Archive Page 11

«Ο τυχαίος θάνατος ενός αναρχικού» στο θέατρο Αλκμήνη ως 29/11

Δεν συνηθίζω να δημοσιεύω τα δελτία τύπου, αλλά κάνω μια εξαίρεση γιατί αυτή η προσπάθεια αξίζει τον κόπο.

Δημοσιεύω όπως μου το έστειλαν. Αν θέλετε κι άλλες πληροφορίες, δείτε κι εδώ.

Παιδιά, καλή επιτυχία και φέτος που είναι πιο δύσκολα…

__________________________________________________

Μια μικρή ενημέρωση (ελπίζω να μην καταχραζόμαστε τον χώρο σας): η παράσταση συνεχίζεται για δεύτερο χρόνο και για 14 παραστάσεις στο θέατρο Αλκμήνη, κάθε Τετάρτη και Πέμπτη, με είσοδο 6 ευρώ. Μάλιστα χρησιμοποιούμε τον οικείο τίτλο του “Τυχαίου θάνατου ενός αναρχικού”!

Περισσότερες πληροφορίες εδώ: http://cheapmelodrama.wordpress.com/

Ευχαριστούμε

«Αμφιτρύων» του Μολιέρου στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου

Ο Δίας γοητεύεται απ’ την Αλκμήνη σύζυγο του βασιλιά της Θήβας Αμφιτρύωνα και για να την κάνει δική του, παίρνει τη μορφή του άντρα της λίγο πριν αυτός επιστρέψει νικητής από τη μάχη. Με προπομπό τον Ερμή που κι αυτός δανείζεται τη μορφή του δούλου του Αμφιτρύωνα Σωσία, πείθεται η Νύχτα να παρατείνει τη διάρκεια της για να καλύψει τη συνεύρεση Αλκμήνης – Δία.  Όταν όμως την επόμενη μέρα επιστρέφει ο Αμφιτρύωνας, ξεκινάει μια σειρά  από παρεξηγήσεις και διασκεδαστικά περιστατικά που περιπλέκουν ακόμα περισσότερο την κατάσταση. Η λύση θα έρθει από τον από μηχανής Θεό…

Την παραπάνω ιστορία που σαν αποτέλεσμα είχε τη γέννηση του ημίθεου Ηρακλή σκαρφίζεται ο Μολιέρος αντλώντας στοιχεία απ’ την ελληνική μυθολογία, αλλά δανειζόμενος τεχνική απ’ τον θαυμαστό κόσμο της Comedia del’ arte.

Ο Μολιέρος αν κι έχει περάσει στη συνείδηση του κοινού ως κωμικός συγγραφέας, δεν έγραφε αβασάνιστα απλές κωμωδιούλες (sic), αλλά συνήθως στόχευε στη σάτιρα είτε συγκεκριμένων ανθρώπινων ελαττωμάτων ή συμπεριφορών. Ο «Αμφιτρύωνας» ανήκει στη δεύτερη κατηγορία και είναι η τέταρτη φορά – μετά τον «Ταρτούφο», τον «Μισάνθρωπο» και τον «Δον Ζουάν» που ο Μολιέρος στηλιτεύει την υποκρισία. Παράλληλα, στον «Αμφιτρύωνα» θίγονται και μια σειρά από σημαντικά ζητήματα, όπως αυτό της ίδιας της ύπαρξης και της αντίληψης μας γύρω απ’ αυτήν και της θεϊκής εξουσίας.

Την εποχή που παρασταίνεται ο « Αμφιτρύωνας» (1668), στη Γαλλία βασιλεύει ο Λουδοβίκος ο 14ος ή αλλιώς Βασιλιά Ήλιος (Le Roi Soleil). Ο Μολιέρος είναι αγαπητός συγγραφέας της βασιλικής αυλής. Ήδη απ’ το 1665 ο θίασος του είναι ο επίσημος θίασος  του ίδιου του Βασιλιά. Δεν διστάζει ωστόσο ν’ ασκήσει κριτική στον Βασιλιά που εκείνη την εποχή διατηρεί παράνομη σχέση με την Madame de Maintenon. Λέγεται ότι ο σύζυγος της Madame de Maintenon έγινε έξαλλος  με την παράσταση, ενώ ο ίδιος ο Λουδοβίκος την κατευχαριστήθηκε. Και πώς θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά αφού ο Μολιέρος με την απαράμιλλη τεχνική του, απ’ τη μια τον κριτικάρει «ξεμπροστιάζοντας» τον κι απ’ την άλλη τον θεοποιεί εξομοιώνοντας τον με τον Δία.

Δεν ξέρω γιατί ο Λευτέρης Βογιατζής συμφώνησε να σκηνοθετήσει Μολιέρο σ’ ένα τόσο ανοιχτό θέατρο. Ο ίδιος δήλωσε ότι αν και στην αρχή τον τρόμαξε η επιλογή του χώρου, σιγουρεύτηκε όταν είδε διάφορες σωζόμενες παραστάσεις από θιάσους της Comedia del’ arte σε ανοιχτούς χώρους με αρχαία ερείπια.

Η Επίδαυρος καλώς ή κακώς είναι ταυτισμένη με το αρχαίο δράμα και παρόλο που τα τελευταία χρόνια έχει παραχωρηθεί και σ’ άλλα είδη, ένα είναι το δεδομένο που δεν μπορεί κανείς να παρακάμψει. Η ακουστική. Ο λόγος πρέπει ν’ ακούγεται κι αυτό σημαίνει ότι οι ηθοποιοί οφείλουν να έχουν καλά ασκημένες φωνές, να μην γίνεται βοηθητική χρήση μικροφώνων (γιατί έτσι ακυρώνεται η ουσία της επιλογής του χώρου) και να είναι «ανοιχτό» (sic)  το θέαμα. Δεν είναι π.χ δυνατόν να παιχτεί επιτυχώς στην Επίδαυρο ψυχολογικό δράμα δωματίου.  Επιπροσθέτως, η κωμωδία σαν είδος  (όχι η αττική) έχει κάποια χαρακτηριστικά που δεν υπακούουν στους κανόνες της Επιδαύρου. Ο ρυθμός της, η κίνηση του ηθοποιού, ο ατακαριστός λόγο, οι χειρονομίες, οι εκφράσεις του προσώπου κόκ είναι πράγματα που θες ν’ ακούς και να βλέπεις καλύτερα κι αυτό δεν γίνεται παρά να χαθεί σ’ ένα τόσο μεγάλο θέατρο.

Έχω την εντύπωση ότι αν η ίδια παράσταση παιζόταν σε κλειστό χώρο, θα είχε τη μαγεία εκείνη που χαρακτηρίζει όλες τις δουλειές του Βογιατζή.

Έχω γράψει και παλιότερα ότι τον  Βογιατζή τον θαυμάζω. Παρακολουθώ ανελλιπώς τις παραστάσεις του τα τελευταία χρόνια και ακόμα διατηρώ στη μνήμη μου εικόνες απ’ αυτές.Ο Λευτέρης Βογιατζής είναι σημαντικός σκηνοθέτης. Συγκεντρωτικός και με εμμονή στη λεπτομέρεια προκειμένου να πετύχει την αισθητική αρτιότητα που επιζητεί, κάνει μακροχρόνιες πρόβες κι έχει «δεθεί» τεχνικά με πολύ μικρής κλίμακα σκηνή. Αυτό είναι σημαντικό να ειπωθεί γιατί έστω και υποσυνείδητα, είναι σαν να έχει μάθει να στήνει τις δουλειές του καλύτερα σε μικρούς και κλειστούς χώρους.

Ο «Αμφιτρύωνας» είχε καλές στιγμές, αλλά η γενική εντύπωση ήταν ότι επρόκειτο για μια παράσταση χωρίς νεύρο και ζωντάνια και με έκδηλα σημάδια υποκριτικής και σκηνοθετικής αμηχανίας. Επίσης, υπήρχαν  σημαντικά προβλήματα ακουστικής σε όλη σχεδόν τη διάρκεια της παράστασης, ανάλογα με το πού ήταν στραμμένοι οι ηθοποιοί.

Μου άρεσε το γαϊτανάκι της έναρξης, οι ηθοποιοί που κρέμονταν σαν μαριονέτες έρμαια στη βούληση των Θεών, η Νύχτα στρογγυλοκαθισμένη στον θρόνο της, ο Ερμής στα ξυλοπόδαρά του, οι εμφανείς επιρροές απ’ την μεγάλη παράδοση της Comedia del’ arte που σοφά χρησιμοποίησε ο Βογιατζής αφού κι ο ίδιος ο Μολιέρος είχε εμπνευστεί απ’ αυτήν.

Δεν μου άρεσαν οι ήχοι ζώων και πουλιών, κάλυπταν κάποιες φορές τις φωνές των ηθοποιών. Δεν κατάλαβα τη μεταμόρφωση της Νύχτας σε υποβολέα που έφερνε βόλτα την ορχήστρα παραπαίοντας σε ψηλά τακούνια και διορθώνοντας τους ηθοποιούς.

Δεν μου άρεσε που οι ηθοποιοί έμοιαζαν σαν να είχαν χωριστεί σε δύο κατηγορίες: σ’ αυτούς που υπάκουσαν περισσότερο στη σκηνοθετική γραμμή και σ’ αυτούς που ακολούθησαν το ένστικτό τους για να σωθούν. Θα ξεχωρίσω από πλευράς ερμηνειών τον Νίκο Κουρή, τον Χρήστο Λούλη και τον Γιώργο Γάλλο. Βρήκα αδιάφορη την Αλκμήνη της Μουτούση, λίγη την Κλεάνθη της Σαουλίδου, απολαυστική τη Γουλιώτη ως Νύχτα αλλά κουραστική ως υποβολέα και δυστυχώς πολύ κακό τον Ήμελλο που μπαλαφάριζε  συνεχώς κι έδωσε έναν καρτουνίστικο Σωσία στερώντας μας απ’ τις δραματικές αποχρώσεις του ρόλου που τόσο έντεχνα έχει δημιουργήσει ο Μολιέρος.

Εξαιρετική η μετάφραση της Χρύσας Προκοπάκη, ενδιαφέρουσα η άποψη των κοστουμιών του Μέντη με κυρίαρχο ενιαίο χρώμα το πράσινο, ευρηματικό το σκηνικό της Μανιδάκη.

Αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου

«Αμφιτρύων» του Μολιέρου

Μετάφραση: Χρύσα Προκοπάκη

Σκηνοθεσία: Λευτέρης Βογιατζής

Σκηνικά: Εύα Μανιδάκη

Κοστούμια: Άγγελος Μέντης

Μουσική: Δημήτρης Καμαρωτός

Κίνηση: Ερμής Μαλκότσης

Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος

Βοηθοί σκηνοθέτη: Ελένη Ευθυμίου, Χάρης Φραγκούλης

Βοηθοί ενδυματολόγου: Ελένη Καριώρη, Ευσταθία Ραφτοπούλου

Διανομή:

Ερμής: Χρήστος Λούλης

Νύχτα: Στεφανία Γουλιώτη

Σωσίας: Δημήτρης Ήμελλος

Δίας: Νίκος Κουρής

Αλκμήνη: Αμαλία Μουτούση

Κλεάνθη: Εύη Σαουλίδου

Αμφιτρύων: Γιώργος Γάλλος

Στρατηγοί :
Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης,
Κωνσταντίνος Ασπιώτης,
Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος,
Ανδρέας Κωνσταντίνου,
Χάρης Φραγκούλης,
Νικόλας Χανακούλας

 

«Ο Αμερικάνος» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη στο Θέατρο Βράχων

Ενάμιση αιώνα περίπου μετά τους πρώτους μετανάστες, η αναζήτηση στέγης κι εργασίας σε ξένους τόπους όχι μόνο δεν έχει σταματήσει, αλλά συνεχίζεται με ξέφρενους ρυθμούς. Αν θέλουμε να το περιορίσουμε στη χώρα μας, αυτή όχι μόνο δέχεται ανεξέλεγκτη εισροή μεταναστών αλλά αρχίζει να στέλνει πάλι  τα «παιδιά της» στους ξένους τόπους λόγω της δυσχερούς οικονομικής κατάστασης.

Με τον «Αμερικάνο» του Παπαδιαμάντη, ολοκληρώνω μια άτυπη τριλογία γύρω από τις  παραστάσεις της φετινής σεζόν που είχαν σχέση με τη μετανάστευση. Πιο κοντά στον Παπαδιαμάντη, ο Ανδρέας Κορδοπάτης του Αντωνίου, κάπως διαφορετικές οι «Πατρίδες» των Ρέππα-Παπαθανασίου που εξετάζουν το θέμα πιο σφαιρικά και με περισσότερη αναφορά στο σήμερα.

Ένας άνδρας μέσης ηλικίας κάνει ξαφνικά την  εμφάνιση του στον μικρό τόπο (σ.σ Σκιάθος) παραμονές Χριστουγέννων. Οι ντόπιοι τον κοιτούν περίεργα, αφού τόσο η εξωτερική του εμφάνιση όσο και η ομιλία του έχουν κάτι το ξενόφερτο.  Εκείνος περιεργάζεται τα μέρη, κάνει μοναχικές βόλτες, κάτι ψάχνει να βρει.

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης γράφει τον  Αμερικάνο το 1891 και μ’ αυτόν τον τρόπο κάνει το δικό του σχόλιο για τη μετανάστευση στον Νέο Κόσμο.  Δεν ονομάζει το διήγημα του τυχαία «Ο Αμερικάνος». Ο μεσήλικας που επιστρέφει στη γενέθλια γη είναι ένας ξένος για τους γύρω του, αλλά κι ο ίδιος ως ξένους τους αντιμετωπίζει. Δεν είναι μόνο τα πολλά χρόνια της ξενιτιάς, αλλά και η αλλαγή στα ήθη και τα έθιμα που ορίζει αυτή την αποξένωση. Ακόμα και η μητρική γλώσσα ξεχνιέται σιγά- σιγά στην ξένη χώρα και η επικοινωνία με τους ομόγλωσσους καταντά αστεία και γραφική με ένα σωρό παρανοήσεις κι αδεξιότητες.

Μας πιάνει δέος σήμερα αναλογιζόμενοι τους ανθρώπους που μετανάστευσαν πριν τις απαρχές του 20ου αιώνα. Πόση προσπάθεια, τα μεταφορικά μέσα, το ατέλειωτο ταξείδι, ο αποχωρισμός – τις πιο πολλές φορές παντοτινός- από τ’ αγαπημένα τους πρόσωπα.

Κι απ’ την πλευρά των «ξένων» όμως, μήπως όλη αυτή η προσπάθεια να αλλάξουν 180 μοίρες οφειλόταν στην ανάγκη τους ν’ αφομοιωθούν απ‘ την ξένη γη, να ξεχάσουν τη μιζέρια της πατρίδας;  Άλλωστε, εκείνα τα χρόνια οι διαφορές στις συνθήκες διαβίωσης ανάμεσα στην Ελλάδα και δη στην επαρχία και στην Αμερική ήταν αγεφύρωτες.

Το διήγημα του Παπαδιαμάντη διασκευάστηκε θεατρικά για να χωρέσει(sic) τελικά σε παράσταση μιας ώρας, όπου ο ηθοποιός συνυπάρχει επί σκηνής με μια μουσικό.

Ο Θανάσης Σαράντος κράτησε άξια τον ρόλο του αφηγητή αλλά και των υπόλοιπων προσώπων που ζωντάνεψαν μέσα από τις αλλαγές στη φωνή, στη στάση του σώματος, την κίνηση, τα ελάχιστα σκηνικά αντικείμενα (ουσιαστικά μια βαλίτσα). Ουσιαστική ήταν η μουσική κι οι ήχοι σε όλη τη διάρκεια της παράστασης που σε συνδυασμό με την ιδιαίτερη γλώσσα και ύφος του Παπαδιαμάντη κατάφεραν να κρατήσουν αμείωτο το ενδιαφέρον.

«Ο Αμερικάνος» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

Θέατρο Βράχων

Σκηνοθεσία-Ερμηνεία: Θανάσης Σαράντος
Ερμηνεία ζωντανής μουσικής: Τάνια Γιαννούλη
Μουσική σύνθεση: Λάμπρος Πηγούνης
Σκηνική Επιμέλεια: Λίνα Μότσιου
Βοηθός σκηνοθέτη: Δημήτρης Κερεστεντζής
Φωτογραφίες: Μαριλένα Σταφυλίδου, Τάκης Βεκόπουλος

« Αθανάσιος Διάκος – η επιστροφή» στην Πειραιώς 260 (Φεστιβάλ Αθηνών 2012)

 

Ο Αθανάσιος Διάκος γλυτώνει τελευταία στιγμή τον οδυνηρό θάνατο (σούβλισμα) χάρη στην έγκαιρη επέμβαση ενός από μηχανής Θεού. Επιπλέον, «δραπετεύει» μαζί με την αγαπημένη του Κρουστάλλω στον χρόνο και προσγειώνεται στη σημερινή εποχή όπου ο τρόπος ζωής τους είναι μικροαστικός μεν, η δε ομιλία τους έμμετρη (στον γνωστό μας απ’ τη δημοτική ποίηση δεκαπεντασύλλαβο).

Πρόκειται για το νέο εγχείρημα της Λένας Κιτσοπούλου με αφορμή τον Αθανάσιο Διάκο.  Η επιλογή του κεντρικού ήρωα προέκυψε τυχαία όπως εξομολογείται η συγγραφέας. Με αφορμή το βασανιστήριο στο οποίο υπεβλήθη ο Αθανάσιος Διάκος, στόχος της κυρίως ήταν ν’ αναρωτηθεί τι ορίζεται ως βασανιστήριο σήμερα, απ’ το ψυχολογικό ως το σωματικό.

Ο Αθανάσιος Διάκος της παράστασης, είναι ένας μικρομεσαίος ιδιοκτήτης ψησταριάς στου Ψυρρή που καλείται ν’ αντιμετωπίσει την κρίση στον γάμο του με την Κρουστάλλω και να ισορροπήσει ανάμεσα στις παράλογες απαιτήσεις της για μια ζωή όπως ορίζουν οι τάσεις της εποχής μας και στα ιδανικά που υπήρχαν όταν οι άνθρωποι πάσχιζαν να ελευθερώσουν την Ελλάδα απ’ τον τουρκικό ζυγό.

Η σύλληψη είχε αναμφισβήτητα ενδιαφέρον. Πώς θα ένιωθε άραγε ένας ήρωας της ελληνικής επανάστασης  αν διακτινιζόταν στη σημερινή εποχή; Πώς θα ντυνόταν, τι δουλειά θα έκανε, πώς θα μιλούσε; Ο έμμετρος λόγος υπήρξε ένα επιπλέον ατού και αναμφίβολα ήταν μια παράσταση που έβγαζε γέλιο. Η Κιτσοπούλου ξέρει να γράφει και να στήνει μια παράσταση, έχει θεατρική αίσθηση, γνωρίζει από καλές ατάκες αλλά αρέσκεται να προκαλεί χωρίς όρια. Αυτό το τελευταίο είναι και η ένσταση μου για όλο το εγχείρημα. Θα μπορούσε κάλλιστα να είχε μείνει στο αρχικό μέρος του ευρήματος της, στην προσπάθεια της να εντάξει έναν άνθρωπο του 19ου αιώνα στον 21ο με τα σχετικά ευτράπελα που θα προέκυπταν. Αντ’ αυτού, ανακάτεψε και πολλά άλλα ζητήματα με αποκορύφωμα να φτάσει να μιλάει ακόμα και για το Κυπριακό, τις τεταμένες σχέσεις Ελλάδας-Τουρκίας, το Κουρδικό, την έλλειψη αισθητικής και παιδείας του νεοέλληνα κόκ. Επιπλέον, έντυσε την παράσταση με εικόνες απ’ την ιστορία των πρωτοπλάστων και τον Εσταυρωμένο ως σύμβολα οι μεν για τα δεινά του ανθρώπινου γένους, ο δε για την μάταιη θυσία του. Κάπως έτσι ξέφυγε εντελώς το μέτρο και το δεύτερο μισό της παράστασης είχε ξεφουσκώσει παρά τις φιλότιμες προσπάθειες των ηθοποιών και την αποδοχή του κοινού ( του εκπαιδευμένου θεατρικού κοινού πρέπει να τονίσω που αν και η συγγραφέας και σκηνοθέτης βγήκε κι επί σκηνής και τους τα’ χωσε(sic) – κατά την προσφιλή της μέθοδο- την καταχειροκρότησαν στο τέλος)

Η Κολιανδρή ήταν στην καλύτερη ως τώρα θεατρική της στιγμή. Ο Καραθάνος που επανειλημμένως έχω γράψει ότι προτιμώ στην κωμωδία,  έχει αποκτήσει μια μανιέρα που δυστυχώς σπανίως πια αποχωρίζεται. Δεν γίνεται να είσαι ίδιος τονικά κι εκφραστικά στον Συρανό, ίδιος στου Κουτρούλη τον γάμο και ίδιος στον Αθανάσιο Διάκο…

Οι μουσικές, ο σκηνικός χώρος και τα κοστούμια ήταν ομολογουμένως εμπνευσμένα.

« Αθανάσιος Διάκος – η επιστροφή» της Λένας Κιτσοπούλου

Πειραιώς 260 (Φεστιβάλ Αθηνών 2012)

Σκηνοθεσία: Λένα Κιτσοπούλου

Σκηνικά – Κοστούμια: Μαγδαληνή Αυγερινού

Φωτισμοί: Νίκος Βλασόπουλος

Βοηθός σκηνοθέτη: Άννα Νικολάου

Μουσική επιμέλεια: Ο θίασος

Σχεδιασμός ήχου: Κωστής Παυλόπουλος

Ερμηνεύουν:

Νίκος Καραθάνος, Έμιλυ Κολιανδρή, Γιάννης Κότσιφας, Ιωάννα Μαυρέα, Λένα Κιτσοπούλου, Γιάννος Περλέγκας.

 

«Οιδίπους τύραννος» στην Επίδαυρο



Πόσο δύσκολο είναι να σκηνοθετήσει ξανά κανείς ένα έργο που παίζεται συνεχώς μέσα στους αιώνες, μια τραγωδία τόσο γνωστή στον κόσμο, την  τέλεια τραγωδία σύμφωνα με τον χαρακτηρισμό του Αριστοτέλη στη μελέτη του «περί Ποιητικής» γα το αρχαίο δράμα.

Τι καινούργιο έχει να περιμένει ο θεατής που ήδη ξέρει το έργο, είτε γιατί το θυμάται απ’ το σχολείο, είτε γιατί είναι μέσα στην πολιτισμική του παράδοση ή πολύ απλά γιατί το έχει ξαναδεί;

Τι κάνεις μ’ έναν χώρο σαν αυτόν  της Επιδαύρου για όλη την ιστορία και την αύρα που κουβαλάει; Πώς ο «ξένος» σκηνοθέτης  θα κερδίσει την εμπιστοσύνη του κοινού ιδιαίτερα μετά τις αποδοκιμασίες των τελευταίων χρόνων σε συναδέλφους του για τις καινοτομίες που έφεραν στον Ιερό χώρο;

Ο Τσέζαρις Γκραουζίνις  ήρθε με μια τιμιότητα στην Επίδαυρο και στο αρχαίο δράμα. Ήρθε σαν επαγγελματίας που βάζει κατά μέρους την αλαζονεία και λειτουργεί με γνώμονα τη γνώση, την κρίση και την εμπειρία του. Διάλεξε μια γνωστή στο ελληνικό κοινό μετάφραση κι επενέβη με κάποιες μικρές αλλαγές, διασκευάζοντας το αρχικό κείμενο. Αυτό που ουσιαστικά έκανε όπως ομολογεί ο ίδιος ήταν μια «οργάνωση» του κειμένου του Σοφοκλή. Αφαίρεσε πολλά επαναλαμβανόμενα πράγματα, κάποια κομμάτια χορικών που αποδεδειγμένα κουράζουν τον σημερινό θεατή. Βασική του επιδίωξη ήταν ν’ ακουστεί καταρχήν ο λόγος του αρχαίου ποιητή. Ο ηθοποιός λοιπόν βρίσκεται στο κέντρο, ενώ χρησιμοποιείται η διανομή των τριών ανδρών υποκριτών όπως γινόταν την εποχή του Σοφοκλή. Το αποτέλεσμα ήταν μια παράσταση απολύτως αφαιρετική. Για τον Γκραουζίνις άλλωστε, ο μινιμαλισμός  είναι το πιο αριστοκρατικό ύφος στο θέατρο.

Υπήρξε μια απ’ τις πιο ξεκούραστες παραστάσεις που έχω ποτέ παρακολουθήσει στην Επίδαυρο. Απ’ την αρχή της εισόδου του θιάσου στη σκηνή, ως το τέλος, το ενδιαφέρον ήταν αμείωτο. Στέκομαι ιδιαιτέρως στα πολύ πρωτότυπα σκηνικά που δεν επέβαλαν καθόλου την παρουσία τους στον χώρο, αντίθετα έδωσαν λύσεις που εντυπωσίασαν. Μου άρεσε πολύ η σκηνή της ένδυσης της Ιοκάστης επί σκηνής.  Ο ηθοποιός (Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης) που υποδύεται την Ιοκάστη δεν έρχεται στη σκηνή βαμμένος και ντυμένος γυναίκα. Κάτι τέτοιο άλλωστε, θα μπορούσε να προκαλέσει το γέλιο στον σημερινό θεατή. Αντίθετα,  με τη βοήθεια των άλλων  ηθοποιών μπαίνει σ’ ένα τεράστιο φόρεμα και γίνεται αμέσως η βασίλισσα, χωρίς επιπρόσθετα στολίδια. Έτσι κι αλλιώς, η παράσταση δεν επεδίωξε να δώσει ένα νατουραλιστικό ύφος στο έργο. Τα πρόσωπα που υποδύονταν οι ηθοποιοί ήταν βασικά η ιδέα του τάδε ή του δείνα κι όχι ο ήρωας αυτός καθαυτός.

Μοναδικό αρνητικό σημείο εντόπισα κάποιες στιγμές στην αρχή της παράστασης, όπου ο συγκεκριμένος τονισμός μιας λέξης ή ο τρόπος κίνησης ενός μέλους του χορού, έκαναν το κοινό να γελάει τη στιγμή που παρακολουθούσε τραγωδία κι όχι κωμωδία. Ευτυχώς, δεν επαναλήφθηκαν.

Αρχαίο θέατρο Επιδαύρου

«Οιδίπους τύραννος» του Σοφοκλή

Μετάφραση: Μίνως Βολανάκης

 Σκηνοθεσία: Τσέζαρις Γκραουζίνις

 Σκηνικά – Κοστούμια: Κέννι Μακλίλαν

 Φωτισμοί: Νίκος Βλασόπουλος

 Μουσική: Δημήτρης Θεοχάρης

Ερμηνεύουν:

Αιμίλιος Χειλάκης
Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης
Χρήστος Σαπουντζής
Κώστας Κορωναίος
Αλμπέρτο Φάις
Γιάννης Τσεμπερλίδης
Κώστας Σειραδάκης
Παναγιώτης Εξαρχέας
Ονίκ Κετσογιάν
Γιώργος Παπανδρέου
Τζεφ Μααράουι

Συμπαραγωγή: Εταιρία Αρτivities / ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. ΒΟΛΟΥ

«Αγγέλα» στην ΑΥΛΗ (kunsthalle Athena)


Στη μετεμφυλιακή Ελλάδα, τα κορίτσια φεύγανε απ’ τα χωριά τους και πηγαίνανε στα μεγάλα αστικά κέντρα να δουλέψουν ως υπηρέτριες. Οι περισσότερες δεν είχαν πάει παρά κανά δυο τάξεις στο σχολείο, είχαν ασκηθεί από νωρίς στη σκληρότητα της ζωής, μπορεί να είχαν ορφανέψει ή να μην είχαν ελπίδες για ένα καλύτερο μέλλον λόγω κοινωνικών φρονημάτων του πατέρα ή του αδερφού τους.

Στα νέα σπίτια που μπαίνανε, μετατρεπόντουσαν σε θύματα εκμετάλλευσης. Συχνά για έναν πενιχρό μισθό (δεν ήταν ωστόσο και λίγες οι φορές που τους χρωστάγανε) έπρεπε να κάνουν όλες τις οικιακές δουλειές και τα ψώνια ενώ το ρεπό τους ήταν μόνο λίγες ώρες κάθε Κυριακή. Οι συνθήκες δεν ήταν ευνοϊκές για να έχουν προσωπική ζωή, πολλές φορές παραβιαζόταν ακόμα και η στοιχειώδης ιδιωτικότητα στα μικρά καμαράκια που χώραγαν ίσα ένα ντιβάνι για να κοιμούνται. Ο κύριος του σπιτιού ή ο γιος ή και οι δύο πρόβαλαν απαιτήσεις, ή σήκωναν χέρι. Ο έξω κόσμος ήταν επίσης απειλητικός. Εύκολα  γινόντουσαν λεία ενός επιτήδειου μαστροπού. Μια ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη μπορούσε να γεννήσει όνειρα για λύτρωση αν ο «αυτουργός» αναλάμβανε τις ευθύνες του και τις οδηγούσε σε αποκατάσταση ή να τις στιγματίσει βυθίζοντας τες στην απελπισία.

Η Αγγέλα είναι ένα τέτοιο κορίτσι. Βρίσκει  εύκολα δουλειά γιατί η προκάτοχός της αυτοκτόνησε απ’ την ταράτσα κι έμεινε κενή η θέση… Ο θάνατος του άτυχου κοριτσιού θα εμπλέξει την  Αγγέλα σε μια ιστορία αγάπης κι εκδίκησης όταν ο αδερφός της νεκρής θα επιδιώξει να ξετυλίξει το κουβάρι και να βρει τον υπεύθυνο  για τον χαμό της αδερφής του. Ο περίγυρος της Αγγέλας είναι όλα τα υπόλοιπα κορίτσια που η ανάγκη τα έχει σπρώξει να ξενοπλένουν και να υφίστανται προσβολές πάσης φύσεως ενώ δεν σταματούν να ονειρεύονται τη δραπέτευση τους , άλλη μ’ έναν γάμο κι άλλη με καριέρα στο σινεμά…

Ο Σεβαστίκογλου περιγράφει την ελληνική κοινωνία σε μια εποχή που προσπαθεί να κλείσει τους παλιούς λογαριασμούς και να επουλώσει τις πληγές της. Τα σημάδια του πολέμου και του εμφύλιου που ακολούθησε είναι ακόμα νωπά. Οι άντρες μπαρκάρουν ή πάνε εργάτες σε χώρες της Λατινικής Αμερικής,  ολόκληρες οικογένειες μεταναστεύουν στη Γερμανία, την Αμερική, τον Καναδά, την Αυστραλία. Το χάσμα των κοινωνικών τάξεων φαντάζει αγεφύρωτο. Αν στην Ελλάδα του σήμερα, η κακή μοίρα βαραίνει τους οικονομικούς μετανάστες που επιβιώνουν είτε κάνοντας δουλειές του ποδαριού, είτε φροντίζοντας  ξένα νοικοκυριά, κατάκοιτους και ηλικιωμένους, η Ελλάδα του ’ 50 αναζητούσε στη φτωχή επαρχία τα θύματα της(sic).

Αν  σήμερα οι κεντρικές λεωφόροι έχουν γεμίσει από φωτεινές επιγραφές studio όπου δεν χρειάζεται ιδιαίτερη φαντασία ως προς τις παρεχόμενες υπηρεσίες,  αν συχνά τα τελευταία χρόνια έρχονται στο φως ιστορίες ξένων γυναικών που κρατήθηκαν κλειδωμένες σε υπόγεια για να πουληθούν ή να κακοποιηθούν σεξουαλικά, στην Ελλάδα του 50 τα θύματα είχαν την ίδια σάρκα κι αίμα με τον θύτη.

Ο Ένκε Φεζολλάρι έστησε μια θαυμάσια παράσταση σε μια αυλή που από μόνη της λειτούργησε σαν ιδανικός σκηνικός χώρος. Δεν χρειάστηκαν παρά ελάχιστα μέσα (κυρίως αντικείμενα). Όλα τα άλλα ήταν εκεί, οι σκάλες, τα καμαράκια, η ταράτσα, οι πόρτες που άνοιγαν κι έκλειναν κρύβοντας μέσα τους μυστικά, πόθους, όνειρα και δυστυχία.

Εξαιρετική η διανομή των νέων ηθοποιών, η κίνηση και τα τραγούδια που ακούσαμε να παρεμβάλλονται α καπέλα όταν έπρεπε να τονιστεί η συγκίνηση ή ν’ αποδυναμωθεί λίγο η ένταση.  Στάθηκα ιδιαιτέρως στη σκηνή ανάμεσα στη Γεωργία (Κωνσταντίνα Τάκαλου) και τον Στράτο (Βασίλης Μαργέτης) γιατί είναι μια αρχετυπική σκηνή ανάμεσα στον μαστροπό και το θύμα που τον αγαπάει σπαρακτικά και δέχεται να υποστεί οποιονδήποτε εξευτελισμό για χάρη του. Μου θύμισε ανάλογη σκηνή από τα κινηματογραφικά «Κόκκινα φανάρια»  και υποθέτω ότι τόσο η εγχώρια αλλά και η διεθνής παραγωγή βρίθουν τέτοιων. Ευρηματική η σκηνή με το λευκό σεντόνι και τις φιγούρες πίσω του σαν θέατρο σκιών και σπαρακτικό το φινάλε που θύμιζε σκηνή τραγωδίας αλλά χωρίς την κάθαρση ή σκηνές απ’ το θέατρο του Λόρκα με τους βασανισμένους του ήρωες.

«Αγγέλα» του Γιώργου Σεβαστίκογλου

ΑΥΛΗ (kunsthalle Athena)

Σκηνοθεσία: Ένκε Φεζολλάρι

Επιμέλεια σκηνικού χώρου-Κοστούμια: Δάφνη Κούτρα

Κίνηση: Χαρά Κότσαλη

Βοηθοί σκηνοθέτη: Ζωή Αηδινιάν, Μαριάνθη Γραμματικού

Τραγούδι: Λόλα Γιαννοπούλου

Παίζουν:

Φανή: Ελένη Βεργέτη

Λάμπρος: Κώστας Καλλιβρετάκης

Στράτος: Βασίλης Μαργέτης

Μένιος: Κωνσταντίνος Μωραΐτης

Νέρα: Ίρις Πανταζάρα

Αγγέλα: Βίκυ Παπαδοπούλου

Γεωργία: Κωνσταντίνα Τάκαλου

Άννα: Καλλιόπη Τζερμάνη

«Το χώμα» στο Μεταξουργείο (Γιατράκου 2)

Το θέμα του έργου μοιάζει με αστυνομική ιστορία.  Σ’ ένα χωριό της Ανδαλουσίας, μια οικογένεια κι ο κοντινός της περίγυρος προσπαθούν να συγκαλύψουν ένα παλιό έγκλημα για το οποίο όλοι έχουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ευθύνη. Η φύση απαντά στην ύβρη τους με ξηρασία.  Η πλοκή του έργου εκτυλίσσεται σε δύο χρόνους: πριν (από το έγκλημα) και στο παρόν. Στην παράσταση, ο χρόνος αλλάζει με μια δήλωση των ηθοποιών: πριν, τώρα. Πρόκειται στην ουσία για ένα συνεχές ταξείδι ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν με νεκρούς που ζωντανεύουν στις μνήμες των ζωντανών, σκιές που δεν υπάρχουν, αναμνήσεις.

Δεν μπορώ να πω ότι βρήκα κάτι το ιδιαίτερο στο έργο. Θεωρώ ότι αναλώθηκε σε κλισέ που υπάρχουν έντονα σε αυθεντικότερα δείγματα  ισπανικού λαϊκού θεάτρου, ενώ «καταχράστηκε» τη συνταγή του μαγικού ρεαλισμού. Συνεπώς, πέρασαν από μπροστά μας διάφορες αρχετυπικές μορφές, η μητριαρχική φιγούρα της μάνας, ο νεκρός από χρόνια πατέρας ως το υπερβατικό στοιχείο, η πολλά υποσχόμενη νεαρή γυναίκα, ο πόθος στα μάτια του νεαρού, ο ταυρομάχος. Αλλά και θεματικά, δεν μπόρεσε να ξεφύγει απ’ το  τρίπτυχο ενός γνώριμου μοτίβου:  το κακό, η τιμωρία, η εκδίκηση…

Ωστόσο, κι αν ακόμα το ίδιο το έργο δεν μ’ ενθουσίασε, δεν συνέβη το ίδιο με την παράσταση. Καταρχήν, γοητεύτηκα από τον χώρο που επιλέχθηκε κι από όλη την παραγωγή που ήταν φροντισμένη στις μικρότερες λεπτομέρειες, π.χ το σακουλάκι με το χώμα που περιείχε μια αφίσα της παράστασης με τη διανομή και την υπόθεση εν είδη προγράμματος και που δινόταν δωρεάν.

Ο φυσικός χώρος της αυλής του σπιτιού δεν χρειάστηκε παρά ελάχιστα μέσα για να γίνει σκηνικό της παράστασης. Η αυλή του σπιτιού ήταν η αυλή της οικογένειας.  Βρήκα εξαιρετική τη δουλειά της Ηλέκτρας Περσελή στους φωτισμούς και πολύ ενδιαφέρουσα τη μουσική και τους ήχους του Λάμπρου Πηγούνη.

Δεν μπορώ επίσης ν’ αφήσω ασχολίαστα το σκηνικό και τα κοστούμια με ιδιαίτερη έμφαση στο πρώτο λόγω της ιδιαιτερότητας του χώρου. Έχουν πολύ μεγάλη σημασία οι σκηνικές λύσεις που επιλέγονται όταν ο φυσικός χώρος έχει από μόνος του μια δυναμική. Επομένως, το ζητούμενο είναι να βρεθεί μια ισορροπία που θα ταιριάξει αρμονικά το ήδη υπάρχον με το πρόσθετο.

Η Γιολάντα Μαρκοπούλου και η ομάδα του Συνεργείου προσέγγισαν με απλότητα το έργο και τις ιδιαιτερότητες του καταφέρνοντας να δώσουν ένα ιδιαίτερο αισθητικό αποτέλεσμα και ν’ αναβαθμίσουν το ίδιο το κείμενο. Αξίζει εδώ να προσθέσω ότι η Γιολάντα Μαρκοπούλου με την ομάδα Συνεργείο έχουν επιδείξει ευρηματικότητα, φαντασία και δημιουργικότητα και στις προηγούμενες παραγωγές τους, τόσο με τη σύσταση της ομάδας τους, όσο και με την εκάστοτε επιλογή χώρων. Αυτό το αναφέρω γιατί στις δύσκολες κοινωνικές εποχές, η τέχνη πρέπει να επιβιώσει κι οι αληθινοί καλλιτέχνες οφείλουν να την υποστηρίξουν μέσα από λύσεις και διαδρομές που δεν είναι καθόλου εκ του ασφαλούς.

«Το χώμα» ήταν υποψήφιο για το βραβείο Tirso de Molina to 1998. Πέρυσι, ο συγγραφέας του José Ramón Fernández τιμήθηκε συνολικά  και με το ισπανικό βραβείο θεάτρου.

Η παράσταση παρουσιάστηκε με την αιγίδα της Πρεσβείας της Ισπανίας και του Ινστιτούτου Cervantes.

«Το χώμα» του José Ramón Fernández  (Γιατράκου 2, Μεταξουργείο)

Γιατράκου 2, Μεταξουργείο

Ομάδα Συνεργείο

Μετάφραση: Μαρία Χατζηεμμανουήλ

Σκηνοθεσία: Γιολάντα Μαρκοπούλου

Σκηνικά-Κοστούμια: Αλεξάνδρα Σιάφκου, Αριστοτέλης Καρανάνος

Ηχητικός σχεδιασμός & Μουσική: Λάμπρος Πηγούνης

Κίνηση: Ζωή Χατζηαντωνίου

Φωτισμοί: Ηλέκτρα Περσελή

Παίζουν: Όλγα Τουρνάκη, Γιώργος Μπινιάρης, Μαρία Αιγινίτου, Theo Alexander, Τάνια Παλαιολόγου, Barkat Hosseini, Ηλίας Καράμπελας


Επισκεψιμότητα

  • 191,728 hits

Αρχείο


Follow

Ενημερωθείτε για κάθε νέα δημοσίευση στο email σας.

Μαζί με 31 ακόμα followers