τον καταδώσει στις αρχές κι ο θάνατος του θα τη βυθίσει σε απελπισία.

Το κείμενο του Δημήτρη Δημητριάδη πραγματεύεται την ψυχική κατάσταση της κόμισσας μετά τον θάνατο του αγαπημένου της. Πρόκειται στην πραγματικότητα για μια «άρια- ποταμό», για έναν ατέλειωτο μονόλογο με σκόρπιες φράσεις και λέξεις από δω κι εκεί που κυρίως εκφράζουν τον παθιασμένο έρωτα της κόμισσας για τον υπολοχαγό, την απόγνωση  και τη μεταμέλεια της για την προδοσία.

Αυτό που πραγματικά εντυπωσίασε στην παράσταση του Μαρμαρινού ήταν η αίσθηση της ψευδαίσθησης, η είσοδος σ’ ένα όνειρο. Γιατί απ’ τη στιγμή της τελετουργικής εισόδου των θεατών στον χώρο της παράστασης, μπήκαμε σ’ έναν κόσμο που δεν μπορούσαμε να φανταστούμε.

Μέσα στην ησυχία της φύσης, πέριξ μιας τεράστιας λίμνης κι ενός μοναδικού υγροβιότοπου (ναι, υπάρχει λίγη φύση πίσω απ’ την οδό Πειραιώς), αχνές γυναικείες φωνές ακούγονταν, σαν ήχοι απ’ το υπερπέραν, σαν ένα ερωτικό κάλεσμα ή ένα μικρό θρήνο που σιγά- σιγά αποκτούσε μεγαλύτερη ένταση κι υπόσταση. 20 γυναικείες φιγούρες- όλες ντυμένες με το ίδιο ρούχο- ακροβολισμένες εδώ κι εκεί ενσάρκωσαν το γυναικείο πρόσωπο του έργου που αναζητούσε τον χαμένο του έρωτα, παραπέμποντας σε αρχετυπικές μορφές αιχμαλωτισμένες μέσα στο πάθος που οι ίδιες υπονόμευσαν κι αιχμαλωτίστηκαν έτσι σε μια αέναη ερωτική δίνη.

Το δεύτερο μέρος της παράστασης πραγματοποιήθηκε στους εσωτερικούς γνώριμους χώρους του φεστιβάλ. Κι εκεί, η σκηνική διάταξη ήταν διαφορετική. Οι 20 γυναίκες άλλοτε καθισμένες κατά μήκος της τεράστιας σκηνής, εδώ κι εκεί κι άλλοτε κινούμενες συνέχισαν την ερωτική αναζήτηση τους, αυτή την «όπερα- μονόλογο χωρίς μουσική» που ήταν απ’ τα πιο άρτιες αισθητικά παραστάσεις που έχει απολαύσει το ελληνικό κοινό τα τελευταία χρόνια.

Theseum Ensemble – Μιχαήλ Μαρμαρινός

Δημήτρη Δημητριάδη, Insenso / Όπερα

12-15 Ιουλίου, 19:30, Πειραιώς 260, Κτίριο Δ

Σκηνοθεσία: Μιχαήλ Μαρμαρινός

 Μουσική: Δημήτρης Καμαρωτός

Σκηνικά – Κοστούμια: Ντόρα Λελούδα

Φωτισμοί: Γιάννης Δρακουλαράκος

Πιάνο: Έλλη Ιγγλίζ, Μαργαρίτα Ξανθάκη

Γυναίκες: Sandra Garuglieri, Μαρία Ναυπλιώτου, Ηλέκτρα Νικολούζου, Εύη Σαουλίδου, Έλενα Τοπαλίδου, Ιωάννα Ασημακοπούλου, Αλεξάνδρα Αϊδίνη, Χριστίνα Αυγερίδη, Μαριλού Βόμβολου, Χαρά-Μάτα Γιαννάτου, Βιργινία Κατσούνα, Κατερίνα Κυβετού, Ρεγγίνα Μανδηλάρη, Δάφνη Μανούσου, Ελένη Πετάση, Όλγα Σπυράκη, Μαρία Σταύρακα, Δώρα Στυλιανέση, Αναστασία Χατζάρα

«Miss Knife» στο Φεστιβάλ Αθηνών 2013

Miss Knife ©ericdeniset8794.jpg

Το ελληνικό κοινό γνώρισε τον Olivier Py μέσα από την παράσταση «Vitrioli» του Εθνικού θεάτρου. Ωστόσο, είναι γνωστός στους θεατρόφιλους αφού απ’ το 1988 γράφει και σκηνοθετεί ανελλιπώς για το γαλλικό θέατρο, ενώ απ’ τον ερχόμενο Σεπτέμβριο αναλαμβάνει καλλιτεχνικός διευθυντής του φεστιβάλ της Αβινιόν.

Τα τελευταία 13 χρόνια, ο  Py  έχει δείξει την προτίμηση του στην όπερα. Αυτό που τον έλκει άλλωστε  στο τραγούδι είναι ότι στον σύντομο χρόνο που αυτό διαρκεί πρέπει να πεις μια ιστορία που να είναι κατανοητή στο κοινό, σε αντίθεση με τον θεατρικό λόγο που πολλές φορές είναι πιο δύσκολος για τους μυ μυημένους.

Τη Miss Knife την εμπνεύστηκε ξαφνικά το 1996 και την παρουσίασε την ίδια χρονιά στο φεστιβάλ της Αβινιόν. Όπως λέει ο ίδιος, η  Miss Knife ξεπήδησε ξαφνικά ως μια περσόνα μέσα από ένα κοστούμι τσίρκου. Από τότε την επαναφέρει τακτικά, όποτε νιώθει την ανάγκη να πει κάτι εκείνος ή εκείνη – έχουν άλλωστε ταυτιστεί πια-  ή όποτε αφουγκράζεται την επιθυμία του κοινού να την ξαναδεί επί σκηνής.  Ωστόσο, δεν εκμεταλλεύεται την ιδιαιτερότητα του (αυτοπροσδιορίζεται ως καθολικός κι ομοφυλόφιλος) ενδυόμενος ένα τραβεστί σώμα με σκοπό τον προσηλυτισμό ή τη χλεύη, αλλά ως πράξη καθαρής θεατρικής σύμβασης. Η Miss Knife που όπως είπαμε γεννήθηκε μέσα από ένα κοστούμι τσίρκου, διαθέτει ως παράσταση ένα καρναβαλίστικο στοιχείο που ο Py θεωρεί σημαντικό για τον «επαναπροσδιορισμό του θεάτρου».

Στην αθηναϊκή της παρουσίαση την περασμένη βδομάδα, ο Olivier Py έστησε ένα μεταμοντέρνο καμπαρέ υπό τους ήχους της τζαζ και παρουσίασε την Miss Knife σε 14 νέα τραγούδια που γράφτηκαν ειδικά γι’ αυτή την παράσταση.

Ο Py ερμήνευσε την Miss Knife με τρόπο αξιοθαύμαστο, τόσο που δεν θα μπορούσες πια να διαχωρίσεις ποιος έχει ενδυθεί την προσωπικότητα ποιου αν δεν υπήρχαν εμβόλιμα μέρη ανάμεσα στα τραγούδα όπου ο περφόρμερ συνομιλεί με το κοινό, λέει αστεία με λεπτή ειρωνεία, αυτοσαρκάζεται και παίζει με τους μουσικούς του.

Η  Miss Knife είναι πια 25 χρόνια μεγαλύτερη, γι’ αυτό και μέσα απ’ τα τραγούδια της μιλάει  για τα γηρατειά, τη φθορά του χρόνου, την αρρώστεια, τη μοναξιά, τους εφήμερους έρωτες, με τρόπο που πέρα από τις όποιες ιδιαιτερότητες, μας αγγίζει όλους το ίδιο.

Ιδιαίτερη μνεία οφείλεται στους τέσσερις μουσικούς που έπαιξαν με πάθος και απογείωσαν τα τραγούδια.

Στίχοι – Φωνητικά: Olivier Py

Κρουστά: Julien Jolly

 Σαξόφωνο και φλάουτο: Olivier Bernard

 Πιάνο: Stéphane Leach

 Κοντραμπάσο: Sébastien Maire

 Μουσική: Stéphane Leach

 Κοστούμια: Pierre-André Weitz  σε συνεργασία με τη Nathalie Bègue

 Φωτισμοί: Bertrand Killy

 Παραγωγή:Les Visiteurs du Soir

 

«Ο εχθρός του λαού» στο Φεστιβάλ Αθηνών 2013


ipsen

Σε μια παραθαλάσσια λουτρόπολη, ο γιατρός Στόκμαν ανακαλύπτει ότι το νερό των ιαματικών λουτρών είναι μολυσμένο κι επικίνδυνο για τη δημόσια υγεία. Στην προσπάθεια του να ενημερώσει τους πολίτες έρχεται αντιμέτωπος με τα συμφέροντα της τοπικής κοινωνίας και τον αδερφό του που είναι δήμαρχος της πόλης. Η αποκάλυψη θα στοιχίσει ακριβά. Τα λουτρά θα πρέπει να κλείσουν και η δημοτική επιχείρηση θα χάσει μεγάλο μέρος απ’ τα έσοδα της. Ο γιατρός δεν αργεί να διαπιστώσει ότι ακόμα κι αυτοί που αρχικά τάχθηκαν με το μέρος του, σύντομα θα του γυρίσουν την πλάτη. Βρίσκεται ξαφνικά μόνος εναντίον του «κοινού συμφέροντος»…

Νομίζω πως δεν χρειάζεται περαιτέρω περιγραφή για να διαπιστώσει κανείς τη διαχρονικότητα του ιψενικού έργου. Γραμμένο μόλις το 1882, το έργο του μεγάλου νορβηγού δραματουργού αποτελεί διαρκές σημείο αναφοράς αφού ο πόλεμος των συμφερόντων στην ιστορία της ανθρωπότητας καλά κρατεί. Η διαφθορά της εξουσίας και η χειραγώγηση της μάζας από την πολιτική ηγεσία βρίσκονται κάτω από την κριτική ματιά του Ίψεν, ενώ στα χέρια του Thomas Ostermeier η παράσταση πάει τους προβληματισμούς του συγγραφέα ένα βήμα παραπέρα.

Ο Ostermeier είναι ένας σκεπτόμενος σκηνοθέτης με απόλυτη συναίσθηση της εποχής του. Η τάση του να καταπιάνεται με τα κλασικά κείμενα προσπαθώντας να τα δει μέσα από μια πιο σύγχρονη ματιά, δεν θα πρέπει να μας ξενίζει. Στην πραγματικότητα, στόχος του δεν είναι να παραλλάξει το αρχικό κείμενο, αλλά να ερευνήσει κατά πόσο αυτό μπορεί να σταθεί στην εποχή μας. Νομίζω δεν θα μπορούσε να βρει καλύτερο παράδειγμα απ’ τον «Εχθρό του λαού». Σε μια εποχή που η Ευρώπη γνωρίζει τη μεγαλύτερη κρίση στη σύγχρονη ιστορία της, σε επίπεδο πολιτικής, οικονομίας και κοινωνικών δομών, ο «Εχθρός του λαού» έρχεται να διερευνήσει τα όρια της ανθρώπινης ελευθερίας.

Στο πρωτότυπο κείμενο, ο Ίψεν δια στόματος Στόκμαν διδάσκει μέχρι πού είναι ικανός να φτάσει ένας ελεύθερος άνθρωπος. Στην παράσταση της Schaubühne, ο Στόκμαν δεν είναι απλώς ένας ελεύθερος άνθρωπος, αλλά ένας άνθρωπος με πλήρη συναίσθηση της ευθύνης που αναλαμβάνει. Η απόφαση του να μιλήσει δημόσια με όποιο κόστος θα τον μεταβάλει σε εχθρό του « κοινού καλού», του «δημόσιου συμφέροντος» σε «εχθρό του λαού» τελικά- ανάλογα με την οπτική γωνία που θα επιλέξει κανείς να δει το έργο κι ο ίδιος θα πρέπει να ζήσει με την απόφαση του. Οι ηθικές ευθύνες άλλωστε είναι ένα  καίριο ζήτημα της εποχής μας και στην περίπτωση του εγχώριου  μικρόκοσμου μας είναι σύνηθες το φαινόμενο να πετάμε το μπαλάκι αλλού αποποιούμενοι την παραμικρή ευθύνη.

Αναμφίβολα, το  πιο ενδιαφέρον κομμάτι της παράστασης, αυτό που σίγουρα προκάλεσε συζητήσεις ανάμεσα στους θεατές, υπήρξε το « άνοιγμα προς το κοινό»… Στο πρωτότυπο κείμενο, υπάρχει ένα σημείο που ο γιατρός Στόκμαν προσπαθεί να πείσει τους πολίτες για τις απόψεις του κατά τη διάρκεια μιας δημόσιας ομιλίας. Αυτός ο λόγος στην παράσταση της  Schaubühne αντικαταστάθηκε από την «Επικείμενη Εξέγερση», μανιφέστο του 2008 στη Γαλλία από την Αόρατη επιτροπή.  Το περιεχόμενο του μανιφέστο προβλέπει την κατάρρευση του καπιταλισμού και μιλάει για ακραίες ριζοσπαστικές λύσεις. Αυτό το αντιεξουσιαστικό κείμενο εκφωνείται στην παράσταση και αρχίζει ένα διαδραστικό κομμάτι διάρκειας περίπου 6-7 λεπτών κατά το οποίο οι θεατές καλούνται να πούνε ελεύθερα τη γνώμη τους. Το κείμενο είναι αρκετά δυνατό αφού αμφισβητεί ακόμα και τη δημοκρατία ως πολίτευμα και υπονοεί ότι για ν’ αλλάξουν τα πράγματα θα χρειαστεί κατά πάσα πιθανότατα βία.

Στην παράσταση που παρουσιάστηκε την περασμένη βδομάδα στο φεστιβάλ Αθηνών, πολλοί ήταν αυτοί που ήθελαν να μιλήσουν και το έπραξαν πράγμα καθόλου περίεργο αν σκεφτεί κανείς ότι η υπάρχουσα πολιτική κατάσταση έχει δημιουργήσει αδιέξοδα κι η έμφυτη τάση του νεοέλληνα είναι να τα καλύψει δια του (μονο)λόγου. Λίγοι θεατές αποχώρησαν δυσαρεστημένοι εκείνοι την ώρα προφανώς μη αντιλαμβανόμενοι το κόνσεπτ (sic) του σκηνοθέτη. Ευτυχώς, το θέατρο καλύπτει οργανωτικά τα κενά που σε άλλες περιπτώσεις της δημόσιας ζωής θα έμεναν ανοιχτά κι ακόμα θα μιλούσαμε… Οι συντελεστές της παράστασης εντάσσουν πλήρως αυτό το κομμάτι- άνοιγμα στο κοινό στο σώμα της παράστασης, το ελέγχουν απόλυτα και το σταματούν σε συγκεκριμένο χρόνο.

Ο σκηνοθέτης αφήνει ανοιχτό το τέλος του έργου και συνεπώς ελεύθερη και την κρίση μας ανάλογα με το τι θεωρούμε ότι θα επιλέξει ο βασικός ήρωας, τα χρήματα ή την αλήθεια.

Schaubühne – Thomas Ostermeier

«Ο εχθρός του λαού»  του Ερρίκου Ίψεν

 

Προσαρμογή-Δραματουργία: Florian Borchmeyer
Σκηνοθεσία: Thomas Ostermeier
Σκηνικά: Jan Pappelbaum
Κοστούμια: Nina Wetzel
Μουσική: Malte Beckenbach, Daniel Freitag
Δραματουργία: Florian Borchmeyer
Φωτισμοί: Erich Schneider
Παίζουν: Stefan Stern (Θωμάς Στόκμαν), Ingo Hülsmann (Δήμαρχος, Πέτερ Στόκμαν), Eva Meckbach (Κυρία Στόκμαν), Christoph Gawenda (Χόβσταντ), David Ruland (Άσλακσεν), Moritz Gottwald (Μπίλλινγκ), Thomas Bading (Μόρτεν Κιλ)


Επισκεψιμότητα

  • 194,852 hits

Αρχείο