Archive Page 11

«Παραλλαγές Θανάτου» στο θέατρο Πορεία

parallages thanatou

Μια νεαρή γυναίκα αυτοκτονεί ξαφνικά βυθίζοντας σε απέραντη θλίψη τους γονείς της. Κανείς  απ’ τους δύο δεν μπορεί να κατανοήσει τους λόγους και τότε επιχειρείται μια αναδρομή στο παρελθόν, αναβιώνουν όλες εκείνες οι λεπτομέρειες που συνέθεσαν το παζλ της προσωπικότητας της νεαρής γυναίκας από την εμβρυική της ηλικία μέχρι το απροσδόκητο τέλος της.

Αυτό που κυριαρχεί στο έργο του Φόσσε και στοιχειώνει τόσο τον ίδιο αλλά και τους ήρωες του είναι ο φόβος της εγκατάλειψης που βιώνεται με δύο τρόπους, απ’ την πλευρά του παιδιού και απ’ την πλευρά των συντρόφων. Ο  Φόσσε συνθέτει έναν λευκό, άγραφο χώρο στο παγωμένο τοπίο της Νορβηγίας για ν’ αφηγηθεί την ιστορία του. Δεν αναλώνεται σε περιττές λέξεις, σκέψεις ή πράξεις. Οι ήρωες του δεν αναζητούν τις αιτίες ρίχνοντας ευθύνες ο ένας στον άλλο. Καταδύονται στο παρελθόν περισσότερο από μια βαθειά εσωτερική ανάγκη να καταλάβουν τον εαυτό τους κι έτσι τον βρίσκουν ξανά  σε νεώτερη ηλικία και με την εμπειρία του παρόντος επαναλαμβάνουν πνευματικά, ψυχικά και συναισθηματικά το ταξίδι. Η μητέρα θα βιώσει για μια ακόμη φορά το συναίσθημα της κυοφορίας, τις ωδίνες του τοκετού, το μεγάλωμα της μικρής της κόρης, την απόρριψη της ως γυναίκα, τον χωρισμό. Ο πατέρας θα ξαναζήσει την οικονομική ανασφάλεια, την αίσθηση του καθήκοντος,  την ενοχή, την κρίση ηλικίας, την αναζήτηση συντρόφου. Κι οι δυο τους θα βιώσουν παράλληλα τη σταδιακή ψυχική απομάκρυνση της μικρής απ’ την οικογενειακή εστία και τους ίδιους.

Οι «Παραλλαγές Θανάτου» είναι ένα έργο για τη ζωή σαν διάλειμμα ανάμεσα στην ανυπαρξία του πριν και του μετά.

Πόση ποίηση μπορεί να έχει ο θάνατος; Ο Γιάννης Χουβαρδάς σκηνοθετεί ακροπατώντας ανάμεσα στο γνωστό και το άγνωστο, το απτό και ορατό και το αόρατο, το συνειδητό και το ασυνείδητο.  Η ιδέα του παγοδρομίου υπήρξε εξαιρετική ως σύμβολο του κρύου, του παγωμένου και του άγραφου, άχρονου. Η στιγμή που το παγοπέδιλο αφήνει το ίχνος του στον πάγο είναι η μετάβαση ανάμεσα στους δύο κόσμους κι αυτή είναι η ποίηση του συγγραφέα που ευτυχώς εδώ συναντάται με την ποίηση του σκηνοθέτη σε μια στιγμή αληθινής δημιουργίας.

Ο Φόσσε παράγει τέχνη μέσα σε ελάχιστες λέξεις, τις απολύτως απαραίτητες. Άλλωστε πόσα λόγια θέλουν τα μυστήρια της ζωής για να ειπωθούν; Ο Χουβαρδάς παραλαμβάνει αυτόν τον έξυπνα ελλειπτικό λόγο και καθοδηγεί τους ηθοποιούς του να τον αρθρώσουν σαν μικρές ανάσες, σαν υπόκωφο ήχο ξεχασμένο στα βάθη της ύπαρξης, σαν κραυγή και θρήνο για την απώλεια που δεν ελέγχεται και δεν μπορεί να συμφιλιώσει τους ζωντανούς με το επέκεινα.

Πολύ καλή η ομάδα των ηθοποιών. Όλοι τους έπαιξαν έχοντας πλήρη έλεγχο των εκφραστικών τους μέσων και της λειτουργίας τους σαν μικρές μονάδες που υπηρετούν μια γενική  εικόνα με μια  πολύ συγκεκριμένη ιδέα. Η Άλκηστις Πουλοπούλου ήταν ίσως στην πιο δυνατή θεατρική της στιγμή μέχρι σήμερα. Η Φωτοπούλου είναι ηθοποιός μεγάλης στόφας. Συγκεντρωμένος και πιο εσωτερικός από ποτέ ο Καραθάνος, με βαθειά εσωτερικότητα η Πρωτόπαππα- η ίδια της η κίνηση κι οι σιωπές της είναι εξαιρετικά ποιητικές-  με υποκριτικό βάθος οι Περλέγκας και Λούλης.

Λειτουργικό κι ευφάνταστο το σκηνικό της Μάρως Μιχαλάκου κι εξαιρετικά τα κοστούμια της Τσάμη κι ο φωτισμός του Γιάνναρου.

«Παραλλαγές θανάτου»

Θέατρο Πορεία

Μετάφραση: Έρι Κύργια

Σκηνοθεσία: Γιάννης Χουβαρδάς

Σκηνική Εγκατάσταση: Μάρω Μιχαλακάκου

Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη

Φωτισμοί: Αλέκος Γιάνναρος

Video: Πάτροκλος Σκαφίδας

Βοηθός σκηνοθέτη: Νατάσα Τριανταφύλλη

Φωτογραφίες:  Πάτροκλος Σκαφίδας

Παίζουν οι ηθοποιοί: Νίκος Καραθάνος, Χρήστος Λούλης, Γιάννος Περλέγκας,  Άλκηστις Πουλοπούλου, Μαρία Πρωτόπαππα, Λυδία Φωτοπούλου.

«ΕΥΡΥΔΙΚΗ» στο θέατρο Πορεία

Euridice1

Η  Ευρυδίκη στην εκδοχή της Σάρα Ρουλ είναι μια σκοτεινή ηρωίδα που κατέρχεται στον Άδη σπρωγμένη από μια βαθύτερη εσωτερική ανάγκη να επιστρέψει στις ρίζες της οικογενειακής ασφάλειας κι αγάπης.

Η  Ευρυδίκη ταλαντεύεται ανάμεσα στην αγάπη για τον πατέρα της και την αγάπη για τον άνδρα της Ορφέα. Με όρους ψυχανάλυσης  θα λέγαμε συνεπώς ότι ο πρώτος αντιπροσωπεύει το οικείο, ενώ ο δεύτερος το άγνωστο κι έτσι τη συγγραφέα  δεν την απασχολεί μόνο ο  συνήθης απογαλακτισμός του παιδιού απ’ το γονιό, αλλά πάει κι ένα βήμα παραπέρα. Είναι αυτή η νέα ζωή που αποτελεί πρόκληση για την Ευρυδίκη. Θα αφεθεί στη γοητεία μιας ερωτικής σχέσης όπου τίποτα δεν είναι δεδομένο ή θα προτιμήσει την ασφάλεια της ανιδιοτελούς αγάπης του γονιού; Προχωρώντας κι ένα βήμα παραπέρα η φιγούρα του πατέρα δεν επιλέγεται τυχαία αφού υποδηλώνει την αρχετυπική σχέση πατέρα – κόρης.

Η ανάγκη της συγγραφέως να επικεντρώσει τη δραματική πλοκή γύρω από την απόφαση της Ευρυδίκης ανάμεσα στον πατέρα και τον σύζυγο αποδυνάμωσε το δράμα. Δεν ασχολήθηκε παρά  ελάχιστα με την αγωνία του Ορφέα μετά τον θάνατο της αγαπημένης του κι ακόμα περισσότερο δεν κατανοήσαμε μέσα από ποιες διεργασίες  ο αφέντης του Κάτω Κόσμου συγκινήθηκε και δέχτηκε να επιστρέψει την Ευρυδίκη.

Η παράσταση υπερείχε του έργου. Ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα η οπτική του Τάρλοου που σκηνοθέτησε την «Ευρυδίκη» σαν καμπαρέ με μουσικές, τραγούδια και μια ατμόσφαιρα σκοτεινή κι απειλητική αλλά συγχρόνως και με πολύ υποδόριο χιούμορ. Όλο αυτό το underground θέαμα υποστηρίχθηκε εξαιρετικά από τη μουσική, τα τραγούδια, το εικαστικό κομμάτι, τη χρήση του φωτισμού και την πολύ καλή διανομή.

Η Κόρα Καρβούνη έχει έναν εντελώς προσωπικό υποκριτικό κώδικα. Θαρρείς και δεν υποδύεται ένα άλλο πρόσωπο, αλλά φέρεται και κινείται με τέτοια με φυσικότητα σαν να έχει διεισδύσει ολοκληρωτικά στον ρόλο. Υποδύθηκε την Ευρυδίκη μ’ ευαισθησία και κατάφερε ν’ αποδώσει όλες τις αποχρώσεις της ψυχικής της αγωνίας.

Ο Λαέρτης Μαλκότσης έχει καταπληκτική κίνηση και ρυθμό που στον ρόλο του Ορφέα λειτούργησαν απόλυτα αρμονικά.

Ο Κώστας Γάκης είχε χιούμορ και μυστήριο μαζί ενώ με την ερμηνεία του κατάφερε να ισορροπήσει επιτυχώς ανάμεσα στο δέος που λογικά προκαλεί η προσωποποίηση του  θανάτου  και στο γέλιο που δημιούργησε η καρικατούρα του.

Συγκινητική η ερμηνεία του Γιάννη Νταλιάνη στον ρόλο του πατέρα που έχει επιδοθεί σε μια αέναη αναζήτηση της κόρης του.

Καλοί ήταν και οι τρεις ηθοποιοί που υποδύθηκαν τις πέτρες σε μια αντιστοιχία με τον χορό της αρχαίας τραγωδίας- παρίστανται, ακούν αλλά δεν δρουν  και δεν επηρεάζουν τις εξελίξεις.

«ΕΥΡΥΔΙΚΗ» της Sarah Ruhl ή «Ένα μιούζικαλ στον Άδη»

Θέατρο Πορεία

Μετάφραση-Σκηνοθεσία: Δημήτρης Τάρλοου

Σκηνικά-Κουστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου

Μουσική: Κατερίνα Πολέμη

Επιμέλεια κίνησης: Ζωή Χατζηαντωνίου

Στίχοι πρωτότυπων τραγουδιών: Στρατής Πασχάλης

Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου

Video: Γιώργος Κουρμούζας

Promo Video 2013-2014: Βασια Αναγνωστοπούλου

Βοηθός σκηνοθέτη: Δήμητρα Κουτσοκώστα

Βοηθός σκηνογράφου: Τίνα Τζόκα

Φωτογραφίες: Βασια Αναγνωστοπούλου

Διανομή:

Ευρυδίκη: Κόρα Καρβούνη

Ο Πατέρας της: Γιάννης Νταλιάνης

Ορφέας: Λαέρτης Μαλκότσης

Ένας Απαίσιος Ενδιαφέρων Άντρας/Ο Άρχοντας του Κάτω Κόσμου: Κώστας Γάκης

Ένας Χορός από Πέτρες:

Μεγάλη Πέτρα: Νεφέλη Μαρκάκη

Μικρή Πέτρα: Νάνσυ Σιδέρη

Βροντώδης Πέτρα: Μιχάλης Αφολάνιο

«Φιλάργυρος» στο Εθνικό Θέατρο (Κεντρική Σκηνή)

Filargyros

Ο «Φιλάργυρος» είναι ήδη γνωστός στον ελληνικό χώρο απ’ το 1816 με την εκδοθείσα στη Βιέννη μετάφραση του «Εξηνταβελώνη» του Κων/νου Οικονόμου εξ Οικονόμων που άφησε εποχή με την εμπεριστατωμένη θεωρητική του εισαγωγή και τη χρήση διαλέκτων στην απόδοση της κωμωδίας στα καθ’ ημάς.  Τον  18ο εξάλλου αιώνα, τότε που το ελληνικό θέατρο ξεκινάει δειλά από τις παραδουνάβιες περιοχές κι εξυπηρετεί συγκεκριμένους σκοπούς, οι κωμωδίες χαρακτήρων μπορούσαν άνετα να διασκευαστούν και να προσαρμοστούν σε νέα δεδομένα.

Αν συνειδητοποιήσει κανείς πόσο μεγάλος υπήρξε ο Μολιέρος στη εποχή του, έναν αιώνα νωρίτερα δηλαδή και μάλιστα με την εύνοια του ίδιου του Λουδοβίκου του 14ου, αρκεί να δικαιολογήσει  αυτή τη δημοφιλία  που εξακολούθησε αμείωτη στους αιώνες. Για να κατανοήσει μάλιστα κανείς την απήχηση που είχαν  οι κωμωδίες του Μολιέρου στο κοινό της εποχής του αλλά και στο μεταγενέστερο, αξίζει ν’ αναφερθεί η ιδιαίτερη σχέση του Γάλλου κωμωδιογράφου με την ιταλική παράδοση, τόσο την comedia dell’ arte όσο και την comedia erudita( τη λόγια δηλαδή κωμωδία).

H συστέγαση του Μολιέρου με τους Ιταλούς στο Palais Royale, δημιούργησε έντονες αλληλεπιδράσεις. Ο Μολιέρος έχει δεχτεί πολλές επιρροές απ’ την μεγάλη παράδοση των Ιταλών. Έχει αντλήσει θέματα και δανειστεί κωμικούς τίτλους απ’ τους Ιταλούς κι εκείνοι με τη σειρά τους μιμήθηκαν έργα του προκειμένου να εκγαλλίσουν το ρεπερτόριο τους. Τα συγκεκριμένα πρόσωπα του γέρου τσιγκούνη ερωτύλου, της προξενήτρας, των νέων ερωτευμένων κοκ συναντούνται συχνά στον Μολιέρο και δεν μοιάζουν καθόλου ξένα ακόμη και στο ελληνικό κοινό αφού μέσα από ιδιαίτερες σχέσεις πνευματικών  ζυμώσεων τα έχουμε συναντήσει τόσο στην Κρητική κωμωδία όσο και στην Επτανησιακή.

Ας μην παρεξηγηθεί το θέατρο του Μολιέρου θεωρούμενο ως εύκολο θέατρο. Καταρχήν,  η ίδρυση της Comédie-Française στο Παρίσι  με την τεράστια θεατρική παράδοση που συνεχίζεται στις μέρες μας χρωστάει την ύπαρξη της στον ίδιο και κατά δεύτερον, η ίδια η κωμωδία αν παιχτεί σοβαρά διεκδικεί μια ισάξια θέση πλάι σε δραματικότερα είδη θεάτρου.

Ο Αρπαγκόν, ο φιλάργυρος δηλαδή του τίτλου, είναι ένα κατά βάθος τραγικό πρόσωπο.  Έχει απομονωθεί λόγω της τσιγκουνιάς και του κακότροπου χαρακτήρα του απ’ την οικογένεια, τους φίλους και τον κοινωνικό του περίγυρο και το μόνο πράγμα που μονοπωλεί το ενδιαφέρον του είναι η συσσώρευση και διατήρηση του πλούτου του.

Η παράσταση του «Φιλάργυρου» όπως μεταφράστηκε και διασκευάστηκε για το Εθνικό θέατρο δεν ήταν τίποτε άλλο παρά κακέκτυπο μολιερικού έργου. Δεν είχε κανένα δραματικό υπόβαθρο και δεν έβγαλε καμιά πτυχή του χαρακτήρα του Αρπαγκόν πέραν του προφανούς κι εύκολου γέλιου για μαζική κατανάλωση.

Διατηρώ τις επιφυλάξεις μου για το κατά πόσον αυτή  η μετάφραση  προήλθε κατευθείαν απ’ το γαλλικό κείμενο. Η διασκευή πάντως υπήρξε κάκιστη και δεν πρόβαλε καθόλου το μεγαλείο μιας γαλλικής κωμωδίας στην περίοδο της μεγάλης της ακμής. Απλώς διασκευάστηκε με τρόπο τέτοιο ώστε να εξυπηρετεί την παράσταση. Η προχειρότητα στο στήσιμο του έργου θύμιζε τηλεοπτικό σήριαλ. Με εξαίρεση τη μουσική του πολύ ταλαντούχου Κωστή Μαραβέγια , το όλο σύνολο στερείται έμπνευσης, τόσο από πλευράς συντελεστών, όσο και διανομής.

Ο Μπέζος είναι ένας ταλαντούχος ηθοποιός που θα μπορούσε ν’ απογειώσει την παράσταση αν ήθελε. Η εντύπωση μου ήταν ότι βαριόταν να παίξει και δυστυχώς αυτό ήταν εμφανές. Επειδή ξέρει τους κώδικες της κωμωδίας, έχει τον τρόπο να στείλει το αστείο στην πλατεία, ακόμη κι έτσι. Βέβαια, αξίζει να επισημανθεί ότι το μεγαλύτερο μέρος  του κοινού ήρθε να δει τον Μπέζο όπως τον έχει συνηθίσει απ’ τα τηλεοπτικά σήριαλ  κι αυτό υποδηλώνει αμέσως το πλαίσιο στο οποίο εξαρχής τοποθετήθηκε αυτή η παράσταση.

«Φιλάργυρος» του Μολιέρου

ΚΤΙΡΙΟ ΤΣΙΛΛΕΡ – ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΚΗΝΗ

Μετάφραση / Σκηνοθεσία: Γιάννης Μπέζος

Σκηνικά/ Κοστούμια: Γιώργος Πάτσας

Μουσική/ Τραγούδια: Κωστής Μαραβέγιας

Φωτισμοί: Χρήστος Τζιόγκας

Βοηθός σκηνοθέτη: Δάφνη Σταυροπούλου

Διανομή:

Βαλέριος: Κωνσταντίνος Γαβαλάς

Κλεάνθης: Παναγιώτης Κατσώλης

Σίμος: Κώστας Κοράκης

Φροσύνη: Δάφνη Λαμπρόγιαννη

Αρπαγκόν :Γιάννης Μπέζος

Ιάκωβος: Άγγελος Μπούρας

Μαριάννα: Κωνσταντίνα Νταντάμη

Κλωντ: Κίτυ Παϊταζόγλου

Λίζα: Ντένια Στασινοπούλου

Ανσέλμ: Γιάννης Στόλλας

Λαφλές: Μιχάλης Τιτόπουλος

Αστυνόμος: Γιωργής Τσουρής

«Βρικόλακες» στο Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας , Α’ σκηνή


Brikolakes

Το 1881 που γράφτηκαν οι «Βρικόλακες» είναι εποχή μεγάλων αλλαγών κυρίως στον τομέα της επιστήμης. Έχουν προηγηθεί στη βιολογία  τα πορίσματα του Χέκελ και του Δαρβίνου καθώς και οι νόμοι του Μέντελς περί κληρονομικότητας.

Δεν ξέρουμε αν ο Ίψεν εμπνεύστηκε απ’ αυτές τις αλλαγές ή αν αφορμή για τη συγγραφή του έργου ήταν ένα νόθο παιδί που πιθανολογείται ότι ο συγγραφέας απέκτησε στα 18 του από τη σχέση του με μια υπηρέτρια. Όποιο κι αν υπήρξε πάντως το υπόβαθρο  για τη συγγραφή του έργου, ο Ίψεν ξεδιπλώνει εδώ όλη τη δεξιοτεχνία και τη διεισδυτική ικανότητα του να μελετάει σε βάθος την ψυχή των ηρώων του.

Οι «Βρικόλακες» είναι  ένα συνταρακτικό κοινωνικό και ηθικό σχόλιο πάνω στο πώς μπορεί να καταστραφεί η ζωή ενός ανθρώπου εν αγνοία του. Στην αρχαία ελληνική τραγωδία, ο Οιδίποδας υπήρξε μέρος ενός θεϊκού σχεδίου. Οι αμαρτίες των προγόνων του προκαθόρισαν τη ζωή του. Στους «Βρικόλακες», ο Όσβαλντ κληρονομεί άνοια από τον συφιλιδικό πατέρα του. Οι αμαρτίες τόσο του άρρωστου γονιού του όσο και η προτεσταντική ηθική που ανάγκασε τη μητέρα του να παραμείνει σιωπηλή σε μια αρρωστημένη κατάσταση υποθηκεύοντας το μέλλον δύο παιδιών αλλά και το δικό της, προδιαγράφουν με επιστημονικό πια τρόπο( σ.σ νόμοι της κληρονομικότητας) την κατάληξη του. Η τραγική ειρωνεία στους Βρικόλακες είναι η αντίστοιχη του Οιδίποδα. Ο κεντρικός ήρωας πασχίζει με κάθε τρόπο να μάθει την αλήθεια ενώ ταυτόχρονα  το μόνο που αποζητά είναι το αυτονόητο δικαίωμα για μια ευτυχισμένη και ήρεμη ζωή.

Οι «Βρικόλακες» ανέβηκαν πρώτη φορά το 1887 απ’ τον Αντουάν στο Παρίσι. Ο Ότο Μπραμς τους ανέβασε έναν χρόνο αργότερα στο Βερολίνο. Στο Λονδίνο δημιούργησαν μεγάλο σκάνδαλο ενώ στη Νορβηγία προπηλακίστηκαν. Στην Αθήνα παίχτηκαν το 1894, γεγονός που δηλώνει πόσο στενά παρακολουθούσαν τα θεατρικά δρώμενα της Ευρώπης οι Έλληνες θεατράνθρωποι της εποχής.  Ο νεαρός τότε Γρηγόριος Ξενόπουλος ανέλαβε να τους συστήσει στο θεατρόφιλο κοινό της εποχής μ’ έναν πρόλογο που έχει μείνει ως σημείο αναφοράς στη θεατρική ιστορία του τόπου μας

Οι «Βρικόλακες» όπως και όλα τα κλασικά έργα της παγκόσμιας δραματουργίας χρειάζονται έναν αέρα ανανέωσης διαφορετικά δεν μπορούν να μιλήσουν στον σημερινό θεατή. Προβλήματα που απασχολούσαν τον άνθρωπο στα τέλη του 19ου αιώνα ακούγονται ίσως γραφικά αν όχι λυμένα σήμερα, οπότε αν ένα έργο δεν μπορεί να περάσει το μήνυμα λόγω χρονικής απόστασης, πρέπει να υπάρξει κάτι ελκυστικό στην παράσταση.

Ο Στάθης Λιβαθινός ξέρει αναμφίβολα να φτιάχνει ποιητικές εικόνες. Η έναρξη και το φινάλε της παράστασης, η είσοδος της Ρεγκίνε στη σκηνή, ο χορός της με τον Όσβαλντ, οι είσοδοι κι έξοδοι των ηθοποιών ήταν απ’ τα ατού της παράστασης. Κατά τα άλλα, είτε ο περιορισμένος και εξαιρετικά άβολος χώρος του θεάτρου, είτε η έλλειψη έμπνευσης σε μέρος της διανομής, δεν κατάφεραν ν’ απογειώσουν την παράσταση με αποτέλεσμα να δούμε μια πολύ προσεγμένη μεν δουλειά, πεπερασμένης αισθητικής δε .

Η Μπέττυ Αρβανίτη έπαιξε έναν απ’ τους σπουδαιότερους ρόλους της παγκόσμιας δραματουργίας εντελώς εξωτερικά. Η κυρία Άλβινγκ δεν είναι μια σημερινή  υπερπροστατευτική μητέρα με αδυναμία στον γιο της. Δυστυχώς, παρακολουθώντας την είχα αυτήν την εντύπωση. Πού πήγε όλος αυτός ο εσωτερικός σπαραγμός, η ενοχή, η καταπίεση της γυναίκας που τόσο αριστοτεχνικά αποκαλύπτει ο Ίψεν στη μεγάλη σκηνή ανάμεσα στην κυρία‘Αλβινγκ και τον πάστορα Μάντερς;

Αλλά κι ο Νίκος Χατζόπουλος  έχασε την ευκαιρία να δώσει  την υποκρισία της εκκλησίας όπως αυτή εκφράζεται μέσα από έναν λειτουργό της. Το παίξιμο του είχε κάποιες καλές στιγμές, αλλά σε γενικές γραμμές θα το χαρακτήριζα αμήχανο.

Ο Κώστας Βασαρδάνης έχει ένα παρουσιαστικό που βοηθάει στην ενσάρκωση ρόλων με ταραγμένο ψυχισμό και νόηση σαν του Όσβαλντ. Δεν είμαι σίγουρη ότι εσωτερικά είχε το ανάλογο βάθος

Ο Γιώργος Κέντρος ισορρόπησε με άνεση ανάμεσα στην κουτοπονηριά και τη χυδαιότητα που φέρει ο ρόλος του Έγκστραντ

Αναμφισβήτητα αυτή που κέρδισε τις εντυπώσεις ήταν η Ρεγκίνε της Μαρίας Κίτσου. Η Κίτσου είναι ηθοποιός που χτίζει μεθοδικά τον ρόλο της. Κατάφερε να δώσει βάθος στην ηρωίδα και να βγάλει όλη την τραγικότητα της όταν πια εκείνη αποκαλύπτει την αλήθεια.

Ένσταση έχω όμως ακόμη και στη μετάφραση του κατά τα άλλα καλού Γιώργου Δεπάστα. Πολλές φορές μέσα στο κείμενο είχε κανείς την αίσθηση του δύσχρηστου λόγου. Για παράδειγμα πόσο λειτουργική είναι νοηματικά η λέξη «άσωτος» στις μέρες μας για να περιγράψει κανείς τη συμπεριφορά του στρατηγού Άλβινγκ;

Αδιάφορα τα σκηνικά και τα κοστούμια της Ελένης Μανωλοπούλου, καλοί αλλά όχι ευφάνταστοι οι φωτισμοί του Αναστασίου.

Η μουσική της Χρονοπούλου υπογράμμιζε επαρκώς τη δραματική συγκίνηση και οδήγησε σ’ ένα έντονο φινάλε.

Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας , Α’ σκηνή

«Βρικόλακες» του Χένρικ Ιψεν

Μετάφραση: Γιώργος Δεπάστας.

Σκηνοθεσία: Στάθης Λιβαθινός.

Σκηνικά – Κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου.

Μουσική: Μαρίνα Χρονοπούλου.

Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου

 

Παίζουν: Μπέττυ Αρβανίτη, Γιώργος Κέντρος, Νίκος Χατζόπουλος, Μαρία Κίτσου, Κώστας Βασαρδάνης.

«Φλαντρώ» στο Εθνικό Θέατρο (Νέα Σκηνή- Νίκος Κούρκουλος)

 

fladro2

Μια νατουραλίστικη τραγωδία με εμφανείς καταβολές στη δημοτική παράδοση είναι η Φλαντρώ (σ.σ ετυμολογικά το όνομά της σημαίνει «εκείνη που αγαπάει τον άντρα») του Παντελή Χορν που γράφτηκε το 1925 και είχε χαρακτηριστεί απ’ τον συγγραφέα της ως «τραγωδία του πόθου». Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί ότι κατά το πρώτο του ανέβασμα απ’ τη Μαρίκα Κοτοπούλη θεωρήθηκε τολμηρό έργο και σκανδάλισε τα ήθη της εποχής.

Διαδραματίζεται σ’ ένα νησί του Αιγαίου. Χήρα με δυο κόρες- μία από κάθε γάμο- η αρχόντισσα Φλαντρώ κάνει τα πάντα προκειμένου να παντρέψει την πρωτότοκη με τον νεαρό καρδιοκατακτητή του νησιού. Στην πραγματικότητα βαθειά της επιθυμία είναι να φέρει τον νεαρό στο σπίτι προκειμένου να τον χαίρεται η ίδια μια που τον έχει ερωτευτεί Οι ενέργειες της έρχονται σε αντίθεση με τη δεύτερη κόρη της που είναι ερωτευμένη μαζί του ενώ η Φλαντρώ πεισμώνει όλο και πιο πολύ αφού η σχέση μ’ αυτή την κόρη είναι κυρίως ανταγωνιστική. Τυφλωμένη από το ανικανοποίητο πάθος της, όταν εκείνος την αρνείται, η Φλαντρώ επιφυλάσσει μια σκληρή τιμωρία στους δυο νεαρούς ερωτευμένους τις συνέπειες της οποίας θα υποστεί βέβαια κι η ίδια.

Η Λυδία Κονιόρδου κατάφερε να δώσει μια πνοή φρεσκάδας σ’ αυτό το παλιό έργο που για πολλά χρόνια είχε περιέλθει στην αφάνεια. Σοφά σκέφτηκε να δώσει βάρος στις ψυχολογικές προεκτάσεις και να ξεφύγει όσο το δυνατόν περισσότερο από στοιχεία που θα το καθιστούσαν ανοίκειο και παρωχημένο στο ευρύ κοινό.

Βασικός άξονας της σκηνοθεσίας της ήταν η ματαίωση της γυναικείου ερωτισμού με το πέρασμα του χρόνου. Προβάλλει τα στοιχεία της φιλαρέσκειας, της ερωτικής ανάγκης, της απειλής από μικρότερης ηλικίας γυναίκες.

Η Φλαντρώ είναι μια γυναίκα στερημένη από τον έρωτα για πολλά χρόνια κι αναγκασμένη να καταπιέζεται μέσα στην κλειστή κοινωνία του νησιού. Αυτό σε συνδυασμό ότι το αντικείμενο του πόθου της διεκδικείται από μια νεότερη και πιο ελκυστική γυναίκα την κάνει να φτάσει στα άκρα. Το στοιχείο της τραγωδίας είναι ότι αυτή η νεότερη γυναίκα δεν είναι άλλη απ’ την ίδια της την κόρη.

Εδώ ο Χορν επιχειρεί κάτι πρωτοποριακό για την ελληνική δραματουργία της εποχής του, την ψυχολογική προσέγγιση στην πλοκή του έργου. Σε μια βαθύτερη ανάλυση, η Φλαντρώ φεύγει απ’ τα όρια της ηθογραφίας και του νατουραλισμού και πραγματεύεται ζητήματα που απασχολούσαν την επιστήμη της ψυχανάλυσης στις αρχές του 20ου αιώνα. Η κρίση ηλικίας της γυναίκας καθώς μεγαλώνει, η συγκεκαλυμμένη αντιπαλότητα στη σχέση μάνας- κόρης με γνώμονα την ηλικία, η ερωτική ταυτότητα.

Κάτω λοιπόν απ’ αυτό το πρίσμα, η Κονιόρδου σοφά επέλεξε ν’ απομακρύνει τα πρόσωπα απ’ τα συναισθήματα τους αρχικά προσδίδοντας στην παράσταση έναν τελετουργικό χαρακτήρα που σαφώς μας παρέπεμπε σε κινησιολογία γιαπωνέζικου θεάτρου. Στο ίδιο μοτίβο κινήθηκαν τα εξαιρετικά κοστούμια που ήταν κάτι ανάμεσα σε παραδοσιακή φορεσιά και κιμονό, χωρίς να είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο.

Προχωρώντας βέβαια η παράσταση προς την κορύφωση της όλη η τελετουργία άρχισε να φθίνει κι οι χαρακτήρες πήραν πιο ξεκάθαρη μορφή. Έγιναν με άλλα λόγια πιο «ανθρώπινοι», «άρχισαν να πετούν το ένδυμα» φανερώνοντας τις αδυναμίες τους…

Η Κονιόρδου πήρε πάνω της όλο το βάρος της παράστασης έχοντας τη σκηνοθετική ευθύνη και κρατώντας τον βασικό ρόλο. Είχα την αίσθηση ότι «βρήκε» τον ρόλο περισσότερο προς την κορύφωση του έργου, όταν πια αποκαλύπτονται οι επιθυμίες της Φλαντρώς. Είχε νεύρο, πάθος και έλεγχο όλων των εκφραστικών της μέσων χωρίς ν’ αποφεύγει όμως κάποια σαρδάμ ( προϊόν πιθανώς κούρασης).

Συμπαθητική και ισορροπημένη η υπόλοιπη διανομή χωρίς ιδιαίτερα αξιοσημείωτες υποκριτικές στιγμές.

«Φλαντρώ» του Παντελή Χορν

Νέα Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος»

Σκηνοθεσία: Λυδία Κονιόρδου

Σκηνικά: Έλλη Παπαγεωργακοπούλου

Κοστούμια: Άγγελος Μέντης

Μουσική: Τάκης Φαραζής

Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου

Χορογραφία: Αποστολία Παπαδαμάκη

Επιμέλεια κίνησης: Μαριάννα Καβαλλιεράτου

Βοηθοί σκηνοθέτη: Ανδρονίκη Χριστάκη, Έλενα Μαρσίδου

Βοηθός σκηνογράφου: Ευαγγελία Θεριανού

Δραματολόγος παράστασης: Εύα Σαραγά

Διανομή:

Γαρουφαλιά: Μαρία Διακοπαναγιώτου

Λευτέρης Ζατούνης: Φαίδων Καστρής

Φλαντρώ: Λυδία Κονιόρδου

Χρύσω: Σεβίλλη Παντελίδου

Νότης Σερδάρης: Μιχάλης Σαράντης

Μυρτώ: Ελεάνα Στραβοδήμου

Μουσικοί επί σκηνής: Cihan Turkoglu(Σάζι,κρητική λύρα,ιδιόφωνα)

Γιώργος Διαμαντόπουλος: (Kaval,guzheng,yayli tanbur,ιδιόφωνα)

Σόλις Μπαρκής: (κρουστά, ιδιόφωνα)

Peer Gynt, no man’s land στο Θησείον

 

Peer Gynt, no man’s land

Ένα παλιό νορβηγικό λαϊκό παραμύθι είναι η βάση για τον «Πέερ Γκυντ» που γράφτηκε το 1867 κι ανήκει στα πρώιμα έργα του Ίψεν. Αξίζει να σημειωθεί ότι για τη συγγραφή του ο Ίψεν αγνόησε εσκεμμένα τους κανόνες του δράματος του 19ου αιώνα με συνέπεια να υπάρχει μια διαρκής μεταφορά στο χώρο και τον χρόνο, στη συνείδηση και το ασυνείδητο. Το έργο εμπλέκει το πραγματικό με το φανταστικό με τον κεντρικό ήρωα ν’ ακροβατεί  διαρκώς ανάμεσα στο παρελθόν και το παρελθόν, στις επιθυμίες και τον σκληρό ρεαλισμό της ζωής, σ’ αυτούς που αγαπάει και στους άλλους με τους οποίους αναγκάζεται να συναναστραφεί. Όλα αυτά καθιστούν το έργο δύσκολο στο ανέβασμα του, γι’ αυτό και η ευτυχής συγκυρία να υπάρχουν φέτος δύο παραστάσεις του «Πέερ Γκυντ» ( ανεβαίνει κι απ’ το Κρατικό θέατρο Βορείου Ελλάδας) είναι εξαιρετικά σπάνια.

Πρόκειται ουσιαστικά για έπος  που αφορά στη διαδικασία μύησης ενός ανθρώπου στη ζωή. Παρακολουθούμε τον Πέερ Γκυντ απ’ τα πρώτα νεανικά του χρόνια μέχρι τα βαθειά του γεράματα. Δεν πρόκειται απλώς για τη χρονική διαδρομή του ήρωα αλλά κυρίως για την πνευματική και ψυχική του διαδικασία προς την ωρίμανση.

Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα παραπάνω, θα είχε καταρχήν ενδιαφέρον το εγχείρημα συρρίκνωσης ενός τεράστιου έργου σε παράσταση μιάμισης ώρας και τόσων προσώπων σε τρεις μόνο ηθοποιούς που θα καλούνταν να ενσαρκώσουν όλους τους ρόλους υπό την προϋπόθεση να μην χαθεί η ποιητικότητα του κειμένου.

Δυστυχώς, η παράσταση ήταν απογοητευτική αφού το αποτέλεσμα θύμιζε κακό ερασιτεχνικό θέατρο. Οι ηθοποιοί δεν ακούγονταν (σ.σ αξίζει να σημειωθεί ότι είναι μικρή η αίθουσα του θεάτρου κι έπαιζαν δίπλα μας σχεδόν…), είχαν κακή εκφορά λόγου και καμιά συναισθηματική απόχρωση που να τους διαφοροποιεί κατά τη μετάβαση από τον έναν ρόλο στον άλλο ή που να υποδηλώνει χρονική μετατόπιση.

Η από κοινού ευθύνη της σκηνοθεσίας είναι ένα ακόμα αρνητικό στοιχείο της παράστασης. Πώς είναι δυνατόν να σταθεί έστω ένας απ’ τους συμμετέχοντες λίγο πιο μακριά και να πάρει την ευθύνη της παράστασης, να διορθώσει λάθη κι αδυναμίες, να προβάλει τυχόν προτερήματα, να δώσει σάρκα και οστά στο κείμενο δημιουργώντας την κατάλληλη ατμόσφαιρα για τους θεατές… Όταν παίζουν τρεις και σκηνοθετούν κι οι τρεις είναι στην πραγματικότητα σαν να σκηνοθετεί ο καθένας τον εαυτό του κι αυτό από μόνο του δεν συνιστά σοβαρή παράσταση

Βρήκα συμπαθητικά τα κοστούμια και το σκηνικό αλλά η όλη παράσταση θέλει δουλειά από την αρχή για να μπορεί να σταθεί σκηνικά με αξιοπρέπεια. Χρειάζεται μια ολοκληρωμένη πρόταση που να μπορεί να δικαιώσει το έργο  έστω και στη μορφή μιας σκηνικής σύνθεσης όπως αυτή που αποπειράθηκε η ομάδα ν’ ανεβάσει χωρίς δυστυχώς ουσιαστική προετοιμασία.

Peer Gynt, no man’s land

Σκηνική Σύνθεση της ομάδας  The 3d person theatre group

Μετάφραση: Κωνσταντίνος Χατζόπουλος

Σκηνοθεσία: Αντιγόνη Φρυδά, Ελένη Ζαραφίδου, Βαλάντης Φράγκος

Σκηνικά: Γιάννης Θεοδωράκης

Κοστούμια: Βασιλική Σύρμα

Κίνηση: Αγγελική Στελλάτου

Μουσική: Γιάννης Σαββίδης

Φωτισμοί: Κατερίνα Παπαδάκου

Ερμηνεύουν: Αντιγόνη Φρυδά, Ελένη Ζαραφίδου, Βαλάντης Φράγκος

«Περιποιητής φυτών» στο Εθνικό Θέατρο (Νέα Σκηνή- Νίκος Κούρκουλος)

Peripoiitis fytwn

Οι ήρωες του Μάτεσι μοιάζουν με πιόνια σ’ ένα υπαρξιακό σκάκι. Πρέπει να κάνουν στρατηγικές κινήσεις και δυσκολεύονται γι’ αυτό και μένουν στάσιμοι στα ίδια τετράγωνα με τον αδικαιολόγητο φόβο μιας υποβόσκουσας απειλής. Μέχρι τη στιγμή που θα βρεθεί αυτός που θα τους δώσει την αφορμή να κάνουν την υπέρβαση και θ’ αποφασίσουν τα βήματα προς  την ηρωική έξοδο…

Είναι εντυπωσιακός  ο τρόπος με τον οποίο ο Μάτεσις  συνθέτει αυτή την αλληγορία. Μοιάζει σαν να χτίζει μια αστυνομική ιστορία με πολλά σκοτεινά σημεία που ξεδιαλύνονται προοδευτικά. Στην πραγματικότητα επιχειρεί μια καταβύθιση στην ανθρώπινη ψυχή κι αυτό από μόνο του είναι αρκετά περίπλοκο. Ο θεατρικός του λόγος δεν είναι ο συμβατικός και συνηθισμένος. Για να φτάσει όμως κανείς σε τέτοια σημεία πρέπει να είναι άριστος τεχνίτης της γλώσσας κι ο Μάτεσις υπήρξε ξεκάθαρα αυτή η περίπτωση.

Δεν θα ήταν άστοχο εδώ να αναφέρει κανείς την εκλεκτική συγγένεια με το θεατρικό σύμπαν του Πίντερ που τόσο εξαίσια είχε μεταφράσει ο Μάτεσις στο παρελθόν χωρίς μάλιστα να χάνεται τίποτα απ’ το ύφος του συγγραφέα στη μετάφραση. Βλέποντας εξάλλου τον «Περιποιητή φυτών» ( δυστυχώς δεν τον έχω διαβάσει ακόμα), μπορεί άνετα να παραλληλίσει τους δύο κόσμους (σ.σ  του Πίντερ και του Μάτεσι). Ο Μάτεσις δεν αντιγράφει βέβαια τον Πίντερ αλλά νιώθει πολύ οικεία σ’ αυτό το «κλειστό» και γεμάτο υπαινιγμούς  περιβάλλον.

Δυο άνδρες ζουν απομονωμένοι απ’ τον υπόλοιπο κόσμο ελπίζοντας κάποια στιγμή ν’ ανεβάσουν μια θεατρική παράσταση που θ’ αποκαλύψει στο κοινό το εξαιρετικό τους ταλέντο. Προοδευτικά πληροφορούμαστε όμως ότι στην πραγματικότητα έχουν αυτοπαγιδευθεί σε μια ιδιότυπη απομόνωση λόγω  του φόβου τους ν’ αντιμετωπίσουν τελικά την ίδια τη ζωή.  Η μόνη τους επικοινωνία με τον έξω κόσμο είναι ένας νεαρός άνδρας που ζει κάπου εκεί κοντά και τους συστήνεται ως περιποιητής φυτών.Η αποκάλυψη της πραγματικής ιδιότητας του άνδρα θα τους σοκάρει τόσο που θα μετατοπίσει το κέντρο βάρους της κοσμοθεωρίας τους.

Θα μπορούσε κανείς να γράψει πολλά για τον θεατρικό λόγο του Μάτεσι. Οι λέξεις είναι προσεκτικά διαλεγμένες, υπάρχει ρυθμός, ποίηση, ακρίβεια, σαρκασμός, συγκίνηση… όλα σε σωστή δοσολογία.

Ο Έκτορας Λυγίζος συνέλαβε απόλυτα το ύφος του συγγραφέα και σκηνοθέτησε μια παράσταση που κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή χωρίς καν να το εκβιάζει.  Είχε απόλυτη αίσθηση του ρυθμού και πολύτιμους αρωγούς σε όλο το εγχείρημα τόσο τους υπόλοιπους συντελεστές όσο και τους τρεις ηθοποιούς.

Βρήκα ευφυές το σκηνικό της Κλειούς Μπομπότη, μια σύνθεση δαπέδων με πολλαπλές αναγνώσεις.

Πολύ ώριμος συναισθηματικά  παρά το νεαρό της ηλικίας του ο Μιχάλης Κίμωνας. Είχε βάθος, εσωτερική πειθαρχία και απόλυτη αίσθηση των εκφραστικών του στοιχείων.

Πολύ καλή η προσπάθεια και των άλλων δύο πιο έμπειρων ηθοποιών, του Παπανικολάου και του Συμεωνίδη

ΚΤΙΡΙΟ ΤΣΙΛΛΕΡ – ΣΚΗΝΗ «ΝΙΚΟΣ ΚΟΥΡΚΟΥΛΟΣ»

«Περιποιητής φυτών»  του Παύλου Μάτεσι

Σκηνοθεσία: Έκτορας Λυγίζος

Σκηνικά – Κοστούμια: Κλειώ Μπομπότη

Φωτισμοί: Δημήτρης Κασιμάτης

Μακιγιάζ: Ιωάννα Λυγίζου

Βοηθός σκηνοθέτη: Εύα Βλασσοπούλου

Διανομή:

Περιποιητής φυτών: Μιχάλης Κίμωνας

Κωνστάντιος: Δημήτρης Παπανικολάου

Φρίξος:  Γιώργος Συμεωνίδης


Επισκεψιμότητα

  • 196,098 hits

Αρχείο