Archive Page 11

«Ψευδοεξομολογήσεις» στο Φεστιβάλ Αθηνών 2014 – Στέγη γραμμάτων και Τεχνών

fausses confidences

Το θέατρο του Μαριβώ είναι το θέατρο της νιότης γράφει κάπου ο Bernard Dort. Συναντούμε με άλλα λόγια εκεί τους ήρωες πιο αθώους κι ανέμελους απ’ ότι για παράδειγμα στον Μολιέρο που νιώθουμε να τους βαραίνει η ενήλικη ζωή τους. Εδώ δεν υπάρχουν ιδιαίτερες οικογενειακές υποχρεώσεις, προβλήματα, παρελθόν… Είναι λες κι η ζωή τους ξεκινά με το άνοιγμα της αυλαίας.

Η Αραμίντ είναι βέβαια γυναίκα με κάποια ιστορία. Χήρα ενός σπουδαίου προσώπου, κατέχει μια υψηλή κοινωνική θέση. Ωστόσο, κι αυτή αφήνεται στο παιχνίδι και την έκπληξη σαν να είναι αρχάρια στα ερωτικά θέματα.

Αυτή είναι εξάλλου η γοητεία του θεάτρου του Μαριβώ. Φτιάχνει μια ιστορία  στην οποία μπλέκει το θέατρο με τη ζωή. Τα πρόσωπα του είναι υπαρκτά, με συγκεκριμένη ταυτότητα κι όμως στη διάρκεια του παιχνιδιού μεταμορφώνονται ανάλογα με τις περιστάσεις.

Κουβαλάει κι ο Μαριβώ όλη αυτή την μεγάλη παράδοση της Κομέντια ντελ άρτε με  τα αρχετυπικά πρόσωπα, τους άρχοντες, τους υπηρέτες που στήνουν τις μικρές δολοπλοκίες τους, τα έμπιστα πρόσωπα και το ζευγάρι των ερωτευμένων

Στις «Ψευδοεξομολογήσεις» ο Δοράντης  ερωτεύεται την πλούσια Αραμίντ και με τη συμβολή του πανούργου υπηρέτη Ντυμπουά στήνεται ένα απολαυστικό παιχνίδι.

Ο Luc Bondy που ανέβασε το έργο αρχικά στο Odéon τον χειμώνα που μας πέρασε, έστησε μια ισορροπημένη παράσταση προσπαθώντας απ’ τη μια να μην ξεφύγει πολύ έτσι ώστε να παραπέμπει σε απλό μπουλβάρ κι απ’ την άλλη να μην προδώσει την θεατρικότητα του 18ου αιώνα που τόσο εκφραστικά αποδίδεται με τον Μαριβώ.

Αν εξαιρέσει κανείς τον συμβολισμό (;) με τα ζευγάρια των παπουτσιών στις παρυφές του σκηνικού χώρου που δεν ήταν και ιδιαίτερα κατανοητός, η παράσταση μου έδωσε την αίσθηση ότι είχε μια αύρα παλιών αμερικάνικων κομεντί.

Ωραία και λειτουργικά τα κοστούμια του Johannes Schütz και μοντέρνο χωρίς να αποτελεί κακοφωνία το σκηνικό της Moidele Bickel

Η Isabelle Huppert , κομψή, με χάρη, κίνηση και φοβερή ενέργεια εξέφρασε απόλυτα όλο αυτό το εκλεπτυσμένο παιχνίδισμα του θεάτρου του Μαριβώ. Πολύ καλοί κι οι υπόλοιποι της διανομής με την πρωταγωνίστρια όμως να κερδίζει το παιχνίδι των εντυπώσεων.

 «Ψευδοεξομολογήσεις» του Πιερ Ντε Μαριβώ

12 – 14 Ιουνίου , Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών

Σκηνοθεσία: Luc Bondy

Σκηνικά: Johannes Schütz

Φωτισμοί: Dominique Bruguière

Κοστούμια: Moidele Bickel

Πρωτότυπη μουσική: Martin Schütz

Μακιγιάζ – Κομμώσεις – Περούκες: Cécile Kretschmar

Ερμηνεύουν:

Isabelle Huppert
Jean-Damien Barbin
Manon Combes
Louis Garrel
Yves Jacques
Pierre Yvon
Jean-Pierre Malo
Bulle Ogier
Bernard Verley
Georges Fatna
Arnaud Mattlinger
Στα γαλλικά με ελληνικούς υπέρτιτλους

Παραγωγή Odéon-Théâtre de l’Europe
Συμπαραγωγή Les Théâtres de la Ville de Luxembourg, Ruhrfestspiele Recklinghausen, Célestins-Théâtre de Lyon
Με την υποστήριξη LVMH, Cercle de l’Odéon, Christian et Béatrice Schlumberger

Με την υποστήριξη του Γαλλικού Ινστιτούτου, στο πλαίσιο του προγράμματος Ελλάς Γαλλία Συμμαχία 2014.

Advertisements

«Μεφίστο» στο Δημοτικό θέατρο Πειραιά

 

Mefisto

Το «Μεφίστο-μυθιστόρημα μιας καριέρας» γράφεται κι εκδίδεται στα γερμανικά το 1936 στην Ολλανδία, όπου έχει καταφύγει απ’ το 1933 αυτοεξόριστος ο Klaus Mann.

Η οικογένεια Mann ήταν αντίθετη στο ναζισμό. Ο ίδιος ο πατέρας του Klaus, ο Thomas Mannσε διάλεξη που έδωσε στο Βερολίνο το 1930 κατήγγειλε δημοσίως τον εθνικοσοσιαλισμό κι ενθάρρυνε τους εργάτες ν’ αντισταθούν στη βαρβαρότητα των ναζί. Απηύθυνε μάλιστα έκκληση για συγκρότηση ενός κοινού μετώπου καλλιεργημένων αστών της σοσιαλιστικής κι εργατικής τάξης. Οι Ναζί έκαψαν δημόσια τα βιβλία του Κlaus Μann και του θείου του Heinrich, αποφεύγοντας ν’ αγγίξουν αυτά του Thomas Mannφοβούμενοι τη δημόσια κατακραυγή που θα είχε η καταστροφή του έργου ενός νομπελίστα.

Για σειρά ετών το «Μεφίστο» ήταν κάτι σαν το απαγορευμένο έργο της Γερμανίας. Θεωρώντας ότι ο Klaus Mann«φωτογραφίζει» τον ηθοποιό Gustaf Gründgen με τον οποίο συνδεόταν φιλικά και συγγενικά (είχε παντρευτεί την αδερφή του Mann), το αμφιλεγόμενο ταλέντο του, τον αριβισμό και την άνοδο του σε ηγετικές θέσεις του πολιτισμού χάρη στη φιλία του με τα ανώτερα στελέχη της ναζιστικής ηγεσίας, ο θετός γιος του ηθοποιού το 1964 ξεκινά δικαστικό αγώνα για να εμποδίσει την κυκλοφορία του «Μεφίστο» στο Δυτικό Βερολίνο. Στη Γερμανία το μυθιστόρημα κυκλοφόρησε αυτούσιο το 1956 αρχικά στο Ανατολικό Βερολίνο και το 1963 σε μια έκδοση που περιελάμβανε τα άπαντα του Klaus Mann). Χάνει τον δικαστικό αγώνα κι ασκεί έφεση ενώ στο μεταξύ κυκλοφορεί το βιβλίο με άδεια του δικαστηρίου με τον εκδότη να αναφέρει στον πρόλογο του ότι: […]κι  αν ακόμα δεν παραβλέπονται αναφορές σε πρόσωπα εκείνης της εποχής, πάντως αυτός πρώτα απ’ όλα έδωσε μορφή στα πρόσωπα του μυθιστορήματος με την ποιητική του φαντασία. Όλα το πρόσωπα του έργου παριστάνουν τύπους, όχι πορτρέτα[…]

Η δίκη του Μεφίστο θεωρείται η πιο γνωστή λογοτεχνική δίκη της γερμανικής μεταπολεμικής περιόδου. Η σύγκρουση μεταξύ των κάποτε φίλων του KlausMann και του Gustaf Gründgen ονομάστηκε «μονομαχία των νεκρών». Αξίζει να σημειωθεί ότι όσο ζούσε ο Gustaf Gründgen δεν κατέφυγε ο ίδιος σε δικαστήριο, αλλά είχε καταβάλει κάθε προσπάθεια ήδη από το 1956 να εμποδίσει τρεις με τέσσερεις εκδοτικούς οίκους να εκδώσουν το βιβλίο στη Δυτική Γερμανία. Είχε  αγοράσει επίσης μέσω αντιπροσώπου όλα τα αντίτυπα που πέρασαν τα σύνορα και έφτασαν στη Δυτική Γερμανία.

Μέσα από μια δικαστική περιπέτεια που κράτησε σχεδόν μια δεκαετία και κατά τη διάρκεια της οποίας τέθηκαν σε δημόσιο διάλογο θέματα δημιουργίας κι ελευθερίας της τέχνης, η απόφαση δικαιώνει το «Μεφίστο» το 1971. Δέκα χρόνια κυκλοφορεί τελικά στη Δυτική Γερμανία και  η Ariane Mnouchkine το διασκευάζει για το θέατρο κάνοντας το έτσι γνωστό σε μεγάλη μερίδα του κοινού.

Όποια κι αν είναι η πραγματικότητα που κρύβεται πίσω απ’ το «Μεφίστο», ο Klaus Mannμας άφησε μια σημαντική παρακαταθήκη καταγράφοντας τα κοινωνικά και πολιτικά γεγονότα που οδήγησαν στην άνοδο των εθνικοσοσιαλιστών σε μια Γερμανία που υπέφερε και που είχε βγει ήδη πληγωμένη και ταπεινωμένη απ’ τον Μεγάλο πόλεμο. Το χρονικό της ανόδου του Χίτλερ στην εξουσία παράλληλα με την άνοδο και την εδραίωση διεθνώς της φήμης του ηθοποιού που είναι το κύριο πρόσωπο του έργου του είναι μια έντονη κριτική στο τέρας που θέριεψε εκείνα τα σκοτεινά χρόνια και κύλησε την ανθρωπότητα στο αίμα.

Αξίζει ν’ αναφερθεί ότι ο ίδιος ο συγγραφέας ποτέ δεν παραδέχτηκε ότι το «Μεφίστο» αποτελεί σαφή αναφορά σε υπαρκτά πρόσωπα. Το 1936 σε επιστολή του προς την «Παρισινή Ημερησία», αναφέρει χαρακτηριστικά:[…]όχι, ο Μεφίστο μου δεν είναι αυτός ή εκείνος. Μέσα του συντρέχουν πολλών ειδών «χαρακτηριστικά» μαζί. Εδώ δε πρόκειται για «πορτρέτο» αλλά για ένα συμβολικό τύπο. Ο αναγνώστης θα κρίνει, αν ακόμα αυτός είναι άνθρωπος ζωντανός, θεωρημένος και σχηματισμένος ποιητικά […]

mefisto2
Η παράσταση του Νίκου Μαστοράκη ήταν ένας πραγματικός άθλος. Ο Μεφίστο που διασκεύασε η Mnouchkine διαδραματίζεται σ’ ένα θέατρο του Αμβούργου. Οι σχέσεις των ηθοποιών τόσο μεταξύ τους όσο και με τους ανθρώπους που κάνουν βοηθητικές δουλειές στο θέατρο καθορίζονται μέσα από την απειλή του ναζισμού που αργά και μεθοδικά κερδίζει έδαφος εξαπατώντας συνειδήσεις και καθορίζοντας τις τύχες της ανθρωπότητας.

Μέσα σε  τρεις ώρες καταγραφής της προπολεμικής γερμανικής περιόδου ο σημερινός θεατής δεν αποφεύγει τις εμφανείς αναλογίες με τη σημερινή κοινωνικοπολιτική κατάσταση τόσο στα καθ’ ημάς όσο και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Ο Μεφίστο ως αρχετυπικό σύμβολο του Goethe είναι παρών με την ελκυστική προσφορά του κάθε φορά που ο άνθρωπος βάζοντας μπροστά το ένστικτο κι όχι τη λογική εναποθέτει απερίσκεπτα την τύχη σε  Σωτήρες αγνοώντας το τίμημα…

Οι ηθοποιοί έδωσαν όλοι αξιόλογες ερμηνείες με πρωτοστατούντες τον Χάρη Φραγκούλη και την Κωνσταντίνα Τάκαλου που ήταν πραγματικοί δεξιοτέχνες.

Άξιοι όλοι οι συντελεστές από τη μουσική και την κίνηση μέχρι τους φωτισμούς και τα σκηνικά και κοστούμια.

Φιλοξενείται στο ανακαινισμένο Δημοτικό θέατρο του Πειραιά και από Σεπτέμβρη θα παίζεται στο Εθνικό θέατρο.

«Μεφίστο» των Αριάν Μνουσκίν – Κλάους Μαν

Μετάφραση:  Λουίζα Μητσάκου

Σκηνοθεσία: Νίκος Μαστοράκης

Δραματουργική επεξεργασία (σε συνεννόηση με την Αριάν Μνουσκίν): Νίκος Μαστοράκης

Σκηνικά – Κοστούμια: Νίκος Μαστοράκης

Μουσική: Σταύρος Γασπαράτος

Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης

Κίνηση: Αμάλια Μπένετ

Μουσική διδασκαλία: Μελίνα Παιονίδου

Βοηθός σκηνοθέτη: Τόμμυ Σκλάβος

Βοηθός σκηνογράφου: Αμαλία Θεοδωροπούλου

Βοηθός χορογράφου: Χρήστος Πολυμενάκος

Διανομή:

Έρικα Μπρύκνερ: Μαρίνα Ασλάνογλου

Καρόλα Μάρτιν: Βίκυ Βολιώτη

Μύριαμ Γκότσαλκ: Μαρία Ζορμπά

Τραγουδίστρια – Έμελυν: Δανάη Κατσαμένη

Εκδότης – Γιόστινκελ: Θύμιος Κούκιος

Όττο Ούλριχ: Αλέξανδρος Λογοθέτης

Κυρία Εφόυ: Υβόνη Μαλτέζου

Γιούλιους: Στέφανος Μουαγκιέ

Θεόφιλος Σάρντερ: Άλκης Παναγιωτίδης

Λούντβιχ: Γιώργος Παπαπαύλου

Λορέντζο: Τάσος Πυργιέρης

Τερέζα φον Χέρτσφελντ: Γιούλικα Σκαφιδά

Κνουρ: Γιάννης Στόλλας

Πάμελα φον Νίμπουρν: Κωνσταντίνα Τάκαλου

Χανς Μίκλας: Χάρης Τζωρτζάκης

Χέντρικ Χέφγκεν: Θάνος Τοκάκης

Άλεξ: Ένκε Φεζολλάρι

Κλάους Μπρύκνερ: Χάρης Φραγκούλης

Τόμας Μπρύκνερ: Μηνάς Χατζησάββας

Μάγκνους Γκότσαλκ: Νίκος Ψαρράς

Πιάνο: Λήδα Μανιατάκου

 

Οι πληροφορίες για  το χρονικό εκδόσεων του «Μεφίστο» και τη δικαστική περιπέτεια αντλήθηκαν από την εισαγωγή στο βιβλίο Μεφίστο – Μυθιστόρημα μιας καριέρας, μτφ. Α. Ηλιόπουλος, εκδόσεις Ευρωεκδοτική, Αθήνα 1982).

«Κέικ» στο Εθνικό θέατρο (ΚΤΙΡΙΟ ΤΣΙΛΛΕΡ – ΣΚΗΝΗ «ΝΙΚΟΣ ΚΟΥΡΚΟΥΛΟΣ»)

cake

Μέσα από μια ιστορία που αφορά στα εσωτερικά μιας πολυκατοικίας, ο Χατζηγιαννίδης – γνωστός στο ευρύ κοινό απ’ το «Λα Πουπέ» σκιαγραφεί 4 διαφορετικές προσωπικότητες και αναζητά τις ισορροπίες και τα όρια μέσα στη σημερινή κοινωνία χρησιμοποιώντας έναν φιλήσυχο άνθρωπο, μια νευρασθενή συγγραφέα, έναν οργισμένο νέο κι έναν μετανάστη.

Αφορμή της συνάντησης στο σπίτι του διαχειριστή είναι τα παράπονα που εκφράζονται απ’ τη συγγραφέα για κάποιον που πετάει τα σκουπίδια απ’ το μπαλκόνι του. Η ίδια όπως κι ο οργισμένος νεαρός φωτογραφίζουν τον μετανάστη ως εύκολο και προφανή στόχο. Ο διαχειριστής όμως αρνείται να κατηγορήσει κάποιον χωρίς αποδείξεις και τους φέρνει όλους ενώπιος ενωπίω.

Σ’ αυτήν τη συνάντηση ξετυλίγεται ένα κουβάρι από σχέσεις που ανάγονται στο παρελθόν, φιλίες, κουτσομπολιά, κακίες και ό,τι άλλο είναι πιθανό να συμβεί στον μικρόκοσμο μιας πολυκατοικίας. Συγχρόνως, οι «γηγενείς» έρχονται σε αντιπαράθεση με τον βιοπαλαιστή μετανάστη. Οι μεν υπεραμύνονται των κεκτημένων τους ελέω φυλετικής ανωτερότητας, ο δε υπεραμύνεται της αξιοπρέπειας του που σε άλλες ιδανικές συνθήκες δεν θα έπρεπε να τον διαχωρίζει από τους πολλούς.

Ο Χατζηγιαννίδης πολύ εύστοχα  αφουγκράζεται τον παλμό της σύγχρονης πολυπολιτισμικής κοινωνίας και βάζει μπροστά μας έναν καθρέφτη που δεν χρειάζεται ούτε να μεγεθύνει τις ατέλειες μας, ούτε να εξωραΐσει την εικόνα μας. Απλώς επισημαίνει ότι κανείς μας δεν είναι αθώος κοινωνικά, άρα δεν είναι και σε θέση να κατακρίνει τις συμπεριφορές των γειτόνων του ως τιμωρός.

Η σκηνοθεσία του Φιλιππίδη απογείωσε το έτσι κι αλλιώς ενδιαφέρον κείμενο. Μοντέρνα, αφαιρετική και με σωστή αίσθηση του μέτρου. Στο ίδιο πλαίσιο κινήθηκε το σκηνικό και τα κοστούμια του Γαβαλά, οι φωτισμοί του έμπειρου Παυλόπουλου που έχουν πάντα τον ενεργό ρόλο τους στις παραστάσεις που υπογράφει φωτιστικά και η μουσική επιμέλεια του Δρόσου.

Πολύ καλές οι ερμηνείες και των 4 ηθοποιιών με προεξάρχουσα αυτή του Μαλκότση που έκανε πολλούς ν’ αναρωτηθούν αν ο ηθοποιός είναι πράγματι ξένος…

 «Κέικ»   του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη

ΚΤΙΡΙΟ ΤΣΙΛΛΕΡ – ΣΚΗΝΗ «ΝΙΚΟΣ ΚΟΥΡΚΟΥΛΟΣ»

Σκηνοθεσία: Πέτρος Φιλιππίδης

Σκηνικά- Κοστούμια: Γιώργος Γαβαλάς

Μουσική επιμέλεια: Ιάκωβος Δρόσος

Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος

Βοηθός σκηνοθέτη: Χριστίνα Σπατιώτη

Βοηθός σκηνογράφου: Μιχάλης Σαπλαούρας

Διανομή:

Σάσα: Μίνα Αδαμάκη

Πέτρος: Λάζαρος Γεωργακόπουλος

Μπάμπης: Μάξιμος Μουμούρης

Αγκρόν: Λαέρτης Μαλκότσης

 

BLASTED – ΕΡΕΙΠΙΑ στο θεάτρο Πορεία


blasted

Προτού βάλω τις σκέψεις μου στο χαρτί, αναρωτιόμουνα πώς μπόρεσε και χώρεσε τόση σκληρότητα και βία στο μυαλό και την ψυχή μιας 24χρονης (τόσο ήταν η Κέιν το 1995 που πρωτοπαρουσιάστηκε το έργο). Πρόσφατα, βλέποντας ένα βίντεο ντοκουμέντο από κάτι που συνέβη σε φυλακές της χώρας μας, συνειδητοποίησα ότι ο άνθρωπος είναι το χειρότερο κτήνος κάτω απ’ τις κατάλληλες συνθήκες και οι συνθήκες αυτές διαμορφώνονται με πολύ διαφορετικό τρόπο για τον καθένα από μας.

Νιώθω μια αμηχανία κάθε φορά που βλέπω ένα σκληρό και προκλητικό έργο, όχι για τις βίαιες ή τις πολύ τολμηρές σκηνές, όσο για το ότι  πιάνω τον εαυτό μου να προσπαθεί ν’ ανακαλύψει ποιο είναι εκείνο το στοιχείο που αναβαθμίζει ένα τέτοιου είδους θεατρικό κείμενο σε έργο τέχνης .

Για να κατανοήσει κανείς το έργο της Κέιν, είναι αναγκαίο να συνειδητοποιήσει τις ιδιαίτερες συνθήκες της. Μεγάλωσε σ’ ένα πολύ χριστιανικό περιβάλλον (σ.σ οι γονείς της ήταν ευαγγελιστές) και εικάζω ότι πρέπει να καταπίεσε πολλές πτυχές της προσωπικότητας και της φύσης της μέχρι την ηλικία που ξεκίνησε να σπουδάζει. Έπασχε χρόνια από κατάθλιψη κι έδωσε πρόωρο τέλος στη ζωή της στα 26 της μόλις χρόνια. Αρχικά, ήθελε να γίνει ποιήτρια, σύντομα όμως συνειδητοποίησε ότι δεν μπορούσε να μεταφέρει τις σκέψεις και τα συναισθήματά της μέσω της ποίησης. Το θέατρο την τράβηξε λόγω του εφήμερου της θεατρικής πράξης. «Το θέατρο δεν έχει μνήμη κι αυτό το κάνει πιο πραγματικό από κάθε άλλη τέχνη», έλεγε.

Στο «Blasted», ένας άντρας και μια γυναίκα περνούν μια νύχτα σ’ ένα πολυτελές ξενοδοχείο εξερευνώντας τα όρια τόσο στον ίδιο τους τον εαυτό, όσο κι ο ένας απέναντι στον άλλο. Σεξουαλική, λεκτική και σωματική βία, καταχρήσεις, ένας κόσμος που γκρεμίζεται  αλλά και προσεκτικά κρυμμένη τρυφερότητα είναι τα εργαλεία της Σάρα Κέιν σ’ αυτό το πρώτο απ’ τα πέντε συνολικά έργα που έγραψε στη σύντομη ζωή της.

Ο Τάρλοου  έκανε πολύ δημιουργική δουλειά με το «Blasted». Καταρχήν, με την ιδιότητα του μεταφραστή επέλεξε σωστά τη λέξη «ερείπια» για ν’ αποδώσει τον αγγλικό τίτλο. «Blasted» θα πει καταραμένος ή και κατεστραμμένος, συνεπώς τα «ερείπια» υποδηλώνουν τόσο τις υλικές φθορές απ’ το ξέσπασμα του πολέμου, όσο και την ψυχολογική κατάσταση των τριών προσώπων του έργου.

Σκηνοθετικά κατάφερε να δώσει ποιητικότητα και ατμόσφαιρα ακόμα και στις σκηνές που η βία ξεφεύγει  από τα κοινώς αποδεκτά ηθικά όρια. Επιλέγει μάλιστα να το κάνει μ’ έναν σχεδόν εξπρεσιονιστικό τρόπο όπου ο θεατής ξεπερνά και το σοκ που αναπόφευκτα προκαλεί η ωμότητα των σκηνών. Οι φωτισμοί του Αναστασίου απογείωσαν την παράσταση καθώς αυτή έφτανε στην κορύφωση της.

Ο Καραζήσης είναι ένας έμπειρος ηθοποιός με δύσκολους ρόλους στο ενεργητικό του. Η Παπαληγούρα στάθηκε ισότιμα δίπλα του με αμεσότητα και χωρίς προκαταλήψεις. Δυστυχώς, δεν ισχύει το ίδιο και για τον Μιχάλη Αφολάνιο που υπήρξε σκηνικά αρκετά αδύναμος σε μια κομβική στιγμή του έργου.

To «Blasted» – τολμώ να πω- είναι ένα προφητικό έργο για έναν κόσμο που καταρρέει δίνοντας τη θέση του σε κάτι άλλο που ακόμη είναι απροσδιόριστα καλό ή κακό, πάντως υπαγορευμένο από αρχέγονα ένστικτα κι ως εκ τούτου αναγκαίο για τη συνέχιση του ανθρώπινου είδους…

Sarah Kane

BLASTED – ΕΡΕΙΠΙΑ

Σκηνοθεσία: Δημήτρης Τάρλοου

Σκηνικά-Κουστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου

Μουσική: Κατερίνα Πολέμη

Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου

Video προβολές: Σωκράτης Σπανός

Βοηθός σκηνοθέτη: Δήμητρα Κουτσοκώστα

Φωτογραφίες: Βάσια Αναγνωστοπούλου

Παίζουν: Ακύλλας Καραζήσης, Λένα Παπαληγούρα, Μιχάλης Αφολάνιο

«Έτσι είναι αν έτσι νομίζετε» στο Εθνικό Θέατρο ( ΚΤΙΡΙΟ ΤΣΙΛΛΕΡ – ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΚΗΝΗ)


etsi einai an etsi nomizete

Στον θεατρικό κόσμο του Πιραντέλλο, το παιχνίδι ανάμεσα στο φαίνεσθαι και το είναι, η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην αλήθεια και το ψέμα, δεν  είναι τίποτα άλλο από τους προβληματισμούς του συγγραφέα για την  ανθρώπινη φύση. Ο Πιραντέλλο στοχάζεται πάνω στις απεριόριστες δυνατότητες του ανθρώπινου εγκεφάλου να κατανοήσει με συγκεκριμένο  τρόπο τα γεγονότα. Με άλλα λόγια αρχίζει ν’ αναρωτιέται πετώντας το μπαλάκι(sic) στο κοινό αν η οπτική γωνία του ενός συγκλίνει με του άλλου και προσπαθεί ν’ αποδείξει κατά πόσον αυτή η απόκλιση συνιστά διαστρέβλωση της αλήθειας ή μη.

Υπάρχει επομένως μία και μοναδική αλήθεια ή ο καθένας από μας επιλέγει εκείνο το κομμάτι που προσλαμβάνει καλύτερα ή θέλει περισσότερο; Και τι σημαίνει αυτό για τους υπόλοιπους;

Ο Πιραντέλλο συμβιώνοντας πολλά χρόνια με μια γυναίκα (σ.σ τη γυναίκα του) που έπασχε από μια ανίατη μορφή παράνοιας, ανέπτυξε σχετικά νωρίς αυτόν τον προβληματισμό για τη διαχείριση της αλήθειας και την ύπαρξη αντικειμενικότητας.

Στο «Έτσι είναι αν έτσι νομίζετε», o κύριος Πόνζα, η κυρία Φρόλλα κι η κυρία Πόνζα καλούνται να πουν μια ιστορία που θα καταδείξει την αλήθεια για την οικογενειακή τους σχέση όταν  αντιλαμβάνονται ότι αυτή βρίσκεται στο στόχαστρο της κοινωνίας της μικρής επαρχιακής πόλης στην οποία έχουν μετακομίσει. Γίνονται αντικείμενο σχολιασμού, βγαίνουν αυθαίρετα συμπεράσματα κι όλοι αδημονούν να μάθουν τι συμβαίνει επιτέλους στην  πραγματικότητα.

Ο νεαρός  Δημήτρης Καραντζάς έστησε μια πολύ κεφάτη παράσταση στο ύφος που ταιριάζει στον Πιραντέλο. Η ιδιοτυπία του θεατρικού έργου του Σικελού συγγραφέα δεν θα μπορούσε ν’ αποδοθεί παρά μόνο μέσα από μια εντελώς αντισυμβατική θεατρική συμπεριφορά που είναι όμως και η ιδανικότερη για να υποστηρίξει το ύφος του έργου χωρίς παρερμηνείες.  Αξίζει να σημειωθεί ότι μέσα στην αναπόφευκτη ιλαρότητα όπως προκύπτει απ’ τα διαδραματιζόμενα, διαφαίνεται μια υποψία τραγικού την οποία επίσης πολύ εύστοχα εντοπίζει κι αξιοποιεί ο ταλαντούχος σκηνοθέτης.

Μοναδική μου ένσταση ήταν η  μερικές φορές χωρίς σκοπό κίνηση των ηθοποιών. Δημιουργούσε ένα χάος στη σκηνή και δήλωνε σκηνοθετική αμηχανία και χαλαρότητα.

Οι ηθοποιοί πίστεψαν τον Καραντζά και την αισθητική της σκηνοθεσίας του κι αυτό είχε σαν αποτέλεσμα σπαρταριστές ερμηνείες  από τον νεαρότερο ηθοποιό ως την εμπειρότερη Καλογεροπούλου που όπως διαπίστωσα ο Πιραντέλλο ταιριάζει πολύ στην ωριμότητα της.  Εξαιρετική η φιγούρα που έπλασε η Έμιλυ Κολιανδρή. Παραφωνία ο έμπειρος Μηνάς Χατζησάββας η ερμηνεία του οποίου απέπνεε κούραση κι έμοιαζε σαν να έχει βγει από άλλη παράσταση- μάλλον δεν του ταίριαξε τελικά η πιραντελλική ατμόσφαιρα…

Η φιλολογία των τελευταίων εβδομάδων σχετικά με την συνέχιση ή την πρόωρη διακοπή της και τα περί επικοινωνιακού τεχνάσματος τερτίπια, δεν  έβλαψαν την παράσταση… Αν έσπευσε περισσότερος κόσμος επειδή δεν ήθελε να την χάσει, το κέρδος είναι ότι απόλαυσε μια εξαιρετική παράσταση και τα εύσημα σαφώς πηγαίνουν στον σκηνοθέτη, τους ηθοποιούς και όλους τους συντελεστές. Τα υπόλοιπα είναι απλώς τρικλοποδιές που δεν τιμούν τους εμπνευστές τους και τους θεσμικούς ρόλους που αυτοί εκπροσωπούν.

«Έτσι είναι αν έτσι νομίζετε»  του Λουίτζι Πιραντέλλο

ΚΤΙΡΙΟ ΤΣΙΛΛΕΡ – ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΚΗΝΗ

Μετάφραση: Ξένια Καλογεροπούλου

Σκηνοθεσία: Δημήτρης Καραντζάς

Σκηνικά: Ελένη Μανωλοπούλου

Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη

Κίνηση: Σταυρούλα Σιάμου

Μουσική: Κορνήλιος Σελαμσής

Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου

Συνεργασία στη δραματουργία: Κατερίνα Κωνσταντινάκου

Βοηθός σκηνογράφου: Τίνα Τζόκα

Βοηθός σκηνοθέτη: Θεοδώρα Καπράλου

Διανομή:

Φρόλλα: Ξένια Καλογεροπούλου

Αμάλια Αγκάτσι: Μαρία Κεχαγιόγλου

Υπηρέτης -Τσεντούρι: Μιχάλης Κίμωνας

Κα Σιρέλλι: Έμιλυ Κολιανδρή

Κος Σιρέλλι: Θύμιος Κούκιος

Κα Τσίνι: Υβόννη Μαλτέζου

Λαμπέρτο Λαουντίζι: Κώστας Μπερικόπουλος

Πόνζα: Μιχάλης Οικονόμου

Ντίνα: Ελίνα Ρίζου

Κα Πόνζα: Σταυρούλα Σιάμου

 Αγκάτσι: Γιώργος Συμεωνίδης

Ο Νομάρχης: Μηνάς Χατζησάββας

«Οι απόψεις ενός κλόουν» στο Εθνικό Θέατρο (Σκηνή Νίκος Κούρκουλος)

clown

«Ο κλόουν» του νομπελίστα Χάινριχ Μπελ που γράφτηκε μόλις 20 χρόνια μετά τη λήξη του Β’ παγκοσμίου πολέμου είναι ένα βαθιά πολιτικό αλλά και ανθρώπινο έργο. Με αφορμή την ιστορία ενός κλόουν ο Μπελ επιλέγει να κάνει αναφορές στο πρόσφατο παρελθόν διαχωρίζοντας εξαρχής τον εαυτό του από την επίσημη ιδεολογική γραμμή της χώρας με τα γνωστά συνεπακόλουθα…  Με πικρία αλλά και αλήθεια καταγράφει τα δεινά  που μια ολόκληρη γενιά Γερμανών χρεώθηκε ακόμα κι αν ανάμεσα τους υπήρξαν κάποιοι που δεν συμφωνούσαν.

Εύστοχα επιλέγει να δώσει υπόσταση στους προβληματισμούς του μέσα απ’ την ιστορία του Χανς Σνηρ. Η  φιγούρα εξάλλου του κλόουν στον χώρο του θεάματος είναι συνυφασμένη με την ευθυμία. Στα μάτια και την συνείδηση των πολλών ο κλόουν ταυτίζεται  με το γέλιο, τη χαρά και την αθωότητα. Αλίμονο όμως, στον χώρο του θεάματος είναι συχνό το φαινόμενο να διαφέρει η εξωτερική εικόνα απ’ την πραγματικότητα. Ο συγκεκριμένος κλόουν κουβαλά βαρύ φορτίο στις αποσκευές του, συναισθηματική κατάρρευση, ενοχή, συνειδητή απομάκρυνση από την οικογένεια, σταδιακή έως και ολοκληρωτική κοινωνική αποξένωση.Ευαίσθητος κι ευάλωτος μετά την εγκατάλειψη που βιώνει, δεν σταματά ν’ αναζητά το αντικείμενο του πόθου του ενώ οδεύει προς την αυτοκαταστροφή παρά τις παραινέσεις των γύρω του να ξεχάσει και να συνέλθει.

Ο Αργύρης Ξάφης έκανε μια έξυπνη διασκευή για το θέατρο στήνοντας μια παράσταση με ρυθμό, κέφι αλλά και βαθύ προβληματισμό. Επέλεξε σκόπιμα να υπογραμμίσει με  μια διακριτική αλλά θλιμμένη νότα τη ζωηρή ατμόσφαιρα που κανονικά δημιουργεί η εμφάνιση ενός κλόουν για να καταλήξει στην τραγική διαπίστωση ότι ο  Χανς Σνηρ – όπως και η πλειονότητα των κλόουν -δεν  δικαιούται μερίδιο στη χαρά που προσφέρει στους άλλους… Η σκηνοθεσία του Ξάφη παραπέμπει στις παλιές ασπρόμαυρες ταινίες του βωβού κινηματογράφου με κείνες τις φιγούρες των ηθοποιών που ενώ σε κάνουν να γελάς σε ποτίζουν και με μια μελαγχολία…

Με τη συνδρομή του λειτουργικού σκηνικού, των κοστουμιών,  του πετυχημένου μακιγιάζ και της αγαστής συνδρομής ζωντανής μουσικής και φωτισμών, η διανομή των ηθοποιών με προεξάρχοντα τον πολύ καλό Δημήτρη Παπανικολάου έδωσε ένα ικανοποιητικό αποτέλεσμα αναδεικνύοντας το έτσι κι αλλιώς σημαντικό έργο του Μπελ.

 

«Οι απόψεις ενός κλόουν»  του Χάινριχ Μπελ

ΚΤΙΡΙΟ ΤΣΙΛΛΕΡ – ΣΚΗΝΗ «ΝΙΚΟΣ ΚΟΥΡΚΟΥΛΟΣ»

Μετάφραση – θεατρική διασκευή – Σκηνοθεσία: Αργύρης Ξάφης

Σκηνικά – Κοστούμια: Έλλη Παπαγεωργακοπούλου

Μουσική: Κορνήλιος Σελαμσής

Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος

Κίνηση: Αμάλια Μπένετ

Σχεδιασμός μακιγιάζ: Εύη Ζαφειροπούλου

Βοηθός σκηνοθέτη: Κατερίνα Γιαννοπούλου

Διανομή:

Αλφόνσο Σνηρ (πατέρας του Χανς), Μάρτιν Ντέρκουμ (πατέρας της Μαρί), Ελεγκτής, Αστυνόος Άλφα, Στρύντερ, Οντίλο Κίνκελ, πάτερ Ζόμερβιλντ, Γερμανός: Γιώργος Γάλλος

Μαρί Ντέρκουμ, Ενριέτ Σνηρ, Κα Φρέντεμποϋλ, Μόνικα Σιλφς: Δέσποινα Κούρτη

Χέριμπερ Τσύπφνερ, Φαρμακοποιός, Σερβιτόρος, Αστυνόμος Βήτα, Φοιτητής Θεολογίας, Άλφρεντ Κίνκελ, Νεαρός Ρεπόρτερ, Κόστερτ: Θανάσης Λέκκας

Χανς Σνηρ: Δημήτρης Παπανικολάου

Λέο Σνηρ, Μουσικός επί σκηνής : Κορνήλιος Σελαμσής

«Πρόβα νυφικού» στο Εθνικό Θέατρο (Θέατρο Rex)

prova nyfinou
Δεν ξέρω ποια ανάγκη ώθησε το Εθνικό θέατρο να εντάξει στο ρεπερτόριο του ένα μπεστ σέλλερ είκοσι χρόνων πριν που εντυπώθηκε μάλιστα στην κοινή τηλεοπτική μνήμη με μια επιτυχημένη σειρά, αν δεν επρόκειτο να καταθέσει μια καινούργια πρόταση. Η παράσταση που αρχικά ξεκίνησε απ’ τον Βασίλη Βαφέα και κατέληξε στον Σωτήρη Χατζάκη δεν ευτύχησε να ξεπεράσει την ανάμνηση της τηλεοπτικής σειράς. Δεν έδωσε και τίποτα το διαφορετικό όμως…

Η διασκευή  της συγγραφέως με τη συνδρομή του Νιάρχου κατόρθωσε επιτυχώς να απομονώσει τα σημαντικότερα γεγονότα του μυθιστορήματος ώστε να χωρέσουν σε μια συγκεκριμένης διάρκειας θεατρική παράσταση.  Είναι προφανές ότι άλλη λειτουργικότητα έχουν τα τρία είδη, το ανάγνωσμα, η τηλεοπτική σειρά και η θεατρική παράσταση. Στο θέατρο μάλιστα, λείπει η μαγεία που μπορεί να προκύψει είτε απ’ τη φαντασία είτε απ’ το μοντάζ, οπότε ο θεατής πρέπει να την αναπληρώσει με μια έξυπνη σκηνοθεσία ή με πολύ καλές ερμηνείες ή ιδανικά και με τα δυο. Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω τι παραπάνω μπορεί να πρόσθεσε η δραματουργική επεξεργασία των Κων/νου και Αντώνη Κούφαλη. Εικάζω ότι ο σκηνοθέτης το έκρινε απαραίτητο…

Οι σκηνοθετικές ικανότητες του Σωτήρη Χατζάκη φαίνεται πως εξαντλήθηκαν χρόνια πριν όταν ακόμα κόμιζε στη σκηνή κάτι ιδιαίτερο με τις ατμοσφαιρικές  παραστάσεις του ( «Νύχτα του τράγου», «Φόνισσα», «Ντιμπούκ»). Πώς αλλιώς να εξηγήσει κανείς ότι η «Πρόβα Νυφικού» που φέρει την υπογραφή του δεν είναι τίποτα άλλο από μια κακή και ξεπερασμένη mise en scene (χρησιμοποιώ τη φράση στην κυριολεξία της που σημαίνει σκηνική τοποθέτηση κι όχι σε ελεύθερη μετάφραση που σημαίνει σκηνοθεσία), ποτισμένη με εθνικοπατριωτικό παραλήρημα;  Άνευρη και χωρίς καμιά ευρηματικότητα  η σκηνοθεσία του περιορίστηκε στο να παραθέσει μια σειρά από μικρές σκηνές που διαδέχονταν γρήγορα η μία την άλλη χωρίς βάθος και χωρίς χρόνο ούτε στους θεατές αλλά ούτε και στους ηθοποιούς να εξελίξουν τον ρόλο.

«Οι δεύτερες σκέψεις είναι πάντα σοφότερες» λέει σε κάποια στιγμή στο βιβλίο ο Μανιάς που εδώ τον υποδύεται ο Θέμης Πάνου. Τι κρίμα που είδαμε μια παράσταση χωρίς δεύτερες σκέψεις, χωρίς συναισθηματικό υπόβαθρο αλλά κυρίως  χωρίς στόχο.

Οι ρόλοι του βιβλίου δεν είναι ανθρώπινα σκίτσα με απότομες μεταβολές. Λυπάμαι που δεν υπήρξε καμία διεργασία, κανένας ψυχικός πόνος, καμιά αιτιολογία που να  δικαιολογεί τις μεταστροφές τους. Σχηματικός ο παράνομος έρωτας του Απόστολου και της Όλγας, άνευρη η εμφάνιση της ελαφρών ηθών Ματίνας με την αντιστασιακή δράση, επιγραμματική η εξέλιξη της συμπάθειας σε αγάπη ανάμεσα στην Αγγελική και τον αστυνόμο. Το ίδιο  αναίμακτα(sic) πέρασε η αλλαγή αξιών  στη  μικρή κοινωνία με την κατάκτηση της χώρας απ΄τους Γερμανούς που σκηνικά παρουσιάστηκαν σαν γραφικοί  μέθυσοι και κυνηγοί του ποδόγυρου(!!!) ,η σχέση της Ρηνούλας με τον γιατρό, ο απόηχος της ιστορίας του πατέρα της με τη μητέρα της Αγγε λικής κόκ

Αντιθέτως, σε δυο ολόκληρες ώρες, χώρεσαν τα πιο απίθανα πράγματα: όλος ο θίασος επί σκηνής στην έναρξη για να μας συστήσουν τον  κάθε ρόλο, τα tableaux vivants, τα πατριωτικά τραγούδια της Βέμπο, τα γλυκερά και νοσταλγικά άσματα που παρακινούν το κοινό να τραγουδήσει, οι  δυο μουσικοί ωσάν πλανόδιοι επί σκηνής, ο Εθνικός ύμνος, η ελληνική σημαία παρέα με μια κόκκινη προοιωνίζοντας τον εμφύλιο κόκ. Συνδετικός κρίκος σε όλα τα προαναφερθέντα η ανεκδιήγητη παρουσία της Ευανθούλας σαν ξωτικό. Η φιγούρα αυτού του διαισθητικού κι ευαίσθητου πλάσματος μετατράπηκε εδώ σ’ ένα κορίτσι που τρέχει πάνω- κάτω ντυμένο νεράϊδα…

Νιώθω ότι οι μόνοι που κάπως διεσώθηκαν απ’ τον πολυμελή θίασο ήταν η Θέμις Μπαζάκα κι ο Άλκις Κούρκουλος, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι δεν μπορούσαν και καλύτερα… Ο Γιώργος Κοτανίδης ήταν κάτι σαν bon viveur θείος από τις παλιές ταινίες της Φίνος. Η Ευγενία Δημητροπούλου κι η Δανάη Σκιάδη ήταν εντελώς εξωτερικές. Η δε Σκιάδη πάσχιζε να μιμηθεί την Πέγκυ Τρικαλιώτη που είχε ερμηνεύσει τον ίδιο ρόλο στο σίριαλ. Λυπήθηκα για τον πολύ καλό ( και το λέω ανεξαρτήτως του πρόσφατου κινηματογραφικού του βραβείου) Θέμη Πάνου που προσπάθησε αλλά μάταια, ενώ έκανε σήμα κατατεθέν στο τέλος κάθε του εμφάνισης ένα ατυχές  λεκτικό ευφυολόγημα… Κάκιστη η Αλεξάνδρα Παλαιολόγου που δεν έχει κανένα υποκριτικό βάθος, δεν είχε δουλέψει καθόλου τον ρόλο και δεν ανέδειξε κανέναν αισθησιασμό. Κι εδώ η τηλεοπτικη μνήμη την εξαφάνισε… Ανεκδιήγητος ο Μαγδαληνός που έπαιξε τον χωροφύλακα σαν να ήταν σε ελληνική κωμωδία του ’60, αδιάφοροι όλοι οι υπόλοιποι.

Η Έρση Δρίνη δημιούργησε ένα φλύαρο και κακόγουστο σκηνικό. Η μουσική ήταν προβλέψιμη χωρίς καμιά δημιουργικότητα ενώ τα χορευτικά μέρη φαινόντουσαν εντελώς  αδούλευτα.

Κρίμα για μια παράσταση που εισπρακτικά μεν θα επιτελέσει τον στόχο της, αλλά καλλιτεχνικά θα έχει πλήρως αποτύχει, αφού δεν έχει ταυτότητα…

«Πρόβα νυφικού»  των Ντόρας Γιαννακοπούλου – Θανάση Νιάρχου

ΘΕΑΤΡΟ REX – ΣΚΗΝΗ «ΜΑΡΙΚΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ»

Διασκευή: Ντόρα Γιαννακοπούλου, Θανάσης Νιάρχος

Δραματουργική επεξεργασία: Κωνσταντίνος και Αντώνης Κούφαλης

Σκηνοθεσία: Σωτήρης Χατζάκης

Σκηνικά – Κοστούμια: Έρση Δρίνη

Χορογραφίες: Κική Μπάκα

Φωτισμοί: Αντώνης Παναγιωτόπουλος

Μουσική επιμέλεια: Βασίλης Δρογκάρης


Επισκεψιμότητα

  • 199,783 hits

Αρχείο

Advertisements