Archive Page 2

«Παραμύθια με την Ξένια» στο Θέατρο Πόρτα

img_5367 img_5368

img_5366

Το παιδικό θέατρο στην Ελλάδα είναι απόλυτα συνυφασμένο με την Ξένια Καλογεροπούλου. Αυτή το ανακάλυψε (sic) κι εργάστηκε με αφοσίωση κι απόλυτο επαγγελματισμό καταφέρνοντας να μαγέψει γενιές παιδιών και προσφέροντας τους καλό, ποιοτικό θέατρο κι όχι πρόχειρες παραστάσεις που με μερικά χοντροκομμένα αστεία και λίγες γκριμάτσες βαφτίζονταν δήθεν ως κατάλληλες για παιδιά.

Το παιδικό κοινό είναι αυστηρό με την έννοια του ότι δεν γνωρίζει από κοινωνικές συμβάσεις. Το παιδί δεν θα πει ψέμματα για το αν του άρεσε ή όχι μια παράσταση. Για την ακρίβεια δεν θα χρειαστεί καν να το πει, θα το δείξει. Όταν έχεις από κάτω ένα τσούρμο πιτσιρίκια που τρώνε πατατάκια, μιλάνε μεταξύ τους και δεν προσέχουν είναι δείγμα αποτυχημένης παράστασης. Εννέα στις δέκα φορές δεν πρέπει να ψέγει κάποιος τα παιδιά γιατί δεν κάθονται ήσυχα αλλά να προβληματιστεί για το αν αυτό που τους παρουσιάζεται διαθέτει ποιότητα ή όχι.

Μ’ εξαιρέσεις υπερκινητικών ή πολύ φοβισμένων παιδιών, ο μέσος όρος όταν είναι στην κατάλληλη ηλικία μπορεί να παρακολουθήσει κανονικά μια παράσταση μελετημένη γι’ αυτά.

Όταν το 2010 η Καλογεροπούλου ετοίμασε κι έπαιξε στο Έλα, έλα, άλλαξε τα ηλικιακά όρια των μικρών θεατών αφού η παράσταση ήταν ειδικά φτιαγμένη για παιδιά με μικρότερο όριο ηλικίας τα 3 χρόνια. Από τότε ως σήμερα, ετοίμασε με ειδικά καταρτισμένους συνεργάτες παραστάσεις ακόμα και  για μωρά βασισμένες σε ήχους ή απλές κινήσεις, ίδρυσε ένα εκπληκτικό θεατρικό εργαστήρι που εκτός απ’ τα παιδικά προγράμματα για θεατρικό παιχνίδι και δημιουργική απασχόληση πραγματοποιεί και master classes για εκπαιδευτικούς ή παιδαγωγούς, γράφει ανελλιπώς παραμύθια κι εμπνέει έναν κύκλο ανθρώπων που δουλεύουν μαζί της με σκοπό τη θεατρική μόρφωση των παιδιών. Η Καλογεροπούλου κάνει αυτό που θα μπορούσε και θα’ πρεπε να κάνει ένα κράτος που κατά τ΄άλλα επαίρεται για τα φώτα του πολιτισμού… Η Καλογεροπούλου δημιουργεί θεατρική παιδεία για τα παιδιά και τους γονείς τους ξεκινώντας απ’ την ηλικία μηδέν.

Η μελέτη άλλωστε γύρω απ’ την καταλληλότητα και αρτιότητα μιας  παράστασης υπήρξε και παραμένει το στοιχείο που διαχρονικά διαφοροποιεί το θέατρο της Καλογεροπούλου απ’ τα άλλα. Ο Οδυσσεβάχ, η Ελίζα, η «Πεντάμορφη και το τέρας, το Σκλαβί, αλλά και οι παλαιότερες Μορμόλης και Πινόκιο είναι μερικές απ’ τις  μυθικές παραστάσεις που  εδώ και 45 χρόνια μεγάλωσαν ένα σωρό παιδιά. Αυτά τα ίδια παιδιά που σήμερα φέρνουν και τα δικά τους στο θέατρο, έχοντας την τύχη να μπορούν ν’ ακούσουν ένα παραμύθι απ’ τα χείλη της Ξένιας Καλογεροπούλου κι έτσι να έρθουν σ’ επαφή με την αξία της προφορικής παράδοσης. Για 3η χρονιά φέτος, το πρώτο Σάββατο κάθε μήνα, παραμύθια απ’ όλον τον κόσμο ζωντανεύουν μπροστά στους μικρούς θεατές και ξαναζούν μέσα απ’ αυτούς.

Στην ηλεκτρονική μας εποχή, ένα παιδί όλο και δυσκολότερα συναντιέται με τον γραπτό λόγο αφού η εικόνα έχει τα πρωτεία. Η γιαγιά που λέει ιστορίες στα παιδιά γύρω της, πιθανότατα να έχει στοιχειώσει τις μνήμες όσων τη θυμούνται ως εικόνα του παλιού αναγνωστικού. Στην πραγματικότητα, πάνε χρόνια που δεν υπάρχει πια. Κι όμως, η προφορική αφήγηση  έχει τεράστια αξία γιατί κάνει το παιδί να φαντάζεται, να συγκεντρώνεται, να συμμετέχει κι έτσι να μην μένει ως παθητικός δέκτης μπροστά σε μια οθόνη. Χάρη στην προφορική παράδοση, έχουμε σήμερα τα Ομηρικά έπη, τα παραδοσιακά παραμύθια όχι μόνο του τόπου μας αλλά και διεθνώς, τα δημοτικά τραγούδια κα. Άνθρωποι που δεν μπόρεσαν να μάθουν γράμματα σε παλαιότερες εποχές κατάφεραν να έρθουν σ’ επαφή με αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας και δραματουργίας μέσω της προφορικής παράδοσης. Συγκινητική είναι η αναφορά για μια γριούλα στην Κρήτη της δεκαετίας του ’60. Στη διάρκεια μιας παράστασης του Ερωτόκριτου, κάποιοι την παρατήρησαν ν’ απαγγέλει παράλληλα με τους ηθοποιούς. Ήξερε τόσους στίχους απέξω!

Ακόμα κι όταν όλα θα έχουν αντικατασταθεί από ρομπότ κι αυτό είναι κάτι που δεν αργεί πολύ, έχω την πεποίθηση – πιθανόν και την ελπίδα- ότι η τέχνη με την μορφή της ζωντανής παράστασης δεν θα μπορέσει ν’ αναπληρωθεί επαρκώς. Κι η αφήγηση ενός παραμυθιού είναι μια κανονική παράσταση που απαιτεί συνεχή διαδραστικότητα ανάμεσα σ’ έναν προικισμένο αφηγητή και σ’ ένα «ανοιχτό» κοινό.

 

«Ο Εξηνταβελόνης» στο Εθνικό θεάτρο

eksidavelonis

«Ο Εξηνταβελόνης» του Κωνσταντίνου Οικονόμου αποτελεί ενδιαφέρουσα περίπτωση της επίδρασης της γαλλικής δραματουργίας στο νεοελληνικό θέατρο και ειδικότερα της πρόσληψης του Μολιέρου στο ρεπερτόριο των ελληνικών θιάσων τόσο προεπαναστατικά όσο και μετέπειτα. Ήδη απ’ το 17ο αιώνα, ο Μολιέρος είχε γίνει γνωστός στην ελληνόφωνη Ανατολή με παραστάσεις που πραγματοποιήθηκαν στη γαλλική πρεσβεία της Κωνσταντινούπολης. Τον 18ο παρατηρούμε και δάνεια ονομάτων απ’ τις μολιερικές κωμωδίες σε έργα της εποχής όπως Σκαπίνος, Σγαναρέλος κά. Αυτό αποδίδεται πιθανότατα στην αλληλεπίδραση του Μολιέρου με την comedie italienne στο Palais Royal. Μετά την εκδίωξη τους απ’ το Παρίσι το 1696, οι Ιταλοί μετέφεραν τμήματα του ρεπερτορίου του Μολιέρου στην Comedia del arte κι αναπόφευκτα αυτό πέρασε απ’ τα Επτάνησα στους κύκλoυς των Φαναριωτών αφού οι πρώτες μεταφράσεις των κωμωδιών έγιναν απ’ τα ιταλικά. Έτσι όλο τον 17ο αιώνα παίζονται στην Κωνσταντινούπολη τέτοιες κωμωδίες και τον 18ο ήταν γνωστό σχεδόν το σύνολο του Μολιερικού έργου στους κύκλους των Φαναριωτών αλλά και των ελληνικών παροικιών της Ευρώπης.

Αν αναλογιστεί κανείς ότι ο Μολιέρος οφείλει τη διάδοση του στην Ευρώπη στους εγκυκλοπαιδιστές κι ότι ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός ξεκινάει περίπου το 1759, θα συνειδητοποιήσει την ιδιαίτερη αξία της πρόσληψης των μολιερικών κωμωδιών (κωμωδίες χαρακτήρων ως επί το πλείστον ) με στόχο την αναγέννηση της παιδείας πρωτίστως και στη συνέχεια και του έθνους κατά την αντίληψη του Κοραή. Η συμβολή της κωμωδίας και του παιδευτικού ρόλου της μπορεί να εξηγηθεί λόγω της αμεσότερης κι αβίαστης επιρροής της στην κοινωνικοποίηση του ατόμου και τη διόρθωση ελαττωμάτων και συμπεριφορών.

Όσον αφορά στον τύπο του φιλάργυρου, η επίδραση του Harpagon ως δραματικού προσώπου θα κυριαρχήσει το 19° αιώνα στην ελληνική δραματουργία, λόγω της ευρείας πρόσληψης του «Φιλάργυρου» του Μολιέρου, μέσω των μεταφράσεων κι ιδιαίτερα μέσω της επιτυχούς διασκευής του Κωνσταντίνου Οικονόμου και της  σκη­νικής επιτυχίας που γνώρισε το έργο. Ελληνικές εκδοχές του δραματικού αυτού προσώπου, πέραν του Εξηνταβελώνη, αποτελούν ο Σέλημος στο «Φι­λάργυρο» (1823-1824) της Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου, ο Σινάνης στην ομώνυμη κω­μωδία «Σινάνης» Αθήνα 1838 και 1864 και Ερμούπολη 1875) του Δημήτριου Βυζάντιου, και ο Μαργαρίτης στην ομώνυμη κωμωδία («Μαργαρήτης», πλούσιος φιλάργυρος και γέρων ερα­στής, Κων/πολη 1839) του Βυζαντίου.[1]

Ο Κωνσταντίνος Οικονόμου υπήρξε ένας μορφωμένος άνθρωπος που γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλία, έμαθε γράμματα απ’ τον  λόγιο πατέρα του, διδάχτηκε ελληνικά, λατινικά και γαλλικά και λόγω του εκκλησιαστικού του αξιώματος έζησε στην Σμύρνη, την Κωνσταντινούπολη  κι αργότερα στην Οδησσό. Μετέφρασε τον «Φιλάργυρο» του Μολιέρου το 1816, ωστόσο η μεταγραφή αυτής της κωμωδίας στην πραγματικότητα, τα ήθη, τα έθιμα και τη γλώσσα της εποχής του, γρήγορα οδήγησε στην αυτονομία  της μετάφρασης δίνοντας της οντότητα σαν ένα ξεχωριστό έργο απ’ το πρωτότυπο.

Με γλώσσα την αρχαΐζουσα καθαρεύουσα της εποχής, στοιχεία επτανησιακού ιδιώματος και πρόσωπα όπου απαντώνται σε διάφορες κωμωδίες της εποχής όπως ο ερωτιάρης φιλάργυρος γέρος , ο πονηρός υπηρέτης Στροβίλης, η κεράτζα Σοφουλιώ ως καπάτσα προξενήτρα Σμυρνιά κατόρθωσε κι επέβαλλε ακόμη και το όνομα του κεντρικού ήρωα Εξηνταβελόνη ως το όνομα του έργου.

Η υπόθεση απλή και με κωμικά μοτίβα κοινά σε διάφορες κωμωδίες που προηγηθήκαν ή έπονται αυτής. Ο Εξηνταβελόνης ως η απόλυτη ενσάρκωση ενός αντιδιαφωτιστή είναι ένας φιλάργυρος γέρος που προτάσσει το προσωπικό του συμφέρον έναντι οποιασδήποτε άλλης ηθικής αξίας μη διστάζοντας να έρθει σε ρήξη ακόμα και με τα ίδια του τα παιδιά αφού ο η ευτυχία γι’ αυτόν περιορίζεται στην αύξηση του περιεχομένου της κασέλας του.

Η Λίλλυ Μελεμέ σκηνοθέτησε με πολύ κέφι με αποτέλεσμα να παραδώσει μια ευχάριστη παράσταση γεμάτη σπαρταριστές σκηνές αλλά και προβληματισμό γύρω απ’ τα ιδανικά που εκπροσωπεί ο κεντρικός ήρωας. Μοναδική ένσταση η μεγαλύτερη διάρκεια ειδικά στο δεύτερο μέρος. Ιδανικά, θα έπρεπε να είναι περισσότερο σφιχτό εκεί το έργο γιατί η χαλαρότητα είχε ως συνέπεια τη δυσανάλογη προς το υπόλοιπο έργο ταχύτητα της σκηνής της αναγνώρισης και του φινάλε και τη σύμπτυξη τους στα τελευταία πέντε λεπτά.

Αποκάλυψη η Υρώ Μανέ. Μπρίο, γρήγορη ατάκα, αμεσότητα και τσαχπινιά για μια ηθοποιό που κατάφερε κι έκλεψε την παράσταση. Σημαντική κι η παρουσία του Χρήστου Βαλαβανίδη που μ’ αυτόν το ρόλο επιστρέφει στην σκηνή μετά από πολύμηνη απουσία κατορθώνοντας να πλάσει ένα Εξηνταβελόνη με όλα τα τυπικά του γνωρίσματα.

Απολαυστικοί οι δευτερεύοντες χαρακτήρες του Στροβίλη, του Δημητράκη, του κυρ Σίμου, του γραμματικού και του Βαρδαλαμπούμπα, ενώ πιο αδύναμοι η Αμαλία Αρσένη κι ο Γιώργος Στάμος στους ρόλους των παιδιών του Εξηνταβελόνη. Απολύτως εξωτερική σε βαθμό που κάποτε κούραζε η Εύα Σιμάτου ως Χαρίκλεια.

Ευρηματικό το σκηνικό του κλειστού σπιτιού του Γιώργου Γαβαλά θύμιζε φρούριο που βάζει όρια ανάμεσα στην ιδιωτικότητα που διαφυλάσσει και προστατεύει ο Εξηνταβελόνης και την εχθρική του στάση προς τον έξω κόσμο. Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στη μουσική και τα πρωτότυπα τραγούδια της παράστασης.

Αν έχει κάποια ιδιαίτερη αξία η συγκεκριμένη επιλογή έργου σήμερα -πέρα από ειδικότερα λογοτεχνικά ή θεατρολογικά ενδιαφέροντα- είναι η θέσεις που πραγματεύεται σε μια εποχή που η αναγέννηση της παιδείας κι ο επαναπροσδιορισμός του ατομικού και συλλογικού ρόλου τίθενται πάλι στο επίκεντρο προβληματισμών και συζητήσεων.

«Ο Εξηνταβελόνης» του Κωνσταντίνου Οικονόμου εξ Οικονόμων

ΚΤΙΡΙΟ ΤΣΙΛΛΕΡ – ΣΚΗΝΗ «ΝΙΚΟΣ ΚΟΥΡΚΟΥΛΟΣ»

Σκηνοθεσία: Λίλλυ Μελεμέ

Σκηνικά: Γιώργος Γαβαλάς

Κοστούμια:Βασιλική Σύρμα

Κίνηση: Μόνικα Κολοκοτρώνη

Μουσική: Χαράλαμπος Γωγιός

Φωτισμοί: Μελίνα Μάσχα

Βοηθός σκηνοθέτη: Μαρίνα Τσουμπρή

Δραματολόγος παράστασης: Εύα Σαραγά

Διανομή:

Ζωήτζα (θυγάτηρ του Εξηνταβελόνη): Αμαλία Αρσένη

Δημητράκης (εραστής της Ζωήτζας): Αλέξανδρος Μαυρόπουλος

Κλεάνθης (υιός του Εξηνταβελόνη): Γιώργος Στάμος

Κυρ Γιάννης Στροβίλης (δούλος του Εξηνταβελόνη): Γιωργής Τσουρής

Εξηνταβελόνης (πατήρ του Κλεάνθους και της Ζωήτζας): Χρήστος Βαλαβανίδης

Κυρ Σίμος (μεσίτης), Αρχέλαος (αρχιγραμματεύς του Κοινού): Σπύρος Μπιμπίλας

Κεράτζα Σοφουλιώ (προξενήτρια): Υρώ Μανέ

Χαρίκλεια (μέλλουσα νύμφη Εξηνταβελόνη): Εύα Σιμάτου

Βαρδαλαμπούμπας (μέλλων γαμβρός Ζωήτζας): Κώστας Γαλανάκης

 

 

[1] Χρυσόθεμις Σταματοπούλου-Βασιλάκου: Τρεις ακόμα Φιλάργυροι στη δραματουργία της ελληνόφωνης Ανατολής τον 19ο αιώνα.

«Η επανένωση της Βόρειας με τη Νότια Κορέα» στο Θέατρο Τέχνης

les-deux-corees


Αν η ένωση της Βόρειας με τη Νότια Κορέα είναι ουτοπική, τότε οι ανθρώπινες σχέσεις είναι ακόμη πιο περίπλοκες. Σε μια προσπάθεια να δείξει ότι τελικά αυτά που μας χωρίζουν είναι πιο πολλά απ’ αυτά που μπορούν να μας ενώσουν –συχνά λόγω απροθυμίας για συνεννόηση-,  ο  Ζοέλ Πομερά καταθέτει αυτό το έξυπνο έργο γιατί θέλει να δείξει ότι πολλές φορές δεν αρκεί η καλή πρόθεση αλλά απαιτείται διαρκής προσπάθεια και παραμερισμός των εγωισμών εκατέρωθεν.

Η Βόρεια με τη Νότια Κορέα ήταν ενιαίο κράτος 100 χρόνια πριν, ωστόσο σήμερα φαίνεται ότι δεν έχουν πια κανένα σημείο επαφής πέρα απ’ την ανάμνηση της σχέσης τους… Μ’ αυτή την αναλογία, ο Πομερά προβάλλει μικρές ανθρώπινες ιστορίες στις οποίες η ανάμνηση αγαπημένων στιγμών θα μπορούσε να ξαναφέρει κοντά τα εμπλεκόμενα μέρη.

Το έργο του Πομερά έχει κάτι το απροσδιόριστα άχρονο επειδή αυτό που προτάσσεται δεν είναι κάποια συγκεκριμένη στιγμή στον χρόνο αλλά οι ανθρώπινες σχέσεις και η δουλειά που χρειάζεται για τη συντήρηση τους. Είδαμε μερικές μικρές ιστορίες να εκτυλίσσονται, άλλες πιο δραματικές κι άλλες πιο ανάλαφρες, όλες όμως με κοινό  χαρακτηριστικό το αδιέξοδο της αγάπης που δεν καταφέρνει να επανενώσει ποτέ πραγματικά τη Βόρεια με τη Νότια Κορέα (sic), της αγάπης που είναι αλληλένδετη με την απώλεια. Άλλοτε με μελαγχολία κι άλλοτε με σκληρότητα ή ακόμα και μεταφυσική διάθεση αλλά πάντα με χιούμορ, ο Πομερά θεωρεί ότι η αγάπη είναι μια επινόηση, ένα παιχνίδι του μυαλού που μας οδηγεί να κάνουμε πράγματα με απρόβλεπτες συνέπειες. Σ’ ένα δεύτερο επίπεδο βέβαια, δεν είναι δυνατόν ν΄αγνοήσει κανείς το πολιτικό σχόλιο που κάνει ο Πομερά απ’ τον τίτλο ήδη του έργου σε μια εποχή που συζητιούνται πια εκ νέου οι διεθνείς σχέσεις κι ανιχνεύονται οι αιτίες για τις καταστροφικές ή μη συνέπειες της παγκοσμιοποίησης….

Η παράσταση  του Μαστοράκη κατάφερε να εναρμονιστεί στις προθέσεις του συγγραφέα, ήταν εμπνευσμένη, με ρυθμό, εύστοχες εναλλαγές δραματικού και κωμικού και καλές ερμηνείες. Αισθητικά παρέπεμπε σε μια χορογραφία με διαλείμματα πρόζας κι αυτό έδωσε μια ανάλαφρη νότα στο σοβαρό και υπαρξιακό ερώτημα σχετικά με τη δύναμη της αγάπης.

«Η επανένωση της Βόρειας με τη Νότια Κορέα»

Θέατρο Τέχνης Κάρολος Κουν

Μετάφραση: Μαριάννα Κάλμπαρη

Σκηνοθεσία: Νίκος Μαστοράκης

Κοστούμια: Κλαιρ Μπρέισγουελ

Επιμέλεια Κίνησης: Βάλια Παπαχρήστου

Φωτισμοί: Στέλλα Κάλτσου

Βοηθός Σκηνοθέτη: Μαριλένα Μόσχου

Επιμέλεια σκηνικού: Αλέξανδρος Λαγόπουλος

Φωτογραφίες: Μυρτώ Αποστολίδου

Video Trailer: Μιχαήλ Μαυρομούστακος

Παίζουν (αλφαβητικά): Κλέων Γρηγοριάδης, Μαρία Καλλιμάνη, Κατερίνα Λυπηρίδου, Ιωάννα Μαυρέα, Δημήτρης Πασσάς, Κωνσταντίνα Τάκαλου, Χάρης Φραγκούλης Συμμετέχουν: Χριστίνα Παπατριανταφύλλου, Ανθή Σαββάκη

Με την υποστήριξη του Γαλλικού Ινστιτούτου Ελλάδας

«Δωδέκατη νύχτα» στο Εθνικό Θέατρο

dodekati-nyxta

Ο ανεκπλήρωτος έρωτας του δούκα Ορσίνο για την Ολίβια είναι η αφορμή γι’ αυτήν την  κωμωδία που παίζει με τις αλλαγές των ρόλων και που γράφτηκε το 1601.

Η νεαρή Βιόλα ναυαγεί με τον δίδυμο αδερφό της Σεμπάστιαν στις ακτές της Ιλλυρίας. Πιστεύοντας ότι ο Σεμπάστιαν είναι νεκρός προσλαμβάνεται στην υπηρεσία του δούκα  κι έτσι μεταμφιεσμένη σε αγόρι αναλαμβάνει να τον βοηθήσει να προσεγγίσει τη βαρυπενθούσα λαίδη Ολίβια με την οποία εκείνος είναι ερωτευμένος. Σύντομα όμως, η Βιόλα ερωτεύεται τον Δούκα κι η Ολίβια με τη σειρά της τη Βιόλα πιστεύοντας ότι αυτή είναι αγόρι. Μέσα σ’ αυτό το μπέρδεμα που έχει δημιουργηθεί και προτού οδηγηθούν τα πράγματα σε αδιέξοδο, εμφανίζεται ο Σεμπάστιαν κι έτσι δίνεται η λύση και το αναμενόμενο χάπυ εντ.

Η «Δωδέκατη νύχτα» είναι η νύχτα των Θεοφανείων, αυτή που κλείνει τον κύκλο της Χριστουγεννιάτικης εορταστικής  περιόδου. Είναι μια νύχτα διασκέδασης και μεταμφιέσεων, κάτι αντίστοιχο με την νύχτα του μεσοκαλόκαιρου που με τη σειρά της  ενέπνευσε το «Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας» στον άγγλο ποιητή.

Φαίνεται ότι ο Σαίξπηρ άντλησε αυτό το κομμάτι της πλοκής του έργου από την ιταλική κωμωδία «Οι απατημένοι» (Gl’Ingannati) που εκδόθηκε στα αγγλικά το 1537, αλλά και από μια ιστορία του Μπάρναμπυ Ριτς με τίτλο «Απολλώνιος και Σίλα» που εκδόθηκε το 1581. Πρόσθεσε ένα ζωηρό, χαριτωμένο αλλά και ενίοτε σκληρό περίγυρο με τον πνευματώδη γελωτοποιό Φέστε, τον μόνιμα μεθυσμένο συγγενή της Ολίβια, σερ Τόμπυ, τη σκανταλιάρα ακόλουθό της Μαρία, τον μειωμένης ευφυΐας υποψήφιο γαμπρό σερ Άντριου, και τον δυσάρεστα φιλόδοξο αρχιθαλαμηπόλο Μαλβόλιο, και έφτιαξε μια σπαρταριστή, πικρή κωμωδία για τον έρωτα που είναι «γεμάτος φαντασίας σχήματα, ώστε κι ο ίδιος είναι εντελώς φανταστικός».[1]

Το μοτίβο του ναυαγίου, των δίδυμων αδελφών και της επανένωσης  των ζωντανών με τους θεωρούμενους ως πεθαμένους ή χαμένους είναι δημοφιλές ήδη απ’ την εποχή της κομέντια ντελ άρτε. Το συναντάμε ακόμα και  στις κρητικές κωμωδίες αλλά και στον Γκολντόνι.

Μια τέτοια κωμωδία μ’ έντονα παιγνιδίσματα που δίνουν την αφορμή για μια σειρά από ευτράπελα είναι απορίας άξιο πως κατέληξε σ’ ένα αμήχανο δράμα στα χέρια του Δημήτρη Καραντζά. Ο Καραντζάς είναι νέος, ανερχόμενος και ταλαντούχος , επέλεξε όμως  να δει μια πλευρά που ο ποιητής δεν είχε κατά νου κι αυτό είχε σαν συνέπεια να βαρύνει το έργο. Φαίνεται ότι δεν συναισθάνθηκε το μέγεθος της ευθύνης του ν’ ασχοληθεί με τον Σαίξπηρ.  Η σκηνοθετική του γραμμή είχε οίηση ψάχνοντας να βρει στοιχεία που δεν υπάρχουν στο έργο με αποτέλεσμα να «ζορίσει» τον ρυθμό της παράστασης και να βαρύνει το ανάλαφρο κλίμα με ακατανόητο πραγματικά τρόπο. Μ’ έκπληξη και θυμό παρακολουθήσαμε τη «Δωδεκάτη Νύχτα» να μεταλλάσσεται σ’ ένα δράμα που θέτει ζητήματα υπαρξιακής φύσης, σεξουαλικής ταυτότητας, τραγικότητας λόγω του εγκλωβισμού σ’ ένα φύλο, δικαιώματος της επιλογής φύλου, κοινωνικής κατηγοριοποίησης κόκ…

Η «Δωδεκάτη Νύχτα» είναι μια γλυκόπρικρη κωμωδία αφού τον τόνο δίνει η διάχυτη μελαγχολία που προκαλεί ο χωρίς ανταπόκριση έρωτας του Δούκα προς την Ολίβια. Ωστόσο,  η ταυτότητα της δεν αναιρείται απ’ αυτό. Είναι δηλαδή μια κωμωδία που σύντομα ανασταίνεται (sic) με τονωτικές ενέσεις απ’ τα επιμέρους κωμικά επεισόδια, τα πρόσωπα και τις αναπάντεχες καταστάσεις. Πώς όλα αυτά κατέληξαν σ’ ένα δραματικό έργο μεγάλης χρονικής διάρκειας σε σημείο κουραστικό με γκροτέσκα και φτηνά σεξουαλικά αστεία και  χιλιοειπωμένα λογοπαίγνια που εύκολα συναντάει κανείς σε άλλου τύπου θεάματα κι ένα αμήχανο φινάλε μόνο ο Καραντζάς μπορεί να το απαντήσει.

Η μετάφραση του Χαντζόπουλου είχε ποιητικότητα κι αναφορές στην παλιά μετάφραση του Ρώτα κι ως εκ τούτου λυρισμό και ωραίο τέμπο.

Καλές ερμηνείες απ’ την Έμιλυ Κολιανδρή, την Εύα Σαουλίδου και τον εξαιρετικό Νίκο Χαντζόπουλο στον ρόλο του Μαλβόλιο. Υπερβολικές οι ερμηνείες των δευτερευόντων χαρακτήρων. Όλοι αυτοί οι τύποι θα έπρεπε να παραπέμπουν στους αντίστοιχους τύπους της κομέντια ντελ άρτε –όπου υπάρχει αναλογία-. Αντ’ αυτού, ο σκηνοθέτης τους έντυσε με φτερά και πούπουλα σαν να έπαιζαν σε drαg queen show…

Εντυπωσιακά τα σκηνικά και τα κοστούμια αλλά κατά την παλιά ρήση που ξέρουν οι άνθρωποι του χώρου, όποιος βγαίνοντας από μια παράσταση μιλάει πρωτίστως γι’ αυτά, σημαίνει ότι δεν ήταν καλή η παράσταση…

_____________

1 Μπάμπου Παγκουρέλη Χριστίνα, εισαγωγή και μετάφραση στη «Δωδεκάτη Νύχτα ή ό,τι θελήσετε» για την παράσταση του Θεάτρου του Νότου, 1993

«Δωδέκατη νύχτα»  του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ 

ΚΤΙΡΙΟ ΤΣΙΛΛΕΡ – ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΚΗΝΗ

Μετάφραση: Νίκος Χατζόπουλος

Σκηνοθεσία: Δημήτρης Καραντζάς

Σκηνικά: Κλειώ Μπομπότη

Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη

Κίνηση: Σταυρούλα Σιάμου

Μουσική: Δημήτρης Καμαρωτός

Σύμβουλος στη δραματουργία: Θεοδώρα Καπράλου

Βοηθός σκηνοθέτη: Κέλλυ Παπαδοπούλου

Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου

Σχεδιασμός κομμώσεων: Χρόνης Τζήμος

Σχεδιασμός μακιγιάζ: Αλεξάνδρα Μυτά

Βοηθός σκηνογράφου: Στεφανία Ηλέκτρα Πανταβού

Βοηθός ενδυματολόγου: Ιφιγένεια Νταουντάκη

Δραματολόγος παράστασης: Έρι Κύργια

Διανομή:

Τόμπυ:  Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης, Φαμπιάν, Κούριο, Βαλεντίν, Πλοίαρχος, Αστυνόμος: Βαγγέλης Αμπατζής, Φαμπιάν, Κούριο, Βαλεντίν, Πλοίαρχος, Αστυνόμος: Δημήτρης Κίτσος,Φέστε: Γιάννης Κλίνης, Βιόλα: Έμιλυ Κολιανδρή,Φαμπιάν, Κούριο, Βαλεντίν, Πλοίαρχος, Αστυνόμος: Βασίλης Μαγουλιώτης, Σεμπαστιάν: Άρης Μπαλής, Μαρία: Ελίνα Ρίζου, Άντριου: Μιχάλης Σαράντης, Ολίβια: Εύη Σαουλίδου, Αντόνιο: Αινείας Τσαμάτης, Φαμπιάν, Κούριο, Βαλεντίν, Πλοίαρχος, Αστυνόμος: Σπύρος Χατζηαγγελάκης, Μαλβόλιο: Νίκος Χατζόπουλος, Ορσίνο: Γιώργος Χρυσοστόμου

 

«Στέλλα κοιμήσου» στο Εθνικό Θέατρο

stella

Είναι δύσκολο να μιλήσει κανείς για το θεατρικό σύμπαν του Οικονομίδη. Η ιστορία απλή και χιλιοειπωμένη κάτω από διαφορετικές κάθε φορά συνθήκες. Αναγνωρίζουμε το βασικό σκελετό της στη «Στέλλα Βιολάντη» του Ξενόπουλου, στον «Βασιλικό» του Μάτεσι, στη «Γκόλφω» του Περεσιάδη,  σε ελληνικές ταινίες του ’60…

Η νεαρή γυναίκα ερωτεύεται κι ετοιμάζεται να τινάξει τον αρραβώνα που θα έβαζε την οικογένεια της στα σαλόνια της καλής κοινωνίας στον αέρα. Ο πατέρας –αφέντης  θα πάρει την κατάσταση στα χέρια του  βάζοντας τους μπράβους του να φέρουν την πέτρα του σκανδάλου (σ.σ τον αγαπημένο της κόρης) σηκωτό στο σπίτι όπου και τον αντιμετωπίζει ενώπιον όλης της οικογένειας.

Ο Οικονομίδης κάνει κάτι πολύ έξυπνο. Παίρνει ένα συνηθισμένο θέμα. Δεν ψάχνει κάτι περίπλοκο, αλλόκοτο, σπάνιο. Επεξεργάζεται το θέμα του σε σχέση με τα δεδομένα της εποχής του. Αν σε παλιότερα έργα, ο απαγορευμένος έρωτας ήταν ζήτημα τιμής της κοπέλας ή δεν εξυπηρετούσε λόγω κοινωνικής ή οικονομικής διαφοράς και τελικά στις περισσότερες περιπτώσεις τα εμπόδια κάμπτονταν κι είχαμε happy end, εδώ οι κοινωνικές και οικονομικές διαφορές ναι μεν υπάρχουν αλλά δημιουργείται απλώς η ψευδαίσθηση του happy end, χωρίς ωστόσο να δίνεται.

Ο Οικονομίδης  επαναφέρει τον νατουραλισμό στο θέατρο με το τράβηγμα της κουρτίνας αποκαλύπτοντας  την πραγματικότητα γύρω μας. Προφανώς και γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι ο καταδικασμένος έρωτας των δυο νέων είναι απλώς μια αφορμή να θιγούν άλλα ζητήματα. Στα πρόσωπα του έργου του και στον τρόπο με τον οποίο είναι διαμορφωμένες οι σχέσεις τους, αναγνωρίζουμε λίγο ως πολύ κάτι οικείο. Κάπου τους έχουμε ξαναδεί όλους αυτούς… Γείτονες, φίλοι, κοινωνικές επαφές, δελτία ειδήσεων, πτυχές του εαυτού μας… άνθρωποι κλεισμένοι στον μικρόκοσμο τους που δεν μπορούν/θέλουν να επικοινωνήσουν μεταξύ τους. Οικογένειες που απλώς συμβιώνουν κάτω απ’ την ίδια στέγη, νεοπλουτισμός, εύκολος εθισμός ( σε ουσίες, διαδίκτυο κόκ), απουσία πνευματικότητας, ηθικών αξιών, αγένεια, αμορφωσιά, δίψα για κοινωνική ανέλιξη χωρίς να υπάρχουν προϋποθέσεις.

Ο Οικονομίδης φέρνει μια νέα πρόταση γραφής ελληνικού έργου σε εποχές που ο κόσμος του θεάτρου αναζητάει ενδιαφέροντα σύγχρονα ελληνικά έργα. Τολμώ να πω ότι το σημαντικό εδώ είναι η δυνατότητα να ξεπεράσει το συγκεκριμένο έργο τα σύνορα της χώρας αφού το βαθύτερο θέμα του δεν είναι αμιγώς ελληνικό. Αυτό έχει ενδιαφέρον μιας κι η μόνιμη συζήτηση γύρω απ’ το ελληνικό θέατρο είναι η εσωστρέφεια του λόγω θεματολογίας και γλώσσας.  Επιπροσθέτως, το «Στέλλα κοιμήσου» έχει μια δυναμική αφού υιοθετώντας ένα βασικό καμβά, οι ηθοποιοί διαμορφώνουν τον λόγο κάθε βράδυ εκ νέου και τον εξελίσσουν βάσει μιας διαδραστικότητας που αναπτύσσουν με τους θεατές.

Το να παρακολουθήσεις παράσταση του Οικονομίδη με βάση τα παραπάνω είναι κέρδος αλλά και άθλος, ιδιαίτερα αν δεν είσαι εξοικειωμένος με το σύμπαν του. Το μεγαλύτερο μέρος της παράστασης ήταν μια διαρκής φασαρία ανάμεσα στα μέλη αυτής της ιδιότυπης οικογένειας. Βρισιές, μονότονοι ήχοι υπολογιστή, υστερία… Η έλευση του πατέρα-αφέντη στη σκηνή έσπασε αυτό το κλίμα φέρνοντας  μια πολύ αξιόλογη σκηνή σιωπής, απ’ τις πιο ωραίες δραματουργικά που έχω δει τα τελευταία χρόνια για ν’ ακολουθήσει ένας δεύτερος εξαιρετικά δραματικός γύρος αυτή τη φορά όπου σηματοδότησε και την τελική  έκβαση.

Εξαιρετικός ο  Στάθης Σταμουλακάκος. Πολύ αυθεντική ερμηνεία και ιδιαιτέρως δραματικός ο μονόλογος-διαμαρτυρία του. Ξεχώρισα επίσης τον Γιώργο Νιάρο για το ιδιότυπο σκηνικό του χιούμορ. Αδύναμη της διανομής η Καλλιρόη Μυριαγκού μοιάζει να εξάντλησε την ερμηνεία της στο εξωτερικό περίγραμμα του ρόλου χωρίς να μπορέσει να εμβαθύνει.

«Στέλλα κοιμήσου» του Γιάννη Οικονομίδη

ΚΤΙΡΙΟ ΤΣΙΛΛΕΡ – ΣΚΗΝΗ «ΝΙΚΟΣ ΚΟΥΡΚΟΥΛΟΣ»

Σκηνοθεσία: Γιάννης Οικονομίδης

Επιμέλεια κειμένου: Βαγγέλης Μουρίκης

Σχεδιασμός Φωτισμών: Βασίλης Κλωτσοτήρας

Βοηθός Σκηνοθέτη – Επιμέλεια Κίνησης: Αντώνης Ιορδάνου

Σκηνογραφία: Ιουλία Σταυρίδου

Ενδυματολόγος: Γιούλα Ζωιοπούλου

Μουσική: Μπάμπης Παπαδόπουλος

Δραματολόγος παράστασης: Εύα Σαραγά

Διανομή:

Θείος Τάκης: Αντώνης Ιορδάνου

Στέλλα Γερακάρη: Ιωάννα Κολλιοπούλου

Θεία Βάσω: Μάγια Κώνστα

Μάριος Αγγελής:Αλέξανδρος Μαυρόπουλος

Ελένη Γερακάρη: Καλιρρόη Μυριαγκού

Γιώργος Γερακάρης: Γιάννης Νιάρρος

Αντώνης Γερακάρης:Στάθης Σταμουλακάτος

Ανθή Γερακάρη: Έλλη Τρίγγου

 

«Πεδίο βολής (Αγριόπαπιες)» στο Εθνικό Θέατρο

ibsen-pic

Μια ακόμα οικογένεια που στη ντουλάπα της κρύβει σκελετούς απασχολεί τον Ίψεν στην «Αγριόπαπια». Γραμμένο το 1884, το έργο έχει χαρακτηριστεί ως η τραγωδία του μικροαστικού ψεύδους. Οι βασικοί προβληματισμοί του Ίψεν, τα θέματα με τα οποία καταπιάστηκε σε όλα σχεδόν τα αστικά του δράματα είναι ορατά κι εδώ. Η συγκάλυψη της αλήθειας για την επίτευξη ενός σκοπού, ο ιδεαλισμός ενός προσώπου σε πλήρη αντίθεση με τα υπόλοιπα, η κληρονομικότητα, το ζήτημα της αμφισβήτησης της πατρότητας , ο άνθρωπος προ των ευθυνών του, κόκ.

Η συνάντηση των δυο παιδικών φίλων μετά από χρόνια θα γίνει η αφορμή ν’ αποκαλυφθούν τα μυστικά που χώρισαν τις δυο οικογένειες και να διαταράξουν τις πλαστές ισορροπίες. Ο ιδεαλιστής Γκρέγκερ θ’ αψηφήσει τις κοινωνικές και οικογενειακές συμβάσεις και θα παραβιάσει τη σιωπή που επέβαλε με τα χρήματα και την εξουσία του ο πατέρας του κάποτε και η οποία έγινε αποδεκτή απ’ όλους. Ο Γιάλμαρ θ’ ανακαλύψει έκπληκτος ότι η ζωή του εξελίχθηκε κατόπιν ενός πολύ καλά οργανωμένου σχεδίου.

Χρειάζονται δύο για να ειπωθεί μια αλήθεια, αυτός που θα την πει αλλά κυρίως αυτός που είναι έτοιμος να την ακούσει. Ως εκ τούτου, η «Αγριόπαπια» έχει έναν βαθύτερο συμβολισμό. Το πληγωμένο πουλί που φυλάσσεται στην ιδιότυπη σοφίτα στερείται την ελευθερία του με πρόσχημα τη διάσωση του. Όλοι οι βασικοί ήρωες του έργου θα μπορούσαν να είναι η αγριόπαπια. Λαβωμένοι απ’ τη ζωή σε κάποια δεδομένη χρονική στιγμή, ζουν μέσα σ’ ένα ψεύτικο περιβάλλον που τους παρέχει ασφάλεια και προστασία. Η απροθυμία ή η δειλία τους ν’ αντιμετωπίσουν την αλήθεια έχει ως τίμημα την παραχώρηση της ελευθερίας τους.  Ο Ίψεν αφήνει απέξω τη μικρή Έντβιγκ, το μοναδικό τελικά θύμα τον θάνατο του οποίου δεν πρέπει να δούμε ως αυτοκτονία ή ατύχημα αλλά ως απελευθέρωση απ’ το νοσηρό περιβάλλον.

Παράσταση με νεύρο, ομαδικότητα, εξαιρετικές ερμηνείες κι ενδιαφέρουσα πρόταση. Οι Influx παρέα με τον Πρόδρομο Τσινικόρη ρίχνουν μια φρέσκια ματιά στο έργο και χωρίς να αλλοιώσουν τον βασικό ιστό του,  το ξαναγράφουν ανακαλύπτοντας νέες πτυχές  κι επιχειρώντας να φωτίσουν περισσότερο την αλλαγή της ταυτότητας και να επαναπροσδιορίσουν τις οικογενειακές και φιλικές σχέσεις μέσα από τις διαδοχικές αποκαλύψεις. Η Έντβιγκ σ’ αυτή την εκδοχή από εξιλαστήριο θύμα θα γίνει θύτης σκοτώνοντας όλη τη νοσηρότητα που την περιβάλλει.

Αποκάλυψη της παράστασης η Ανθή Ευστρατιάδου. Ωραία κίνηση κι έλεγχος των εκφραστικών της μέσων. Εξαιρετικό και το εύρημα με τα πρόσωπα του έργου να κρύβονται κατά διαστήματα κάτω απ’ το χαλί σαν να θέλουν ν’ αποφύγουν την πραγματικότητα.

Μια συμπαραγωγή της Πειραματικής Σκηνής -1 του Εθνικού Θεάτρου και των Ibsen Scholarships.

«Πεδίο βολής (Αγριόπαπιες)»  των influx και Πρόδρομου Τσινικόρη

ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΗ ΣΚΗΝΗ ( -1)

Σύλληψη – σκηνοθεσία influx – artist collective : Κορίνα Βασιλειάδου, Χάρης Πεχλιβανίδης

Δραματουργία: Πρόδρομος Τσινικόρης

Μετάφραση: Κορίνα Βασιλειάδου, Ειρήνη Κυριακού

Βοηθός σκηνοθέτη: Μαριλένα Κατρανίδου

Σκηνικά-Κοστούμια: Διδώ Γκόγκου, Ελένη Κανακίδου, Σόνια Σαμαρτζίδου

Φωτισμοί:Νίκος Βλασόπουλος

Μουσική: Γιώργος Δούσος, Λευτέρης Μουτσινάς

Οργάνωση παραγωγής:Σταυρούλα Δημητριάδου

Διανομή:

Γιάλμαρ Έκνταλ: Ανθή Ευστρατιάδου

Έντβιγκ Έκνταλ: Ειρήνη Κυριακού

Γκρέγκερς Βέρλε: Χάρης Πεχλιβανίδης

Χώκεν Βέρλε, Γέρο-Έκνταλ: Κλέα Σαμαντά

«Ο Θεός της σφαγής» στο Θέατρο Αθηνών

%ce%bf-%ce%b8%ce%b5%cf%8c%cf%82-%cf%84%ce%b7%cf%82-%cf%83%cf%86%ce%b1%ce%b3%ce%ae%cf%82

«Πιστεύω στον θεό της σφαγής. Είναι ο μοναδικός θεός που κυβερνά αδιάλειπτα, χωρίς αντίπαλο από την αρχή του κόσμου»

Όταν ένα δεκάχρονο αγόρι χτυπάει έναν συνομήλικο συμμαθητή και φίλο του, οι γονείς του νεαρού δράστη συναντιούνται με τους γονείς του θύματος σε μια προσπάθεια να έρθουν σε φιλική συνεννόηση και να συζητήσουν πολιτισμένα για τα παιδιά τους.

Απ΄τις πρώτες κιόλας στιγμές διαφαίνονται οι κοινωνικές και μορφωτικές διαφορές τους. Μποέμ ιστορικός- ερευνήτρια η μητέρα και μικρέμπορος ο πατέρας του θύματος πιστεύουν στον αλτρουισμό και στις αξίες της φιλίας καθώς και στην αναγκαιότητα της συνειδητοποίησης του λάθους και της συγνώμης. Στόχος τους να προσπαθήσουν να εμφυσήσουν αυτά τα ιδανικά στα δυο παιδιά σε μια προσπάθεια να τα συμφιλιώσουν και να τα διδάξουν.

Πολυάσχολος δικηγόρος ο πατέρας και νεογιάπισσα η μάνα του θύτη δεν δίνουν ιδιαίτερη βαρύτητα στο συμβάν θεωρώντας ότι όλα τα παιδιά περνούν απ’ το στάδιο του να παίξουν κάποτε ξύλο κι ότι δεν μπορείς να κάνεις τίποτα για να τα γλυτώσεις. Η ζωή εκεί έξω είναι πολύ σκληρή και οι γονείς δεν πρέπει να επεμβαίνουν στις διαφορές ανάμεσα στα παιδιά τους αφού αυτές είναι ασήμαντες μπροστά στο τι θα ακολουθήσει όταν εκείνα μεγαλώσουν.

Μέσα από μια σειρά γρήγορων σκηνών που το κωμικό διαδέχεται το τραγικό ο κεντρικός άξονας της ιστορίας θα μετατοπισθεί σύντομα απ’ τα δυο παιδιά στους ενήλικες. Ο παιδικός καβγάς θα μείνει σαν καμβάς για ν’ αποτυπωθούν βαθύτερα κι ουσιαστικότερα προβλήματα όπως η ιδιοσυγκρασία των γονιών, ο τρόπος με τον οποίο έχουν μεγαλώσει τα παιδιά, η σχέση ανάμεσα στο κάθε ζευγάρι,  τι αυτό αντιπροσωπεύει κοινωνικά και κατ’επέκταση θα λειτουργήσει σαν καθρέφτης των θεατών αφού άλλοι λιγότερο κι άλλοι περισσότερο θ’ αναγνωρίσουν τον εαυτό τους ή κάποιον απ’ το οικείο περιβάλλον τους.

Η Γιασμίν Ρεζά έγραψε με έξυπνο τρόπο ένα έργο που είναι ένα ιδιότυπο μείγμα κωμωδίας καταστάσεων και κωμωδίας χαρακτήρων. Οι διαφορετικές προσωπικότητες του καθενός απ’ τους τέσσερις ήρωες γεννούν συγκρούσεις που ακροβατούν μεταξύ κωμικού και δραματικού. Ο θεατής γελάει με τον τύπο ανθρώπου που ενσαρκώνει ο κάθε ηθοποιός, αλλά και με τα αναπάντεχα ευτράπελα. Πίσω απ’ όλη αυτή τη γκραν γκινιόλ ατμόσφαιρα στην οποία θα καταλήξει η αρχικά «πολιτισμένη» κουβέντα των γονιών, η Ρεζά κατορθώνει να θίξει μια σειρά από πολύ σοβαρά, πανανθρώπινα και διαχρονικά θέματα  αλλά και ειδικότερα να στιγματίσει τον τρόπο με τον οποίο καμουφλάρονται διάφορες ανασφάλειες που τελικά θα έχουν αντίκτυπο  στην ανατροφή των παιδιών.

Η εξυπνάδα του συγκεκριμένου έργου  έγκειται στην ειρωνεία του ότι ο αρχικός παιδικός καυγάς για τον οποίο συναντήθηκαν οι γονείς είναι πταίσμα μπροστά στην αγριότητα μεταξύ ενηλίκων ή ακόμα και το ότι η συγγραφέας θέλει να καταδείξει το αναπόφευκτο τελικά της σύγκρουσης μέσω εχθροπραξιών είτε λεκτικών, είτε σωματικών. Η ειρηνική και πολιτισμένη αντιμετώπιση διαφορών και διαφορετικότητας φαίνεται να είναι πιο επίπονη διαδικασία απ’ το ν’ αφήσουμε τα αρχέγονα ένστικτα μας να ξεσπάνε κατά περίπτωση…

Ευρηματική  σκηνοθεσία με βάρος στους χαρακτήρες απ’ τον Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη, γρήγοροι ρυθμοί, έξυπνο ατακάρισμα και απολαυστικές  ερμηνείες – ξεχώρισα αυτήν του Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλου- απ’ τους τέσσερις ταλαντούχους ηθοποιούς. Η παράσταση κάνει κάποια στιγμή κοιλιά όσο πλησιάζει στο τέλος της, αλλά ο τρόπος που είναι δομημένη με συνεχείς κορυφώσεις και πτώσεις, κλέβει (sic) την ενδεχόμενη κίνηση των θεατών να κοιτάξουν τα ρολόγια τους.

Θέατρο Αθηνών

«Ο Θεός της σφαγής» της Γιασμίνα Ρεζά

Μετάφραση: Γιώργος Βούρος

Σκηνοθεσία:Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης
Σκηνικά-Κοστούμια: Αθανασία Σμαραγδή
Φωτισμοί: Αλέκος Γιάνναρος
Μουσική: Μίνως Μάτσας
Ερμηνεύουν: Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης, Στεφανία Γουλιώτη, Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος, Λουκία Μιχαλοπούλου

 


Επισκεψιμότητα

  • 195,850 hits

Αρχείο