Archive Page 11

« Αθανάσιος Διάκος – η επιστροφή» στην Πειραιώς 260 (Φεστιβάλ Αθηνών 2012)

 

Ο Αθανάσιος Διάκος γλυτώνει τελευταία στιγμή τον οδυνηρό θάνατο (σούβλισμα) χάρη στην έγκαιρη επέμβαση ενός από μηχανής Θεού. Επιπλέον, «δραπετεύει» μαζί με την αγαπημένη του Κρουστάλλω στον χρόνο και προσγειώνεται στη σημερινή εποχή όπου ο τρόπος ζωής τους είναι μικροαστικός μεν, η δε ομιλία τους έμμετρη (στον γνωστό μας απ’ τη δημοτική ποίηση δεκαπεντασύλλαβο).

Πρόκειται για το νέο εγχείρημα της Λένας Κιτσοπούλου με αφορμή τον Αθανάσιο Διάκο.  Η επιλογή του κεντρικού ήρωα προέκυψε τυχαία όπως εξομολογείται η συγγραφέας. Με αφορμή το βασανιστήριο στο οποίο υπεβλήθη ο Αθανάσιος Διάκος, στόχος της κυρίως ήταν ν’ αναρωτηθεί τι ορίζεται ως βασανιστήριο σήμερα, απ’ το ψυχολογικό ως το σωματικό.

Ο Αθανάσιος Διάκος της παράστασης, είναι ένας μικρομεσαίος ιδιοκτήτης ψησταριάς στου Ψυρρή που καλείται ν’ αντιμετωπίσει την κρίση στον γάμο του με την Κρουστάλλω και να ισορροπήσει ανάμεσα στις παράλογες απαιτήσεις της για μια ζωή όπως ορίζουν οι τάσεις της εποχής μας και στα ιδανικά που υπήρχαν όταν οι άνθρωποι πάσχιζαν να ελευθερώσουν την Ελλάδα απ’ τον τουρκικό ζυγό.

Η σύλληψη είχε αναμφισβήτητα ενδιαφέρον. Πώς θα ένιωθε άραγε ένας ήρωας της ελληνικής επανάστασης  αν διακτινιζόταν στη σημερινή εποχή; Πώς θα ντυνόταν, τι δουλειά θα έκανε, πώς θα μιλούσε; Ο έμμετρος λόγος υπήρξε ένα επιπλέον ατού και αναμφίβολα ήταν μια παράσταση που έβγαζε γέλιο. Η Κιτσοπούλου ξέρει να γράφει και να στήνει μια παράσταση, έχει θεατρική αίσθηση, γνωρίζει από καλές ατάκες αλλά αρέσκεται να προκαλεί χωρίς όρια. Αυτό το τελευταίο είναι και η ένσταση μου για όλο το εγχείρημα. Θα μπορούσε κάλλιστα να είχε μείνει στο αρχικό μέρος του ευρήματος της, στην προσπάθεια της να εντάξει έναν άνθρωπο του 19ου αιώνα στον 21ο με τα σχετικά ευτράπελα που θα προέκυπταν. Αντ’ αυτού, ανακάτεψε και πολλά άλλα ζητήματα με αποκορύφωμα να φτάσει να μιλάει ακόμα και για το Κυπριακό, τις τεταμένες σχέσεις Ελλάδας-Τουρκίας, το Κουρδικό, την έλλειψη αισθητικής και παιδείας του νεοέλληνα κόκ. Επιπλέον, έντυσε την παράσταση με εικόνες απ’ την ιστορία των πρωτοπλάστων και τον Εσταυρωμένο ως σύμβολα οι μεν για τα δεινά του ανθρώπινου γένους, ο δε για την μάταιη θυσία του. Κάπως έτσι ξέφυγε εντελώς το μέτρο και το δεύτερο μισό της παράστασης είχε ξεφουσκώσει παρά τις φιλότιμες προσπάθειες των ηθοποιών και την αποδοχή του κοινού ( του εκπαιδευμένου θεατρικού κοινού πρέπει να τονίσω που αν και η συγγραφέας και σκηνοθέτης βγήκε κι επί σκηνής και τους τα’ χωσε(sic) – κατά την προσφιλή της μέθοδο- την καταχειροκρότησαν στο τέλος)

Η Κολιανδρή ήταν στην καλύτερη ως τώρα θεατρική της στιγμή. Ο Καραθάνος που επανειλημμένως έχω γράψει ότι προτιμώ στην κωμωδία,  έχει αποκτήσει μια μανιέρα που δυστυχώς σπανίως πια αποχωρίζεται. Δεν γίνεται να είσαι ίδιος τονικά κι εκφραστικά στον Συρανό, ίδιος στου Κουτρούλη τον γάμο και ίδιος στον Αθανάσιο Διάκο…

Οι μουσικές, ο σκηνικός χώρος και τα κοστούμια ήταν ομολογουμένως εμπνευσμένα.

« Αθανάσιος Διάκος – η επιστροφή» της Λένας Κιτσοπούλου

Πειραιώς 260 (Φεστιβάλ Αθηνών 2012)

Σκηνοθεσία: Λένα Κιτσοπούλου

Σκηνικά – Κοστούμια: Μαγδαληνή Αυγερινού

Φωτισμοί: Νίκος Βλασόπουλος

Βοηθός σκηνοθέτη: Άννα Νικολάου

Μουσική επιμέλεια: Ο θίασος

Σχεδιασμός ήχου: Κωστής Παυλόπουλος

Ερμηνεύουν:

Νίκος Καραθάνος, Έμιλυ Κολιανδρή, Γιάννης Κότσιφας, Ιωάννα Μαυρέα, Λένα Κιτσοπούλου, Γιάννος Περλέγκας.

 

«Οιδίπους τύραννος» στην Επίδαυρο



Πόσο δύσκολο είναι να σκηνοθετήσει ξανά κανείς ένα έργο που παίζεται συνεχώς μέσα στους αιώνες, μια τραγωδία τόσο γνωστή στον κόσμο, την  τέλεια τραγωδία σύμφωνα με τον χαρακτηρισμό του Αριστοτέλη στη μελέτη του «περί Ποιητικής» γα το αρχαίο δράμα.

Τι καινούργιο έχει να περιμένει ο θεατής που ήδη ξέρει το έργο, είτε γιατί το θυμάται απ’ το σχολείο, είτε γιατί είναι μέσα στην πολιτισμική του παράδοση ή πολύ απλά γιατί το έχει ξαναδεί;

Τι κάνεις μ’ έναν χώρο σαν αυτόν  της Επιδαύρου για όλη την ιστορία και την αύρα που κουβαλάει; Πώς ο «ξένος» σκηνοθέτης  θα κερδίσει την εμπιστοσύνη του κοινού ιδιαίτερα μετά τις αποδοκιμασίες των τελευταίων χρόνων σε συναδέλφους του για τις καινοτομίες που έφεραν στον Ιερό χώρο;

Ο Τσέζαρις Γκραουζίνις  ήρθε με μια τιμιότητα στην Επίδαυρο και στο αρχαίο δράμα. Ήρθε σαν επαγγελματίας που βάζει κατά μέρους την αλαζονεία και λειτουργεί με γνώμονα τη γνώση, την κρίση και την εμπειρία του. Διάλεξε μια γνωστή στο ελληνικό κοινό μετάφραση κι επενέβη με κάποιες μικρές αλλαγές, διασκευάζοντας το αρχικό κείμενο. Αυτό που ουσιαστικά έκανε όπως ομολογεί ο ίδιος ήταν μια «οργάνωση» του κειμένου του Σοφοκλή. Αφαίρεσε πολλά επαναλαμβανόμενα πράγματα, κάποια κομμάτια χορικών που αποδεδειγμένα κουράζουν τον σημερινό θεατή. Βασική του επιδίωξη ήταν ν’ ακουστεί καταρχήν ο λόγος του αρχαίου ποιητή. Ο ηθοποιός λοιπόν βρίσκεται στο κέντρο, ενώ χρησιμοποιείται η διανομή των τριών ανδρών υποκριτών όπως γινόταν την εποχή του Σοφοκλή. Το αποτέλεσμα ήταν μια παράσταση απολύτως αφαιρετική. Για τον Γκραουζίνις άλλωστε, ο μινιμαλισμός  είναι το πιο αριστοκρατικό ύφος στο θέατρο.

Υπήρξε μια απ’ τις πιο ξεκούραστες παραστάσεις που έχω ποτέ παρακολουθήσει στην Επίδαυρο. Απ’ την αρχή της εισόδου του θιάσου στη σκηνή, ως το τέλος, το ενδιαφέρον ήταν αμείωτο. Στέκομαι ιδιαιτέρως στα πολύ πρωτότυπα σκηνικά που δεν επέβαλαν καθόλου την παρουσία τους στον χώρο, αντίθετα έδωσαν λύσεις που εντυπωσίασαν. Μου άρεσε πολύ η σκηνή της ένδυσης της Ιοκάστης επί σκηνής.  Ο ηθοποιός (Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης) που υποδύεται την Ιοκάστη δεν έρχεται στη σκηνή βαμμένος και ντυμένος γυναίκα. Κάτι τέτοιο άλλωστε, θα μπορούσε να προκαλέσει το γέλιο στον σημερινό θεατή. Αντίθετα,  με τη βοήθεια των άλλων  ηθοποιών μπαίνει σ’ ένα τεράστιο φόρεμα και γίνεται αμέσως η βασίλισσα, χωρίς επιπρόσθετα στολίδια. Έτσι κι αλλιώς, η παράσταση δεν επεδίωξε να δώσει ένα νατουραλιστικό ύφος στο έργο. Τα πρόσωπα που υποδύονταν οι ηθοποιοί ήταν βασικά η ιδέα του τάδε ή του δείνα κι όχι ο ήρωας αυτός καθαυτός.

Μοναδικό αρνητικό σημείο εντόπισα κάποιες στιγμές στην αρχή της παράστασης, όπου ο συγκεκριμένος τονισμός μιας λέξης ή ο τρόπος κίνησης ενός μέλους του χορού, έκαναν το κοινό να γελάει τη στιγμή που παρακολουθούσε τραγωδία κι όχι κωμωδία. Ευτυχώς, δεν επαναλήφθηκαν.

Αρχαίο θέατρο Επιδαύρου

«Οιδίπους τύραννος» του Σοφοκλή

Μετάφραση: Μίνως Βολανάκης

 Σκηνοθεσία: Τσέζαρις Γκραουζίνις

 Σκηνικά – Κοστούμια: Κέννι Μακλίλαν

 Φωτισμοί: Νίκος Βλασόπουλος

 Μουσική: Δημήτρης Θεοχάρης

Ερμηνεύουν:

Αιμίλιος Χειλάκης
Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης
Χρήστος Σαπουντζής
Κώστας Κορωναίος
Αλμπέρτο Φάις
Γιάννης Τσεμπερλίδης
Κώστας Σειραδάκης
Παναγιώτης Εξαρχέας
Ονίκ Κετσογιάν
Γιώργος Παπανδρέου
Τζεφ Μααράουι

Συμπαραγωγή: Εταιρία Αρτivities / ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. ΒΟΛΟΥ

«Αγγέλα» στην ΑΥΛΗ (kunsthalle Athena)


Στη μετεμφυλιακή Ελλάδα, τα κορίτσια φεύγανε απ’ τα χωριά τους και πηγαίνανε στα μεγάλα αστικά κέντρα να δουλέψουν ως υπηρέτριες. Οι περισσότερες δεν είχαν πάει παρά κανά δυο τάξεις στο σχολείο, είχαν ασκηθεί από νωρίς στη σκληρότητα της ζωής, μπορεί να είχαν ορφανέψει ή να μην είχαν ελπίδες για ένα καλύτερο μέλλον λόγω κοινωνικών φρονημάτων του πατέρα ή του αδερφού τους.

Στα νέα σπίτια που μπαίνανε, μετατρεπόντουσαν σε θύματα εκμετάλλευσης. Συχνά για έναν πενιχρό μισθό (δεν ήταν ωστόσο και λίγες οι φορές που τους χρωστάγανε) έπρεπε να κάνουν όλες τις οικιακές δουλειές και τα ψώνια ενώ το ρεπό τους ήταν μόνο λίγες ώρες κάθε Κυριακή. Οι συνθήκες δεν ήταν ευνοϊκές για να έχουν προσωπική ζωή, πολλές φορές παραβιαζόταν ακόμα και η στοιχειώδης ιδιωτικότητα στα μικρά καμαράκια που χώραγαν ίσα ένα ντιβάνι για να κοιμούνται. Ο κύριος του σπιτιού ή ο γιος ή και οι δύο πρόβαλαν απαιτήσεις, ή σήκωναν χέρι. Ο έξω κόσμος ήταν επίσης απειλητικός. Εύκολα  γινόντουσαν λεία ενός επιτήδειου μαστροπού. Μια ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη μπορούσε να γεννήσει όνειρα για λύτρωση αν ο «αυτουργός» αναλάμβανε τις ευθύνες του και τις οδηγούσε σε αποκατάσταση ή να τις στιγματίσει βυθίζοντας τες στην απελπισία.

Η Αγγέλα είναι ένα τέτοιο κορίτσι. Βρίσκει  εύκολα δουλειά γιατί η προκάτοχός της αυτοκτόνησε απ’ την ταράτσα κι έμεινε κενή η θέση… Ο θάνατος του άτυχου κοριτσιού θα εμπλέξει την  Αγγέλα σε μια ιστορία αγάπης κι εκδίκησης όταν ο αδερφός της νεκρής θα επιδιώξει να ξετυλίξει το κουβάρι και να βρει τον υπεύθυνο  για τον χαμό της αδερφής του. Ο περίγυρος της Αγγέλας είναι όλα τα υπόλοιπα κορίτσια που η ανάγκη τα έχει σπρώξει να ξενοπλένουν και να υφίστανται προσβολές πάσης φύσεως ενώ δεν σταματούν να ονειρεύονται τη δραπέτευση τους , άλλη μ’ έναν γάμο κι άλλη με καριέρα στο σινεμά…

Ο Σεβαστίκογλου περιγράφει την ελληνική κοινωνία σε μια εποχή που προσπαθεί να κλείσει τους παλιούς λογαριασμούς και να επουλώσει τις πληγές της. Τα σημάδια του πολέμου και του εμφύλιου που ακολούθησε είναι ακόμα νωπά. Οι άντρες μπαρκάρουν ή πάνε εργάτες σε χώρες της Λατινικής Αμερικής,  ολόκληρες οικογένειες μεταναστεύουν στη Γερμανία, την Αμερική, τον Καναδά, την Αυστραλία. Το χάσμα των κοινωνικών τάξεων φαντάζει αγεφύρωτο. Αν στην Ελλάδα του σήμερα, η κακή μοίρα βαραίνει τους οικονομικούς μετανάστες που επιβιώνουν είτε κάνοντας δουλειές του ποδαριού, είτε φροντίζοντας  ξένα νοικοκυριά, κατάκοιτους και ηλικιωμένους, η Ελλάδα του ’ 50 αναζητούσε στη φτωχή επαρχία τα θύματα της(sic).

Αν  σήμερα οι κεντρικές λεωφόροι έχουν γεμίσει από φωτεινές επιγραφές studio όπου δεν χρειάζεται ιδιαίτερη φαντασία ως προς τις παρεχόμενες υπηρεσίες,  αν συχνά τα τελευταία χρόνια έρχονται στο φως ιστορίες ξένων γυναικών που κρατήθηκαν κλειδωμένες σε υπόγεια για να πουληθούν ή να κακοποιηθούν σεξουαλικά, στην Ελλάδα του 50 τα θύματα είχαν την ίδια σάρκα κι αίμα με τον θύτη.

Ο Ένκε Φεζολλάρι έστησε μια θαυμάσια παράσταση σε μια αυλή που από μόνη της λειτούργησε σαν ιδανικός σκηνικός χώρος. Δεν χρειάστηκαν παρά ελάχιστα μέσα (κυρίως αντικείμενα). Όλα τα άλλα ήταν εκεί, οι σκάλες, τα καμαράκια, η ταράτσα, οι πόρτες που άνοιγαν κι έκλειναν κρύβοντας μέσα τους μυστικά, πόθους, όνειρα και δυστυχία.

Εξαιρετική η διανομή των νέων ηθοποιών, η κίνηση και τα τραγούδια που ακούσαμε να παρεμβάλλονται α καπέλα όταν έπρεπε να τονιστεί η συγκίνηση ή ν’ αποδυναμωθεί λίγο η ένταση.  Στάθηκα ιδιαιτέρως στη σκηνή ανάμεσα στη Γεωργία (Κωνσταντίνα Τάκαλου) και τον Στράτο (Βασίλης Μαργέτης) γιατί είναι μια αρχετυπική σκηνή ανάμεσα στον μαστροπό και το θύμα που τον αγαπάει σπαρακτικά και δέχεται να υποστεί οποιονδήποτε εξευτελισμό για χάρη του. Μου θύμισε ανάλογη σκηνή από τα κινηματογραφικά «Κόκκινα φανάρια»  και υποθέτω ότι τόσο η εγχώρια αλλά και η διεθνής παραγωγή βρίθουν τέτοιων. Ευρηματική η σκηνή με το λευκό σεντόνι και τις φιγούρες πίσω του σαν θέατρο σκιών και σπαρακτικό το φινάλε που θύμιζε σκηνή τραγωδίας αλλά χωρίς την κάθαρση ή σκηνές απ’ το θέατρο του Λόρκα με τους βασανισμένους του ήρωες.

«Αγγέλα» του Γιώργου Σεβαστίκογλου

ΑΥΛΗ (kunsthalle Athena)

Σκηνοθεσία: Ένκε Φεζολλάρι

Επιμέλεια σκηνικού χώρου-Κοστούμια: Δάφνη Κούτρα

Κίνηση: Χαρά Κότσαλη

Βοηθοί σκηνοθέτη: Ζωή Αηδινιάν, Μαριάνθη Γραμματικού

Τραγούδι: Λόλα Γιαννοπούλου

Παίζουν:

Φανή: Ελένη Βεργέτη

Λάμπρος: Κώστας Καλλιβρετάκης

Στράτος: Βασίλης Μαργέτης

Μένιος: Κωνσταντίνος Μωραΐτης

Νέρα: Ίρις Πανταζάρα

Αγγέλα: Βίκυ Παπαδοπούλου

Γεωργία: Κωνσταντίνα Τάκαλου

Άννα: Καλλιόπη Τζερμάνη

«Το χώμα» στο Μεταξουργείο (Γιατράκου 2)

Το θέμα του έργου μοιάζει με αστυνομική ιστορία.  Σ’ ένα χωριό της Ανδαλουσίας, μια οικογένεια κι ο κοντινός της περίγυρος προσπαθούν να συγκαλύψουν ένα παλιό έγκλημα για το οποίο όλοι έχουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ευθύνη. Η φύση απαντά στην ύβρη τους με ξηρασία.  Η πλοκή του έργου εκτυλίσσεται σε δύο χρόνους: πριν (από το έγκλημα) και στο παρόν. Στην παράσταση, ο χρόνος αλλάζει με μια δήλωση των ηθοποιών: πριν, τώρα. Πρόκειται στην ουσία για ένα συνεχές ταξείδι ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν με νεκρούς που ζωντανεύουν στις μνήμες των ζωντανών, σκιές που δεν υπάρχουν, αναμνήσεις.

Δεν μπορώ να πω ότι βρήκα κάτι το ιδιαίτερο στο έργο. Θεωρώ ότι αναλώθηκε σε κλισέ που υπάρχουν έντονα σε αυθεντικότερα δείγματα  ισπανικού λαϊκού θεάτρου, ενώ «καταχράστηκε» τη συνταγή του μαγικού ρεαλισμού. Συνεπώς, πέρασαν από μπροστά μας διάφορες αρχετυπικές μορφές, η μητριαρχική φιγούρα της μάνας, ο νεκρός από χρόνια πατέρας ως το υπερβατικό στοιχείο, η πολλά υποσχόμενη νεαρή γυναίκα, ο πόθος στα μάτια του νεαρού, ο ταυρομάχος. Αλλά και θεματικά, δεν μπόρεσε να ξεφύγει απ’ το  τρίπτυχο ενός γνώριμου μοτίβου:  το κακό, η τιμωρία, η εκδίκηση…

Ωστόσο, κι αν ακόμα το ίδιο το έργο δεν μ’ ενθουσίασε, δεν συνέβη το ίδιο με την παράσταση. Καταρχήν, γοητεύτηκα από τον χώρο που επιλέχθηκε κι από όλη την παραγωγή που ήταν φροντισμένη στις μικρότερες λεπτομέρειες, π.χ το σακουλάκι με το χώμα που περιείχε μια αφίσα της παράστασης με τη διανομή και την υπόθεση εν είδη προγράμματος και που δινόταν δωρεάν.

Ο φυσικός χώρος της αυλής του σπιτιού δεν χρειάστηκε παρά ελάχιστα μέσα για να γίνει σκηνικό της παράστασης. Η αυλή του σπιτιού ήταν η αυλή της οικογένειας.  Βρήκα εξαιρετική τη δουλειά της Ηλέκτρας Περσελή στους φωτισμούς και πολύ ενδιαφέρουσα τη μουσική και τους ήχους του Λάμπρου Πηγούνη.

Δεν μπορώ επίσης ν’ αφήσω ασχολίαστα το σκηνικό και τα κοστούμια με ιδιαίτερη έμφαση στο πρώτο λόγω της ιδιαιτερότητας του χώρου. Έχουν πολύ μεγάλη σημασία οι σκηνικές λύσεις που επιλέγονται όταν ο φυσικός χώρος έχει από μόνος του μια δυναμική. Επομένως, το ζητούμενο είναι να βρεθεί μια ισορροπία που θα ταιριάξει αρμονικά το ήδη υπάρχον με το πρόσθετο.

Η Γιολάντα Μαρκοπούλου και η ομάδα του Συνεργείου προσέγγισαν με απλότητα το έργο και τις ιδιαιτερότητες του καταφέρνοντας να δώσουν ένα ιδιαίτερο αισθητικό αποτέλεσμα και ν’ αναβαθμίσουν το ίδιο το κείμενο. Αξίζει εδώ να προσθέσω ότι η Γιολάντα Μαρκοπούλου με την ομάδα Συνεργείο έχουν επιδείξει ευρηματικότητα, φαντασία και δημιουργικότητα και στις προηγούμενες παραγωγές τους, τόσο με τη σύσταση της ομάδας τους, όσο και με την εκάστοτε επιλογή χώρων. Αυτό το αναφέρω γιατί στις δύσκολες κοινωνικές εποχές, η τέχνη πρέπει να επιβιώσει κι οι αληθινοί καλλιτέχνες οφείλουν να την υποστηρίξουν μέσα από λύσεις και διαδρομές που δεν είναι καθόλου εκ του ασφαλούς.

«Το χώμα» ήταν υποψήφιο για το βραβείο Tirso de Molina to 1998. Πέρυσι, ο συγγραφέας του José Ramón Fernández τιμήθηκε συνολικά  και με το ισπανικό βραβείο θεάτρου.

Η παράσταση παρουσιάστηκε με την αιγίδα της Πρεσβείας της Ισπανίας και του Ινστιτούτου Cervantes.

«Το χώμα» του José Ramón Fernández  (Γιατράκου 2, Μεταξουργείο)

Γιατράκου 2, Μεταξουργείο

Ομάδα Συνεργείο

Μετάφραση: Μαρία Χατζηεμμανουήλ

Σκηνοθεσία: Γιολάντα Μαρκοπούλου

Σκηνικά-Κοστούμια: Αλεξάνδρα Σιάφκου, Αριστοτέλης Καρανάνος

Ηχητικός σχεδιασμός & Μουσική: Λάμπρος Πηγούνης

Κίνηση: Ζωή Χατζηαντωνίου

Φωτισμοί: Ηλέκτρα Περσελή

Παίζουν: Όλγα Τουρνάκη, Γιώργος Μπινιάρης, Μαρία Αιγινίτου, Theo Alexander, Τάνια Παλαιολόγου, Barkat Hosseini, Ηλίας Καράμπελας

Θέατρο στις αυλές


Δεν γνωρίζω ποιος το ξεκίνησε, σε ποιον ανήκει η πατρότητα της ιδέας και κάτω από ποιες συνθήκες αποφασιζόταν κάθε φορά να ορίζεται ένα παλιό σπίτι σαν σκηνικός χώρος.

Πιστεύω ότι δεν ακολουθήθηκε κανένας ιδιαίτερος κανόνας. Η Αθήνα των πολλών παραστάσεων οδήγησε κάποια στιγμή τις ομάδες να βρίσκουν εναλλακτικούς χώρους για το ανέβασμα της δουλειάς τους. Έτσι, την τελευταία εικοσαετία, είδαμε γκαράζ και αποθήκες να μετατρέπονται σε θεατρικές αίθουσες (sic) αλλά και τουαλέτες , μπαρ, πολυχώρους, γκαρσονιέρες, γκαλερί ή ακόμα και μεικτές τεχνικές με λίγο σε κλειστό χώρο και λίγο στον δρόμο (κάτι τέτοιο κάνει εξάλλου κι ο Μαρμαρινός στο τελευταίο εγχείρημα του υπό τη σκέπη του φεστιβάλ Αθηνών).

Στο πλαίσιο του ότι το θέατρο είναι σύμβαση, το «βάπτισμα» ενός συγκεκριμένου χώρου σε θεατρική αίθουσα είναι απολύτως θεμιτό. Επιπλέον, ας μην μας ξενίζει καθόλου αυτό κι ας μην το θεωρούμε πρωτοτυπία, αφού τα μπουλούκια παλαιότερων εποχών, συχνά παίζανε σε καφενεία χωριών με πολύ πρόχειρα σκηνικά.

Αυτά όσον αφορά στις χειμερινές παραγωγές. Το καλοκαίρι τα πράγματα ήταν ανέκαθεν  κάπως πιο ξεκάθαρα. Οι παραστάσεις  δίνονταν είτε σε θερινά θέατρα ή σε αρχαία θέατρα ή σε πρώην νταμάρια  που βαφτίστηκαν θέατρα ή σε πλατείες, σε άλση, σε ρεματιές  κόκ.

Τα τελευταία χρόνια, άλλαξε πολύ η φυσιογνωμία της πόλης αλλά και οι ανάγκες του κοινού. Οι παλιοί θεατρικοί επιχειρηματίες άρχισαν να εκλείπουν είτε βιολογικά, είτε λόγω οικονομικής δυσπραγίας, οι καλλιτεχνικές γειτονιές της Αθήνας μετακόμισαν κάτω απ’ την Ομόνοια και το κοινό δεν είναι πια το ίδιο ή τουλάχιστον δεν είναι το κοινό των θερινών θεάτρων που γνώριζαν κάποτε πιένες επί της Λεωφόρου Αλεξάνδρας. Επιπροσθέτως, πρέπει να τονίσουμε ότι οι ξένες ομάδες που επισκέπτονται την Αθήνα τα τελευταία χρόνια και η διεθνής φυσιογνωμία του φεστιβάλ Αθηνών δημιουργεί περισσότερες απαιτήσεις, φαντασία και δημιουργικότητα.

Το 2006 η παράσταση «Καρδιά με κόκκαλα» παίχτηκε στην αυλή του ερειπωμένου σπιτιού του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη στα Εξάρχεια. Δυο χρόνια αργότερα, ανεβαίνει το «Αίμα μαραμένο» πάλι σε μια αυλή των Εξαρχείων. Στη συνέχεια ήρθε η «Κάρμεν» του Στάθη Λιβαθινού  σε μια αυλή κάπου στο Μεταξουργείο, ενώ  φέτος το καλοκαίρι τρία θεατρικά έργα πήραν σάρκα και οστά στις αυλές παλιών ερειπωμένων σπιτιών περίξ της πλατείας Αυδή στο Μεταξουργείο και πιθανολογώ ότι ίσως να υπάρχει και κάτι ακόμα που δεν έχει πέσει στην αντίληψη μου.

Ευφάνταστες οι νέες ομάδες και κόντρα στην κρίση που θέλει θέατρα να κλείνουν και ομάδες να μην μπορούν να στεγάσουν τις δουλειές τους και να επικοινωνήσουν με το κοινό, η επιλογή των αυλών φαντάζει ιδανική όαση για ένα κομμάτι τέχνης μέσα στο καλοκαιρινό κλεινόν άστυ.

Το «τάβλι» του Κεχαΐδη, το «Χώμα» του Jose Ramon Fernandez  (εκκρεμεί ανάρτηση) και η «Αγγέλα» του Σεβαστίκογλου(εκκρεμεί ανάρτηση) ζωντάνεψαν από θιάσους νοσταλγούς μιας παλιάς Αθήνας που δεν μένουν προσκολλημένοι στο παρελθόν, αλλά επιχειρούν να παντρέψουν δημιουργικά μια ρετρό ατμόσφαιρα ως προς τον φυσικό χώρο, με ευφάνταστες σκηνοθεσίες και έργα που τους πάει πολύ να παίζονται σε εσωτερικές αυλές.

Σε εποχές κρίσης, όπως αυτή που διανύουμε, ακόμα και το εισιτήριο πρέπει να είναι δελεαστικό (στις προαναφερθείσες παραστάσεις κυμαίνεται από 10 ως 12 ευρώ).

Το Μεταξουργείο είναι μια πολυπολιτισμική γειτονιά, παρεξηγημένη, εγκαταλειμμένη, ίσως και κάπως επικίνδυνη. Για όλα αυτά μαζί με το ότι τα σπίτια κι οι δρόμοι του κουβαλάνε ατμόσφαιρα παλιάς Αθήνας, είναι πολύ ενδιαφέρουσα γειτονιά για θέατρο. Η συνάντηση διαφορετικών φυλών, η τέχνη πίσω απ’ τις κλειστές πόρτες, τα παιδιά των μεταναστών που παίζουν στην πλατεία ξέγνοιαστα, κάτι ξεχασμένα καφενεία, χαρακτηριστικά φωτάκια σε κάποια «σπίτια» και τραπεζάκια έξω για φαγητό. Υπάρχει καλύτερο σκηνικό για ν’ αντιγράψει η ζωή την τέχνη ή η τέχνη τη ζωή;

«Αρχιμάστορας Σόλνες» στο Θέατρον του Ελληνικού Κόσμου

Βασικό θέμα του «Αρχιμάστορα Σόλνες» που συγκαταλέγεται ανάμεσα στα τελευταία έργα του Ίψεν, αυτό της ύπαρξης. Ο συγγραφέας  βαδίζοντας προς το τέλος της καριέρας αλλά και της  ζωής του, ταυτίζεται με τον κεντρικό ήρωα του έργου του κι επιχειρεί μια διαδρομή, έναν απολογισμό της δημιουργικής περιόδου του, των διαπροσωπικών του σχέσεων, των φόβων και των παθών του.

Όπως κι άλλα έργα του συγγραφέα, έτσι κι αυτό αντλεί από κάποια  προσωπική ιστορία. Λίγο μετά τα 60 του χρόνια, ο Ίψεν γνώρισε μια 18χρονη κοπέλα που χαρακτήρισε ως μαγιάτικο ήλιο στον Σεπτέμβρη της ζωή του. Δεν γνωρίζουμε κατά πόσο τον επηρέασε αυτή η γνωριμία (σχέση;), αν και πόσο του τόνωσε τον εγωισμό και τη φιλαρέσκεια όπως συμβαίνει συνήθως στις σχέσεις ανάμεσα σε νέες γυναίκες και ώριμους άνδρες.  Ωστόσο, στον «Αρχιμάστορα Σόλνες», η επίδραση που ασκεί η νεαρή Χίλντε στον ήρωα, είναι καταλυτική. Η Χίλντε εισβάλλει ορμητικά στην μέχρι εκείνη τη στιγμή πληκτική ζωή του και λειτουργεί σαν μια μικρή φωνούλα που θέλει να κινητοποιήσει κοιμισμένες δυνάμεις. Ο σοφός λαός συχνά λέει « το μεν πνεύμα πρόθυμο, η δε σαρξ ασθενεί. Η Χίλντε έρχεται να βάλει ξανά φωτιά (sic)  στον παραιτημένο Σόλνες.

Αυτό που οφείλω να αναγνωρίσω στον Χουβαρδά, είναι η μη απαξίωση των μεγάλων, κλασικών έργων μέσα από μια νέα οπτική.  Δεν φοβάται τα μεγάλα κείμενα κι ευτυχώς δεν τα προσβάλει. Θα μπορούσα πολύ πρόχειρα να αναφέρω  δύο σκηνοθετικές σχολές κάτω απ’ αυτό το πρίσμα: αυτές που είναι προσκολλημένες στους κλασικούς χωρίς να τολμάνε να προσθέτουν πιο μοντέρνες πινελιές σύμφωνα με το πνεύμα της κάθε εποχής κι αυτοί που είτε δεν τους ανεβάζουν ποτέ ή κι όταν ακόμα το κάνουν, τους αλλάζουν εντελώς τον προσανατολισμό έτσι ώστε το μοναδικό που τα θυμίζει να είναι απλώς ο τίτλος τους…

Ο Χουβαρδάς ανήκει σε μια ενδιάμεση κατηγορία  και καταφέρνει να βρίσκει γέφυρες για να ενώνει χωρίς να είναι απορριπτικός ή υβριστικός. Άλλωστε, αυτό που τελικά χαρακτηρίζει τα κλασικά κείμενα και μένει αναλλοίωτο στον χρόνο ώστε να αφορά εξίσου το κοινό του 19ου αιώνα με το σημερινό,  δεν είναι τα ρούχα ή τα σκηνικά, αλλά τα μεγάλα πανανθρώπινα ζητήματα.

Η επιλογή του απόλυτα κλειστού σκηνικού χώρου απέδωσε θαυμάσια αυτό το αίσθημα που πνίγει κι εγκλωβίζει τον ήρωα. Στη δύση της καριέρας του ο Σόλνες, εγωιστής, πεισματάρης και με μια αδιάφορη κα συμβατική οικογενειακή ζωή, μοιάζει σαν να αποζητάει κάποιον να του ανοίξει μια χαραμάδα φωτός μέσα απ’ το σκοτάδι.

Το σύνολο των ηθοποιών υπηρέτησε με πίστη και συνέπεια τη σκηνοθετική γραμμή. Η Λυδία Φωτοπούλου στον ρόλο της πληγωμένης και συμβιβασμένης με τις απώλειες της Αλίνε, ο Γιάννος Περλέγκας σαν φιλόδοξος Μπρόβικ, η Αργυρώ Χιώτη στον ρόλο της Κάγια που γοητεύεται απ’ τον Σόλνες αλλά ψάχνει και μια χρυσή τομή για να είναι όλοι ευχαριστημένοι, ο Νίκος Χατζόπουλος με τη διπλή ιδιότητα του πατέρα Μπρόβικ  που παλεύει για το μέλλον του γιου του και του λογικού Χέρνταλ. Η Άλκηστις Πουλοπούλου υπηρέτησε σωστά τον ρόλο της Χίλντε από πλευράς ζωντάνιας και κινητικότητας, θα περίμενα όμως να είναι περισσότερο κυρίαρχος των εκφραστικών της μέσων.

Ο Ακύλλας Καραζήσης ήταν ένας συγκινητικός Σόλνε, σε μια ώριμη υποκριτική στιγμή. Με πλήρη έλεγχο της φωνής και του κορμιού του, κατάφερε να δώσει στον ιψενικό ήρωα όλες αυτές τις αποχρώσεις ενός εναπομείναντος λαμπρού παρελθόντος, του εγωισμού, της φιλοδοξίας, της ζήλειας για τη νέα γενιά, αλλά και της σπίθας για μια νέα προοπτική, για μια ακόμα ευκαιρία.

ΘΕΑΤΡΟΝ (Αίθουσα Αντιγόνη)- Κέντρο Πολιτισμού του ΙΜΕ Ελληνικός Κόσμος.

«Αρχιμάστορας Σόλνες»  του Χένρικ  Ίψεν

Μετάφραση: Έρι Κύργια

Σκηνοθεσία – διαμόρφωση σκηνικού χώρου:  Γιάννης Χουβαρδάς

Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη

Φωτισμοί: Αλέκος Γιάνναρος

Βοηθός σκηνοθέτη: Νατάσα Τριανταφύλλη

Διανομή

Αρχιμάστορας Χάλβαρντ Σόλνες: Ακύλλας Καραζήσης

Αλίνε Σόλνες: Λυδία Φωτοπούλου

Κνουτ Μπρόβικ/Χέρνταλ: Νίκος Χατζόπουλος

Ράγκναρ Μπρόβικ: Γιάννος Περλέγκας

Κάγια Φόσκλι: Αργυρώ Χιώτη

Χίλντε Βάνγκελ: Άλκηστις Πουλοπούλου

Το τυχαίο ατύχημα ενός ανατρεπτικού στο θέατρο Αλκμήνη

Λέω να ξεκινήσω αντίθετα απ’ ότι συνήθως, μιλώντας πρώτα για τους συντελεστές  της παράστασης και μετά για το έργο.

Η αλήθεια είναι ότι όποιος έχει ασχοληθεί επαγγελματικά με το θέατρο –ανεξαρτήτως θέσης  και ιδιότητας-  έχει μια καχυποψία για τους ερασιτέχνες, ίσως επειδή πολλές φορές το αποτέλεσμα έχει υπάρξει κατώτερο των προσδοκιών.

Στη συγκεκριμένη όμως περίπτωση, ήρθα αντιμέτωπη με μια λαμπρή εξαίρεση: «οι Μηχανικοί του φθηνού μελοδράματος» ήρθαν να καταρρίψουν αυτήν την προκατάληψη, αφού πρώτα απ’ όλα με κέρδισαν με το χιούμορ τους. Αρκεί κανείς να προσέξει το όνομα τους για να καταλάβει ότι έχουν και γνώσεις και γούστο και βιτριολικό χιούμορ!

Επιπλέον, ο τρόπος που οργάνωσαν αυτήν την παράσταση – απ’ το πρόγραμμα με την προσθήκη cd που περιείχε τη μουσική της παράστασης, το οργανωμένο πλάνο για την ταξιθεσία, τα φώτα, τον ήχο, όλες τις τεχνικές λεπτομέρειες, δείχνουν ανθρώπους που  έχουν πάρει στα σοβαρά αυτό που κάνουν και που σέβονται και τον θεατή.

Η επιλογή τους  ν’ ανεβάσουν Ντάριο Φο υπό τις παρούσες κοινωνικές συνθήκες  προσμετρήθηκε στα θετικά.

«Στον τυχαίο θάνατο ενός αναρχικού» (μ’ αυτόν τον τίτλο είναι γνωστό το έργο στο ελληνικό κοινό), ο Ντάριο Φο θέλοντας να καταγγείλει τους θεσμούς του κράτους, καταπιάνεται με την  αστυνομία.  Αφορμή άλλωστε για τη συγγραφή του έργου στάθηκε ένα πραγματικό γεγονός που συνέβη το 1970 όταν πέθανε ο αναρχικός Πινέλι, κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες.   Το ερώτημα που ταλάνισε τότε την κοινή γνώμη στην Ιταλία ήταν αν ο Πινέλι αυτοκτόνησε ή εκσφεδονίστηκε(sic) για να διευκολύνει το αστυνομικό σώμα…

Η γνωστή ρήση από μικρό κι από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια, παίρνει σάρκα και οστά στην πλοκή που στήνει ο Ντάριο Φο για να ξεσκεπάσει το κατεστημένο. Ένας τρελός που υποδύεται εύκολα ρόλους, παριστάνει πρώτα τον δικαστικό , στη συνέχεια τον επιθεωρητή και τέλος έναν καθολικό ιερέα και καταφέρνει να γελοιοποιήσει τους αστυνομικούς και να τους φέρει σε δύσκολη θέση μπροστά σε μια δημοσιογράφο.

Σαράντα χρόνια αργότερα και με νωπές τις αναμνήσεις από τη δράση αναρχικών ομάδων της μεταπολίτευσης αλλά και με την αμφισβήτηση των θεσμών και των τριών εξουσιών (δικαστική, βουλευτική, εκτελεστική) λόγω επικαιρότητας και κρίσης,  ο Ντάριο Φο φαντάζει πιο επίκαιρος από ποτέ.

Όλα τα μέλη της ομάδας έπαιξαν με κέφι, είχαν σωστό ρυθμό και πολύ καλή αίσθηση της ατάκας. Δεν παρασύρθηκαν σε εύκολα κωμικά τερτίπια, δεν έκαναν χοντροκομμένα αστεία, δεν προσπάθησαν να «καλοπιάσουν» το κοινό με θεατρινίστικες μπαλαφάρες.

Μοναδική μου ένσταση η αλλαγή του τίτλου του έργου. Στην Ελλάδα έχει επικρατήσει το «Τυχαίος θάνατος ενός αναρχικού» κι όταν έχει καταγραφεί ένα έργο με συγκεκριμένο τίτλο στη συνείδηση του κοινού, είναι δύσκολο να επιβάλεις κάτι άλλο. Δεν ξέρω γιατί το άλλαξαν. Πιθανότατα για να μην υπάρξει σύγχυση με παράσταση του ίδιου έργου από άλλο θίασο που παιζόταν μέσα στη χειμερινή σεζόν.

Μπράβο τους και θα ήθελα να τους ξαναδώ!

«Το τυχαίο ατύχημα ενός ανατρεπτικού» του Ντάριο Φο

Θέατρο Αλκμήνη

Συντελεστές:
Σκηνοθεσία: Βιβή Αντωνίου
Σκηνικά – Κοστούμια: Σεμίραμις Μοσχοβάκη
Επιμέλεια μουσικής: Σπύρος (Bokos) Μανδέλος
Επιμέλεια video: Πάνος Χριστοδούλου
Επιμέλεια αφίσας: Alber Bacami
Eπιμέλεια προγράμματος: El Volo + Βacami
Διεύθυνση Παραγωγής: Αποστόλης Κόσσυβας
Υπεύθυνος επικοινωνίας/Βοηθός Παραγωγής: Ανδρέας Ψαθάς

Εμφανίζονται (με αυτή τη σειρά):
Αδάμ Δουλγεράκης – Αστυφύλακας
Σπύρος (Bokos) Μανδέλος – Αστυνόμος Μπερτότσο
Αποστόλης Κόσσυβας – Τρελός
Αλέξανδρος Αλεξόπουλος – Αστυνόμος Πιζάνι
Κώστας Κατσαρός – Διοικητής
Κέλλυ Καζιάνη – Δημοσιογράφος

Παραγωγή:
Ξανθίας Α.Μ.Κ.Ε. Θεατρικών Θεαμάτων


Επισκεψιμότητα

  • 191,424 hits

Αρχείο


Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 30 other followers