Archive Page 2

«Πλατεία Ηρώων» στο θέατρο της Οδού Κυκλάδων

main_%cf%80%ce%bb%ce%b1%cf%84%ce%b5%ce%b9%ce%b1_%ce%b7%cf%81%cf%89%cf%89%ce%bd_7

Η πλατεία Ηρώων της Βιέννης από πλατεία υποδοχής γίνεται πλατεία διαμαρτυρίας. Η Heldenplatz όπως είναι το όνομα της στα γερμανικά, υπήρξε σύμβολο υποδοχής αλλά κι αποδοχής, όταν τον Μάρτιο του 1938 οι κάτοικοι της Βιέννης επευφημούσαν την είσοδο του Χίτλερ που από κει διακήρυξε την προσάρτηση της Αυστρίας στο Γ’ Ράιχ.

Ο Σούστερ, καθηγητής μαθηματικών, εβραίος και διανοούμενος, λάτρης του Spinosa και  του Descartes και βαθύς γνώστης της λογοτεχνίας αυτοκτονεί απ’ το παράθυρο του διαμερίσματος του πέφτοντας στην πλατεία Ηρώων σε μια πράξη που μπορεί να χαρακτηριστεί διαμαρτυρία προς τον αυστριακό λαό για την επιλεκτική μνήμη του ως προς την πρόσφατη ιστορία αλλά και για την απόλυτη απουσία μετάνοιας κι εξακολούθηση μιας εθνικιστικής ιδεολογίας.

Η «Πλατεία Ηρώων» είναι το κύκνειο άσμα ενός συγγραφέα που σε όλη τη διάρκεια της ζωής και της συγγραφικής του παραγωγής παρέμεινε με απαράμιλλη συνέπεια επικριτικός απέναντι στην Αυστρία και συγχρόνως ασχολήθηκε ιδιαίτερα με θέματα κοινωνικής απομόνωσης κι αυτοκαταστροφής.

Το 1988 ο Claus Peymann, καλλιτεχνικός διευθυντής του Burgtheater πρότεινε στον Bernhard να γράψει ένα έργο για τα εκατό χρόνια λειτουργίας του θεάτρου και παράλληλα για τη μαύρη επέτειο των πενήντα χρόνων από τότε που ο αυστριακός λαός υποδέχθηκε τον Χίτλερ στην πλατεία Ηρώων. Ο  Bernhard αρχικά αρνήθηκε αντιπροτείνοντας με σαρκασμό ν’ αναρτηθεί σε όλα τα άλλοτε εβραϊκά καταστήματα μια ταμπέλα με την επιγραφή «Judenfrei», δηλ. απαλλαγμένο από Εβραίους. Φυσικά δεν έγινε κάτι τέτοιο, και τελικά έγραψε την «Πλατεία Ηρώων». Δεκάδες ηθοποιοί παραιτήθηκαν κι αρκετές φορές αναβλήθηκε η πρεμιέρα μέχρι τις 4 Νοεμβρίου του 1988, όπου και τελικά πραγματοποιήθηκε κάτω από ισχυρά αστυνομικά μέτρα λόγω των πολλών συζητήσεων που είχαν προηγηθεί σχετικά με την ελευθερία και τα όρια της τέχνης. Ήταν μια πρεμιέρα που δίχασε κριτικούς και κοινό αφού άλλοι επιδοκίμασαν κι άλλοι έφυγαν οργισμένοι.

Στην «Πλατεία Ηρώων» ο μεγάλος πρωταγωνιστής είναι απών. Τις πληροφορίες της ζωής και του χαρακτήρα του τις μαθαίνουμε από δύο πρόσωπα που θα λέγαμε ότι είναι και οι δυο βασικοί χαρακτήρες του έργου, την οικονόμο του και τον αδερφό του. Η πρώτη υπήρξε απόλυτο δημιούργημα του. Την προσέλαβε όταν ήταν ακόμα νέα κι άπειρη και τη δίδαξε τόσο θέματα νοικοκυροσύνης και τάξης (ο καθηγητής ήταν σχολαστικός κι υποχόνδριος), όσο λογοτεχνία και φιλοσοφία. Ο δεύτερος, καθηγητής κι αυτός μοιράζεται εν πολλοίς τις ίδιες απόψεις για τη ζωή με τον αδερφό του. Μεγαλώνοντας αποτραβιέται σχεδόν απ’ τα εγκόσμια κι όταν ανοίγει το στόμα του χύνει χολή για ολόκληρη την ανθρωπότητα.

Τι σημαίνει όμως η αυτοκτονία του καθηγητή Σούστερ; Φυγή απ’ το νοσηρό περιβάλλον της πόλης, απ’ τα φαντάσματα του παρελθόντος απ’ την ματαιότητα της ύπαρξης αυτής καθαυτής; Ο αδερφός μου αυτοκτόνησε, εγώ πήγα στο Neuhaus θα πει κάποια στιγμή ο αδερφός του για να συμπληρώσει αμέσως ότι και τα δύο είναι ουσιαστικά το ίδιο πράγμα. Και τι θέλει άραγε να πει ο Bernhard σ’ αυτό το τελευταίο έργο-παρακαταθήκη πέραν της προφανούς αποδοκιμασίας του προς τον αυστριακό λαό; Μήπως τελικά η δυστυχία που κυρίευσε και τη δική του ζωή από την παιδική ήδη ηλικία ταυτίζεται με το αδιέξοδο που ένιωσε ο καθηγητής ο οποίος δεν μπόρεσε να βρει παρηγοριά στα διαβάσματα του, δεν έκανε ειρήνη ποτέ με τους γύρω του δεν συμφιλιώθηκε ίσως ούτε με τον εαυτό του και τελικά άρχισε ν’ αποσυντίθεται πολύ πριν τη μοιραία πτώση;

Η συχνή αναφορά στην Οξφόρδη όπου ο καθηγητής είχε αρχικά αυτοεξοριστεί και ετοιμαζόταν να ξαναεπιστρέψει παραπέμπει κάποτε στην τσεχωφική αναφορά της Μόσχας των τριών αδελφών. Εκεί, μπροστά στο απόλυτο αδιέξοδο θαρρεί κανείς ότι όλοι οι δυστυχισμένοι του κόσμου ψάχνουν να πιαστούν από μια προσδοκία για ν’ αντέξουν. Στο σύμπαν του Bernhard ούτε αυτό είναι αρκετό κι έτσι ο θάνατος δίνει την οριστική λύση.

Εξαιρετική η σκηνοθεσία του Δημήτρη Καρατζά που φαίνεται να του ταιριάζουν αυτού του είδους τα έργα. Η καλή αύρα που άφησε κληρονομιά ο Λευτέρης Βογιατζής στη θεατρική σκηνή της οδού Κυκλάδων αλλά κι η βαθειά μελέτη του έργου σε συνδυασμό με καλούς συντελεστές κι ηθοποιούς έδωσαν ένα άρτιο καλλιτεχνικό αποτέλεσμα και μια παράσταση γροθιά στο στομάχι που δεν τελειώνει όταν κλείσουν τα φώτα της σκηνής.

Η χρήση του καθρέφτη μέσα απ’ τον οποίο οι ήρωες απευθύνονται στο κοινό ενισχύει το δριμύ κατηγορώ του συγγραφέα προς τον αυστριακό λαό. Ο Bernhard απευθύνει τον λόγο του με τον ίδιο τρόπο που ο  νεώτερος καθηγητής Σούστερ ενώ μιλάει στις ανιψιές του προσπαθώντας να εξηγήσει την πράξη του πατέρα τους, στρέφει το βλέμμα και τον λόγο του προς τους θεατές.

Ιδιαίτερη μνεία στην Καρυοφυλλιά Καραμπέτη γιατί η ερμηνεία της συνοψίζει στη δική μου αντίληψη τον σκοπό της τέχνης. Το σκηνικό της ήθος, η συγκέντρωση, η αφοσίωση της, ο τρόπος που χειρίζεται το κορμί κι εκφέρει τον λόγο της οικοδομούν μια απ’ αυτές τις ερμηνείες που σε κάνουν να θες να κλάψεις από συγκίνηση και παράλληλα να νιώθεις τυχερός που έγινες κοινωνός αυτού του μικρού θαύματος. Η κυρία Τσίτελ είναι αυτή η έμπιστη, αυστηρή, στεγνή από τους χυμούς της ζωής οικονόμος. Σιδερώνει με μανία τα πουκάμισα του εκλιπόντος κι όμως το κάνει με τόσο αριστοτεχνικό τρόπο που μόλις αφήνει να φανεί μια υποψία τρυφερότητας. Η Τσίτελ θαύμαζε τον καθηγητή. Υπήρξε ο μέντορας της. Ο τρόπος που αγγίζει το μανίκι είναι σαν χάδι. Υπήρχε και κάτι άλλο ανάμεσα τους; Θα ήθελε μήπως να υπάρχει; Η Τσίτελ φροντίζει όλες τις λεπτομέρειες κι οργανώνει το τελευταίο γεύμα. Η Τσίτελ που σερβίρει τη σούπα αγκαλιάζοντας σχεδόν με στοργή τη σουπιέρα είναι στην πραγματικότητα η οικογένεια σε αντίθεση με την κανονική οικογένεια που νιώθει άβολα,  σαν τα μέλη της να υποδύονται τους εαυτούς τους.

Ωραία κι η παρουσία του Χρήστου Στέργιογλου. Ώριμη ερμηνεία, σκηνική συνέπεια, αυτοκυριαρχία σ’ έναν ηθοποιό που όσο μεγαλώνει δίνει ουσιαστικότερες ερμηνείες.

Σημαντικοί κι οι υπόλοιποι ηθοποιοί, η πάντα καλή Μαρία Σκουλέ, η Υβόννη Μαλτέζου, ο Μπινιάρης, η Καλαϊτζίδου, ο Εξαρχέας. Αξιόλογη η παρουσία της Σύρμως Κεκέ για τον τρόπο που έπαιζε με το πρόσωπο και τις κινήσεις της.

Επίκαιρο όσο ποτέ το αριστούργημα του Thomas Bernhard σήμερα που ακραίες ιδεολογίες κι εθνικιστικά κόμματα ξεπηδούν από παντού κι η άνοδος του φασισμού φαντάζει σαν τεράστια απειλή πάνω στα άτομα. Ταυτόχρονα όμως, όλη η μοναξιά των ανθρώπων, η αδυναμία συνύπαρξης κι η απομόνωση σε μικρόκοσμους επιλογής σχολιάζεται τόσο εύστοχα στο δεύτερο μέρος του έργου, στο οικογενειακό δείπνο που έπεται της κηδείας. Σ’ ένα διαμέρισμα που έχει σχεδόν αδειάσει, στρώνεται χάριν εθιμοτυπίας ένα τραπέζι όπως-όπως κι η ιδιότυπη αυτή οικογένεια συγκεντρώνεται για τελευταία φορά για να γίνει αμέσως η διαπίστωση ότι δεν υπάρχει τίποτα κοινό ανάμεσα τους. Κανείς δεν ενδιαφέρεται για τον διπλανό του. Είναι όλοι μικρές απελπισμένες μονάδες καταδικασμένες να φωνάζουν αλλά να μην ακούνε και τελικά να μην ακούγονται.

Θέατρο της Οδού Κυκλάδων

«Πλατεία Ηρώων» του Thomas Bernhard

Μετάφραση: Έρι Κύργια
Σκηνοθεσία: Δημήτρης Καραντζάς
Βοηθός σκηνοθέτη: Θεοδώρα Καπράλου
Σκηνικά: Κλειώ Μπομπότη
Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη
Κίνηση: Ζωή Χατζηαντωνίου
Μουσική: Γιώργος Πούλιος
Φωτογραφίες-βίντεο: Γκέλυ Καλαμπάκα
Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου
Διεύθυνση παραγωγής: Κατερίνα Μπερδέκα
Παραγωγός: Γιώργος Λυκιαρδόπουλος

Ερμηνεύουν οι: Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, Χρήστος Στέργιογλου, Μαρία Σκουλά, Υβόννη Μαλτέζου, Γιώργος Μπινιάρης, Άννα Καλαϊτζίδου, Σύρμω Κεκέ, Παναγιώτης Εξαρχέας

 

1984 στο Νέο Θέατρο Κατερίνα Βασιλάκου

1984

Όταν γύρω στο 2000 εμφανίστηκε στην τηλεόραση ο Μεγάλος Aδερφός, είχε χυθεί πολύ μελάνι για την κάμερα που θα παρακολουθούσε τις ζωές μερικών ανθρώπων που ναι μεν οικιοθελώς αλλά με βασικό κίνητρο τα χρήματα και τη διασημότητα αποφάσισαν να κλειστούν σ’ ένα σπίτι για σειρά ημερών.

Μέσα στα 20 σχεδόν χρόνια από τότε, η προσωπική μας ζωή έχει γίνει δημόσια και μάλλον μας αρέσει κιόλας. Τα όρια ανάμεσα στο δημόσιο και το ιδιωτικό είναι πια τόσο ρευστά που όλο και περισσότεροι άνθρωποι προβάλλουν τις ιδιωτικές τους στιγμές μέσω των social media. Ανάγκη προβολής, επικοινωνίας, βήμα για να πει κάποιος τη γνώμη του, ματαιοδοξία… κλπ, κλπ.

Η πραγματικότητα είναι ότι ο Μεγάλος Aδερφός από μακρινή προοπτική είναι πλέον μια πραγματικότητα που μας αφορά περισσότερο από ποτέ κι εκείνο το παλιό τηλεοπτικό παιχνίδι φαντάζει μέσα απ’ την αχλή του χρόνου σχεδόν αθώο αν αναλογιστεί κανείς τι συμβαίνει σήμερα. Με άλλα λόγια, ο Μεγάλος Aδερφός είναι εδώ, πιο κοντά από ποτέ, μας παρακολουθεί, ελέγχει τις προθέσεις μας, μας έχει γίνει απαραίτητος και διαμορφώνει με ύπουλο τρόπο το παρόν και το μέλλον μας (για του λόγου το αληθές, αρκεί να ρίξει κανείς μια ματιά στις πρόσφατες αποκαλύψεις για το πώς λέγεται ότι μεθοδεύτηκε η νίκη στις τελευταίες αμερικάνικες εκλογές)…

Το «1984» ως τίτλος προέκυψε από αναριθμητισμό του 1948 χρονιά κατά την  οποία ο Όργουελ γράφει το μυθιστόρημα που έμελλε ν’ αποδειχτεί ίσως το πιο προφητικό κείμενο των νεώτερων χρόνων. Ένας αστικός μύθος  θέλει τον  συγγραφέα να εμπνεύστηκε σχεδόν άμεσα τη βασική πλοκή του έργου του, όταν ως δημοσιογράφος στο BBC πέρασε τυχαία μπροστά από μια κάμερα και είδε το πρόσωπό του για πρώτη φορά σε μόνιτορ.

Στο 1984, ο Ουίνστον Σμιθ, κάτοικος της Ωκεανίας, μιας χώρας οι κάτοικοι της οποίας  είναι υπό διαρκή παρακολούθηση, παλεύει να παραμείνει λογικός, ενώ γύρω του όλοι δείχνουν να έχουν απολέσει κάθε ίχνος λογικής. Η γνωριμία του με μια κοπέλα θα δώσει την αφορμή για σκέψεις ενάντια στον απολυταρχισμό και την εξουσία του κόμματος, αφού για πρώτη φορά θα νιώσει την παραβίαση του ζωτικού χώρου και της ιδιωτικότητας του. Η σύλληψη του απ’ την αστυνομία σκέψης και ο βασανισμός του δοκιμάζουν τα όρια αντοχής, ανοχής, αξιοπρέπειας και ηθικής ενώ η «έξοδος» του στον κόσμο θα στιγματιστεί απ’ την οριστική απώλεια κάθε ηρωισμού και την παραδοχή μιας ιδιότυπης κι αναμενόμενης ήττας.

Εξαιρετική για μια ακόμη φορά η σκηνοθεσία της Κατερίνας Ευαγγελάτου. Ευρηματική, εύστοχη, με άποψη και νεύρο μια παράσταση γροθιά στο στομάχι όχι τόσο για τις βίαιες σκηνές – για τις οποίες πολύς λόγος έγινε- αλλά κυρίως για τη βία που γεννιέται απ’ τη συνειδητοποίηση του πόσο τρομακτικό μπορεί να γίνει το μέλλον μας. Η Ευαγγελάτου χρησιμοποίησε τη νέα διασκευή των Άικι και Μακμίλαν που κατασκευάζουν μία οπτική της ιστορίας μέσα από το μυαλό του Ουίνστον / Όργουελ, ο οποίος συνομιλεί με το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Πολύτιμη η συμβολή των σκηνικών και των κοστουμιών στη συνολική αισθητική της παράστασης ενώ ιδιαίτερη μνεία αξίζει στα ειδικά εφέ των έμπειρων αδερφών Αλαχούζων.

Μια πλειάδα καλών ηθοποιών με επικεφαλής το επιτυχημένο δίδυμο (πέρυσι τους απολαύσαμε στον «Φάουστ») του Πανταζάρα και του Κουρή  έρχεται να συντελέσει στην επιτυχία της παράστασης. Ο Πανταζάρας έχει ένα δαιμόνιο ταλέντο που καλείται συχνά να  ισορροπήσει και να χαλιναγωγήσει. Η ήρεμη δύναμη του Κουρή βρίσκεται στον αντίποδα κι αυτό  οδηγεί τελικά σ’ ένα ενδιαφέρον αποτέλεσμα. Οι δυο τους είναι σαν αντίρροπες δυνάμεις που εκκινούνται απο διαφορετική αφετηρία αλλά οδηγούν τελικά στο αποτέλεσμα που έχει οραματιστεί ο σκηνοθέτης.

Ο τρόπος που η ζωή κι η μυθοπλασία μερικές φορές αλληλοτροφοδοτούνται έχει ενδιαφέρον, ιδιαίτερα δε όταν αυτό κατορθώνει να γίνει τέχνη που προβληματίζει κι ενεργοποιεί. Όταν έγραψε το «1984» ο Όργουελ, ο κόσμος ήταν χωρισμένος στα δύο. Πολλοί είπαν ότι ο δεσποτικός ηγέτης στον οποίο κάνει αναφορά είναι ο Στάλιν. Εβδομήντα χρόνια αργότερα, τα τείχη έχουν πια γκρεμιστεί κι οι ιδεολογίες συναντήθηκαν με τέτοιο τρόπο που η σύγκλιση τους σχεδόν τις εξαφανίζει. Στο σημείο μηδέν, μπορεί κανείς να μιλάει ακόμα γι’ απολυταρχικά καθεστώτα είτε κοιτάει δεξιά, είτε αριστερά κι αυτό είναι που κάνει τον Όργουελ περισσότερο επίκαιρο από ποτέ.

Νέο Θέατρο Κατερίνα Βασιλάκου

1984 του ΤΖΩΡΤΖ ΟΡΓΟΥΕΛ
Νέα Διασκευή: Ρόμπερτ  Άικι & Ντάνκαν Μακμίλαν
Μετάφραση – Σκηνοθεσία: Κατερίνα Ευαγγελάτου
Σκηνικά: Εύα Μανιδάκη
Κοστούμια: Βασιλική Σύρμα
Μουσική: Γιώργος Πούλιος
Βίντεο: Στάθης Αθανασίου
Σχεδιασμός Φωτισμών: Νίκος Βλασόπουλος
Ηχητικός Σχεδιασμός: Νικόλας Καζάζης
Φωνητική Διαδασκαλία: Αλεξάνδρα Λέρτα
Ειδικά Εφέ: Αφοί Αλαχούζοι
Μακιγιαζ: Έυη Ζαφειρόπουλου
Κομμώσεις: Talkin’ Heads
Ειδικές Κατασκευές: Μπάμπης Κατσιμίχας
Βοηθοί Σκηνοθέτη: Δήμητρα Δερμιτζάκη, Δημήτρης Οικονομίδης
Βοηθός Σκηνογράφου: Μυρτώ Μεγαρίτου
Φωτογραφίες: Σταύρος Χαμπάκης, Νίκος Πανταζάρας
Video Trailer: Μιχάλης Κλουκίνας
Διεύθυνση Παραγωγής: Βιολέττα Γύρα & Όλγα Μαυροειδή
Παραγωγός: Γιώργος Λυκιαρδόπουλος

Διανομή

Ουίνστον Σμιθ: Αργύρης Πανταζάρας
Ο’Μπράιεν: Νίκος Κουρής
Τζούλια: Λένα Δροσάκη
Τσάρινγκτον: Σωτήρης Τσακομίδης
Πάρσονς: Νίκος Πυροκάκος
Κυρία Πάρσονς: Σεραφίτα Γρηγοριάδου
Σάιμ: Ερρίκος Μηλιάρης
Μάρτιν: Αγησίλαος Μικελάτος

Συμμετέχουν: Μελαχρινός Βελέντζας, Βησσαρίων Κανέλλος, Στυλιανός Καπούλας, Απόστολος Κατσιριντάκης, Τάσος Κόρκος, Δημήτρης Μηλιώτης, Χρήστος Τσουλιάης.

Και τα παιδιά: Ειρήνη Γουλιέλμου, Πέπη Κώνστα, Αθηνά Μισαηλίδου

Στο Βίντεο εμφανίζονται οι ηθοποιοί: Παντελής Δεντάκης, Δήμητρα Δερμιτζάκη, Βασίλης Κουκαλάνι, Αλεξάνδρα Λέρτα, Πόπη Λυμπεροπούλου.

 

«Παραμύθια με την Ξένια» στο Θέατρο Πόρτα

img_5367 img_5368

img_5366

Το παιδικό θέατρο στην Ελλάδα είναι απόλυτα συνυφασμένο με την Ξένια Καλογεροπούλου. Αυτή το ανακάλυψε (sic) κι εργάστηκε με αφοσίωση κι απόλυτο επαγγελματισμό καταφέρνοντας να μαγέψει γενιές παιδιών και προσφέροντας τους καλό, ποιοτικό θέατρο κι όχι πρόχειρες παραστάσεις που με μερικά χοντροκομμένα αστεία και λίγες γκριμάτσες βαφτίζονταν δήθεν ως κατάλληλες για παιδιά.

Το παιδικό κοινό είναι αυστηρό με την έννοια του ότι δεν γνωρίζει από κοινωνικές συμβάσεις. Το παιδί δεν θα πει ψέμματα για το αν του άρεσε ή όχι μια παράσταση. Για την ακρίβεια δεν θα χρειαστεί καν να το πει, θα το δείξει. Όταν έχεις από κάτω ένα τσούρμο πιτσιρίκια που τρώνε πατατάκια, μιλάνε μεταξύ τους και δεν προσέχουν είναι δείγμα αποτυχημένης παράστασης. Εννέα στις δέκα φορές δεν πρέπει να ψέγει κάποιος τα παιδιά γιατί δεν κάθονται ήσυχα αλλά να προβληματιστεί για το αν αυτό που τους παρουσιάζεται διαθέτει ποιότητα ή όχι.

Μ’ εξαιρέσεις υπερκινητικών ή πολύ φοβισμένων παιδιών, ο μέσος όρος όταν είναι στην κατάλληλη ηλικία μπορεί να παρακολουθήσει κανονικά μια παράσταση μελετημένη γι’ αυτά.

Όταν το 2010 η Καλογεροπούλου ετοίμασε κι έπαιξε στο Έλα, έλα, άλλαξε τα ηλικιακά όρια των μικρών θεατών αφού η παράσταση ήταν ειδικά φτιαγμένη για παιδιά με μικρότερο όριο ηλικίας τα 3 χρόνια. Από τότε ως σήμερα, ετοίμασε με ειδικά καταρτισμένους συνεργάτες παραστάσεις ακόμα και  για μωρά βασισμένες σε ήχους ή απλές κινήσεις, ίδρυσε ένα εκπληκτικό θεατρικό εργαστήρι που εκτός απ’ τα παιδικά προγράμματα για θεατρικό παιχνίδι και δημιουργική απασχόληση πραγματοποιεί και master classes για εκπαιδευτικούς ή παιδαγωγούς, γράφει ανελλιπώς παραμύθια κι εμπνέει έναν κύκλο ανθρώπων που δουλεύουν μαζί της με σκοπό τη θεατρική μόρφωση των παιδιών. Η Καλογεροπούλου κάνει αυτό που θα μπορούσε και θα’ πρεπε να κάνει ένα κράτος που κατά τ΄άλλα επαίρεται για τα φώτα του πολιτισμού… Η Καλογεροπούλου δημιουργεί θεατρική παιδεία για τα παιδιά και τους γονείς τους ξεκινώντας απ’ την ηλικία μηδέν.

Η μελέτη άλλωστε γύρω απ’ την καταλληλότητα και αρτιότητα μιας  παράστασης υπήρξε και παραμένει το στοιχείο που διαχρονικά διαφοροποιεί το θέατρο της Καλογεροπούλου απ’ τα άλλα. Ο Οδυσσεβάχ, η Ελίζα, η «Πεντάμορφη και το τέρας, το Σκλαβί, αλλά και οι παλαιότερες Μορμόλης και Πινόκιο είναι μερικές απ’ τις  μυθικές παραστάσεις που  εδώ και 45 χρόνια μεγάλωσαν ένα σωρό παιδιά. Αυτά τα ίδια παιδιά που σήμερα φέρνουν και τα δικά τους στο θέατρο, έχοντας την τύχη να μπορούν ν’ ακούσουν ένα παραμύθι απ’ τα χείλη της Ξένιας Καλογεροπούλου κι έτσι να έρθουν σ’ επαφή με την αξία της προφορικής παράδοσης. Για 3η χρονιά φέτος, το πρώτο Σάββατο κάθε μήνα, παραμύθια απ’ όλον τον κόσμο ζωντανεύουν μπροστά στους μικρούς θεατές και ξαναζούν μέσα απ’ αυτούς.

Στην ηλεκτρονική μας εποχή, ένα παιδί όλο και δυσκολότερα συναντιέται με τον γραπτό λόγο αφού η εικόνα έχει τα πρωτεία. Η γιαγιά που λέει ιστορίες στα παιδιά γύρω της, πιθανότατα να έχει στοιχειώσει τις μνήμες όσων τη θυμούνται ως εικόνα του παλιού αναγνωστικού. Στην πραγματικότητα, πάνε χρόνια που δεν υπάρχει πια. Κι όμως, η προφορική αφήγηση  έχει τεράστια αξία γιατί κάνει το παιδί να φαντάζεται, να συγκεντρώνεται, να συμμετέχει κι έτσι να μην μένει ως παθητικός δέκτης μπροστά σε μια οθόνη. Χάρη στην προφορική παράδοση, έχουμε σήμερα τα Ομηρικά έπη, τα παραδοσιακά παραμύθια όχι μόνο του τόπου μας αλλά και διεθνώς, τα δημοτικά τραγούδια κα. Άνθρωποι που δεν μπόρεσαν να μάθουν γράμματα σε παλαιότερες εποχές κατάφεραν να έρθουν σ’ επαφή με αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας και δραματουργίας μέσω της προφορικής παράδοσης. Συγκινητική είναι η αναφορά για μια γριούλα στην Κρήτη της δεκαετίας του ’60. Στη διάρκεια μιας παράστασης του Ερωτόκριτου, κάποιοι την παρατήρησαν ν’ απαγγέλει παράλληλα με τους ηθοποιούς. Ήξερε τόσους στίχους απέξω!

Ακόμα κι όταν όλα θα έχουν αντικατασταθεί από ρομπότ κι αυτό είναι κάτι που δεν αργεί πολύ, έχω την πεποίθηση – πιθανόν και την ελπίδα- ότι η τέχνη με την μορφή της ζωντανής παράστασης δεν θα μπορέσει ν’ αναπληρωθεί επαρκώς. Κι η αφήγηση ενός παραμυθιού είναι μια κανονική παράσταση που απαιτεί συνεχή διαδραστικότητα ανάμεσα σ’ έναν προικισμένο αφηγητή και σ’ ένα «ανοιχτό» κοινό.

 

«Ο Εξηνταβελόνης» στο Εθνικό θεάτρο

eksidavelonis

«Ο Εξηνταβελόνης» του Κωνσταντίνου Οικονόμου αποτελεί ενδιαφέρουσα περίπτωση της επίδρασης της γαλλικής δραματουργίας στο νεοελληνικό θέατρο και ειδικότερα της πρόσληψης του Μολιέρου στο ρεπερτόριο των ελληνικών θιάσων τόσο προεπαναστατικά όσο και μετέπειτα. Ήδη απ’ το 17ο αιώνα, ο Μολιέρος είχε γίνει γνωστός στην ελληνόφωνη Ανατολή με παραστάσεις που πραγματοποιήθηκαν στη γαλλική πρεσβεία της Κωνσταντινούπολης. Τον 18ο παρατηρούμε και δάνεια ονομάτων απ’ τις μολιερικές κωμωδίες σε έργα της εποχής όπως Σκαπίνος, Σγαναρέλος κά. Αυτό αποδίδεται πιθανότατα στην αλληλεπίδραση του Μολιέρου με την comedie italienne στο Palais Royal. Μετά την εκδίωξη τους απ’ το Παρίσι το 1696, οι Ιταλοί μετέφεραν τμήματα του ρεπερτορίου του Μολιέρου στην Comedia del arte κι αναπόφευκτα αυτό πέρασε απ’ τα Επτάνησα στους κύκλoυς των Φαναριωτών αφού οι πρώτες μεταφράσεις των κωμωδιών έγιναν απ’ τα ιταλικά. Έτσι όλο τον 17ο αιώνα παίζονται στην Κωνσταντινούπολη τέτοιες κωμωδίες και τον 18ο ήταν γνωστό σχεδόν το σύνολο του Μολιερικού έργου στους κύκλους των Φαναριωτών αλλά και των ελληνικών παροικιών της Ευρώπης.

Αν αναλογιστεί κανείς ότι ο Μολιέρος οφείλει τη διάδοση του στην Ευρώπη στους εγκυκλοπαιδιστές κι ότι ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός ξεκινάει περίπου το 1759, θα συνειδητοποιήσει την ιδιαίτερη αξία της πρόσληψης των μολιερικών κωμωδιών (κωμωδίες χαρακτήρων ως επί το πλείστον ) με στόχο την αναγέννηση της παιδείας πρωτίστως και στη συνέχεια και του έθνους κατά την αντίληψη του Κοραή. Η συμβολή της κωμωδίας και του παιδευτικού ρόλου της μπορεί να εξηγηθεί λόγω της αμεσότερης κι αβίαστης επιρροής της στην κοινωνικοποίηση του ατόμου και τη διόρθωση ελαττωμάτων και συμπεριφορών.

Όσον αφορά στον τύπο του φιλάργυρου, η επίδραση του Harpagon ως δραματικού προσώπου θα κυριαρχήσει το 19° αιώνα στην ελληνική δραματουργία, λόγω της ευρείας πρόσληψης του «Φιλάργυρου» του Μολιέρου, μέσω των μεταφράσεων κι ιδιαίτερα μέσω της επιτυχούς διασκευής του Κωνσταντίνου Οικονόμου και της  σκη­νικής επιτυχίας που γνώρισε το έργο. Ελληνικές εκδοχές του δραματικού αυτού προσώπου, πέραν του Εξηνταβελώνη, αποτελούν ο Σέλημος στο «Φι­λάργυρο» (1823-1824) της Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου, ο Σινάνης στην ομώνυμη κω­μωδία «Σινάνης» Αθήνα 1838 και 1864 και Ερμούπολη 1875) του Δημήτριου Βυζάντιου, και ο Μαργαρίτης στην ομώνυμη κωμωδία («Μαργαρήτης», πλούσιος φιλάργυρος και γέρων ερα­στής, Κων/πολη 1839) του Βυζαντίου.[1]

Ο Κωνσταντίνος Οικονόμου υπήρξε ένας μορφωμένος άνθρωπος που γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλία, έμαθε γράμματα απ’ τον  λόγιο πατέρα του, διδάχτηκε ελληνικά, λατινικά και γαλλικά και λόγω του εκκλησιαστικού του αξιώματος έζησε στην Σμύρνη, την Κωνσταντινούπολη  κι αργότερα στην Οδησσό. Μετέφρασε τον «Φιλάργυρο» του Μολιέρου το 1816, ωστόσο η μεταγραφή αυτής της κωμωδίας στην πραγματικότητα, τα ήθη, τα έθιμα και τη γλώσσα της εποχής του, γρήγορα οδήγησε στην αυτονομία  της μετάφρασης δίνοντας της οντότητα σαν ένα ξεχωριστό έργο απ’ το πρωτότυπο.

Με γλώσσα την αρχαΐζουσα καθαρεύουσα της εποχής, στοιχεία επτανησιακού ιδιώματος και πρόσωπα όπου απαντώνται σε διάφορες κωμωδίες της εποχής όπως ο ερωτιάρης φιλάργυρος γέρος , ο πονηρός υπηρέτης Στροβίλης, η κεράτζα Σοφουλιώ ως καπάτσα προξενήτρα Σμυρνιά κατόρθωσε κι επέβαλλε ακόμη και το όνομα του κεντρικού ήρωα Εξηνταβελόνη ως το όνομα του έργου.

Η υπόθεση απλή και με κωμικά μοτίβα κοινά σε διάφορες κωμωδίες που προηγηθήκαν ή έπονται αυτής. Ο Εξηνταβελόνης ως η απόλυτη ενσάρκωση ενός αντιδιαφωτιστή είναι ένας φιλάργυρος γέρος που προτάσσει το προσωπικό του συμφέρον έναντι οποιασδήποτε άλλης ηθικής αξίας μη διστάζοντας να έρθει σε ρήξη ακόμα και με τα ίδια του τα παιδιά αφού ο η ευτυχία γι’ αυτόν περιορίζεται στην αύξηση του περιεχομένου της κασέλας του.

Η Λίλλυ Μελεμέ σκηνοθέτησε με πολύ κέφι με αποτέλεσμα να παραδώσει μια ευχάριστη παράσταση γεμάτη σπαρταριστές σκηνές αλλά και προβληματισμό γύρω απ’ τα ιδανικά που εκπροσωπεί ο κεντρικός ήρωας. Μοναδική ένσταση η μεγαλύτερη διάρκεια ειδικά στο δεύτερο μέρος. Ιδανικά, θα έπρεπε να είναι περισσότερο σφιχτό εκεί το έργο γιατί η χαλαρότητα είχε ως συνέπεια τη δυσανάλογη προς το υπόλοιπο έργο ταχύτητα της σκηνής της αναγνώρισης και του φινάλε και τη σύμπτυξη τους στα τελευταία πέντε λεπτά.

Αποκάλυψη η Υρώ Μανέ. Μπρίο, γρήγορη ατάκα, αμεσότητα και τσαχπινιά για μια ηθοποιό που κατάφερε κι έκλεψε την παράσταση. Σημαντική κι η παρουσία του Χρήστου Βαλαβανίδη που μ’ αυτόν το ρόλο επιστρέφει στην σκηνή μετά από πολύμηνη απουσία κατορθώνοντας να πλάσει ένα Εξηνταβελόνη με όλα τα τυπικά του γνωρίσματα.

Απολαυστικοί οι δευτερεύοντες χαρακτήρες του Στροβίλη, του Δημητράκη, του κυρ Σίμου, του γραμματικού και του Βαρδαλαμπούμπα, ενώ πιο αδύναμοι η Αμαλία Αρσένη κι ο Γιώργος Στάμος στους ρόλους των παιδιών του Εξηνταβελόνη. Απολύτως εξωτερική σε βαθμό που κάποτε κούραζε η Εύα Σιμάτου ως Χαρίκλεια.

Ευρηματικό το σκηνικό του κλειστού σπιτιού του Γιώργου Γαβαλά θύμιζε φρούριο που βάζει όρια ανάμεσα στην ιδιωτικότητα που διαφυλάσσει και προστατεύει ο Εξηνταβελόνης και την εχθρική του στάση προς τον έξω κόσμο. Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στη μουσική και τα πρωτότυπα τραγούδια της παράστασης.

Αν έχει κάποια ιδιαίτερη αξία η συγκεκριμένη επιλογή έργου σήμερα -πέρα από ειδικότερα λογοτεχνικά ή θεατρολογικά ενδιαφέροντα- είναι η θέσεις που πραγματεύεται σε μια εποχή που η αναγέννηση της παιδείας κι ο επαναπροσδιορισμός του ατομικού και συλλογικού ρόλου τίθενται πάλι στο επίκεντρο προβληματισμών και συζητήσεων.

«Ο Εξηνταβελόνης» του Κωνσταντίνου Οικονόμου εξ Οικονόμων

ΚΤΙΡΙΟ ΤΣΙΛΛΕΡ – ΣΚΗΝΗ «ΝΙΚΟΣ ΚΟΥΡΚΟΥΛΟΣ»

Σκηνοθεσία: Λίλλυ Μελεμέ

Σκηνικά: Γιώργος Γαβαλάς

Κοστούμια:Βασιλική Σύρμα

Κίνηση: Μόνικα Κολοκοτρώνη

Μουσική: Χαράλαμπος Γωγιός

Φωτισμοί: Μελίνα Μάσχα

Βοηθός σκηνοθέτη: Μαρίνα Τσουμπρή

Δραματολόγος παράστασης: Εύα Σαραγά

Διανομή:

Ζωήτζα (θυγάτηρ του Εξηνταβελόνη): Αμαλία Αρσένη

Δημητράκης (εραστής της Ζωήτζας): Αλέξανδρος Μαυρόπουλος

Κλεάνθης (υιός του Εξηνταβελόνη): Γιώργος Στάμος

Κυρ Γιάννης Στροβίλης (δούλος του Εξηνταβελόνη): Γιωργής Τσουρής

Εξηνταβελόνης (πατήρ του Κλεάνθους και της Ζωήτζας): Χρήστος Βαλαβανίδης

Κυρ Σίμος (μεσίτης), Αρχέλαος (αρχιγραμματεύς του Κοινού): Σπύρος Μπιμπίλας

Κεράτζα Σοφουλιώ (προξενήτρια): Υρώ Μανέ

Χαρίκλεια (μέλλουσα νύμφη Εξηνταβελόνη): Εύα Σιμάτου

Βαρδαλαμπούμπας (μέλλων γαμβρός Ζωήτζας): Κώστας Γαλανάκης

 

 

[1] Χρυσόθεμις Σταματοπούλου-Βασιλάκου: Τρεις ακόμα Φιλάργυροι στη δραματουργία της ελληνόφωνης Ανατολής τον 19ο αιώνα.

«Η επανένωση της Βόρειας με τη Νότια Κορέα» στο Θέατρο Τέχνης

les-deux-corees


Αν η ένωση της Βόρειας με τη Νότια Κορέα είναι ουτοπική, τότε οι ανθρώπινες σχέσεις είναι ακόμη πιο περίπλοκες. Σε μια προσπάθεια να δείξει ότι τελικά αυτά που μας χωρίζουν είναι πιο πολλά απ’ αυτά που μπορούν να μας ενώσουν –συχνά λόγω απροθυμίας για συνεννόηση-,  ο  Ζοέλ Πομερά καταθέτει αυτό το έξυπνο έργο γιατί θέλει να δείξει ότι πολλές φορές δεν αρκεί η καλή πρόθεση αλλά απαιτείται διαρκής προσπάθεια και παραμερισμός των εγωισμών εκατέρωθεν.

Η Βόρεια με τη Νότια Κορέα ήταν ενιαίο κράτος 100 χρόνια πριν, ωστόσο σήμερα φαίνεται ότι δεν έχουν πια κανένα σημείο επαφής πέρα απ’ την ανάμνηση της σχέσης τους… Μ’ αυτή την αναλογία, ο Πομερά προβάλλει μικρές ανθρώπινες ιστορίες στις οποίες η ανάμνηση αγαπημένων στιγμών θα μπορούσε να ξαναφέρει κοντά τα εμπλεκόμενα μέρη.

Το έργο του Πομερά έχει κάτι το απροσδιόριστα άχρονο επειδή αυτό που προτάσσεται δεν είναι κάποια συγκεκριμένη στιγμή στον χρόνο αλλά οι ανθρώπινες σχέσεις και η δουλειά που χρειάζεται για τη συντήρηση τους. Είδαμε μερικές μικρές ιστορίες να εκτυλίσσονται, άλλες πιο δραματικές κι άλλες πιο ανάλαφρες, όλες όμως με κοινό  χαρακτηριστικό το αδιέξοδο της αγάπης που δεν καταφέρνει να επανενώσει ποτέ πραγματικά τη Βόρεια με τη Νότια Κορέα (sic), της αγάπης που είναι αλληλένδετη με την απώλεια. Άλλοτε με μελαγχολία κι άλλοτε με σκληρότητα ή ακόμα και μεταφυσική διάθεση αλλά πάντα με χιούμορ, ο Πομερά θεωρεί ότι η αγάπη είναι μια επινόηση, ένα παιχνίδι του μυαλού που μας οδηγεί να κάνουμε πράγματα με απρόβλεπτες συνέπειες. Σ’ ένα δεύτερο επίπεδο βέβαια, δεν είναι δυνατόν ν΄αγνοήσει κανείς το πολιτικό σχόλιο που κάνει ο Πομερά απ’ τον τίτλο ήδη του έργου σε μια εποχή που συζητιούνται πια εκ νέου οι διεθνείς σχέσεις κι ανιχνεύονται οι αιτίες για τις καταστροφικές ή μη συνέπειες της παγκοσμιοποίησης….

Η παράσταση  του Μαστοράκη κατάφερε να εναρμονιστεί στις προθέσεις του συγγραφέα, ήταν εμπνευσμένη, με ρυθμό, εύστοχες εναλλαγές δραματικού και κωμικού και καλές ερμηνείες. Αισθητικά παρέπεμπε σε μια χορογραφία με διαλείμματα πρόζας κι αυτό έδωσε μια ανάλαφρη νότα στο σοβαρό και υπαρξιακό ερώτημα σχετικά με τη δύναμη της αγάπης.

«Η επανένωση της Βόρειας με τη Νότια Κορέα»

Θέατρο Τέχνης Κάρολος Κουν

Μετάφραση: Μαριάννα Κάλμπαρη

Σκηνοθεσία: Νίκος Μαστοράκης

Κοστούμια: Κλαιρ Μπρέισγουελ

Επιμέλεια Κίνησης: Βάλια Παπαχρήστου

Φωτισμοί: Στέλλα Κάλτσου

Βοηθός Σκηνοθέτη: Μαριλένα Μόσχου

Επιμέλεια σκηνικού: Αλέξανδρος Λαγόπουλος

Φωτογραφίες: Μυρτώ Αποστολίδου

Video Trailer: Μιχαήλ Μαυρομούστακος

Παίζουν (αλφαβητικά): Κλέων Γρηγοριάδης, Μαρία Καλλιμάνη, Κατερίνα Λυπηρίδου, Ιωάννα Μαυρέα, Δημήτρης Πασσάς, Κωνσταντίνα Τάκαλου, Χάρης Φραγκούλης Συμμετέχουν: Χριστίνα Παπατριανταφύλλου, Ανθή Σαββάκη

Με την υποστήριξη του Γαλλικού Ινστιτούτου Ελλάδας

«Δωδέκατη νύχτα» στο Εθνικό Θέατρο

dodekati-nyxta

Ο ανεκπλήρωτος έρωτας του δούκα Ορσίνο για την Ολίβια είναι η αφορμή γι’ αυτήν την  κωμωδία που παίζει με τις αλλαγές των ρόλων και που γράφτηκε το 1601.

Η νεαρή Βιόλα ναυαγεί με τον δίδυμο αδερφό της Σεμπάστιαν στις ακτές της Ιλλυρίας. Πιστεύοντας ότι ο Σεμπάστιαν είναι νεκρός προσλαμβάνεται στην υπηρεσία του δούκα  κι έτσι μεταμφιεσμένη σε αγόρι αναλαμβάνει να τον βοηθήσει να προσεγγίσει τη βαρυπενθούσα λαίδη Ολίβια με την οποία εκείνος είναι ερωτευμένος. Σύντομα όμως, η Βιόλα ερωτεύεται τον Δούκα κι η Ολίβια με τη σειρά της τη Βιόλα πιστεύοντας ότι αυτή είναι αγόρι. Μέσα σ’ αυτό το μπέρδεμα που έχει δημιουργηθεί και προτού οδηγηθούν τα πράγματα σε αδιέξοδο, εμφανίζεται ο Σεμπάστιαν κι έτσι δίνεται η λύση και το αναμενόμενο χάπυ εντ.

Η «Δωδέκατη νύχτα» είναι η νύχτα των Θεοφανείων, αυτή που κλείνει τον κύκλο της Χριστουγεννιάτικης εορταστικής  περιόδου. Είναι μια νύχτα διασκέδασης και μεταμφιέσεων, κάτι αντίστοιχο με την νύχτα του μεσοκαλόκαιρου που με τη σειρά της  ενέπνευσε το «Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας» στον άγγλο ποιητή.

Φαίνεται ότι ο Σαίξπηρ άντλησε αυτό το κομμάτι της πλοκής του έργου από την ιταλική κωμωδία «Οι απατημένοι» (Gl’Ingannati) που εκδόθηκε στα αγγλικά το 1537, αλλά και από μια ιστορία του Μπάρναμπυ Ριτς με τίτλο «Απολλώνιος και Σίλα» που εκδόθηκε το 1581. Πρόσθεσε ένα ζωηρό, χαριτωμένο αλλά και ενίοτε σκληρό περίγυρο με τον πνευματώδη γελωτοποιό Φέστε, τον μόνιμα μεθυσμένο συγγενή της Ολίβια, σερ Τόμπυ, τη σκανταλιάρα ακόλουθό της Μαρία, τον μειωμένης ευφυΐας υποψήφιο γαμπρό σερ Άντριου, και τον δυσάρεστα φιλόδοξο αρχιθαλαμηπόλο Μαλβόλιο, και έφτιαξε μια σπαρταριστή, πικρή κωμωδία για τον έρωτα που είναι «γεμάτος φαντασίας σχήματα, ώστε κι ο ίδιος είναι εντελώς φανταστικός».[1]

Το μοτίβο του ναυαγίου, των δίδυμων αδελφών και της επανένωσης  των ζωντανών με τους θεωρούμενους ως πεθαμένους ή χαμένους είναι δημοφιλές ήδη απ’ την εποχή της κομέντια ντελ άρτε. Το συναντάμε ακόμα και  στις κρητικές κωμωδίες αλλά και στον Γκολντόνι.

Μια τέτοια κωμωδία μ’ έντονα παιγνιδίσματα που δίνουν την αφορμή για μια σειρά από ευτράπελα είναι απορίας άξιο πως κατέληξε σ’ ένα αμήχανο δράμα στα χέρια του Δημήτρη Καραντζά. Ο Καραντζάς είναι νέος, ανερχόμενος και ταλαντούχος , επέλεξε όμως  να δει μια πλευρά που ο ποιητής δεν είχε κατά νου κι αυτό είχε σαν συνέπεια να βαρύνει το έργο. Φαίνεται ότι δεν συναισθάνθηκε το μέγεθος της ευθύνης του ν’ ασχοληθεί με τον Σαίξπηρ.  Η σκηνοθετική του γραμμή είχε οίηση ψάχνοντας να βρει στοιχεία που δεν υπάρχουν στο έργο με αποτέλεσμα να «ζορίσει» τον ρυθμό της παράστασης και να βαρύνει το ανάλαφρο κλίμα με ακατανόητο πραγματικά τρόπο. Μ’ έκπληξη και θυμό παρακολουθήσαμε τη «Δωδεκάτη Νύχτα» να μεταλλάσσεται σ’ ένα δράμα που θέτει ζητήματα υπαρξιακής φύσης, σεξουαλικής ταυτότητας, τραγικότητας λόγω του εγκλωβισμού σ’ ένα φύλο, δικαιώματος της επιλογής φύλου, κοινωνικής κατηγοριοποίησης κόκ…

Η «Δωδεκάτη Νύχτα» είναι μια γλυκόπρικρη κωμωδία αφού τον τόνο δίνει η διάχυτη μελαγχολία που προκαλεί ο χωρίς ανταπόκριση έρωτας του Δούκα προς την Ολίβια. Ωστόσο,  η ταυτότητα της δεν αναιρείται απ’ αυτό. Είναι δηλαδή μια κωμωδία που σύντομα ανασταίνεται (sic) με τονωτικές ενέσεις απ’ τα επιμέρους κωμικά επεισόδια, τα πρόσωπα και τις αναπάντεχες καταστάσεις. Πώς όλα αυτά κατέληξαν σ’ ένα δραματικό έργο μεγάλης χρονικής διάρκειας σε σημείο κουραστικό με γκροτέσκα και φτηνά σεξουαλικά αστεία και  χιλιοειπωμένα λογοπαίγνια που εύκολα συναντάει κανείς σε άλλου τύπου θεάματα κι ένα αμήχανο φινάλε μόνο ο Καραντζάς μπορεί να το απαντήσει.

Η μετάφραση του Χαντζόπουλου είχε ποιητικότητα κι αναφορές στην παλιά μετάφραση του Ρώτα κι ως εκ τούτου λυρισμό και ωραίο τέμπο.

Καλές ερμηνείες απ’ την Έμιλυ Κολιανδρή, την Εύα Σαουλίδου και τον εξαιρετικό Νίκο Χαντζόπουλο στον ρόλο του Μαλβόλιο. Υπερβολικές οι ερμηνείες των δευτερευόντων χαρακτήρων. Όλοι αυτοί οι τύποι θα έπρεπε να παραπέμπουν στους αντίστοιχους τύπους της κομέντια ντελ άρτε –όπου υπάρχει αναλογία-. Αντ’ αυτού, ο σκηνοθέτης τους έντυσε με φτερά και πούπουλα σαν να έπαιζαν σε drαg queen show…

Εντυπωσιακά τα σκηνικά και τα κοστούμια αλλά κατά την παλιά ρήση που ξέρουν οι άνθρωποι του χώρου, όποιος βγαίνοντας από μια παράσταση μιλάει πρωτίστως γι’ αυτά, σημαίνει ότι δεν ήταν καλή η παράσταση…

_____________

1 Μπάμπου Παγκουρέλη Χριστίνα, εισαγωγή και μετάφραση στη «Δωδεκάτη Νύχτα ή ό,τι θελήσετε» για την παράσταση του Θεάτρου του Νότου, 1993

«Δωδέκατη νύχτα»  του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ 

ΚΤΙΡΙΟ ΤΣΙΛΛΕΡ – ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΚΗΝΗ

Μετάφραση: Νίκος Χατζόπουλος

Σκηνοθεσία: Δημήτρης Καραντζάς

Σκηνικά: Κλειώ Μπομπότη

Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη

Κίνηση: Σταυρούλα Σιάμου

Μουσική: Δημήτρης Καμαρωτός

Σύμβουλος στη δραματουργία: Θεοδώρα Καπράλου

Βοηθός σκηνοθέτη: Κέλλυ Παπαδοπούλου

Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου

Σχεδιασμός κομμώσεων: Χρόνης Τζήμος

Σχεδιασμός μακιγιάζ: Αλεξάνδρα Μυτά

Βοηθός σκηνογράφου: Στεφανία Ηλέκτρα Πανταβού

Βοηθός ενδυματολόγου: Ιφιγένεια Νταουντάκη

Δραματολόγος παράστασης: Έρι Κύργια

Διανομή:

Τόμπυ:  Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης, Φαμπιάν, Κούριο, Βαλεντίν, Πλοίαρχος, Αστυνόμος: Βαγγέλης Αμπατζής, Φαμπιάν, Κούριο, Βαλεντίν, Πλοίαρχος, Αστυνόμος: Δημήτρης Κίτσος,Φέστε: Γιάννης Κλίνης, Βιόλα: Έμιλυ Κολιανδρή,Φαμπιάν, Κούριο, Βαλεντίν, Πλοίαρχος, Αστυνόμος: Βασίλης Μαγουλιώτης, Σεμπαστιάν: Άρης Μπαλής, Μαρία: Ελίνα Ρίζου, Άντριου: Μιχάλης Σαράντης, Ολίβια: Εύη Σαουλίδου, Αντόνιο: Αινείας Τσαμάτης, Φαμπιάν, Κούριο, Βαλεντίν, Πλοίαρχος, Αστυνόμος: Σπύρος Χατζηαγγελάκης, Μαλβόλιο: Νίκος Χατζόπουλος, Ορσίνο: Γιώργος Χρυσοστόμου

 

«Στέλλα κοιμήσου» στο Εθνικό Θέατρο

stella

Είναι δύσκολο να μιλήσει κανείς για το θεατρικό σύμπαν του Οικονομίδη. Η ιστορία απλή και χιλιοειπωμένη κάτω από διαφορετικές κάθε φορά συνθήκες. Αναγνωρίζουμε το βασικό σκελετό της στη «Στέλλα Βιολάντη» του Ξενόπουλου, στον «Βασιλικό» του Μάτεσι, στη «Γκόλφω» του Περεσιάδη,  σε ελληνικές ταινίες του ’60…

Η νεαρή γυναίκα ερωτεύεται κι ετοιμάζεται να τινάξει τον αρραβώνα που θα έβαζε την οικογένεια της στα σαλόνια της καλής κοινωνίας στον αέρα. Ο πατέρας –αφέντης  θα πάρει την κατάσταση στα χέρια του  βάζοντας τους μπράβους του να φέρουν την πέτρα του σκανδάλου (σ.σ τον αγαπημένο της κόρης) σηκωτό στο σπίτι όπου και τον αντιμετωπίζει ενώπιον όλης της οικογένειας.

Ο Οικονομίδης κάνει κάτι πολύ έξυπνο. Παίρνει ένα συνηθισμένο θέμα. Δεν ψάχνει κάτι περίπλοκο, αλλόκοτο, σπάνιο. Επεξεργάζεται το θέμα του σε σχέση με τα δεδομένα της εποχής του. Αν σε παλιότερα έργα, ο απαγορευμένος έρωτας ήταν ζήτημα τιμής της κοπέλας ή δεν εξυπηρετούσε λόγω κοινωνικής ή οικονομικής διαφοράς και τελικά στις περισσότερες περιπτώσεις τα εμπόδια κάμπτονταν κι είχαμε happy end, εδώ οι κοινωνικές και οικονομικές διαφορές ναι μεν υπάρχουν αλλά δημιουργείται απλώς η ψευδαίσθηση του happy end, χωρίς ωστόσο να δίνεται.

Ο Οικονομίδης  επαναφέρει τον νατουραλισμό στο θέατρο με το τράβηγμα της κουρτίνας αποκαλύπτοντας  την πραγματικότητα γύρω μας. Προφανώς και γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι ο καταδικασμένος έρωτας των δυο νέων είναι απλώς μια αφορμή να θιγούν άλλα ζητήματα. Στα πρόσωπα του έργου του και στον τρόπο με τον οποίο είναι διαμορφωμένες οι σχέσεις τους, αναγνωρίζουμε λίγο ως πολύ κάτι οικείο. Κάπου τους έχουμε ξαναδεί όλους αυτούς… Γείτονες, φίλοι, κοινωνικές επαφές, δελτία ειδήσεων, πτυχές του εαυτού μας… άνθρωποι κλεισμένοι στον μικρόκοσμο τους που δεν μπορούν/θέλουν να επικοινωνήσουν μεταξύ τους. Οικογένειες που απλώς συμβιώνουν κάτω απ’ την ίδια στέγη, νεοπλουτισμός, εύκολος εθισμός ( σε ουσίες, διαδίκτυο κόκ), απουσία πνευματικότητας, ηθικών αξιών, αγένεια, αμορφωσιά, δίψα για κοινωνική ανέλιξη χωρίς να υπάρχουν προϋποθέσεις.

Ο Οικονομίδης φέρνει μια νέα πρόταση γραφής ελληνικού έργου σε εποχές που ο κόσμος του θεάτρου αναζητάει ενδιαφέροντα σύγχρονα ελληνικά έργα. Τολμώ να πω ότι το σημαντικό εδώ είναι η δυνατότητα να ξεπεράσει το συγκεκριμένο έργο τα σύνορα της χώρας αφού το βαθύτερο θέμα του δεν είναι αμιγώς ελληνικό. Αυτό έχει ενδιαφέρον μιας κι η μόνιμη συζήτηση γύρω απ’ το ελληνικό θέατρο είναι η εσωστρέφεια του λόγω θεματολογίας και γλώσσας.  Επιπροσθέτως, το «Στέλλα κοιμήσου» έχει μια δυναμική αφού υιοθετώντας ένα βασικό καμβά, οι ηθοποιοί διαμορφώνουν τον λόγο κάθε βράδυ εκ νέου και τον εξελίσσουν βάσει μιας διαδραστικότητας που αναπτύσσουν με τους θεατές.

Το να παρακολουθήσεις παράσταση του Οικονομίδη με βάση τα παραπάνω είναι κέρδος αλλά και άθλος, ιδιαίτερα αν δεν είσαι εξοικειωμένος με το σύμπαν του. Το μεγαλύτερο μέρος της παράστασης ήταν μια διαρκής φασαρία ανάμεσα στα μέλη αυτής της ιδιότυπης οικογένειας. Βρισιές, μονότονοι ήχοι υπολογιστή, υστερία… Η έλευση του πατέρα-αφέντη στη σκηνή έσπασε αυτό το κλίμα φέρνοντας  μια πολύ αξιόλογη σκηνή σιωπής, απ’ τις πιο ωραίες δραματουργικά που έχω δει τα τελευταία χρόνια για ν’ ακολουθήσει ένας δεύτερος εξαιρετικά δραματικός γύρος αυτή τη φορά όπου σηματοδότησε και την τελική  έκβαση.

Εξαιρετικός ο  Στάθης Σταμουλακάκος. Πολύ αυθεντική ερμηνεία και ιδιαιτέρως δραματικός ο μονόλογος-διαμαρτυρία του. Ξεχώρισα επίσης τον Γιώργο Νιάρο για το ιδιότυπο σκηνικό του χιούμορ. Αδύναμη της διανομής η Καλλιρόη Μυριαγκού μοιάζει να εξάντλησε την ερμηνεία της στο εξωτερικό περίγραμμα του ρόλου χωρίς να μπορέσει να εμβαθύνει.

«Στέλλα κοιμήσου» του Γιάννη Οικονομίδη

ΚΤΙΡΙΟ ΤΣΙΛΛΕΡ – ΣΚΗΝΗ «ΝΙΚΟΣ ΚΟΥΡΚΟΥΛΟΣ»

Σκηνοθεσία: Γιάννης Οικονομίδης

Επιμέλεια κειμένου: Βαγγέλης Μουρίκης

Σχεδιασμός Φωτισμών: Βασίλης Κλωτσοτήρας

Βοηθός Σκηνοθέτη – Επιμέλεια Κίνησης: Αντώνης Ιορδάνου

Σκηνογραφία: Ιουλία Σταυρίδου

Ενδυματολόγος: Γιούλα Ζωιοπούλου

Μουσική: Μπάμπης Παπαδόπουλος

Δραματολόγος παράστασης: Εύα Σαραγά

Διανομή:

Θείος Τάκης: Αντώνης Ιορδάνου

Στέλλα Γερακάρη: Ιωάννα Κολλιοπούλου

Θεία Βάσω: Μάγια Κώνστα

Μάριος Αγγελής:Αλέξανδρος Μαυρόπουλος

Ελένη Γερακάρη: Καλιρρόη Μυριαγκού

Γιώργος Γερακάρης: Γιάννης Νιάρρος

Αντώνης Γερακάρης:Στάθης Σταμουλακάτος

Ανθή Γερακάρη: Έλλη Τρίγγου

 


Επισκεψιμότητα

  • 196,098 hits

Αρχείο