Archive Page 11

Εξόδιο άσμα για τον Λευτέρη Βογιατζή

Vogiatzis

Θυμάμαι σαν σε όνειρο σήμερα την πρώτη φορά που πέρασα το κατώφλι του θεάτρου του, νομίζω την άνοιξη του ’91  θα ήταν. Από τι ορμώμενη πήγα; υποθέτω ότι αγνοούσα πλήρως τον Βογιατζή ως ηθοποιό και σκηνοθέτη, όπως πρέπει να αγνοούσα και το σημαντικότατο έργο του μεγάλου Τόμας Μπέρχαρντ «Ρίττερ, Ντένε, Φος»  Τι είχα ακούσει γι’ αυτόν, δεν θυμάμαι. Μάλλον οι γυναίκες του θιάσου(σ.σ Κονιόρδου, Λαζαρίδου) ήταν η αφορμή να διαβώ για πρώτη φορά το κατώφλι της οδού Κυκλάδων. Αυτές κι η δίψα για θέατρο που έκανε την εμφάνιση της έντονα εκείνη τη χρονιά.

Τρεις φιγούρες πάνω στη σκηνή, το μεγάλο οικογενειακό τραπέζι, πορσελάνινα σερβίτσια να σπάνε σε χίλια κομμάτια, η  απόλυτη προσήλωση του κοινού σ’ αυτό που έβλεπε. Αυτές είναι οι λιγοστές εικόνες που κουβαλάω σήμερα από την παράσταση μαζί με το εξαιρετικό πρόγραμμα που εμπεριέχει σημαντικά θεωρητικά κείμενα καθώς και το ίδιο το έργο.

Θυμάμαι σαν όνειρο κι όλες τις επόμενες παραστάσεις που παρακολούθησα έχοντας πια γνώση και γνώμη για την «περίπτωση Βογιατζή» και τα όσα θαυμαστά συνέβαιναν στην Οδό Κυκλάδων. Γιατί πώς αλλιώς να εξηγήσω το ότι στα 22 χρόνια που βλέπω θέατρο εντατικά και με μέσο όρο παραστάσεων τις 25 ανά έτος, αυτά τα μικρά θαύματα τα φυλάω ως πολύτιμες μνήμες.

Ο Βογιατζής υπήρξε αναμφίβολα παθιασμένος με την τέχνη του. Βασανιζόταν από μια τελειομανία, ήθελε να δουλεύουν όλα ρολόι, να ρέει η παράσταση σαν μουσική συμφωνία. Δεν ήταν απλά διεκπεραιωτικός, αναζητούσε τη λεπτομέρεια, έψαχνε την τελειότητα περίμενε το μέγιστο αποτέλεσμα σε όλα τα επίπεδα.

Ο Βογιατζής ήταν βαθιά ποιητικός και μεταφυσικός. Εικόνες απ’ το «Καθαροί πια», τη «Νύχτα της κουκουβάγιας», τη «Bella Venezia», τις «Δούλες», την «Ήμερη» το  «Ύστατο σήμερα» , το «Θερμοκήπιο», αλλά κι απ’ τον «Αμφιτρύωνα» (παρόλο που είχα τις αντιρρήσεις μου για τον χώρο επιλογής), απλώθηκαν σαν μικρές στιγμές μαγείας μέσα στον χρόνο που σβήνει μεν την εφήμερη τέχνη του θεάτρου, αλλά διασώζει ό, τι έχει τη δύναμη να μιλάει κατευθείαν στις αισθήσεις μας.

Λέγεται ότι τυραννούσε τους ηθοποιούς και όσους συνεργάζονταν μαζί του στην εκάστοτε προετοιμασία μιας παράστασης. Εικάζω ότι βασάνιζε περισσότερο τον εαυτό του μέχρι να φτάσει στο επιθυμητό αποτέλεσμα. Η τέχνη του θεάτρου υπήρξε για κείνον εξαιρετικά σοβαρή ασχολία πράγμα που δεν πιστοποιείται απλώς από την υψηλή ποιότητα της κάθε παράστασης, αλλά κι από τον μικρό αριθμό αυτών  που συνολικά σκηνοθέτησε.

Για τον Βογιατζή δεν χρειάστηκε να ειπωθούν τα μεγάλα λόγια μετά θάνατον. Ευτύχησε εν ζωή να δει ουρές να περιμένουν υπομονετικά για μια θέση στο μικρό θεατράκι του, δημιούργησε ένα κοινό που πάντα αδημονούσε να τον δει να κάνει πρεμιέρα, πήρε σημαντικές κριτικές, ανέβασε σπουδαίους συγγραφείς, επέλεξε σημαντικούς σκηνικούς συνοδοιπόρους, έντυσε με  εικόνα τα όνειρα μας  κι έδωσε περιεχόμενο στη σιωπή.

«Vitrioli» στο Εθνικό Θέατρο (Νέα Σκηνή)


Vitrioli

 

Ένας έφηβος προσπαθεί ν’ ανακαλύψει την ταυτότητα του αρνούμενος να ενταχθεί στις νόρμες που του υπαγορεύουν η μητέρα, ο πατριός, ο θεραπευτής κι ο εργοδότης του. Απομονώνεται σταδιακά απ’ τον περίγυρό του, προκαλεί ανησυχία στους γύρω του και κλείνεται όλο και περισσότερο στον εαυτό του σαν τρομαγμένο ζώο που νιώθει να απειλείται απ’ οποιονδήποτε εξωτερικό παράγοντα. Γίνεται εχθρικός ακόμα και στο συνομήλικο του κορίτσι που τον βλέπει με αγάπη και τρυφερότητα.

Κινούμενο ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη διογκωμένη φαντασία, ο Γιάννης Μαυριτσάκης δίνει την εντύπωση ότι σε τούτο το έργο ήθελε να χωρέσει πολλά και όχι με ξεκάθαρο τρόπο. Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η σκηνοθεσία του Ολιβιέ Πυ. Το αποτέλεσμα είναι μια παράσταση μόχθου για τους ηθοποιούς (αφού υποβάλλονται σε διάφορες δοκιμασίες πάνω στη σκηνή) και άγχους για τους θεατές που προσπαθούν να κατανοήσουν το κρυμμένο κείμενο. Υπαινικτική σκηνοθεσία που αφήνει πολλά περιθώρια ερμηνείας, όπως άλλωστε και το ίδιο το κείμενο, διάθεση να ταρακουνήσει κι ενδεχομένως να σοκάρει (αιμομικτική σκηνή μητέρας- γιου).

Ατού της παράστασης η καλή διανομή έμπειρων αλλά και νεώτερων ηθοποιών. Με τόλμη και ζωντάνια ερμηνεύουν τους ρόλους τους φτάνοντας ωστόσο σ’ ένα αμφιλεγόμενο και αμήχανο αποτέλεσμα.

Εθνικό θέατρο

Νέα Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος»

«Vitrioli»  του Γιάννη Μαυριτσάκη
Σκηνοθεσία: Olivier Py

Σκηνικά – Κοστούμια: Pierre-André Weitz

Φωτισμοί: Bertrand Killy

Βοηθός σκηνοθέτη: Ξένια Θεμελή

Βοηθός σκηνογράφου – ενδυματολόγου: Παύλος Θανόπουλος

Διανομή:

Η μητέρα: Μαρία Κεχαγιόγλου

Το αγόρι: Χάρης Τζωρτζάκης

Ο θεραπευτής, ο θεραπευτής β΄: Περικλής Μουστάκης

Το κορίτσι: Κίτυ Παϊταζόγλου

Ο ερμαφρόδιτος: Γιάννος Περλέγκας

Ο κύριος, ο συσκευαστής: Μηνάς Χατζησάββας

Ο επιθεωρητής σφαγίων:  Νίκος Χατζόπουλος

«Ο Επιθεωρητής» στο θέατρο Ακροπόλ


epitheoritis

Στην τσαρική Ρωσία του 19ου αιώνα, ένας επιθεωρητής εμφανίζεται σε μια επαρχιακή πόλη. Οι ανώτεροι δημόσιοι λειτουργοί αιφνιδιάζονται και τρομοκρατούνται αφού ξέρουν πως στον έλεγχο που θα υποστούν, θα βρεθούν οικονομικές και διοικητικές ατασθαλίες κι έτσι επιδίδονται σ’ έναν αγώνα κολακείας και καλοπιάσματος του επιθεωρητή που εμπεριέχει ακόμα και χρηματισμό προκειμένου να τον ευχαριστήσουν κι έτσι εκείνος να κάνει τα στραβά μάτια.

Στην πραγματικότητα, ο φερόμενος ως Επιθεωρητής δεν είναι άλλος από ένα νεαρό δημόσιο υπάλληλο που ταξιδεύει σπαταλώντας χρήματα και «πουλώντας» γοητεία. Η εξωτερική εμφάνιση κι ο τρόπος ντυσίματος του εξαπατούν τους άρχοντες της πόλης που νομίζουν πως έχουν μπροστά τους τον Επιθεωρητή που περιμένουν και αρχίζει μια τρελή φάρσα με τους μεν να του προσφέρουν γη και ύδωρ για να μην τους εκθέσει και τον δε να απολαμβάνει τις υπηρεσίες του.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Γκόγκολ γράφει τον «Επιθεωρητή» μόλις το 1836 και τόσα χρόνια μετά, το έργο παραμένει επίκαιρο αφού η σπατάλη του δημόσιου χρήματος και η διαφθορά της εξουσίας εξακολουθούν. Ο Γκογκόλ υπήρξε ο ίδιος μάλιστα δημόσιος λειτουργός κι ως εκ τούτου γνώριζε εκ των έσω την κατάσταση.

Το έργο θυμίζει τις εξαίσιες φάρσες του Φεϊντό . Οι θεατές ξέρουν από την αρχή, οι εμπλεκόμενοι ανακαλύπτουν στο τέλος κι οι θεατές παρακολουθούν τα σπαρταριστά επεισόδια να διαδέχονται το ένα το άλλο.

Η παράσταση είχε δυστυχώς ύφος κι αισθητική παλαιού θεάτρου. Ο Σπύρος Ευαγγελάτος που τόσα έχει προσφέρει στο ελληνικό θέατρο ως σκηνοθέτης κι ερευνητής τα προηγούμενα χρόνια, κάνει μια μάλλον διεκπεραιωτική σκηνοθεσία βασιζόμενος κυρίως στην εξυπνάδα του ίδιου του έργου και στους ηθοποιούς. Το σκηνικό του Πάτσα δεν βοηθάει- θα έλεγα μάλιστα ότι έδινε την αίσθηση του πολύ πρόχειρου-, τα κοστούμια είναι απολύτως ρεαλιστικά, οι ηθοποιοί με προεξάρχοντα τον Αρμένη παίζουν με παλιομοδίτικο τρόπο. Θέλω να πω εδώ για τον Αρμένη, ότι μπορεί να είναι ένας έμπειρος ηθοποιός με αμεσότητα και να ξέρει πώς να χειρίζεται τις ευκολίες του, αλλά δεν αρκούν αυτά για να υπάρξεις σε μια εποχή που ο θεατρικός κώδικας αν δεν έχει αλλάξει, έχει πάντως μετατοπιστεί σοβαρά.

Η ανατροπή έρχεται με τον Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη που είτε από ένστικτο, είτε από συνειδητή απόφαση, παίρνει στις πλάτες του όλο το βάρος της παράστασης και τη φέρνει ως το τέλος σ’ ένα ουσιαστικά one man show. Ο Μαρκουλάκης είναι απολαυστικός σ’ έναν ρόλο που αποτελεί πρόκληση για έναν ηθοποιό αφού απαιτεί δεξιοτεχνία, μπρίο, λάμψη, έξυπνο και γρήγορο ατακάρισμα. Χωρίς υπερβολές, μου έδωσε την αίσθηση ότι κάπως έτσι πρέπει να έλαμπαν οι  ζεν κομίκ παλαιότερων χρόνων…

Από τις υπόλοιπες ερμηνείες, ξεχώρισαν ο Μιχάλης Μητρούσης και η Αριέττα Μουτούση. Αδύναμη  υποκριτικά η Δανάη Σκιάδη, περισσότερο σχεδίασε παρά ερμήνευσε τον ρόλο της, ενώ οι υπόλοιποι ηθοποιοί αρκέστηκαν να διαβάσουν με εύκολο τρόπο το κείμενο.

Θέατρο Ακροπόλ

«Ο Επιθεωρητής» του Νικολάι Γκόγκολ

Σκηνοθεσία: Σπύρος Ευαγγελάτος

Σκηνικά: Γιώργος Πάτσας

Κοστούμια: Γιάννης Μετζικώφ

Μουσική: Γιάννης Αναστασόπουλος

Ερμηνεύουν:

Χλεστακώφ: Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης

Έπαρχος: Γιώργος Αρμένης

Άννα: Αριέττα Μουτούση

Όσιπ: Μιχάλης Μητρούσης

Μαρία: Δανάη Σκιάδη

Αρτέμι: Θοδωρής Κατσαφάδος

Άμος: Γιώργος Ψυχογιός

Σπέκιν: Θανάσης Κουρλαμπάς

Μπομπίτσκιν: Θανάσης Δήμου

Ντομπτσίνσκι: Άγγελος Μπούρας

Λούκα: Βαγγέλης Ψωμάς

Γκαρσόνι Β’, έμπορος Κορόμπκιν: Θωμάς Γκαγκάς

Αστυνομικός Μίσκα, Α’ έμπορος: Γιώργος Μπούγος

«Κύκλοι / Ιστορίες» στη Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών

 

POMERRAT

Είναι σαφές από την πρόσφατη θεατρική επαφή με το έργο του, ότι στο επίκεντρο του προβληματισμού του Joel Pommerat βρίσκεται ο άνθρωπος. Δεν έχω γνώση της πλήρους συγγραφικής παραγωγής του, αλλά κρίνοντας απ’ αυτά τα δύο δείγματα που παρουσιάστηκαν στην Ελλάδα, ο Pommerat κάνει πράγματι ουμανιστικό θέατρο . Στους «Κύκλους/Ιστορίες» που παίχτηκαν στο παρισινό Bouffes du Nord το 2010 και απέσπασαν το βραβείο Μολιέρου,  ο Pommerat  αναζητά την χαμένη ταυτότητα του δυτικού πολιτισμού.

Μέσα από διάφορες ιστορίες στο πέρασμα των αιώνων ( επιλέγονται κάποιες χρονιές  απ’ τον Μεσαίωνα ως τον 21ο αιώνα ως ορόσημα), αναρωτιέται τι τελικά έχει απομείνει απ’ όλες αυτές τις αρετές και τα ιδανικά για τα οποία πάλεψε ο άνθρωπος  στο πρόσφατο αλλά και κάπως μακρύτερο παρελθόν του.

Οι ιστορίες που επιλέγει αφορούν στην καθημερινότητα μερικών απλών ανθρώπων που τυχαίνει να βρίσκονται στη δίνη μεγάλων ιστορικών στιγμών, όπως π.χ  ο Α’ Παγκόσμιος πόλεμος. Χρησιμοποιεί αυτά τα στιγμιότυπα φορτίζοντας τα άλλοτε με χιούμορ, άλλοτε με καυστικότητα, άλλοτε με αγωνία αλλά πάντα με κριτική ματιά και δημιουργεί μικρούς κύκλους που ενώνονται μεταξύ τους οδηγώντας στην αρχική διαπίστωση: τα οράματα για μια ανθρώπινη Ευρώπη χάθηκαν. Ο άνθρωπος σταδιακά απογυμνώθηκε κι αποκάλυψε το κτήνος που κρύβει μέσα του.

Υπήρχε  μια αμηχανία τα πρώτα λεπτά της παράστασης μέχρι να ενταχθεί ο θεατής στην σύλληψη, στην επεξεργασία της ιδέας και στη σκηνική υλοποίηση της. Παρά τη μεγάλη διάρκεια (2 ώρες και 20 λεπτά χωρίς διάλειμμα), η γρήγορη εναλλαγή των σκηνών, η σωστή αίσθηση του ρυθμού και η ζωντάνια των ηθοποιών, κέντρισε σύντομα το ενδιαφέρον μας. Το παράδοξο τσίρκο δωματίου (έτσι όρισε η Κανιγκούντα την παράσταση της) που αρχικά με ξένισε γιατί δεν μπορούσα να το κατανοήσω  είναι ένα «άγριο» τελικά θέαμα με τον άνθρωπο ως ζώο σε όλες του τις εκφάνσεις…

Αν λάβει κανείς υπόψη τη μεγάλη διάρκεια (2 ώρες και  20 λεπτά χωρίς διάλειμμα), τότε η ομάδα Κανιγκούντα μάλλον καλά τα κατάφερε αφού η παράσταση κατάφερε να κερδίσει το ενδιαφέρον των θεατών. Η σκηνοθεσία του Λεοντάρη είχε δυναμισμό, εναλλασσόμενες μικρές σκηνές και ταλαντούχους ηθοποιούς έτοιμους για όλα.

Αξίζει να ειπωθεί ότι ο τρόπος που σκηνοθετήθηκε το έργο του Pommerat έμοιαζε σαν το αποτέλεσμα ενός συνεχούς αυτοσχεδιασμού με τη διαφορά ότι ήταν προσεγμένος στις λεπτομέρειες του κι επιμελώς φροντισμένος από πριν.

 

Θίασος Κανιγκούντα

«Κύκλοι / Ιστορίες» του Joël Pommerat

3-21 Απριλίου 201321:00 Μικρή Σκηνή

Κείμενο: Joël Pommerat

Μετάφραση: Λουίζα Μητσάκου
Σκηνοθεσία – Μουσική επιμέλεια – Σχεδιασμός ήχου: Γιάννης Λεοντάρης
Σκηνικά – Κοστούμια: Θάλεια Ιστικοπούλου
Φωτισμοί: Μαρία Γοζαδίνου
Επιμέλεια αυτοσχεδιασμών «Viewpoints»: Ρεβέκκα Τσιλιγκαρίδου
Βοηθός σκηνοθέτη: Αιμιλία Βάλβη
Βοηθός σκηνογράφου – ενδυματολόγου: Μαρία Παπαϊωάννου
Παίζουν (με αλφαβητική σειρά): Γιάννης Αναστασάκης, Ανθή Ευστρατιάδου,Ευθύμης Θέου, Μαρία Μαγκανάρη, Θέμης Πάνου, Παναγιώτης Παπαϊωάννου,Ρεβέκκα Τσιλιγκαρίδου, Γιώργος Φριντζήλας

«Το πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα» στο Εθνικό θέατρο (Κεντρική Σκηνή)

 

electra

Ο Ευγένιος ο’ Νηλ δεν θεωρήθηκε άδικα πατέρας του σύγχρονου αμερικανικού θεάτρου. Η ματιά του διεισδυτική, η πένα του ασκημένη να καταγράφει και τις πιο δυσδιάκριτες ψυχολογικές λεπτομέρειες. Η γραφή του έχει πάντα δυο επίπεδα, το προφανές κι αυτό που προκύπτει απ’ όσα δεν λέγονται. Αν βρεθεί κι ο σκηνοθέτης που θα μπορέσει να τα εντοπίσει και αναδείξει, είναι μια ευτυχής σκηνική στιγμή.

Οι ήρωες του ο’ Νηλ είναι «περιθωριακοί» άνθρωποι. Εν πρώτοις, αυτό δυσκολεύεται κανείς να το αναγνωρίσει στο «Πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα» με την έννοια ότι καταγράφεται η ζωή μιας μεγαλοαστικής οικογένειας στον αμερικανικό Νότο στο τέλος του αμερικανικού εμφυλίου. Σε μια δεύτερη όμως ανάγνωση, σύντομα αποκαλύπτεται ότι κάτω απ’ την εικόνα της ηθικής και της τελειότητας που θέλουν να βγαίνει προς τα έξω, οι Μάννον είναι μια οικογένεια με πάθη, μίση , ανεκπλήρωτους έρωτες και μυστικά που απειλούν να τινάξουν στον αέρα τις ισορροπίες και που τους κατατάσσουν σε μια οικογένεια εκτός νόρμας.

Ο ο’ Νηλ πατάει πάνω στην «Ορέστεια» του Αισχύλου συνθέτοντας ένα έργο με ίδια δομή. Διαιρεμένη σε 3 μέρη, στον Γυρισμό (Αγαμέμνων), στους  Κυνηγημένους (Χοηφόροι) και στους Στοιχειωμένους (Ευμενίδες), «Το Πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα» παραπέμπει στον Οίκο των Ατρειδών αλλά χωρίς εντολές άνωθεν, χωρίς οριστική κάθαρση και τελικά χωρίς διέξοδο  για την οικογένεια Μάννον.

Από φροϋδικής πλευράς έχει ενδιαφέρον να δούμε πώς λειτουργεί μέσα στο έργο αυτό που αργότερα η επιστήμη (ορμώμενη βέβαια απ’ το αρχαίο δράμα) ονόμασε Οιδιπόδειο σύμπλεγμα και σύμπλεγμα της Ηλέκτρας. Η σχέση της Λαβίνιας Μάννον με τον πατέρα της αλλά και η σχέση του Όριν με τη μητέρα του Κριστίν είναι σχέσεις που ξεφεύγουν απ’ το φυσιολογικό. Ο κάθε γονιός έχει επιλέξει ένα παιδί ως το αγαπημένο του παραμελώντας  το άλλο και προσπαθώντας να προκαλέσει τον σύντροφό του. Χρησιμοποιεί αυτό το παιδί για να πετύχει τους σκοπούς του, το χειραγωγεί, το  καλοπιάνει, το στρέφει εναντίον του άλλου γονιού, το φορτίζει συναισθηματικά. Αλλά κι απ’ την πλευρά του παιδιού, η Λαβίνια προσπαθεί να είναι αρεστή στον πατέρα της με κάθε τρόπο, τον περιμένει και τον υποδέχεται σαν να επρόκειτο για τον άντρα  της. Βλέπει ως αντίζηλο τη μητέρα της με τον ίδιο τρόπο που ο Όριν αργότερα θα δει ως αντίζηλο τον πλοίαρχο Μπραντ…

Εξαιρετική σκηνοθεσία απ’ τον Γιάννη Χουβαρδά. Αισθητική υψηλού επιπέδου, σκηνικές λύσεις που δεν προδίδουν το έργο και παράλληλα το εκσυγχρονίζουν.

Οφείλω να πω ότι αυτό που κάνει ο Χουβαρδάς τα τελευταία χρόνια με τα μεγάλα κείμενα μ’ έχει εντυπωσιάσει. Τόσο στον «Θείο Βάνια» (2009) όσο και στον «Περικλή» (2011),στον «Αρχιμάστορα Σόλνες» (2012) και τώρα εδώ αναζητά  τα σκηνοθετικά του όρια  μέσα σ’ αυτά και προσαρμόζει τη γραμμή που έχει χαράξει χωρίς να στοχεύει προς το αντίθετο που γίνεται κατά κόρον και συχνά εγείρει και συζητήσεις για την ελευθερία του σκηνοθέτη απέναντι στο κείμενο.

Εκπληκτικά τα κοστούμια εποχής κι ενδιαφέρουσα η παντελής απουσία σκηνικού (τουλάχιστον με τη συμβατική έννοια). Έξυπνη η ιδέα να χρησιμοποιήσει ως θεατές τα πρόσωπα που παρατηρούν και σχολιάζουν τη ζωή των Μάννον σαν ένας άλλος χορός αρχαίας τραγωδίας.

Σε πολύ ώριμη υποκριτική στιγμή η Μαρία Πρωτόπαπα. Ήταν νομίζω η αποκάλυψη της παράστασης υποδυόμενη μια Λαβίνια που έπαιζε με λεπτές αποχρώσεις  και με την πλήρη γκάμα των εκφραστικών της μέσων. Αξίζει να τη δει κανείς για να παρατηρήσει  πώς χρησιμοποιεί ο καλός ηθοποιός το όλον:τα μάτια, την έκφραση, τη στάση του σώματος.

Η αισθαντικότητα της Καριοφυλλιάς Καραμπέτη δεν διδάσκεται, η σπουδαία τεχνική της όμως είναι σίγουρα μάθημα προς τους νεότερους συναδέλφους της. Είναι απόλαυση να παρατηρείς  πώς εξελίσσει κάθε φορά τον ρόλο.

Διαφορετικός απ’ ό, τι έχουμε συνηθίσει ο Χρήστος Λούλης υποδύθηκε έναν πληγωμένο κι εξαρτώμενο συναισθηματικά Όριν. Μετρημένος και με πλήρη κυριαρχία στα εκφραστικά του μέσα  ήταν ο Ακύλλας Καραζήσης,  ενώ πιο αδύναμοι υπήρξαν οι άλλοι τρεις ηθοποιοί της διανομής (Γιώργος Γάλλος, Γιούλικα Σκαφιδά, Αργύρης Πανταζάρας).

Πολύ ωραίος ο χαρακτήρας που έπλασε ο πάντα καλός Χρήστος Στέργιογλου.

Απολαυστική  τέλος η ομάδα των 4 θεατών. Με ζωντάνια και  κέφι, κατόρθωσαν να μας δώσουν την ατμόσφαιρα αυτού που ακριβώς  περιγράφει  ο συγγραφέας( όλα τα αφηγηματικά μέρη του έργου ειπώθηκαν απ’ αυτούς), να σχολιάσουν πάνω στα πρόσωπα και την πλοκή και να ελαφρύνουν το βαρύ κλίμα του έργου. Ευφάνταστο το εύρημα της «ανταλλαγής» ρόλων στο φινάλε.

 

«Το πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα» του Γιουτζήν Ο’Νηλ

ΚΤΙΡΙΟ ΤΣΙΛΛΕΡ – ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΚΗΝΗ

 

Μετάφραση:  Ερρίκος Μπελιές

Σκηνοθεσία – Διαμόρφωση σκηνικού χώρου: Γιάννης Χουβαρδάς

Δραματουργική επεξεργασία:  Γιάννης Χουβαρδάς – Σάββας Κυριακίδης

Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη

Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος

Βοηθός σκηνοθέτη: Νατάσα Τριανταφύλλη

Μουσική διδασκαλία: Μελίνα Παιονίδου

Διανομή:

Στρατηγός Έζρα Μάννον: Ακύλλας Καραζήσης

Κριστίν Μάννον:  Καρυοφυλλιά Καραμπέτη

Λαβίνια Μάννον:  Μαρία Πρωτόπαππα

Όριν Μάννον: Χρήστος Λούλης

Πλοίαρχος Άνταμ Μπραντ: Γιώργος Γάλλος

Λοχαγός Πήτερ Νάιλς: Αργύρης Πανταζάρας

Χέιζελ Νάιλς: Γιούλικα Σκαφιδά

Σεθ, ο επιστάτης των Μάννον: Χρήστος Στέργιογλου

Θεατής 1: Χάρης Τσιτσάκης

Θεατής 2: Θέμις Μπαζάκα

Θεατής 3: Μάγια Λυμπεροπούλου

Θεατής 4:  Γιώργος Κοτανίδης

 

«Η μεγάλη και θαυμαστή ιστορία του εμπορίου» στη Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών

Η μεγάλη και θαυμαστή ιστορία του εμπορίου~556695-253-1(1)

Τα όρια ανάμεσα στην αγορά και την ηθική πραγματεύεται το έργο του Joël Pommerat, λειτουργώντας παραβολικά σε δυο διαφορετικές εποχές.

Στην πρώτη φάση, μια ομάδα τεσσάρων έμπειρων πλασιέ προσπαθεί να μυήσει έναν νεαρό επίδοξο συνάδελφο τους στα μυστικά του επαγγέλματος. Του διδάσκουν πώς να μπαίνει στα  σπίτια του κόσμου , πώς να γίνεται αρεστός στα υποψήφια θύματα του (sic) και πώς  τελικά να τους πουλάει το προϊόν  πείθοντας  τους ότι τους προσφέρει κάτι εξαιρετικά απαραίτητο κι ότι τους κάνει ουσιαστικά  χάρη. Ο νεαρός φαίνεται ανεπίδεκτος μαθήσεως. Στην πραγματικότητα ο κόσμος των πωλήσεων έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τα όρια της προσωπικής του ηθικής και αρνείται ν’ αποδεχτεί τους νόμους της αγοράς.  Βρισκόμαστε κοντά στον Μάη του ‘ 68.

Στη δεύτερη φάση,  ένας νεαρός (γιάπης) προσπαθεί να μυήσει στη δουλειά τέσσερις ώριμους πωλητές – παροπλισμένους απ’ την αγορά εργασίας- διδάσκοντάς τους τις νέες συνθήκες της αγοράς όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί απ’ την ψευδό-ανάγκη του καταναλωτισμού.  Βρισκόμαστε σαράντα χρόνια αργότερα, στη δική μας εποχή δηλαδή…

Παθιασμένος με το θέατρο από την ηλικία των 12 χρόνων και αποφασισμένος να γράφει ένα έργο  τον χρόνο για τα επόμενα σαράντα χρόνια, ο Joël Pommerat  επικεντρώνεται στο ουμανιστικό θέατρο θέτοντας καίρια ερωτήματα σχετικά με την επικράτηση του καπιταλισμού, τις εργασιακές σχέσεις, την αλληλεγγύη, τα όρια της ανθρωπιάς και της ηθικής σ’ έναν κόσμο που δεν αντιπροσωπεύεται από καμιά ιδεολογία πλέον.

Το θέατρο του Pommerat δεν επικεντρώνεται στους χαρακτήρες. Δεν μας ενδιαφέρει η ιστορία των δραματικών προσώπων, υπάρχουν ελάχιστες νύξεις για την εκτός σκηνής ζωή τους, δεν έχουν σαφές παρελθόν ή μέλλον οι ρόλοι. Δεν συνάπτουν διαπροσωπικές σχέσεις αν αυτό δεν εξυπηρετεί την ιστορία που μας αφηγούνται. Πίσω απ’ τις γραμμές βέβαια, διακρίνει κανείς εκλεκτικές συγγένειες με τον Εμποράκο του Μίλερ ως προς την προσωπικότητα του πλασιέ που παροπλίζεται απ’ τις αλλαγές των εποχών, ωστόσο αυτό είναι σε πολύ αχνές γραμμές, αφού εδώ ο στόχος είναι άλλος και η όποια δραματικότητα πρέπει να προκύψει με διαφορετικό τρόπο.  Οι ήρωες είναι απλώς η αφορμή για να πούνε την ιστορία, για να θέσουν το ερώτημα.

H ιστορία του εμπορίου,  μας λέει ο Joël Pommerat  θα μπορούσε να είναι η ιστορία της ανθρωπότητας.

Ο Joël Pommerat δουλεύει πάντα ομαδικά. Η σκηνογραφία, οι φωτισμοί, ο ήχος αλλά και η σκηνοθετική γραμμή εξελίσσονται κατά τη διάρκεια των προβών κάνοντας την κάθε παράσταση να είναι το αποτέλεσμα ενός project που διαρκώς εξελίσσεται.

Σ’ αυτό το επίπεδο κινήθηκε και η παράσταση που μας παρουσίασε στη Στέγη γραμμάτων & τεχνών. Άρτιο το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα στο σύνολο του. Έμφαση στις ερμηνείες, ουσιαστική υπογράμμιση των ερωτημάτων που τίθενται στο έργο χωρίς να είναι καθόλου διδακτικό, αλλά με τρόπο τέτοιο που μπορεί ο θεατής  να το επεξεργαστεί και μετά το τέλος της παράστασης.

Είχαμε την τύχη να δούμε καλό θέατρο από έναν εμπνευσμένο δημιουργό τον οποίο  δίκαια ο Peter Brook έχρισε διάδοχό του το 2006

 

ΣΤΕΓΗ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ & ΤΕΧΝΩΝ (Κεντρική Σκηνή)

Joël Pommerat

«Η μεγάλη και θαυμαστή ιστορία του εμπορίου»

28-31 Μαρτίου 2013

Κείμενο & Σκηνοθεσία: Joël Pommerat
Καλλιτεχνικός συνεργάτης: Philipe Carbonneaux
Σχεδιασμός φωτισμών: Eric Soyer, με τη βοήθεια του Renaud Fouquet
Σκηνικά: Eric Soyer
Κοστούμια: Isabelle Deffin
Ήχος: François Leymarie
Ηχητική έρευνα: Yann Priest
Μουσική: Antonin Leymarie
Κατασκευές: Thomas Ramon – A travers Champs
Βίντεο: Renaud Rubiano
Ερμηνεύουν: Eric Forterre, Ludovic Molière, Hervé Blanc, Jean-Claude Perrin,Patrick Bebi

ΣΤΑ ΓΑΛΛΙΚΑ ΜΕ ΥΠΕΡΤΙΤΛΟΥΣ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ
Μετάφραση υπερτίτλων: Λουίζα Μητσάκου

«Κόκκινα φανάρια» στο Εθνικό Θέατρο (Θέατρο Rex)

kokkina fanaria

Τα «Κόκκινα φανάρια» δεν χρειάζονται ιδιαίτερες συστάσεις αφού στο ευρύ κοινό είναι γνωστά από την ομώνυμη κινηματογραφική ταινία του 1963. Ωστόσο, ελάχιστοι γνωρίζουν το πρωτότυπο θεατρικό έργο του Αλέκου Γαλανού και σχεδόν κανείς δεν ξέρει πολλά για τον συγγραφέα και τις συνθήκες κάτω απ’ τις οποίες γράφτηκε το έργο.

Ο Αλέκος Γαλανός μεγάλωσε στην Τρούμπα και οι εικόνες των πορνείων της εποχής ήταν η καθημερινότητα του. Εξοικειώθηκε μ’ αυτόν τον μικρόκοσμο από μικρός, δεν τον ωραιοποίησε καθόλου, είχε ιδιαίτερα κριτική διάθεση απέναντι στις γυναίκες που εκδίδονταν και «συμφιλιώθηκε» μαζί τους όταν κάποτε υπήρξε μάρτυρας του έντονου ξυλοδαρμού μιας πόρνης απ’ τον νταβατζή της στη μέση του δρόμου.

Έγραψε τα «Κόκκινα φανάρια» το 1962 απομονωμένος σ’ ένα διαμέρισμα της Εμμανουήλ Μπενάκη. Στόχος του να δείξει τον σκληρό κόσμο της Τρούμπας, τις γυναίκες- θύματα πίσω απ’ την ψεύτικη βιτρίνα της λάμψης  και της απόλαυσης, την εκμετάλλευση της σάρκας, τη ματαίωση των ονείρων .

Το έργο ανέβηκε πρώτη φορά στο θέατρο Πορεία απ’ τον Αλέξη Δαμιανό την ίδια χρονιά, αλλά η μεγάλη επιτυχία ήρθε έναν χρόνο αργότερα στην κινηματογραφική του μεταφορά απ’ τον Βασίλη Γεωργιάδη. Ευτύχησε μάλιστα να βρει τον δρόμο τόσο για τις Κάννες όσο και για το Χόλυγουντ, αφού προτάθηκε στην κατηγορία Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας. Τελικά, έχασε απ’ το «Οκτώμισι»  του Φελίνι για λίγες μόνο ψήφους.  Πρωταγωνίστησαν σχεδόν όλα τα μεγάλα ονόματα της κινηματογραφικής εγχώριας παραγωγής (Καρέζη, Παπαμιχαήλ, Κατράκης, Διαμαντίδου, Χρονοπούλου, Χέλμη, Φούντας, Λαδικού, Ανουσάκη).

Ωστόσο, ο Γαλανός δεν έμεινε ικανοποιημένος απ’ το αποτέλεσμα. Θύμωσε με την τροποποίηση του σεναρίου που άμβλυνε κατά πολύ τη σκληρότητα που ο ίδιος επιθυμούσε να προβάλει και δεν ενέκρινε καθόλου το happy end.  Έστειλε μάλιστα επιστολή διαμαρτυρίας στις εφημερίδες της εποχής.

Η ταινία παρόλα αυτά έγινε τεράστια επιτυχία και το ανέβασμα του θεατρικού έργου στο Εθνικό θέατρο σήμερα,  50 χρόνια μετά, είναι ένα ενδιαφέρον στοίχημα.

«Τα κόκκινα φανάρια» δεν είναι το θεατρικό αριστούργημα απ’ το οποίο θα είχε κανείς υψηλές απαιτήσεις σκηνοθετικά και υποκριτικά. Είναι όμως ο καθρέφτης ενός κόσμου που δεν έχει πεθάνει κι αυτό του προσδίδει κάποια διαχρονικότητα. Επιπλέον, είναι καταγεγραμμένο στη μνήμη μας με συγκεκριμένα – έστω και κινηματογραφικό- στήσιμο και ερμηνείες κι έτσι προκαλεί τους ηθοποιούς να διαφοροποιηθούν από τις αρχικές ερμηνείες.

Η  πρόκληση με άλλα λόγια τόσο για τον σκηνοθέτη όσο και για τους ηθοποιούς να μην πέσουν στην παγίδα της σύγκρισης με κάτι τόσο πολύ επιτυχημένο και ζωντανό στη μνήμη του πολύ κόσμου είναι μεγάλη.  Η εικόνα έχει τεράστια δύναμη και στην προκειμένη περίπτωση, αυτό σε συνδυασμό με τις ερμηνείες των σταρ της χρυσής εποχής του ελληνικού κινηματογράφου θα μπορούσε κάλλιστα να οδηγήσει σε καλλιτεχνικό βατερλώ (sic).

Ευτυχώς, το εγχείρημα στέφθηκε με επιτυχία. Ο Ρήγος επιδίωξε να μείνει πιο πολύ στο σκληρό κομμάτι παρά στο γνώριμο κινηματογραφικό. Διασκεύασε το αρχικό κείμενο δίνοντας του έναν αέρα φρεσκάδας και θέλησε να το κινήσει χορευτικά αφού πρώτα απ’ όλα ο ίδιος είναι χορογράφος κι έτσι βαδίζει σε γνώριμα μονοπάτια. Η έναρξη γίνεται σαν να βρισκόμαστε σε show μ’ ένα εντυπωσιακό χορευτικό, ενώ κατά τη διάρκεια της παράστασης χρησιμοποιείται πολύ το pole dancing.

Μ’ αυτά τα στοιχεία επιχειρείται και η σύνδεση με το σήμερα, αφού μπορεί η Τρούμπα ν’ αποτελεί πλέον μακρινό παρελθόν, αλλά η πορνεία εξακολουθεί και μάλιστα με διάφορες μορφές. Πολλά νυχτερινά κέντρα διασκέδασης (strip shows, clubs) είναι απλώς η βιτρίνα για να προωθηθούν αλλοδαπά στην πλειονότητα τους κορίτσια που μετά τον χορό εκδίδονται, στους δρόμους πέριξ του κέντρου της Αθήνας η ανθρώπινη σάρκα προσφέρεται σχεδόν όλες τις ώρες και για όλα τα γούστα, ενώ τα άλλοτε άθλια δίπατα σπιτάκια με το κόκκινο φωτάκι απέξω  στα ανήλιαγα στενά αυτοπροσδιορίζονται μέσω της φωτεινής επιγραφής studio και ο νοών νοείτω!

Καλή η ομάδα των ηθοποιών, με τη Μαρία Κίτσου και τη Θεοδώρα Τζήμου  να ξεχωρίζουν, την Κοκκίδου και τον Μπουγιούρη να καταφεύγουν στη γνώριμη και κουραστική πια μανιέρα τους, τη Δημητροπούλου ν’ ακροβατεί ανάμεσα σε κάτι καινούργιο και κάτι οικείο από πετυχημένη τηλεοπτική εμφάνιση, τον Ψαρρά  ωριμότερο δραματικά  από κάθε άλλη φορά που τον έχω δει, τον Αλεξίου καλό αλλά σαν να ήθελε κάτι ακόμα, την Πουλοπούλου εντελώς αδιάφορη και τη Μιχαήλ να θυμίζει πολύ κακέκτυπο της Χρονοπούλου ακόμα και εμφανισιακά.

Μου άρεσε το στήσιμο με τη δράση να μοιράζεται τόσο στη σκηνή, όσο και στην οθόνη προβολής (ιδίως για τις πιο ακατάλληλες σκηνές) καθώς και η χρήση κάμερας που έδινε έναν πολύ μοντέρνο τόνο.

 

«Κόκκινα φανάρια» του Αλέκου Γαλανού
ΘΕΑΤΡΟ REX – ΣΚΗΝΗ «ΜΑΡΙΚΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ»

 

Σκηνοθεσία – Σκηνικά – Χορογραφία: Κωνσταντίνος Ρήγος

Διασκευή – Δραματολογική επεξεργασία: Έρι Κύργια

Συνεργάτης Σκηνογράφος:  Μαίρη Τσαγκάρη

Κοστούμια:  Νατάσα Δημητρίου

Μουσική:  Δημοσθένης Γρίβας

Φωτισμοί:  Αλέκος Γιάνναρος

Βοηθός σκηνοθέτη:  Άγγελος Παναγόπουλος

Κάμερα:  Πάνος Βιττωράκης, Παναγιώτης Λυκοτραφίτης

Διανομή:

Καπετάν Νικόλας: Νίκος Αλεξίου

Πέτρος, Αστυνόμος, Πελάτης:  Κωνσταντίνος Ασπιώτης

Μυρσίνη: Ευγενία Δημητροπούλου

Ελένη, Μελαχρινή: Μαρία Κίτσου

Μαντάμ Παρή: Ελένη Κοκκίδου

Μαίρη, Κατινάκι: Κωνσταντίνα Μιχαήλ

Ντόρης: Παναγιώτης Μπουγιούρης

Άννα, Γυναίκα με τιγρέ: Άλκηστις Πουλοπούλου

Ισπανός, Πελάτης, Τσιράκι, Αργύρης, Αστυνομικός:  Φοίβος Ριμένας

Άγγελος, Αστυνομικός: Νικόλας Στραβοπόδης

Μαρίνα, Κοκκινομάλλα:  Θεοδώρα Τζήμου

Κατερίνα: Έλενα Τοπαλίδου

Πελάτης, Αμερικάνος, Λιβανέζος, Φωτίκα: Γιάννης Τσεμπερλίδης

Μιχαήλ, Αστυνομικός:  Νίκος Ψαρράς


Επισκεψιμότητα

  • 193,919 hits

Αρχείο