Archive Page 11

«Το χώμα» στο Μεταξουργείο (Γιατράκου 2)

Το θέμα του έργου μοιάζει με αστυνομική ιστορία.  Σ’ ένα χωριό της Ανδαλουσίας, μια οικογένεια κι ο κοντινός της περίγυρος προσπαθούν να συγκαλύψουν ένα παλιό έγκλημα για το οποίο όλοι έχουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ευθύνη. Η φύση απαντά στην ύβρη τους με ξηρασία.  Η πλοκή του έργου εκτυλίσσεται σε δύο χρόνους: πριν (από το έγκλημα) και στο παρόν. Στην παράσταση, ο χρόνος αλλάζει με μια δήλωση των ηθοποιών: πριν, τώρα. Πρόκειται στην ουσία για ένα συνεχές ταξείδι ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν με νεκρούς που ζωντανεύουν στις μνήμες των ζωντανών, σκιές που δεν υπάρχουν, αναμνήσεις.

Δεν μπορώ να πω ότι βρήκα κάτι το ιδιαίτερο στο έργο. Θεωρώ ότι αναλώθηκε σε κλισέ που υπάρχουν έντονα σε αυθεντικότερα δείγματα  ισπανικού λαϊκού θεάτρου, ενώ «καταχράστηκε» τη συνταγή του μαγικού ρεαλισμού. Συνεπώς, πέρασαν από μπροστά μας διάφορες αρχετυπικές μορφές, η μητριαρχική φιγούρα της μάνας, ο νεκρός από χρόνια πατέρας ως το υπερβατικό στοιχείο, η πολλά υποσχόμενη νεαρή γυναίκα, ο πόθος στα μάτια του νεαρού, ο ταυρομάχος. Αλλά και θεματικά, δεν μπόρεσε να ξεφύγει απ’ το  τρίπτυχο ενός γνώριμου μοτίβου:  το κακό, η τιμωρία, η εκδίκηση…

Ωστόσο, κι αν ακόμα το ίδιο το έργο δεν μ’ ενθουσίασε, δεν συνέβη το ίδιο με την παράσταση. Καταρχήν, γοητεύτηκα από τον χώρο που επιλέχθηκε κι από όλη την παραγωγή που ήταν φροντισμένη στις μικρότερες λεπτομέρειες, π.χ το σακουλάκι με το χώμα που περιείχε μια αφίσα της παράστασης με τη διανομή και την υπόθεση εν είδη προγράμματος και που δινόταν δωρεάν.

Ο φυσικός χώρος της αυλής του σπιτιού δεν χρειάστηκε παρά ελάχιστα μέσα για να γίνει σκηνικό της παράστασης. Η αυλή του σπιτιού ήταν η αυλή της οικογένειας.  Βρήκα εξαιρετική τη δουλειά της Ηλέκτρας Περσελή στους φωτισμούς και πολύ ενδιαφέρουσα τη μουσική και τους ήχους του Λάμπρου Πηγούνη.

Δεν μπορώ επίσης ν’ αφήσω ασχολίαστα το σκηνικό και τα κοστούμια με ιδιαίτερη έμφαση στο πρώτο λόγω της ιδιαιτερότητας του χώρου. Έχουν πολύ μεγάλη σημασία οι σκηνικές λύσεις που επιλέγονται όταν ο φυσικός χώρος έχει από μόνος του μια δυναμική. Επομένως, το ζητούμενο είναι να βρεθεί μια ισορροπία που θα ταιριάξει αρμονικά το ήδη υπάρχον με το πρόσθετο.

Η Γιολάντα Μαρκοπούλου και η ομάδα του Συνεργείου προσέγγισαν με απλότητα το έργο και τις ιδιαιτερότητες του καταφέρνοντας να δώσουν ένα ιδιαίτερο αισθητικό αποτέλεσμα και ν’ αναβαθμίσουν το ίδιο το κείμενο. Αξίζει εδώ να προσθέσω ότι η Γιολάντα Μαρκοπούλου με την ομάδα Συνεργείο έχουν επιδείξει ευρηματικότητα, φαντασία και δημιουργικότητα και στις προηγούμενες παραγωγές τους, τόσο με τη σύσταση της ομάδας τους, όσο και με την εκάστοτε επιλογή χώρων. Αυτό το αναφέρω γιατί στις δύσκολες κοινωνικές εποχές, η τέχνη πρέπει να επιβιώσει κι οι αληθινοί καλλιτέχνες οφείλουν να την υποστηρίξουν μέσα από λύσεις και διαδρομές που δεν είναι καθόλου εκ του ασφαλούς.

«Το χώμα» ήταν υποψήφιο για το βραβείο Tirso de Molina to 1998. Πέρυσι, ο συγγραφέας του José Ramón Fernández τιμήθηκε συνολικά  και με το ισπανικό βραβείο θεάτρου.

Η παράσταση παρουσιάστηκε με την αιγίδα της Πρεσβείας της Ισπανίας και του Ινστιτούτου Cervantes.

«Το χώμα» του José Ramón Fernández  (Γιατράκου 2, Μεταξουργείο)

Γιατράκου 2, Μεταξουργείο

Ομάδα Συνεργείο

Μετάφραση: Μαρία Χατζηεμμανουήλ

Σκηνοθεσία: Γιολάντα Μαρκοπούλου

Σκηνικά-Κοστούμια: Αλεξάνδρα Σιάφκου, Αριστοτέλης Καρανάνος

Ηχητικός σχεδιασμός & Μουσική: Λάμπρος Πηγούνης

Κίνηση: Ζωή Χατζηαντωνίου

Φωτισμοί: Ηλέκτρα Περσελή

Παίζουν: Όλγα Τουρνάκη, Γιώργος Μπινιάρης, Μαρία Αιγινίτου, Theo Alexander, Τάνια Παλαιολόγου, Barkat Hosseini, Ηλίας Καράμπελας

Θέατρο στις αυλές


Δεν γνωρίζω ποιος το ξεκίνησε, σε ποιον ανήκει η πατρότητα της ιδέας και κάτω από ποιες συνθήκες αποφασιζόταν κάθε φορά να ορίζεται ένα παλιό σπίτι σαν σκηνικός χώρος.

Πιστεύω ότι δεν ακολουθήθηκε κανένας ιδιαίτερος κανόνας. Η Αθήνα των πολλών παραστάσεων οδήγησε κάποια στιγμή τις ομάδες να βρίσκουν εναλλακτικούς χώρους για το ανέβασμα της δουλειάς τους. Έτσι, την τελευταία εικοσαετία, είδαμε γκαράζ και αποθήκες να μετατρέπονται σε θεατρικές αίθουσες (sic) αλλά και τουαλέτες , μπαρ, πολυχώρους, γκαρσονιέρες, γκαλερί ή ακόμα και μεικτές τεχνικές με λίγο σε κλειστό χώρο και λίγο στον δρόμο (κάτι τέτοιο κάνει εξάλλου κι ο Μαρμαρινός στο τελευταίο εγχείρημα του υπό τη σκέπη του φεστιβάλ Αθηνών).

Στο πλαίσιο του ότι το θέατρο είναι σύμβαση, το «βάπτισμα» ενός συγκεκριμένου χώρου σε θεατρική αίθουσα είναι απολύτως θεμιτό. Επιπλέον, ας μην μας ξενίζει καθόλου αυτό κι ας μην το θεωρούμε πρωτοτυπία, αφού τα μπουλούκια παλαιότερων εποχών, συχνά παίζανε σε καφενεία χωριών με πολύ πρόχειρα σκηνικά.

Αυτά όσον αφορά στις χειμερινές παραγωγές. Το καλοκαίρι τα πράγματα ήταν ανέκαθεν  κάπως πιο ξεκάθαρα. Οι παραστάσεις  δίνονταν είτε σε θερινά θέατρα ή σε αρχαία θέατρα ή σε πρώην νταμάρια  που βαφτίστηκαν θέατρα ή σε πλατείες, σε άλση, σε ρεματιές  κόκ.

Τα τελευταία χρόνια, άλλαξε πολύ η φυσιογνωμία της πόλης αλλά και οι ανάγκες του κοινού. Οι παλιοί θεατρικοί επιχειρηματίες άρχισαν να εκλείπουν είτε βιολογικά, είτε λόγω οικονομικής δυσπραγίας, οι καλλιτεχνικές γειτονιές της Αθήνας μετακόμισαν κάτω απ’ την Ομόνοια και το κοινό δεν είναι πια το ίδιο ή τουλάχιστον δεν είναι το κοινό των θερινών θεάτρων που γνώριζαν κάποτε πιένες επί της Λεωφόρου Αλεξάνδρας. Επιπροσθέτως, πρέπει να τονίσουμε ότι οι ξένες ομάδες που επισκέπτονται την Αθήνα τα τελευταία χρόνια και η διεθνής φυσιογνωμία του φεστιβάλ Αθηνών δημιουργεί περισσότερες απαιτήσεις, φαντασία και δημιουργικότητα.

Το 2006 η παράσταση «Καρδιά με κόκκαλα» παίχτηκε στην αυλή του ερειπωμένου σπιτιού του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη στα Εξάρχεια. Δυο χρόνια αργότερα, ανεβαίνει το «Αίμα μαραμένο» πάλι σε μια αυλή των Εξαρχείων. Στη συνέχεια ήρθε η «Κάρμεν» του Στάθη Λιβαθινού  σε μια αυλή κάπου στο Μεταξουργείο, ενώ  φέτος το καλοκαίρι τρία θεατρικά έργα πήραν σάρκα και οστά στις αυλές παλιών ερειπωμένων σπιτιών περίξ της πλατείας Αυδή στο Μεταξουργείο και πιθανολογώ ότι ίσως να υπάρχει και κάτι ακόμα που δεν έχει πέσει στην αντίληψη μου.

Ευφάνταστες οι νέες ομάδες και κόντρα στην κρίση που θέλει θέατρα να κλείνουν και ομάδες να μην μπορούν να στεγάσουν τις δουλειές τους και να επικοινωνήσουν με το κοινό, η επιλογή των αυλών φαντάζει ιδανική όαση για ένα κομμάτι τέχνης μέσα στο καλοκαιρινό κλεινόν άστυ.

Το «τάβλι» του Κεχαΐδη, το «Χώμα» του Jose Ramon Fernandez  (εκκρεμεί ανάρτηση) και η «Αγγέλα» του Σεβαστίκογλου(εκκρεμεί ανάρτηση) ζωντάνεψαν από θιάσους νοσταλγούς μιας παλιάς Αθήνας που δεν μένουν προσκολλημένοι στο παρελθόν, αλλά επιχειρούν να παντρέψουν δημιουργικά μια ρετρό ατμόσφαιρα ως προς τον φυσικό χώρο, με ευφάνταστες σκηνοθεσίες και έργα που τους πάει πολύ να παίζονται σε εσωτερικές αυλές.

Σε εποχές κρίσης, όπως αυτή που διανύουμε, ακόμα και το εισιτήριο πρέπει να είναι δελεαστικό (στις προαναφερθείσες παραστάσεις κυμαίνεται από 10 ως 12 ευρώ).

Το Μεταξουργείο είναι μια πολυπολιτισμική γειτονιά, παρεξηγημένη, εγκαταλειμμένη, ίσως και κάπως επικίνδυνη. Για όλα αυτά μαζί με το ότι τα σπίτια κι οι δρόμοι του κουβαλάνε ατμόσφαιρα παλιάς Αθήνας, είναι πολύ ενδιαφέρουσα γειτονιά για θέατρο. Η συνάντηση διαφορετικών φυλών, η τέχνη πίσω απ’ τις κλειστές πόρτες, τα παιδιά των μεταναστών που παίζουν στην πλατεία ξέγνοιαστα, κάτι ξεχασμένα καφενεία, χαρακτηριστικά φωτάκια σε κάποια «σπίτια» και τραπεζάκια έξω για φαγητό. Υπάρχει καλύτερο σκηνικό για ν’ αντιγράψει η ζωή την τέχνη ή η τέχνη τη ζωή;

«Αρχιμάστορας Σόλνες» στο Θέατρον του Ελληνικού Κόσμου

Βασικό θέμα του «Αρχιμάστορα Σόλνες» που συγκαταλέγεται ανάμεσα στα τελευταία έργα του Ίψεν, αυτό της ύπαρξης. Ο συγγραφέας  βαδίζοντας προς το τέλος της καριέρας αλλά και της  ζωής του, ταυτίζεται με τον κεντρικό ήρωα του έργου του κι επιχειρεί μια διαδρομή, έναν απολογισμό της δημιουργικής περιόδου του, των διαπροσωπικών του σχέσεων, των φόβων και των παθών του.

Όπως κι άλλα έργα του συγγραφέα, έτσι κι αυτό αντλεί από κάποια  προσωπική ιστορία. Λίγο μετά τα 60 του χρόνια, ο Ίψεν γνώρισε μια 18χρονη κοπέλα που χαρακτήρισε ως μαγιάτικο ήλιο στον Σεπτέμβρη της ζωή του. Δεν γνωρίζουμε κατά πόσο τον επηρέασε αυτή η γνωριμία (σχέση;), αν και πόσο του τόνωσε τον εγωισμό και τη φιλαρέσκεια όπως συμβαίνει συνήθως στις σχέσεις ανάμεσα σε νέες γυναίκες και ώριμους άνδρες.  Ωστόσο, στον «Αρχιμάστορα Σόλνες», η επίδραση που ασκεί η νεαρή Χίλντε στον ήρωα, είναι καταλυτική. Η Χίλντε εισβάλλει ορμητικά στην μέχρι εκείνη τη στιγμή πληκτική ζωή του και λειτουργεί σαν μια μικρή φωνούλα που θέλει να κινητοποιήσει κοιμισμένες δυνάμεις. Ο σοφός λαός συχνά λέει « το μεν πνεύμα πρόθυμο, η δε σαρξ ασθενεί. Η Χίλντε έρχεται να βάλει ξανά φωτιά (sic)  στον παραιτημένο Σόλνες.

Αυτό που οφείλω να αναγνωρίσω στον Χουβαρδά, είναι η μη απαξίωση των μεγάλων, κλασικών έργων μέσα από μια νέα οπτική.  Δεν φοβάται τα μεγάλα κείμενα κι ευτυχώς δεν τα προσβάλει. Θα μπορούσα πολύ πρόχειρα να αναφέρω  δύο σκηνοθετικές σχολές κάτω απ’ αυτό το πρίσμα: αυτές που είναι προσκολλημένες στους κλασικούς χωρίς να τολμάνε να προσθέτουν πιο μοντέρνες πινελιές σύμφωνα με το πνεύμα της κάθε εποχής κι αυτοί που είτε δεν τους ανεβάζουν ποτέ ή κι όταν ακόμα το κάνουν, τους αλλάζουν εντελώς τον προσανατολισμό έτσι ώστε το μοναδικό που τα θυμίζει να είναι απλώς ο τίτλος τους…

Ο Χουβαρδάς ανήκει σε μια ενδιάμεση κατηγορία  και καταφέρνει να βρίσκει γέφυρες για να ενώνει χωρίς να είναι απορριπτικός ή υβριστικός. Άλλωστε, αυτό που τελικά χαρακτηρίζει τα κλασικά κείμενα και μένει αναλλοίωτο στον χρόνο ώστε να αφορά εξίσου το κοινό του 19ου αιώνα με το σημερινό,  δεν είναι τα ρούχα ή τα σκηνικά, αλλά τα μεγάλα πανανθρώπινα ζητήματα.

Η επιλογή του απόλυτα κλειστού σκηνικού χώρου απέδωσε θαυμάσια αυτό το αίσθημα που πνίγει κι εγκλωβίζει τον ήρωα. Στη δύση της καριέρας του ο Σόλνες, εγωιστής, πεισματάρης και με μια αδιάφορη κα συμβατική οικογενειακή ζωή, μοιάζει σαν να αποζητάει κάποιον να του ανοίξει μια χαραμάδα φωτός μέσα απ’ το σκοτάδι.

Το σύνολο των ηθοποιών υπηρέτησε με πίστη και συνέπεια τη σκηνοθετική γραμμή. Η Λυδία Φωτοπούλου στον ρόλο της πληγωμένης και συμβιβασμένης με τις απώλειες της Αλίνε, ο Γιάννος Περλέγκας σαν φιλόδοξος Μπρόβικ, η Αργυρώ Χιώτη στον ρόλο της Κάγια που γοητεύεται απ’ τον Σόλνες αλλά ψάχνει και μια χρυσή τομή για να είναι όλοι ευχαριστημένοι, ο Νίκος Χατζόπουλος με τη διπλή ιδιότητα του πατέρα Μπρόβικ  που παλεύει για το μέλλον του γιου του και του λογικού Χέρνταλ. Η Άλκηστις Πουλοπούλου υπηρέτησε σωστά τον ρόλο της Χίλντε από πλευράς ζωντάνιας και κινητικότητας, θα περίμενα όμως να είναι περισσότερο κυρίαρχος των εκφραστικών της μέσων.

Ο Ακύλλας Καραζήσης ήταν ένας συγκινητικός Σόλνε, σε μια ώριμη υποκριτική στιγμή. Με πλήρη έλεγχο της φωνής και του κορμιού του, κατάφερε να δώσει στον ιψενικό ήρωα όλες αυτές τις αποχρώσεις ενός εναπομείναντος λαμπρού παρελθόντος, του εγωισμού, της φιλοδοξίας, της ζήλειας για τη νέα γενιά, αλλά και της σπίθας για μια νέα προοπτική, για μια ακόμα ευκαιρία.

ΘΕΑΤΡΟΝ (Αίθουσα Αντιγόνη)- Κέντρο Πολιτισμού του ΙΜΕ Ελληνικός Κόσμος.

«Αρχιμάστορας Σόλνες»  του Χένρικ  Ίψεν

Μετάφραση: Έρι Κύργια

Σκηνοθεσία – διαμόρφωση σκηνικού χώρου:  Γιάννης Χουβαρδάς

Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη

Φωτισμοί: Αλέκος Γιάνναρος

Βοηθός σκηνοθέτη: Νατάσα Τριανταφύλλη

Διανομή

Αρχιμάστορας Χάλβαρντ Σόλνες: Ακύλλας Καραζήσης

Αλίνε Σόλνες: Λυδία Φωτοπούλου

Κνουτ Μπρόβικ/Χέρνταλ: Νίκος Χατζόπουλος

Ράγκναρ Μπρόβικ: Γιάννος Περλέγκας

Κάγια Φόσκλι: Αργυρώ Χιώτη

Χίλντε Βάνγκελ: Άλκηστις Πουλοπούλου

Το τυχαίο ατύχημα ενός ανατρεπτικού στο θέατρο Αλκμήνη

Λέω να ξεκινήσω αντίθετα απ’ ότι συνήθως, μιλώντας πρώτα για τους συντελεστές  της παράστασης και μετά για το έργο.

Η αλήθεια είναι ότι όποιος έχει ασχοληθεί επαγγελματικά με το θέατρο –ανεξαρτήτως θέσης  και ιδιότητας-  έχει μια καχυποψία για τους ερασιτέχνες, ίσως επειδή πολλές φορές το αποτέλεσμα έχει υπάρξει κατώτερο των προσδοκιών.

Στη συγκεκριμένη όμως περίπτωση, ήρθα αντιμέτωπη με μια λαμπρή εξαίρεση: «οι Μηχανικοί του φθηνού μελοδράματος» ήρθαν να καταρρίψουν αυτήν την προκατάληψη, αφού πρώτα απ’ όλα με κέρδισαν με το χιούμορ τους. Αρκεί κανείς να προσέξει το όνομα τους για να καταλάβει ότι έχουν και γνώσεις και γούστο και βιτριολικό χιούμορ!

Επιπλέον, ο τρόπος που οργάνωσαν αυτήν την παράσταση – απ’ το πρόγραμμα με την προσθήκη cd που περιείχε τη μουσική της παράστασης, το οργανωμένο πλάνο για την ταξιθεσία, τα φώτα, τον ήχο, όλες τις τεχνικές λεπτομέρειες, δείχνουν ανθρώπους που  έχουν πάρει στα σοβαρά αυτό που κάνουν και που σέβονται και τον θεατή.

Η επιλογή τους  ν’ ανεβάσουν Ντάριο Φο υπό τις παρούσες κοινωνικές συνθήκες  προσμετρήθηκε στα θετικά.

«Στον τυχαίο θάνατο ενός αναρχικού» (μ’ αυτόν τον τίτλο είναι γνωστό το έργο στο ελληνικό κοινό), ο Ντάριο Φο θέλοντας να καταγγείλει τους θεσμούς του κράτους, καταπιάνεται με την  αστυνομία.  Αφορμή άλλωστε για τη συγγραφή του έργου στάθηκε ένα πραγματικό γεγονός που συνέβη το 1970 όταν πέθανε ο αναρχικός Πινέλι, κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες.   Το ερώτημα που ταλάνισε τότε την κοινή γνώμη στην Ιταλία ήταν αν ο Πινέλι αυτοκτόνησε ή εκσφεδονίστηκε(sic) για να διευκολύνει το αστυνομικό σώμα…

Η γνωστή ρήση από μικρό κι από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια, παίρνει σάρκα και οστά στην πλοκή που στήνει ο Ντάριο Φο για να ξεσκεπάσει το κατεστημένο. Ένας τρελός που υποδύεται εύκολα ρόλους, παριστάνει πρώτα τον δικαστικό , στη συνέχεια τον επιθεωρητή και τέλος έναν καθολικό ιερέα και καταφέρνει να γελοιοποιήσει τους αστυνομικούς και να τους φέρει σε δύσκολη θέση μπροστά σε μια δημοσιογράφο.

Σαράντα χρόνια αργότερα και με νωπές τις αναμνήσεις από τη δράση αναρχικών ομάδων της μεταπολίτευσης αλλά και με την αμφισβήτηση των θεσμών και των τριών εξουσιών (δικαστική, βουλευτική, εκτελεστική) λόγω επικαιρότητας και κρίσης,  ο Ντάριο Φο φαντάζει πιο επίκαιρος από ποτέ.

Όλα τα μέλη της ομάδας έπαιξαν με κέφι, είχαν σωστό ρυθμό και πολύ καλή αίσθηση της ατάκας. Δεν παρασύρθηκαν σε εύκολα κωμικά τερτίπια, δεν έκαναν χοντροκομμένα αστεία, δεν προσπάθησαν να «καλοπιάσουν» το κοινό με θεατρινίστικες μπαλαφάρες.

Μοναδική μου ένσταση η αλλαγή του τίτλου του έργου. Στην Ελλάδα έχει επικρατήσει το «Τυχαίος θάνατος ενός αναρχικού» κι όταν έχει καταγραφεί ένα έργο με συγκεκριμένο τίτλο στη συνείδηση του κοινού, είναι δύσκολο να επιβάλεις κάτι άλλο. Δεν ξέρω γιατί το άλλαξαν. Πιθανότατα για να μην υπάρξει σύγχυση με παράσταση του ίδιου έργου από άλλο θίασο που παιζόταν μέσα στη χειμερινή σεζόν.

Μπράβο τους και θα ήθελα να τους ξαναδώ!

«Το τυχαίο ατύχημα ενός ανατρεπτικού» του Ντάριο Φο

Θέατρο Αλκμήνη

Συντελεστές:
Σκηνοθεσία: Βιβή Αντωνίου
Σκηνικά – Κοστούμια: Σεμίραμις Μοσχοβάκη
Επιμέλεια μουσικής: Σπύρος (Bokos) Μανδέλος
Επιμέλεια video: Πάνος Χριστοδούλου
Επιμέλεια αφίσας: Alber Bacami
Eπιμέλεια προγράμματος: El Volo + Βacami
Διεύθυνση Παραγωγής: Αποστόλης Κόσσυβας
Υπεύθυνος επικοινωνίας/Βοηθός Παραγωγής: Ανδρέας Ψαθάς

Εμφανίζονται (με αυτή τη σειρά):
Αδάμ Δουλγεράκης – Αστυφύλακας
Σπύρος (Bokos) Μανδέλος – Αστυνόμος Μπερτότσο
Αποστόλης Κόσσυβας – Τρελός
Αλέξανδρος Αλεξόπουλος – Αστυνόμος Πιζάνι
Κώστας Κατσαρός – Διοικητής
Κέλλυ Καζιάνη – Δημοσιογράφος

Παραγωγή:
Ξανθίας Α.Μ.Κ.Ε. Θεατρικών Θεαμάτων

«Μεσοπόλεμος» από τον θίασο Κανιγκούντα

 

Ο Μεσοπόλεμος ως αφορμή, ως ανάγκη κατανόησης του παρόντος μας και ως ιστορική αναφορά είναι το νέο εγχείρημα της ομάδας Κανιγκούντα. Κλείνοντας ειρωνικά το μάτι τους στο σήμερα, οι συντελεστές του «Μεσοπολέμου» δανείζονται απ’ το παρελθόν για να καταλήξουν στη διαπίστωση ότι συνήθως οι άνθρωποι ζούνε σε σημαντικές ιστορικές περιόδους χωρίς να το ξέρουν.

Η συναισθηματική φόρτιση μετά το τέλος του Α’ Μεγάλου Πολέμου που έμελλε ν’ αλλάξει τη ζωή της ανθρωπότητας σε συνδυασμό με τις αλλαγές που αυτός επέφερε σε όλους τους τομείς,  λειτούργησε καταλυτικά στις γενιές εκείνες που χωρίς να έχουν συναίσθηση ζούσαν σ’ ένα μεσοδιάστημα∙  σε αναμονή για τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι άνθρωποι εκείνοι βγαίνοντας καταρρακωμένοι από τη φρίκη του πολέμου, πανηγύρισαν το τέλος του και έτρεφαν την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο αγνοώντας το εκ νέου αιματοκύλισμα.

Ο «Μεσοπόλεμος» είναι ουσιαστικά μια συρραφή από  κείμενα τόσο σημαντικών εκπροσώπων των γραμμάτων όπως του Σεφέρη, του Τερζάκη, του Μυριβήλη, του Θεοτοκά όσο και κάποιων ελασσόνων πεζογράφων (Α. Λευκός, Ν. Κατηφόρης, Ειρήνη Αθηναία, Στ. Ξεφλούδας). Όλα τους συνυπάρχουν αρμονικά μαζί με σπάνια οπτικά και ηχητικά ντοκουμέντα (παρακολουθούμε π.χ μέρος του «Προμηθέα Δεσμώτη» από τις Δελφικές γιορτές του 1926, ακούμε Εμπειρίκο αλλά και πολιτικούς λόγους της εποχής. Βιώνουμε εκ νέου την προσφυγιά που γέννησε η Μικρασιατική καταστροφή κόκ.

Η ομάδα Κανιγκούντα ταξειδεύει στο παρελθόν για να κατανοήσει/δικαιολογήσει/εξηγήσει το σήμερα καταδεικνύοντας ότι η ανθρώπινη ιστορία κάνει κύκλους κι ότι ο άνθρωπος είναι τελικά η καταλυτική αυτή μορφή που θα επιλέξει ν’ αφήσει το στίγμα της για καλό ή κακό…

Το διαμέρισμα  που φιλοξένησε την παράσταση στάθηκε η ιδανικότερη επιλογή και πώς να μην είναι άλλωστε αφού για πενήντα  σχεδόν χρόνια στέγασε την προσωπική ζωή του Κατακουζηνού ενώ παράλληλα υπήρξε κι ένας χώρος που  φιλοξένησε διάσημες προσωπικότητες της εποχής, ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών. Αυτό το σπίτι-μουσείο με την αύρα όλων αυτών των σημαντικών ανθρώπων που το επισκέφθηκαν μαρτυρά με το εσωτερικό του τη σύγχρονη ελληνική ιστορία. Στα ίδια έπιπλα κάθισαν οι κορυφαίοι εκπρόσωποι της γενιάς του’ 30, στους ίδιους τοίχους κρέμονται τα έργα του Γουναρόπουλου, του Τσαρούχη, του Γκίκα, την ίδια  θέα προς τον Εθνικό κήπο και το Κοινοβούλιο βλέπει πάντα ο επισκέπτης.

«Μεσοπόλεμος» από τον θίασο Κανιγκούντα

Δραματουργική σύνθεση – σκηνοθεσία: Μαρία Μαγκανάρη.

Καλλιτεχνική επιμέλεια: Γιάννης Λεοντάρης.

Κοστούμια: Θάλεια Ιστικοπούλου.

Φωτισμοί: Μαρία Γοζαδίνου.

Πρωτότυπη μουσική: Νίκος Ντούνας.

Μουσική Επιμέλεια: Νίκος Ντούνας – Κανιγκούντα.

Βοηθός σκηνοθέτη: Βασιλική Σκευοφύλαξ.

Παίζουν: Σύρμω Κεκέ, Ευθύμης Θέου, Θανάσης Δόβρης, Ανθή Ευστρατιάδου, Μαίρη Λούση, Μαριάννα Τζανή.

«Πυρκαγιές» στο Εθνικό Θέατρο


Τα δεινά του πολέμου και το παράλογο που αυτός μπορεί να γεννήσει πραγματεύεται το θεατρικό έργο του Λιβανοκαναδού Wajdi Mouawad που επικεντρώνει το θέμα του σε μια ανθρώπινη ιστορία με φόντο την ατέλειωτη αιματοχυσία της Μέσης Ανατολής. Με αφορμή τις σκληρές πολεμικές συγκρούσεις η εκ πρώτης όψεως συνηθισμένη ιστορία αγάπης που μας αφηγείται ο συγγραφέας μεταβάλλεται διαρκώς και παίρνει απρόβλεπτη τροπή μέσα στον παραλογισμό του πολέμου.

Δυο δίδυμα αδέρφια, ο Σιμόν και η Ζαν καλούνται να σεβαστούν τις τελευταίες επιθυμίες της μητέρας τους και παράλληλα να λύσουν τα αινίγματα που τους κληροδοτεί με τη διαθήκη της. Ξεκινάνε έτσι ένα ταξίδι στην πατρίδα της μητέρας τους  κι ακολουθούν τη διαδρομή της μέσα απ’  τα πολιτικά γεγονότα που στιγμάτισαν την προσωπική της ζωή, χωρίς να ξέρουν ότι ξετυλίγουν μ’ αυτόν τον τρόπο και το νήμα της ίδιας τους της ύπαρξης.

Ο Mouawad δανείζεται απ’ τον μύθο του Οιδίποδα εστιάζοντας σ τον  «ανυποψίαστο» άνθρωπο που αναζητάει την αλήθεια με όποιο τίμημα και που καλείται να συμβιώσει αρμονικά μαζί της όταν τη φέρει στην επιφάνεια.

Εκδίκηση, μίσος, πόνος, οργή, εγκατάλειψη, κατανόηση, συγχώρεση, αγάπη είναι μερικά μόνο από τα συναισθήματα των  ηρώων του που θυμίζουν  έντονα εμβληματικές μορφές της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας  γεννώντας τον έλεο, τον φόβο και τελικά την κάθαρση.

Είδα την παράσταση  μετά την ταινία το σενάριο της οποίας επιμελήθηκε ο Villeneuve (διασκευάζοντας απ’ το θεατρικό του Mouawad) κι έτσι δεν μπόρεσα να αποφύγω τη σύγκριση. Η μεγάλη οθόνη παρέχει το πλεονέκτημα της δύναμης της εικόνας και της δυνατότητας μιας πολλαπλής και παράλληλης αφήγησης μέσα στον χώρο και τον χρόνο.  Η ανατροπή μπορεί να σχεδιαστεί καλύτερα και να ξαφνιάσει με πιο αποτελεσματικό τρόπο τον θεατή.

Στο θέατρο υπάρχει εξαρχής ο περιορισμός του χώρου και των προσώπων. Θ’ απαλειφθούν κάποια πράγματα, θα χρησιμοποιηθεί περισσότερο ο λόγος , θα γίνει «οικονομία» σκηνών και δράσης.

Με δεδομένους ωστόσο αυτούς τους περιορισμούς, η σκηνοθεσία του Κωνσταντίνου Αρβανιτάκη  υπήρξε ενδιαφέρουσα κι ευρηματική. Καταρχήν,  «πήγαινε» πολύ στο συγκεκριμένο έργο η επιλογή του σκηνικού χώρου ( για πρώτη φορά έγινε χρήση της Κεντρικής  σκηνής εγκαινιάζοντας έτσι το  «Επί Σκηνής»). Οι θεατές τοποθετούνται σε καρέκλες και μαξιλάρια πάνω στη σκηνή, ενώ με την έναρξη της παράστασης κατεβαίνει η αυλαία απομονώνοντας  τη Σκηνή απ’ το υπόλοιπο θέατρο.

Το «βιομηχανικό» περιβάλλον της σκηνής χωρίς καμιά αλλαγή ή προσθήκη σκηνικών, η σωστή εναλλαγή των φωτισμών με δραματικές αποχρώσεις καθώς και η διατήρηση των σεκάνς όπως στην κινηματογραφική εκδοχή, έδωσαν μια ιδιαίτερα αισθαντική ατμόσφαιρα. Ωστόσο, το δεύτερο μέρος υπήρξε πολύ πιο αργό και φλύαρο ενώ δεν αποφεύχθηκε και μια μελό διάσταση στην κατάληξη του έργου που κατά τη γνώμη μου υπήρξε ατυχής.

Απ’ τη διανομή θα ξεχωρίσω τη Λένα Παπαληγούρα που υποδύθηκε τη Ναουάλ σε νεαρή ηλικία και που θεωρώ πως ήταν η καλύτερη στιγμή της στο θέατρο μέχρι στιγμής. Δυναμική η Χριστίνα Μαξούρη , καλή η  Μαρία Κεχαγιόγλου στον ρόλο της ενήλικης Ναουάλ αλλά υπερβολική στον ρόλο της Ζιχάν. Πολύ καλή στις σιωπές της η Θέμις Μπαζάκα, έπαιξε με ουσιαστικό τρόπο τη Ναουάλ σε μεγάλη πια ηλικία. Η σκηνή της μαρτυρίας  στο δικαστήριο υπήρξε εξόχως  συγκινητική χωρίς υπερβολές.

Υπερβολικοί όμως οι Δημήτρης Πιατάς και Μιχάλης Μητρούσης που δυστυχώς δεν  μπόρεσαν ν’ αποφύγουν τη μανιέρα τους. Στα άκρα η ερμηνεία του Βασίλη Παπαγεωργίου, υποτονικοί οι υπόλοιποι ηθοποιοί που σε άλλες παραστάσεις έχουν δώσει σαφώς καλύτερα δείγματα υποκριτικής.

«Πυρκαγιές» του Wajdi Mouawad

ΕΠΙ ΣΚΗΝΗΣ (ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΚΗΝΗ)

Μετάφραση: Έφη Γιαννοπούλου

Σκηνοθεσία – Φωτισμοί :Κωνσταντίνος Αρβανιτάκης

Κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου

Μουσική επιμέλεια: Κώστας Σουρβάνος

Βίντεο: Μιχάλης Κλουκίνας

Βοηθός σκηνοθέτη: Βάλια Ποιμενίδου

Επιμέλεια κίνησης – χορογραφία: Ξένια Θεμελή

Δραματολόγος παράστασης: Χριστίνα Λιάτα

Διανομή:

Ζιχάν, Ναουάλ ΙΙ: Μαρία Κεχαγιόγλου

Ζαν: Ιωάννα Κολλιοπούλου

Ελχάμ, Σαουντά: Χριστίνα Μαξούρη

Ραλφ, Πολιτοφύλακας, Αμπντετλμάλακ:Μιχάλης Μητρούσης

Ναζίρα, Ναουάλ ΙΙΙ: Θέμις Μπαζάκα

Γιατρός, Ξεναγός, Σαμσεντίν: Θεμιστοκλής Πάνου

Σιμόν, Ουαχάμπ: Βασίλης Παπαγεωργίου

Νιχάντ: Νικόλας Παπαγιάννης

Ναουάλ Ι: Λένα Παπαληγούρα

Ερμίλ, Αμπντεσάμαντ: Δημήτρης Πιατάς

Αντουάν, Φαχίμ, Φωτογράφος: Γιώργος Συμεωνίδης

«Ψευδαισθήσεις» στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων


Ο  πολυσχιδής και βραβευμένος τόσο για τη θεατρική όσο και για την κινηματογραφική του δραστηριότητα Ιβάν Βιριπάγεφ ξεκίνησε να γράφει ένα έργο για την αιώνια αγάπη χωρίς όμως να καταφύγει στη γνωστή  συνταγή του ρωσικού ψυχολογικού θεάτρου το οποίο μέμφεται κιόλας χαρακτηρίζοντας το ψευτο-ψυχολογικό.

Προκειμένου να υπηρετήσει τον στόχο του, κατέφυγε σε τεχνικές  αποδέσμευσης από μια «κανονική» θεατρική παράσταση κι εστίασε καταρχήν στην ιδιαίτερη σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα σε ηθοποιούς και κοινό θέλοντας να προσδώσει ένα διαδραστικό στοιχείο. Αξιοποιώντας λοιπόν  τη σύμβαση που χαρακτηρίζει κάθε παράσταση εν τη γενέση της, αποδόμησε  ο,τιδήποτε θα μπορούσε να παραπέμπει σε μια αναμενόμενη κανονικότητα  κι έπαιξε με το παιχνίδι των ανατροπών στοχεύοντας να διατηρήσει αμείωτο το ενδιαφέρον των θεατών σε όλη τη διάρκεια της παράστασης.

Τέσσερις νέοι ηθοποιοί μιλούν για δύο παντρεμένα ζευγάρια. Αφηγούνται ιστορίες από τα νιάτα τους ως την ημέρα του θανάτου τους κι ανιχνεύουν (sic)  την αυταπάτη του απόλυτου έρωτα και του νοήματος της ζωής. Οι  ηθοποιοί εναλλάσσονται στο μικρόφωνο επί σκηνής. Ο ένας συνεχίζει την ιστορία απ’ το σημείο που την άφησε ο άλλος προσθέτοντας σε σασπένς και δράση.

Ουσιαστικά η παράσταση δεν χρησιμοποιεί τίποτα παραπάνω από 4 μαυροπίνακες κι ένα μικρόφωνο αλλά αυτά είναι αρκετά για να δούμε στα μάτια μας να ζωντανεύουν οι ιστορίες των δύο ζευγαριών. Τους βλέπουμε μπροστά μας , χωρίς ουσιαστικά να τους βλέπουμε σε όλες σχεδόν τις ηλικιακές φάσεις τους, καλύπτοντας ένα  διάστημα 50 χρόνων. Με άλλα λόγια, δεν τους υποδύεται κανείς, αλλά αυτοί στέκουν ολοζώντανοι στη σκηνή.

Οι «Ψευδαισθήσεις»  είναι ένα νέο έργο κι αξίζει ν’ αναφερθεί ότι γράφτηκε κατά  παραγγελία του θεάτρου του Χέμνιτς στη Γερμανία, όπου κι έκανε πρεμιέρα τον περασμένο Δεκέμβριο. Η παρουσίαση του στην Αθήνα και συγκεκριμένα στο θέατρο της Οδού Κυκλάδων που με την ευκαιρία αυτή γιορτάζει τα 30 του χρόνια, ακολουθεί το πέρασμα του από  θεατρικές σκηνές της Μόσχας, της Κρακοβίας, της Βαρσοβίας, της Ζυρίχης και του  Εδιμβούργου.

Η Κατερίνα Ευαγγελάτου έστησε μια φρέσκια παράσταση διατηρώντας όλα εκείνα τα στοιχεία που απαιτεί η γραφή του Βιριπάγιεφ. Η σκηνοθεσία της είχε χιούμορ, ευαισθησία κι ελαφρότητα σε δόσεις τέτοιες που να μπορεί να διατηρήσει την ισορροπία σ’ αυτό που αποζητά ο συγγραφέας, χωρίς να γελοιοποιείται αλλά ούτε και να σοβαρεύει. Άξιοι συνοδοιπόροι της σ’ αυτό οι τέσσερις ηθοποιοί που με την αμεσότητα τους κέρδισαν θετικές εντυπώσεις, αλλά εξίσου και οι υπόλοιποι συντελεστές στη μετάφραση, τα φώτα, τα σκηνικά και τα κοστούμια.

Θέατρο της Οδού Κυκλάδων

«Ψευδαισθήσεις» του Ιβάν Βιριπάγεφ

Μετάφραση: Ελένη Μπακοπούλου

Σκηνοθεσία: Κατερίνα Ευαγγελάτου

Σκηνικά-Κοστούμια: Εύα Μανιδάκη

Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος

Διανομή:

Παντελής Δεντάκης

Αλεξία Καλτσίκη

Βασίλης Κουκαλάνι

Ηλέκτρα Νικολούζου


Επισκεψιμότητα

  • 190,853 hits

Αρχείο


Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 29 other followers