«Άλκηστη» στο Αρχαίο θέατρο Επιδαύρου

Η «Άλκηστη» του Ευριπίδη παραστάθηκε το 438 π.Χ  έχοντας την τέταρτη θέση στην τετραλογία «Κρήσσες», «Αλκμέων δια ψήφου», «Τήλεφος», «Αλκήστιδα»

Ως τέταρτο δράμα της τετραλογίας έπρεπε να είναι σατυρικό, φαίνεται όμως ότι ο Ευριπίδης δεν κράτησε αυτή την παράδοση κι έγραψε τελικά μια τραγική κωμωδία. Ο H. D. F. Kitto γράφει σχετικά: «Δεν χρειάζεται να το πούμε, στην αβρή και σοφιστεμένη Άλκηστη δεν υπάρχουν σατυρικά ίχνη· ο μισομεθυσμένος Ηρακλής αποτελεί το περισσότερο ένα ίχνος ρηχής κωμωδίας. Το έργο είναι ατόφια τραγικωμωδία». Ο Lesky αναφέρει πως «σε ένα πρώτο επίπεδο στην Άλκηστη αναγνωρίζουμε την ιστορία μιας γυναίκας που από έρωτα για τον άντρα της του προσφέρει τη ζωή θυσιάζοντας τη δική της. Την ίδια στιγμή, βέβαια, η αφήγηση προσλαμβάνει στο δράμα του Ευριπίδη διαφορετικά χαρακτηριστικά. Αυτό που κάποτε ήταν μια λύση χωρίς προβλήματα, αποδεικνύεται η αρχή μιας καινούριας δυστυχίας.»

Συνεπώς, η Άλκηστη δεν είναι καθαρόαιμη τραγωδία, ούτε όμως και κωμωδία. Δεν φιλοδοξεί να διασκεδάσει τους θεατές όπως γινόταν με τα σατυρικά δράματα μετά το ψυχικό βάρος της δραματικής τριλογίας αλλά να τους βάλει να σκεφτούν. Δεν είναι χωρίς σημασία το ότι γράφεται κατά τη διάρκεια των τριακονταετών σπονδών, δηλαδή στο διάστημα ειρήνης ανάμεσα στην Αθήνα και τη Σπάρτη που σηματοδότησε το τέλος του πρώτου Πελοποννησιακού πολέμου, οπότε δεν θα ήταν παράτολμο να υποστηρίξουμε ότι ήταν μια καλή ευκαιρία να προβληματιστούν οι πολίτες για τον πόλεμο και τους ηγέτες τους.

Η Άλκηστη δεν έχει βέβαια  άμεση σχέση με πόλεμο αλλά ασκεί κριτική στον αυταρχισμό και την υποκρισία της εξουσίας. Παράλληλα, ο Ευριπίδης που είχε επηρεαστεί απ’ τη συναναστροφή του με τους σοφιστές, δεν διστάζει να θίξει τους προβληματισμούς του γύρω απ’ το θεσμό του γάμου, τον έρωτα, τις υποχρεώσεις των γονιών προς τα παιδιά τους, τον φόβο του ανθρώπου απέναντι στον θάνατο.

Σ’ ολόκληρο το έργο συνυπάρχει το τραγικό με το κωμικό. Αυτό σε συνδυασμό με το αινιγματικό τέλος του δημιουργούν στον σκηνοθέτη την «υποχρέωση» να σκεφτεί πάνω του και να βρει λύσεις. Η Άλκηστη επιστρέφει βουβή απ’ τον Κάτω κόσμο. Το φινάλε είναι ειρωνικό και διφορούμενο…

Η Κατερίνα Ευαγγελάτου ενέσκηψε πάνω στις ιδιαιτερότητες του έργου κι επέλεξε να το παρουσιάσει δίνοντας του έντονη πολιτική χροιά. Με αφορμή το πρωτόγνωρο της προσφοράς της ηρωίδας, το πλαίσιο – κατά τη σκηνοθέτρια- θα έπρεπε να είναι ένα στρατιωτικό καθεστώς όπου ο ανώτατος άρχοντας δεν επιτρέπεται να πεθάνει ενώ δεν πειράζει αν τη θέση του πάρει η σύζυγος… Έτσι επέλεξε την Ελλάδα της δεκαετίας του ’70 όπου η ζωή της γυναίκας είναι σαφώς μικρότερης αξίας από εκείνη του άνδρα και οι πολίτες δεν τολμούν να αντιταχθούν στις εντολές του αρχηγού τους.

Μπορεί να μην πρόκειται για κλασική τραγωδία,  η Άλκηστη όμως είναι αναμφισβήτητα τραγικό πρόσωπο. Αποφασίζει να προσφέρει τη ζωή της  για τον άντρα της παρά το νεαρό της ηλικίας της. Φαίνεται ότι το κάνει με ελεύθερη βούληση ωστόσο αν λάβει κανείς υπόψη τη θέση της γυναίκας στην αρχαιότητα μάλλον η απόφαση της ήταν μονόδρομος. Η σκηνοθέτρια υποστηρίζει ότι  δεν είχε κι άλλη επιλογή. Αν πέθαινε ο Άδμητος το πιθανότερο ήταν να την πουλούσαν σκλάβα κάπου αλλού και να σκότωναν τα παιδιά της για να μην εγείρουν αξιώσεις στον θρόνο. Απ’ την άλλη έχουμε τον Άδμητο. Απόλυτος άρχοντας,  επιβάλει τη θέληση του με αυταρχικό τρόπο, έχει μάθει να έχει το αρχικό πρόσταγμα και τον τελευταίο λόγο και δέχεται σχεδόν με ανακούφιση τη θυσία της νεαρής γυναίκας του αφού έτσι γλυτώνει ο ίδιος τον θάνατο. Επιπλέον, έρχεται σε σύγκρουση με τον ηλικιωμένο πατέρα του ψέγοντας τον που δεν προσφέρθηκε να πεθάνει εκείνος στη θέση του. Ίσως έτσι να είχε ακόμα γυναίκα ενώ τώρα είναι υποχρεωμένος να τηρήσει την υπόσχεση στην Άλκηστη και να μην ξαναπαντρευτεί. Αυτό δεν λέγεται, είναι όμως κάτι που υπονοείται έντονα σ’ όλο το έργο για να κορυφωθεί τη στιγμή που θα δεχτεί να πάρει σπίτι του την πεπλοφορεμένη άγνωστη που του προσφέρει ο Ηρακλής . Σε όλη τη διάρκεια του δράματος, ο Άδμητος δείχνει να προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα σ’ αυτά που νιώθει κι αυτά που πρέπει να επιβάλει.

Η Κατερίνα Ευαγγελάτου συνεχίζει μια σειρά επιτυχημένων σκηνοθεσιών. Η κάθοδος στην Επίδαυρο της έδωσε φτερά να χαράξει τη γραμμή που είχε αποφασίσει ανεξάρτητα απ΄το τι περίμεναν ενδεχομένως  οι άλλοι από κείνη. Αυτή είναι εξάλλου η γοητεία του αρχαίου θεάτρου αλλά και  το στοίχημα που καλούνται να κερδίσουν κάθε φορά οι δημιουργοί εφόσον τα αρχαία δράματα δεν παρασταίνονται μουσειακά αλλά με απόλυτη ελευθερία κι ως εκ τούτου με ρίσκα.

Παρέδωσε έτσι μια ευφυή παράσταση με συγκεκριμένη άποψη και συνέπεια σε όλα τα επίπεδα, από τα σκηνικά και τα κοστούμια ως την εξαιρετική μουσική και την υπόκριση των ηθοποιών. Ο χορός επίσης δεν είχε άχαρο ρόλο αλλά καθαρή συμμετοχή.

Θεμελιακό στοιχείο της παράστασης  ο θάνατος που είναι και το βασικό  θέμα της Άλκηστις. Έτσι απ΄την αρχή της εισόδου των θεατών στο θέατρο, σκάβεται ένας λάκκος γύρω απ΄τον οποίο θα εξελιχθεί το έργο. «Χους ει και εις χουν απελεύσει»…

Ενδιαφέρουσα η συνύπαρξη παλιάς και νέας γενιάς. Ο Γιάννης Φέρτης στη σύντομη εμφάνιση του στον ρόλο του Φέρη, απέδειξε πώς ένας αναγνωρίσιμος ηθοποιός  παλιότερης γενιάς, μπορεί  με σεμνότητα να υπακούσει τον σκηνοθέτη και να εντάξει το παίξιμο του στη συνολική άποψη της παράστασης.

Ο Παπασπηλιόπουλος ακροβάτησε με επιτυχία ανάμεσα στα δραματικά και κωμικά στοιχεία του ρόλου. Άγγιξε τη γελοιότητα του ανώτατου άρχοντα που με βία επιβάλλει τη θέληση του και κατάφερε να δώσει στο κοινό αρκετές στιγμές αβίαιστου γέλιου- ίσως λίγο περισσότερο απ’ ότι θα χρειαζόταν μιας και θέλει πολύ αυτοκυριαρχία να μείνεις  στον ρόλο ανεξάρτητα απ’ τις διαθέσεις του κοινού όταν δεν μιλάμε για καθαρόαιμη κωμωδία ή επιθεώρηση… Η Κίττυ Παϊτατζόγλου ήταν αέρινη και γήινη στη σύντομη παρουσία της ως Άλκηστη. Με εξαιρετική κίνηση κατόρθωσε να τραβήξει την προσοχή ακόμα και στις σκηνές όπου η νεκρή πια ηρωίδα περιφέρεται απ’ τους άνδρες του βασιλιά για ταφή. Καλοί κι οι υπόλοιποι ρόλοι, ο απόμακρος Απόλλων του Κώστα Βασαρδάνη, ο σχολαστικός Θάνατος του Σωτήρη Τσακομίδη κι ο πληθωρικός Ηρακλής του Δημήτρη Παπανικολάου.

Το στοίχημα με την σκοτεινή «Άλκηστη» που λόγω των ιδιαιτεροτήτων της παρασταίνεται σπάνια φαίνεται ότι κερδήθηκε.

Φεστιβάλ Αθηνών κι Επιδαύρου 2017

Αρχαίο θέατρο Επιδαύρου

«Άλκηστις» του Ευριπίδη

Σκηνοθεσία-Επεξεργασία μετάφρασης: Κατερίνα Ευαγγελάτου

Μετάφραση: Κώστας Τοπούζης

Σκηνικά: Εύα Μανιδάκη

Κοστούμια: Βασιλική Σύρμα

Κίνηση: Πατρίτσια Απέργη

Μουσική σύνθεση: Γιώργος Πούλιος

Φωτισμοί: Σίμος Σαρκετζής

Μουσική   διδασκαλία: Μελίνα Παιονίδου

Βοηθός σκηνοθέτη: Δήμητρα Δερμιτζάκη

Β’ Βοηθός σκηνοθέτη: Δημήτρης Οικονομίδης

Βοηθοί σκηνογράφου: Μυρτώ Μεγαρίτου, Θάλεια Μέλισσα

Βοηθός ενδυματολόγου: Ειρήνη Γεωργακίλα

Βοηθός χορογράφου: Ειρήνη ΚαλαΙτζίδη

Βοηθός συνθέτη: Κωνσταντίνος Τσιώλης

Σχεδιασμός κομμώσεων: Χρόνης Τζήμος

Σχεδιασμός μακιγιάζ: Άννα Μπαλτζή

Ειδικά εφέ: Προκόπης Βλασερός

Δραματολόγοι παράστασης: Εύα Σαραγά, Βιβή Σπαθούλα

Διανομή ρόλων

Απόλλων: Κώστας Βασαρδάνης

Θάνατος:Σωτήρης Τσακομίδης

Υπηρέτης:Ερρίκος Μηλιάρης

Άλκηστη: Κίττυ Παϊτατζόγλου

Άδμητος: Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος

Ηρακλής: Δημήτρης Παπανικολάου

Φέρης: Γιάννης Φέρτης

Παιδί: Σπύρος Γουλιέλμος

Παιδί: Νικόλ Φαλτσέτα

Χορός: Κωνσταντίνος Γεωργαλής, Γιώργος Ζυγούρης, Στάθης Κόικας, Μιχάλης Μιχαλακίδης, Αντώνης Μιχαλόπουλος, Γιώργος Νούσης, Χρήστος Ξυραφάκης, Στέλιος Παυλόπουλος, Δημόκριτος Σηφάκης, Περικλής Σκορδίλης, Αλέξανδρος Σταυρόπουλος, Μιχάηλ Ταμπακάκης, Βαλάντης Φράγκος.

Μουσικοί επί σκηνής: Κωνσταντίνος Τσιώλης, Κωνσταντίνος Κωστίδης, Θοδωρής Σοφόπουλος, Πέτρος Κασσιμάτης.

 

 

Advertisements

«Γράμμα σ’ έναν άντρα / Βασισμένο στα ημερολόγια του Νιζίνσκι» στη Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών

Για να κατανοήσει κανείς καλύτερα το έργο του Wilson, καταλληλότεροι να μιλήσουν είναι οι άνθρωποι με τους οποίους έχει συνεργαστεί εδώ και χρόνια. Αυτοί μπορούν ν’ αποκαλύψουν τη σύνθετη προσωπικότητα του δημιουργού, την οπτική του, τον τρόπο με τον οποίο δέχεται ερεθίσματα που τα μετουσιώνει σε καλλιτεχνική δημιουργία κοκ. Απ’ την Sheryl Sutton και τον Christopher Knowles ως τον Heiner Muller και τον Philip Glass, οι άνθρωποι του Wilson μιλούν για έναν ιδιοφυή δημιουργό, για έναν καλλιτέχνη που στο επίκεντρο της δημιουργίας του έχει τον άνθρωπο και που απ’ αυτόν αντλεί έμπνευση, για έναν απαιτητικό σκηνοθέτη αλλά πάνω απ’ όλα για έναν ευαίσθητο άνθρωπο που περιμένει απ’ τους συνεργάτες του να δίνουν ιδέες. «Συνειδητοποίησα ότι το κλειδί της αρμονικής συνεργασίας με τον  Bob ήταν να ικανοποιούμαι πρώτα εγώ» λέει ο Hans Peter Kuhn που δούλεψε με τον Wilson στο θρυλικό «Death Destruction and Detroit».

« Ο Bob μιλάει πολύ για την εσωτερική και την εξωτερική οθόνη, αυτούς τους δύο διαφορετικούς τρόπους αντίληψης . Νομίζω ότι αυτό που κάνουν οι περισσότεροι άνθρωποι είναι να σβήνουν την εσωτερική οθόνη όταν υπάρχει κάποια εξωτερική δραστηριότητα. Έτσι, όταν παίζουν κάποιο ρόλο, υπάρχει κείμενο, δράση και κινήσεις και επικεντρώνονται σ’ αυτά. Ακόμα κι αν υπάρχει κάποιος τρόπος να κινητοποιήσει αυτές τις πράξεις και τις λέξεις, τις συνδέει με προσωπική εμπειρία ή ψυχολογία για να τις κάνει πιο αληθοφανείς κι όλο αυτό είναι μονοδιάστατο γιατί δεν κάνουν παρά μόνον αυτό. Νομίζω ότι αυτό που κάνει την ερμηνεία πλούσια και πολυδιάστατη στο θέατρο του Bob είναι το ότι οι άνθρωποι δεν παύουν να είναι άνθρωποι απλώς και μόνο επειδή παίζουν κάποιο ρόλο. Αν ακούσεις πολύ προσεκτικά, σου λένε ανθρώπινα πράγματα για τους εαυτούς τους και για το ποιοι είναι και το τι εμπειρία γεύονται. » λέει η Sheryl Sutton που έχει δουλέψει με τον Wilson μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από οποιονδήποτε άλλο συνεργάτη του απ’  το 1970 με το «Deafman Glance»  ως το  1988 με το «Cosmopolitan Greetings».

Η ιδιαίτερη ευαισθησία σε άτομα με ειδικές ανάγκες όπως ο Knowles που ως αυτιστικός ήταν περιθωριοποιημένος μέχρι που ανακαλύφθηκε (sic) απ’ τον Wilson κι αυτή του η ιδιαιτερότητα προβλήθηκε και αναδείχθηκε οδήγησε σε εκπληκτικές σκηνικές συνθέσεις όπως το «Deafman Glance»,το «Dia log/Network» ή  «The $ Value of Man». Ήταν η απόφαση του Bob να μάθει τους ρυθμούς του παιδιού και να δουλέψει μαζί του με τους ίδιους ρυθμούς. Όλοι έμειναν έκπληκτοι με το ότι αυτό το παιδί μέσα σε τόσο λίγο χρόνο λειτούργησε ενώ ουδέποτε στο παρελθόν είχε μπορέσει » έχει δηλώσει ο πατέρας του Knowles.

Ο Wilson χρησιμοποιεί θεατρικά κολάζ και μοιάζει σαν να μοντάρει τις παραστάσεις του. Άλλες φορές η αφορμή είναι μια εικόνα, άλλες ο ήχος.  Αυτό ήταν και το σημείο επαφής του με τον Heiner Muller. Ο Wilson  ανταποκρίθηκε αμέσως στην εξυπνάδα και στην χαρισματική προσωπικότητα του Muller. O Wilson είναι ένας δημιουργός εικόνων και στον Γερμανό συγγραφέα ανακάλυψε για πρώτη φορά κάποιον με τον οποίο μπορούσε να μοιραστεί τον ίδιο οπτικό σφυγμό, κάποιον του οποίου η γλώσσα δεν μεταφράζεται σε θεωρία αλλά σε εικόνες του μυαλού. Αλλά και ο Muller έχει δημιουργήσει θεατρικά κολάζ ή μοντάζ όπως τα αποκαλεί ο ίδιος. Έχει φτιάξει ανεξάρτητες σκηνές, λόγους , λογοτεχνικά κομμάτια.

Κοινό «μυστικό» για να διαβάσει κανείς το έργο του Wilson είναι η συμμετοχή του κοινού σ’ αυτό. Το κοινό που θα παρακολουθήσει μια παράσταση του πρέπει να είναι έτοιμο ν’ αναλάβει την ευθύνη της δικής του εμπειρίας. Αυτό από μόνο του είναι πολύ σημαντικό αν σκεφτεί κανείς πόσο διαδραστικό είναι το θέατρο του Wilson, τι ζητάει απ’ τους θεατές, πόσο τους καλεί να είναι σε εγρήγορση. «Θέλω το τέλος να μείνει ανοιχτό, να υπάρξουν ερωτήματα στο κοινό.  Κι εμένα μου αρέσει αυτό. Μου αρέσει ο τρόπος που ο  Bob ζητάει από το κοινό να αναλάβει μια ευθύνη για τη δική του εμπειρία. Έτσι νιώθω για τη δουλειά που κάνω. Δεν πρόκειται να εμπλακώ σε οτιδήποτε έχει να κάνει με εξηγήσεις διότι το θεωρώ τόσο αλαζονικό. Εξηγήσεις για κάτι τόσο μυστηριακό , όχι. Το μυστήριο πρέπει να μείνει στην καρδιά του θεατή. Δεν θέλω να ανακατευτώ μ’ αυτό. Το κοινό έπρεπε να έχει έναν σημαντικό ρόλο στο να πάρει την εμπειρία και να τρέξει μ’ αυτήν ή να την πετάξει. Το πειραματικό θέατρο του 1970 στο οποίο ανήκαμε ιδεολογικά και ο Bob  κι εγώ ήταν ενάντια σε κάθε μορφή χειραγώγησης του κοινού.» λέει ο David Warrilow.

Βαρύνουσα σημασία στο έργο του Wilson έχουν οι περίτεχνοι φωτισμοί του όπως δηλώνει ο μεγάλος επίσης Philip Glass  όταν είδε το «The life and Times of Joseph Stalin»  το « Σκέφτηκα ότι ήταν  υπέροχο έργο […] Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι παρόλο που πρώτη φορά έβλεπα δουλειά του Bob, αυτού του είδους το θέατρο ήταν πολύ φυσιολογικό για μένα. Πολύ συχνά οι άνθρωποι που έχουν την παραδοσιακή θεατρική εμπειρία και έρχονται σ’ επαφή με το θέατρο του  Wilson εντυπωσιάζονται γιατί δεν έχουν ξαναδεί κάτι παρόμοιο. Αλλά αν έχει μεγαλώσει κανείς στη Νέα Υόρκη στη δεκαετία του ’60 είναι εξοικειωμένος μ’ αυτό τον τύπο θεάτρου. Αυτό που πραγματικά μ’ εντυπωσίασε  στην παράσταση που είδα δεν ήταν τόσο η καινοτομία της αλλά ότι ήταν τόσο εξατομικευμένο, τόσο ιδιαίτερο και τόσο εκλεπτυσμένο. Εντυπωσιάστηκα ιδιαιτέρως από το φωτισμό , ο οποίος φαντάζει πολύ στοιχειώδης σε σχέση μ’ αυτό που ο  Bob μπορεί να κάνει σήμερα αλλά παρόλα αυτά ήταν και τότε χρόνια φωτός μακρύτερα από οποιονδήποτε άλλο. Ήξερα ότι θα κάναμε μαζί κάποιο έργο. Δεν είχαμε γνωριστεί ακόμα αλλά ήταν προφανές.»

Η τελευταία δουλειά του Wilson, «Γράμμα σ’ έναν άντρα» έρχεται να συμπυκνώσει όλα τα προηγούμενα μ’ έναν τρόπο που τελικά είναι αποκαλυπτικός για τους μεγάλους δημιουργούς. Μετά τις πολύωρες παραστάσεις του παρελθόντος, τους πειραματισμούς, τις αναζητήσεις στη φόρμα, χρειάζεται λίγος, ελάχιστος στην πραγματικόητα χρόνος για να αποκρυσταλλώσεις τα στάδια μιας μεγάλης καριέρας. Το είδαμε στον Peter Brook το περασμένο φθινόπωρο, το βλέπουμε και τώρα με το Wilson.

Μέσα σε 80 λεπτά και με τον Mikhail Baryshnikov ως τον ιδανικότερο performer, ο Wilson  διεισδύει στο ταραγμένο μυαλό του Nijinsky ερευνώντας την καταστροφική περίοδο των έξι εβδομάδων του 1919, την απαρχή της σχιζοφρένειας του Nijinsky, έτσι όπως ο ίδιος  την κατέγραψε στα ημερολόγια του. Ο θεατής παρακολουθεί τον χορευτή φαινόμενο των αρχών του 20ου αιώνα να καταδύεται στην τρέλα. Αποσπασματικά περνάει το βάσανο της σεξουαλικότητας του, και  η σχέση με τον Diaghilev.

Ακόμα κι αν δεν ξέρει κανείς τίποτα για το Wilson και το τεράστιο έργο του, η παρουσία του Baryshnikov  στη σκηνή λειτουργεί σαν καταλύτης.  Ο Μίσα όπως έχει επικρατήσει να είναι το καλλιτεχνικό του ψευδώνυμο είναι αέρινος. Έχει μια πλαστικότητα που σε κάνει να νομίζεις ότι ίπταται.  Αυτή εξάλλου η χάρη της κίνησης, σε συνδυασμό με το λευκό πρόσωπο που του φόρεσε ο Wilson κάνοντας τον να μοιάζει μ’ ένα οποιονδήποτε κλόουν είναι το κομβικό σημείο συνάντησης τριών μεγάλων καλλιτεχνών. Ο μάγος Wilson παίζει το παιχνίδι της Μπάμπουσκας, της θρυλικής ρώσικης κούκλας.  Μας καλεί να μπούμε στο μυαλό του Nijinsky κι εμείς παρακολουθούμε πώς ο ένας μπαίνει στο μυαλό του άλλου μέχρι που το σχήμα μικραίνει και πάλι απ’ την αρχή.  Ο θεατής στου Wilson, αυτός στου Baryshnikov, ο Baryshnikov στου Nijinsky κοκ.

Η παράσταση ακούγεται σε τρεις γλώσσες, αγγλικά, γαλλικά και ρωσικά. Ο Baryshnikov είναι ένας θλιμμένος κλόουν, ένας περιπλανητής, μια μαριονέτα πάνω σε μια καρέκλα που μας κοιτάζει ανάποδα- ή μήπως εμείς τελικά την κοιτάμε έτσι; Είναι η τρέλα απόκλιση μιας κανονικότητας αλλά ποιος ορίζει την κανονικότητα…

Οι παραστάσεις του Wilson συνιστούν θεατρική εμπειρία. Σκεφτόμουν πηγαίνοντας ότι με υποκινούν δίψα και περιέργεια να δω όλο και περισσότερες δουλειές που φέρουν την υπογραφή του. Φεύγοντας, η εμπειρία απέκτησε τη βαρύτητα του να έχω δει στη σκηνή τον Baryshnikov. Συνάντηση ιερών τεράτων ή αλλιώς γιατί η τέχνη σε κάνει να αισθάνεσαι  ότι μπορείς ν΄αντιμετωπίσεις τη θνητότητα σου…

τα σημεία του κειμένου για τους συνεργάτες του Wilson έχουν μεταφραστεί απ΄τα γαλλικά ως μέρος πανεπιστημιακής εργασίας απ’ τη γράφουσα κι όπως και το υπόλοιπο κείμενο αποτελούν προϊόν πνευματικής ιδιοκτησίας.

 

Ελληνικό Φεστιβάλ

Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών Ιδρύματος Ωνάση

Ρόμπερτ Γουίλσον – Μιχαήλ Μπαρίσνικοφ

«Γράμμα σ’ έναν άντρα / Βασισμένο στα ημερολόγια του Νιζίνσκι»

Σκηνοθεσία – Σκηνικά – Σύλληψη φωτισμών: Ρόμπερτ Γουίλσον, Μιχαήλ Μπαρίσνικοφ
Κείμενο: Christian Dumais-Lvowski
Δραματουργία: Darryl Pinckney
Μουσική: Hal Willner
Κοστούμια: Jacques Reynaud
Συνεργασία σε ζητήματα κίνησης και ομιλούμενου κειμένου: Lucinda Childs
Φωτισμοί: A.J. Weissbard
Ήχος: Nick Sagar, Ella Wahlström
Βίντεο: Tomek Jeziorski
Ελληνικοί υπέρτιτλοι: Έλλη Πετράντη

Παραγωγή: Change Performing Arts και Baryshnikov Productions, Αττική Πολιτιστική Εταιρεία
Ανάθεση: Spoleto Festival dei 2Mondi, BAM, Cal Performances, University of California, Berkeley, Center for the Art of Performance at UCLA, Théâtre De La Ville

.

«Θερισμός» στο Εθνικό Θέατρο

Βλέποντας τον «Θερισμό» μου ήρθε στο νου μια εικόνα. Να είναι κατακαλόκαιρο να ζεσταίνουν τους λουόμενους οι ακτίνες του ήλιου, ν’ ακούγεται η θάλασσα κι οι χαρούμενοι ήχοι του καλοκαιριού, να μυρίζει καρπούζι κι όλες οι έγνοιες να ζητούν αναβολή ως τον Σεπτέμβρη. Ξαφνικά, μια τορπίλη που πέφτει από απροσεξία καταστρέφει όλη αυτή την ξεγνοιασιά και σκορπίζει τον τρόμο.

Ο «Θερισμός» του Δημητριάδη είναι ένα θρίλερ. Αναζητώντας τις εκλεκτικές συγγένειες στην τέχνη θα μπορούσε να παραπέμψει στη στιγμή που στο «Τι απέγινε η Μπέιμπι Τζέην, το ασημένιο σκεύος φαγητού ανοίγει για ν’ αποκαλύψει ένα ποντίκι…

Οι χαρακτήρες του Δημητριάδη παραθερίζουν σ’ ένα ακριβό θέρετρο πολύ μακριά απ’ τα σπίτια τους, επιθυμώντας να ξεφύγουν απ’ τις έγνοιες τους. Είναι δε τόσο γλυκά αποχαυνωμένοι στις πολυτελείς ξαπλώστρες τους πίνοντας εξωτικά κοκτέιλ που δεν θέλουν  να κουνηθούν ούτε για να πέσουν στη θάλασσα.

Αυτή την ειδυλλιακή εικόνα παίρνει ο συγγραφέας και με μαεστρία την μετατρέπει σταδιακά σε εφιάλτη. Ο ήχος των κινητών που στη διάρκεια αυτής της γλυκιάς χαύνωσης διακόπτει τους λουόμενους τους θυμίζει σε μικρές δόσεις τι έχουν αφήσει πίσω τους. Τα δυο ζευγάρια από ένα κακομαθημένο παιδί εφηβικής ηλικίας που τους τηλεφωνεί χτυπώντας τους στο ευαίσθητο σημείο τους. Η μονή της παρέας έναν άπιστο εραστή που την προκαλεί και την εμπαίζει αλλά εκείνη τρέχει σαν σκυλάκι πίσω του.

Ό,τι σπέρνεις θερίζεις λέει ο σοφός λαός κι έτσι η ώρα που θ’ ανοίξει το ασημένιο σκεύος δεν θ’ αποκαλύψει απλώς ένα ποντίκι που τρομάζει αλλά όλο το σαθρό οικοδόμημα της ζωής τους που εκείνη τη στιγμή δεν μπορεί πια παρά να καταρρεύσει οριστικά, παρόλες τις ανέσεις και την ακριβοπληρωμένη γαλήνη που τους περιβάλλουν.

Ο Δημητριάδης κάνει ένα πολύ εύστοχο σχόλιο για τους επαναπαυμένους ανθρώπους τόσο σε επίπεδο προσωπικής, όσο και κοινωνικής αλλά και πολιτικής ζωής. Ο σύγχρονος άνθρωπος πάσχει από εσωστρέφεια και  φοβία. Όταν κλείνουν οι πόρτες του σπιτιού, θέλει ν’ αφήσει την κόλαση έξω. Επιθυμεί να κλείσει τα μάτια και τ’ αυτιά στη δυστυχία που πλησιάζει, το κακό συμβαίνει αλλού, εκείνος μπορεί να κάθεται αμέριμνος στον καναπέ/ξαπλώστρα του και το πολύ-πολύ να παρακολουθεί παθητικά απ’ τον δέκτη σαν να βλέπει ταινία – ολίγον τι στενόχωρη-αλλά ταινία…

Δεν είναι πολύ του γούστου μου ο Δημήτρης Δημητριάδης σαν θεατρική γραφή. Ενώ έχει πράγματα να πει νιώθω ότι κυριαρχεί ένας ακκισμός που είναι ενοχλητικός. Ακόμα κι αυτό το δυσνόητο μοιάζει σαν να γίνεται επί τούτου κι όχι γιατί βγαίνει αυθόρμητα… Ο «Θερισμός» ήρθε ν’ ανατρέψει αυτή την πεποίθηση γιατί ο προβληματισμός και το αποτέλεσμα δικαίωσαν την οποιαδήποτε αυταρέσκεια.

Ο Τάρλοου υπέγραψε μια ευφυή σκηνοθεσία με αρωγούς τα ωραία σκηνικά και κοστούμια της Μανωλοπούλου και το εκπληκτικό βίντεο του Δήμα.  Όλη αυτή η καλοκαιρινή ραστώνη, η νωχελικότητα, η χαλάρωση σε συνδυασμό με το έντονο ταμπεραμέντο των  χαρακτήρων, τα πάθη και την  υποβόσκουσα εκρηκτικότητα οδηγούν σ’ ένα κρεσέντο που παραλύει. Ο τρόμος που βιώνουν οι παραθεριστές μετά από ένα  τηλεφώνημα θα τους αφυπνίσει προς στιγμήν αλλά δεν θα λειτουργήσει σαν καταλύτης ουσιαστικής αλλαγής. Θα γυρίσουν πλευρό στην ξαπλώστρα και θ’ απασχολήσουν το μυαλό τους με το σε πόση ώρα θα πάνε στη θάλασσα. Απ’ τις πιο δυνατές σκηνές λίγο πριν το τέλος το τραγουδιστικό παραλήρημα με ρυθμούς ραπ. Οι χαρακτήρες δεν είναι πια οι ίδιοι αλλά μοιάζουν σαν χαμένοι, σαν να μην ξέρουν πώς ν’ αλλάξουν ακόμα κι όταν η αλλαγή έχει ήδη συντελεστεί (sic).

Δυνατές ερμηνείες από την Αλεξία Καλτσίκη και την Άννα Μάσχα. Σε δεύτερο πλάνο ο Νίκος Ψαρράς με τη Μάρω Παπαδοπούλου και πιο αδύναμος της διανομής αν και πληρούσε τις εξωτερικές προδιαγραφές του ρόλου ο Περικής Μουστάκης

«Ο Θερισμός» έχει την ευφυΐα ενός κειμένου που μοιάζει με ανάλαφρη κωμωδία αλλά μέσα του κρύβει πολύ από ανθρώπινη δυστυχία και μοναξιά.

«Θερισμός» του Δημήτρη Δημητριάδη

ΚΤΙΡΙΟ ΤΣΙΛΛΕΡ – ΣΚΗΝΗ «ΝΙΚΟΣ ΚΟΥΡΚΟΥΛΟΣ»

Σκηνοθεσία: Δημήτρης  Τάρλοου

Σκηνικά κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου

Μουσική: Κατερίνα Πολέμη

Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου

Κίνηση: Κορίνα Κόκκαλη

Βοηθός σκηνοθέτη: Δήμητρα Κουτσοκώστα

Σκηνοθεσία βίντεο: Χρήστος Δήμας

Βοηθός σκηνογράφου/ενδυματολόγου: Δάφνη Παπαϊωάννου

Σχεδιασμός κομμώσεων: Χρόνης Τζήμος

Διευθυντής φωτογραφίας: Γιώργος Αργυροηλιόπουλος

Δραματολόγος παράστασης : Έρι κύργια

Διανομή:

Ζουζού: Άννα Μάσχα

Ρουμί: Περικλης Μουστάκης

Ασούρ: Νίκος Ψαρράς

Λίκρα: Αλεξία Καλτσίκη

Μπόνα: Μάρω Παπαδοπούλου

 

«Η τάξη μας» στο Εθνικό θέατρο

Το 2001 ο ιστορικός Γιαν Γκρος, πολωνικής καταγωγής από Εβραίο πατέρα και καθολική μητέρα και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον, είχε αφηγηθεί στο βιβλίο του «Οι γείτονες» τη σφαγή στο Γιεντβάμπνε, μια μικρή πόλη στην Ανατολική Πολωνία, οι κάτοικοι της οποίας έκαψαν ζωντανούς στις 10 Ιουλίου 1941, όλους τους Εβραίους γείτονές τους (υπολογίζεται ότι χάθηκαν έτσι περίπου 1.600 άνθρωποι). Οι αποκαλύψεις του είχαν οδηγήσει τον τότε πρόεδρο Αλεξάντρ Κβασνιέφσκι να ζητήσει συγγνώμη στη διάρκεια μιας πρωτοφανούς για την Πολωνία τελετής στο Γιεντβάμπνε.
Οκτώ χρόνια αργότερα, ο Ταντέους Σλομποντζιάνεκ δραματοποιεί τα πραγματικά ιστορικά γεγονότα χρησιμοποιώντας ως καμβά μια τάξη συμμαθητών που από το 1925 ως το 1941 περίπου, συμβίωναν σχεδόν αρμονικά, με κοινό τόπο την καταγωγή τους και χωρίς εχθρότητες  λόγω διαφορετικού θρησκεύματος. Στο έργο παρακολουθούμε πώς η αρχική  εισβολή των Ρώσων κι έπειτα των Γερμανών έφερε στην  επιφάνεια όλα εκείνα τα αρνητικά χαρακτηριστικά που συνήθως συνυπάρχουν με τα θετικά στον κάθε άνθρωπο και χρειάζονται πάντα μια αφορμή  για ν’ απελευθερωθούν. Η σκοτεινή πλευρά των ανθρώπων σε συνδυασμό με το ένστικτο της επιβίωσης οδήγησε εδώ σε αποστροφή του διαφορετικού, σε υπέρμετρο εθνικισμό, προδοσία, κατάχρηση εξουσίας και έγκλημα.

Είναι φανερό ότι πέραν της συγκεκριμένης θεματολογίας του το έργο παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον σε εποχές σαν τη σημερινή όπου οράματα και προσδοκίες για έναν ειρηνικό κόσμο έχουν καταρρεύσει ανασύροντας ταπεινές συμπεριφορές παράλληλα με την άνοδο εθνικιστικών ιδεολογιών και φασιστικών κινημάτων. Επιπλέον, το τέχνασμα των συμμαθητών σηματοδοτεί κι έναν άλλο κοινό τόπο που διαπιστώνει κανείς πάντα μεγαλώνοντας κι όσο απομακρύνεται χρονικά απ’ τα σχολικά χρόνια. Ό,τι σε ένωνε ως παιδί μπορεί να σε χωρίσει ως ενήλικα. Η αθωότητα εύκολα χάνεται πόσο μάλλον όταν ο περίγυρος έντεχνα μολύνει την παιδική ψυχή αρχικά και την ευμετάβλητη εφηβική αργότερα, με υποψίες για τον διαφορετικό διπλανό του…

Ο Τάκης Τζαμαργιάς έστησε μια αξιόλογη παράσταση με  10 ηθοποιούς ν’ αλωνίζουν κυριολεκτικά τη σκηνή υποδυόμενοι με πάθος τους ήρωες του έργου. Δεν  κράτησε καμία ρεαλιστική δομή σε χώρο και χρόνο και δεν οριοθέτησε τη δράση αποκόπτοντας της απ’ την άμεση αφήγηση. Μέσα απ’ τον λόγο των ηθοποιών αλλά και την αστείρευτη σκηνική τους ενέργεια περάσαμε απ’ το ανέφελο 1925 στην ταραγμένη δεκαετία του ’40 με τις πρώτες απώλειες, μεταφερθήκαμε στην Αμερική και ξανά πίσω στην Πολωνία και καταλήξαμε στον αιώνα μας. Οι συμμαθητές μεγάλωσαν, ανδρώθηκαν, αλληλοφαγώθηκαν, τιμωρήθηκαν. Κάποιοι μεταμέλησαν, άλλοι έζησαν εις βάρος των υπολοίπων. Όλοι τους όμως με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στιγματίστηκαν απ’ το έγκλημα του 1941.

Ωραία σχεδιασμένος και με έντονο συμβολισμό ο σκηνικός χώρος της Μανωλοπούλου. Ο τεράστιος σχολικός πίνακας στο βάθος έδινε μια νότα ανάμνησης της παλιάς σχολικής τάξης που σταδιακά μετατράπηκε σε πεδίο βολής και θανάτου. Ακόμα κι όταν  οι συμμαθητές ο ένας μετά τον άλλον περνάγανε απ’ τη θνητότητα στην αντίπερα όχθη, πλησίαζαν τον πίνακα άρα έρχονταν πιο κοντά στην τάξη που κάποτε έσφυζε από ζωή κι αντηχούσαν παιδικά χαρούμενα τραγούδια ενώ τα θρανία έγιναν τάφοι εκείνων των παλιών οραμάτων κι ιδανικών.

Την πρωτότυπη μουσική της παράστασης υπογράφει ο Δημήτρης Μαραμής, ο οποίος εμπνεύστηκε από την πολωνική και εβραϊκή μουσική παράδοση.

Δυνατές οι ερμηνείες απ’ όλους τους ηθοποιούς,  από τον πιο ήσυχο υποκριτικά Βασίλη Μαγουλιώτη ως τον πιο στομφώδη Κώστα Γαλανάκη. Θα ξεχωρίσω τον Γιώργο Πυρπασόπουλο για την εσωτερικότητα, την ακρίβεια και το βάθος της υποκριτικής του δύναμης. Με πάθος κι οδύνη απέδωσε η Κωνσταντίνα Τακάλου την άτυχη Ντόρα, ενώ ο Νταλιάνης κι η Κωνσταντινίδου υπήρξαν κάπως πιο υποτονικοί υποκριτικά. Πάντα καλός ο Πάνου- ίσως λίγο πιο κουρασμένος εδώ,  ενδιαφέρουσα η παρουσία του Μαυρόπουλου, μετρημένη και χωρίς περιττές εξάρσεις η Ράνια Οικονομίδου, με ωριμότητα η φιγούρα του ιερέα, ωραία δοσμένη απ’ τον Άλκη Παναγιωτίδη που κατάφερε να ισορροπήσει ανάμεσα στον Χένιεκ ως όν και στον Χένιεκ με τα ιερατικά άμφια που εξαγνίζουν ακόμα και τις αμαρτίες αυτού που τα φοράει…

«Η τάξη μας» έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες και παρουσιαστεί με τεράστια επιτυχία στο Ισραήλ, στην Ουγγαρία, στις Ηνωμένες Πολιτείες, στην Ιταλία, στον Καναδά, στη Σουηδία και στη Μεγάλη Βρετανία. Έχει κερδίσει το αναγνωρισμένο βραβείο «Nike» το 2010 – το κορυφαίο Πολωνικό βραβείο λογοτεχνίας-  που για πρώτη φορά απονεμήθηκε σε θεατρικό έργο. Επίσης κατατάχθηκε ανάμεσα στα καλύτερα  σύγχρονα ευρωπαϊκά έργα που γράφτηκαν κατά το 2009/10, από το European Theatre Convention. Αξίζει ν’ αναφερθεί ότι πέρυσι παρουσιάστηκε στο αθηναϊκό κοινό απ’ τον ΘΟΚ  στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών σε σκηνοθεσία Γιάννη Καλαβριανού.

Εθνικό θέατρο

Κτίριο Τσίλλερ- κεντρική σκηνή

«Η τάξη μας» του Ταντέους Σλομποντζιάνεκ

Μετάφραση: Έρι Κύργια

Σκηνοθεσία: Τάκης Τζαμαργιάς

Σκηνικά-κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου

Μουσική: Δημήτρης Μαραμής

Στίχοι τραγουδιών: Σωτήρης Τριβιζάς

Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης

Κίνηση: Ζωή Χατζηαντωνίου

Μουσική διδασκαλία: Μελίνα Παιονίδου

Βοηθός σκηνοθέτη: Μάκης Μεζόπουλος

Βοηθός σκηνογράφου: Δάφνη Παπαϊωάννου

Δραματολόγος παράστασης: Βιβή Σπαθούλα

Διανομή ρόλων

Γιάκουμπ  Κατς: Βασίλης Μαγουλιώτης

Ντόρα: Κωνσταντίνα Τάκαλου

Ρυσίεκ: Αλέξανδρος Μαυρόπουλος

Μενάχεμ: Θέμης Πάνου

Ζίγκμουντ: Γιώργος Πυρπασόπουλος

Ζόχα: Καίτη Κωνσταντίνου

Χένιεκ: Άλκης Παναγιωτίδης

Βλάντεκ: Γιάννης Νταλιάνης

Ραχέλκα/Μαριάννα: Ράνια Οικονομίδου

Άμπραμ: Κώστας Γαλανάκης

 

«Οι Τρεισευτυχισμένοι» στο Θέατρο Πορεία

Δεν είναι ασυνήθιστο να κολλάμε ταμπέλες στους καλλιτέχνες συχνά καταδικάζοντας τους σε μια συγκεκριμένη κατηγορία κι έτσι να δυσκολευόμαστε να τους δούμε αλλού. Είναι σαν τους φορτώνουμε και ασυνείδητα με μια ευθύνη, να μην ξεφύγουν της γραμμής.  Ευτυχώς ο Γιάννης Χουβαρδάς δεν φαίνεται να εγκλωβίζεται σε ό, τι μπορεί καθένας απ’ το κοινό ή τους πιο ειδικούς να έχει στο μυαλό του κι έτσι χαράσσει την πορεία του όπως ο ίδιος έχει αποφασίσει. Ομολογώ ότι κι εγώ ξαφνιάστηκα όταν άκουσα ότι φέτος σκηνοθετεί Λαμπίς, με τον ίδιο τρόπο που πέρυσι είχα ξαφνιαστεί που ο Μαρμαρινός σκηνοθετούσε Αριστοφάνη. Με μεγάλη λοιπόν περιέργεια πήγα να δω πώς ένας «σοβαρός» σκηνοθέτης έργων ρεπερτορίου κατά κύριο λόγο θα χειριστεί μια γαλλική φαρσοκωμωδία.

«Οι Τρισευτυχισμένοι» ( «(Le plus heureux de Trois», προέκυψαν το 1870), ως αντίδραση, όπως λέγεται, του Λαμπίς στον ισχυρισμό ενός κριτικού σύμφωνα με τον οποίο «η μοιχεία δεν θα μπορέσει ποτέ να προκαλέσει γέλιο». Ο Λαμπίς σε συνεργασία με τον Edmond Gondinet παραδίδει μια σπαρταριστή κωμωδία που καταρρίπτει  περίτρανα τον παραπάνω ισχυρισμό.

Στο σπίτι του πλούσιου Μαρζαβέλ μπαινοβγαίνουν διάφορα πρόσωπα που εμπλέκονται μεταξύ τους σε μια ιστορία μοιχείας με παρελθόν, παρόν και μέλλον… οι επιμέρους μοιχείες μάλιστα διακλαδίζονται για να συνδέσουν τελικά τα πρόσωπα σε κάτι που δεν φαίνεται να έχει προφανές τέλος. Ο Λαμπίς δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για την ψυχοσύνθεση αυτών των προσώπων. Τα σκιαγραφεί με αδρές γραμμές και τα ρίχνει στα βαθειά της δράσης (sic). Το ίδιο το είδος της φάρσας άλλωστε, δεν στοχεύει στην εμβάθυνση αλλά στα διάφορα κωμικά επεισόδια που με γρήγορο ρυθμό διαδέχονται το ένα το άλλο και βγάζουν γέλιο.

Ο Χουβαρδάς βλέπει το έργο με πιο εκλεπτυσμένη ματιά απ’ ότι συνηθίζεται σε τέτοια έργα. Έτσι εδώ απουσιάζουν τα χοντροκομμένα αστεία ή οι γκροτέσκες ερμηνείες. Οι ηθοποιοί δεν κάνουν μούτες και δεν παίζουν με τις ευκολίες τους ή με ενθάρρυνση απ’ το κοινό αλλά είναι αφημένοι σε μια ελαφρότητα που τους παρασύρει σ’ ένα γοητευτικό και συνάμα επικίνδυνο γαϊτανάκι. Η σκηνοθεσία του είναι αέρινη αλλά καθόλου πρόχειρη.

Βρήκα εξαιρετικά ευφυή την έναρξη. Αντί κουδουνιών και καθώς η πλειονότητα των θεατών έχει εισέλθει, μια υπηρέτρια της οποίας το πρόσωπο καλύπτει η πλούσια κώμη της, ξεσκονίζει ενώ συγχρόνως απαγγέλει το εγχειρίδιο της σωστής φροντίδας μιας γυναίκας προς τον σύζυγο  όπως κυκλοφορούσε στα βιβλία οικιακής οικονομίας του ’50.

Έξυπνο και λειτουργικό το σκηνικό. Το βαλσαμωμένο ελάφι με τα κέρατα που κάθε φορά που γυρίζουν αποκαλύπτουν μια κρυψώνα, το μεταβαλλόμενο πορτρέτο της πρώην και της νυν κυρίας Μαρζαβέλ, το στρογγυλό έπιπλο-επίσης κρυψώνα που στο δεύτερο μέρος γίνεται παγκάκι… Τα κοστούμια της Ιωάννας Τσάμη είναι υπέροχα. Τα χρώματα, τα υφάσματα, οι περούκες όλα τα επιμέρους στοιχεία υπογραμμίζουν εύστοχα αυτή την έντονη γελοιότητα που βγάζουν οι ήρωες του Λαμπίς.

Όλοι οι ηθοποιοί κέντησαν πάνω στους ρόλους τους κι έδειχναν να το ευχαριστιούνται. Ο Χρήστος Λούλης μας εξέπληξε ευχάριστα σε κωμικό ρόλο. Γοητευτικά αδέξιος, χαριτωμένος, με σκέρτσα κι ωραία κίνηση έδωσε δείγματα πραγματικά λαμπερού ηθοποιού. Ο Άγγελος Παπαδημητρίου με έμφυτη χάρη και φινέτσα, είναι γεννημένος για το θεατρικό αυτό είδος. Η Λένα Παπαληγούρα ήταν πολύ χαριτωμένη ως Πετούνια και με μπρίο ως Λίσμπετ. Μαζί με τον εξαιρετικό Λαέρτη Μαλκότση τους απολαύσαμε στο ντουέτο  των Αλσατών χωριατών που έρχονται να πυροδοτήσουν κι άλλο την ήδη έκρυθμη ατμόσφαιρα του κομψού παρισινού σπιτιού. Ο Τάρλοου φέρει στο παίξιμο του ένα φλεγματικό χιούμορ αγγλικού τύπου που ήρθε κι ενσωματώθηκε με πολύ φυσικό τρόπο στον χοντρούλη, αφελή κι ελαφρώς υστερικό γάλλο που ενσαρκώνει. Η Ιωάννα Κολλιοπούλου πολύ καλή στον ανδρόγυνο ρόλο της και τέλος η Άλκηστις Πουλοπούλου νιώθω ότι βρήκε στο γαλλικό ελαφρό θέατρο το είδος που πραγματικά της ταιριάζει. Αισθαντική, χαριτωμένη, μπριόζα, κομψή θύμιζε γαλλίδες ηθοποιούς που έδρεπαν δάφνες στις παρισινές σκηνές του 20ου αιώνα.

Η παράσταση ήταν καλοδουλεμένη και με ολοκληρωμένη άποψη από την αρχή ως το τέλος. Δεν θα ήταν υπερβολικό να λέγαμε ότι μοιάζει να στήθηκε με ακρίβεια καλοστημένης χορογραφίας όπου ακόμα κι αυτά που μοιάζουν αυτοσχεδιαστικά κι αυθόρμητα δεν είναι.

Αφήνω για το τέλος την εξαιρετική μετάφραση του Στρατή Πασχάλη, μόνιμου σχεδόν συνεργάτη του Χουβαρδά με την ευφυή απόδοση του τίτλου. Οι γαλλομαθείς θα καταλάβουν ότι αν δεν δεις πώς γράφεται το Τρεισευτυχισμένοι μπορείς να θεωρήσεις ότι ο μεταφραστής αγνόησε πλήρως τον γαλλικό πρωτότυπο τίτλο. Το τρεις όμως αντί του συνηθισμένου τρις συμπυκνώνει εξαιρετικά όλο το παιχνιδιάρικο πνεύμα του έργου.

Θέατρο Πορεία

«Οι Τρεισευτυχισμένοι» του Eugène Labiche

Διασκευή-Σκηνοθεσία: Γιάννης Χουβαρδάς

Μετάφραση: Στρατής Πασχάλης

Δραματολόγος παράστασης: Έρι Κύργια

Σκηνικά: Εύη Μανιδάκη

Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη

Μουσική: Δημοσθένης Γρίβας

Επιμέλεια κίνησης: Σταυρούλα Σιάμου

Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος

Διανομή:

Πετούνια, Λίσμπετ: Λένα Παπαληγούρα

Μαρζαβέλ: Δημήτρης Τάρλοου

Ζομπλέν: Άγγελος Παπδημητρίου

Ερνέστος: Χρήστος Λούλης

Ερμάνς: Άλκηστις Πουλοπούλου

Μπέρτα:Ιωάννα Κολλιοπούλου

Κράμπαχ: Λαέρτης Μαλκότσης

 

«Relax Mynotis» στο Θέατρο Τέχνης

Ένας υπέργηρος αλλά συνάμα ακμαίος ηθοποιός υπαγορεύει την 35η διαθήκη του σ’ έναν νεαρό βοηθό συμβολαιογράφου. Με διάθεση καυστική αλλά και μεγάλη δόση αυτοσαρκασμού μιλάει για όλους και όλα, παλιούς συναδέλφους, φίλους πολιτικούς, την νεοελληνική πραγματικότητα, τη λειτουργία του θεάτρου, την πολιτική, τη δημοκρατία, τη δικαιοσύνη, τη φύση του επαγγέλματος «κάνουμε Σάββα, παιδί μου, ένα επάγγελμα με πρώτη ύλη το πιο κοινόχρηστο πράγμα του κόσμου, το πιο μπανάλ: τη γλώσσα».

Είναι σαφές τόσο απ’ τον τίτλο, όσο κι απ’ τη στιγμή που βγαίνει στη σκηνή ο Παπαβασιλείου ότι ο εν λόγω ηθοποιός είναι ο Αλέξης Μινωτής. Πρώτη φορά είδα τον Παπαβασιλείου στη σκηνή κι ομολογώ εντυπωσιάστηκα. Αν και δεν πρόλαβα τον Μινωτή στο θέατρο ήταν σαν να τον έβλεπα μπροστά μου. Η ομιλία, το βάδισμα, όσα ειπώθηκαν∙ αναπόφευκτα σκέφτηκα ότι το «φάντασμα» του Μινωτή ήρθε και στοίχειωσε τον παραδοσιακό αντίπαλο – το Θέατρο Τέχνης -στην έδρα του (sic).

Νομίζω όμως ότι θ’ αδικούσαμε τον Παπαβασιλείου αν εξαντλούσαμε αυτό το σημείωμα στο πόσο πειστικά μιμήθηκε τον Μινωτή. Δεν ήταν σαφέστατα αυτός ο στόχος του. Αφορμή στο να καταπιαστεί με τον συγκεκριμένο ηθοποιό ήταν ο μύθος που έχει αφήσει εκείνος πίσω του, τόσο λόγω της ιδιαίτερης προσωπικότητας και της τεράστιας καριέρας του, όσο κι επειδή λόγω μακροβιότητας, ο Μινωτής ευτύχησε να διανύσει θεατρικά ένα τεράστιο κομμάτι της θεατρικής αλλά και νεοελληνικής πραγματικότητας του 20ου αιώνα συνυπάρχοντας με άλλα εξίσου ιερά τέρατα. Στο δεύτερο εξάλλου μέρος του έργου, ο Παπαβασιλείου τον βάζει να συνδιαλέγεται με τον Γιάννη Ρίτσο ορμώμενος απ’ την σύμπτωση της κοινής ημερομηνίας θανάτου τους, αλλά και με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή που ήταν γνωστό ότι υπήρξαν φίλοι.

Ο Παπαβασιλείου λέει ότι όταν ανοίχτηκε η διαθήκη του Μινωτή η φράση «τα ποσά είναι ασήμαντα, πλην τα αισθήματα πρωτεύουν» υπήρξε η πρώτη αφορμή να καταγραφεί στο μυαλό του το σχέδιο αυτού του έργου. Παράλληλα όμως, η παράσταση είναι κι ένας ύμνος στην τέχνη του ηθοποιού, στο εφήμερο της θεατρικής πράξης, στην διαρκή αναμέτρηση του καλλιτέχνη με το καλύτερο, στην αναγκαιότητα εξάλειψης των απογόνων μήπως και σταματήσει πια η αναφορά σε προγονικά επιτεύγματα κι η προσδοκία που οι μεγαλύτερες γενιές καλλιεργούν και κληροδοτούν στις νέωτερες…

Ο Παπαβασιλείου είναι ένας διανοούμενος του θεάτρου κι οφείλουμε να το έχουμε αυτό κατά νου όταν βλέπουμε τις παραστάσεις του. Η ματιά του πάνω σ’ αυτό που αποφασίζει κάθε φορά να παρουσιάσει έχει ερωτήματα πολιτικού, κοινωνικού, αισθητικού χαρακτήρα.

Στο «Relax Mynotis» δεν γελάει κανείς μ’ αυτά που ακούγονται, τα θεατρικά κουτσομπολιά ή τις φήμες, αλλά μ’ αυτά που αναγνωρίζει ως διαχρονικές αλήθειες. Και σ’ αυτό το σημείο είναι που συναντιέται το κωμικό με το δραματικό, κάτι που ο Παπαβασιλείου έχει το χάρισμα ν’ αποτυπώνει με τον λόγο και την παρουσία του.

Ο έτερος της διανομής, Γιάννος Περλέγκας, κράτησε ίσες αποστάσεις απ’ τον κεντρικό ρόλο, δεν «καπελώθηκε» απ’ το χαρισματικό και γιατί όχι αβανταδόρικο ντουέτο Παπαβασιλείου-Μινωτή. Είναι εξάλλου ένας απ’ τους πιο καλούς ηθοποιούς της γενιάς του. Στο δεύτερο μέρος του έργου, στάθηκε πρακτικά μόνος στη σκηνή απαγγέλλοντας τα δελτάρια που υποτίθεται ότι αντάλλαξε ο Μινωτής με τον Ρίτσο. Παρεμπιπτόντως, ήταν και το σημείο που βρήκα κάπως βαρετό θεωρώντας το άνισο σε σχέση με το πρώτο μέρος αφού λείπει το μπρίο που είναι τόσο διάχυτο μέχρι εκείνη τη στιγμή.

Θέλω ν’ αναφερθώ και στο ηχητικό κομμάτι της παράστασης που επιμελήθηκε ο Λαέρτης Μαλκότσης. Δεν ξέρω ποιου ιδέα ήταν, αλλά οι παιδικές φωνές που ακούγονται άλλοτε πιο έντονα κι άλλοτε πιο υποτονικά καθόλη τη διάρκεια της παράστασης, υπήρξε ευφυής πρόταση. Παραπέμπει τόσο πολύ στη ζωή που συνεχίζεται και δηλώνει με σθένος την παρουσία της σε αντιδιαστολή με τη διαθήκη που υπαγορεύεται μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο από έναν υπέργηρο κύριο που αν κι έχει ξεπεράσει κατά πολύ το προσδόκιμο, αντιστέκεται με μένος και συνεχίζει, έστω και αυτοσαρκαζόμενος, να κάνει σχέδια για το μέλλον…

Απ’ τα δυνατά σημεία τέλος, οι αυτοσχεδιασμοί μεταξύ των δύο ηθοποιών που με την κίνηση των χεριών υποκαθιστούν τ’ αντικείμενα που λείπουν (καθρέφτης, χτένα, άρωμα, καφές κτλ). Είναι ένα τρόπον τινά παιχνιδιάρικο θέατρο εν θεάτρω.

Πρέπει να πω όμως γενικά, βγάζοντας όσο μπορώ απέξω τον εαυτό μου κι αυτά που ξέρω για το θέατρο και τους ανθρώπους του -επίσημα αλλά και παρασκηνιακά – ότι ένα μεγάλο μέρος του κειμένου αναλώνεται σε θέματα για μυημένους. Αυτοί θα γελάσουν ή θα μειδιάσουν με ό, τι ακούγεται. Οι υπόλοιποι θα παρακολουθούν αμήχανοι διερωτώμενοι ίσως μα για ποιον μιλάει τώρα. Είναι γνωστό εξάλλου πόσο θελκτικό είναι το κουτσομπολιό για δημόσια πρόσωπα. Κάτω απ’ αυτό το πρίσμα συνεπώς, αναρωτιέμαι αν το «Relax Mynotis» είναι παράσταση μόνο για λίγους…

«Relax Mynotis» του Βασίλη Παπαβασιλείου

Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν (Φρυνίχου)

Σκηνοθεσία:  Βασίλης Παπαβασιλείου

Σκηνογραφία: Κώστας-Ηρακλής Γεωργίου

Φωτισμοί: Ελευθερία Ντεκώ

Ήχοι: Λαέρτης Μαλκότσης

Καλλιτεχνική συνεργάτις-Υπεύθυνη παραγωγής: Νικολέτα Φιλόσογλου

Παίζουν: Βασίλης Παπαβασιλείου, Γιάννος Περλέγκας

«Πόθοι κάτω απ’ τις λεύκες» στο Εθνικό θέατρο

Κάθε άνθρωπος δεν είναι κι ένας τραγικός ήρωας. Αν επιχειρήσουμε όμως ν’ αναζητήσουμε τραγικές μορφές στο νεώτερο θέατρο, αρκετοί απ’ τους χαρακτήρες του Ευγένιου Ο’ Νηλ διεκδικούν τον χαρακτηρισμό αφού αναμετρώνται με υπερκείμενες δυνάμεις κι είναι συμμέτοχοι στη μοίρα τους.

Στους «Πόθους κάτω απ’ τις Λεύκες» που εκδόθηκαν το 1924 αλλά η δράση τους τοποθετείται το 1850, τα τρία βασικά πρόσωπα, ο Εφραίμ, ο Ήμπεν κι η Άμπυ κουβαλούν το καθένα τους από ένα τραγικό φορτίο. Ο Εφραίμ είναι εκείνος ο μετανάστης που ήρθε αποφασισμένος να ριζώσει στον ξένο τόπο και να βγάλει λεφτά ενσαρκώνοντας το αμερικάνικο όνειρο. Είναι ο  σκληρός εργοδότης κι η αρχετυπική μορφή του πατέρα – αφέντη.  Ο  γιος του Ήμπεν επιθυμεί το ίδιο κι επιπλέον έχει αναλάβει το χρέος να αποδώσει δικαιοσύνη στη μνήμη της μητέρας του που υπέφερε απ’ τον δεσποτικό πατέρα. Η Άμπυ έχοντας χάσει σπίτι, άντρα και παιδί ψάχνει νέες ρίζες. Κι οι τρεις αναζητούν δικαιοσύνη σ’ έναν άδικο νομοτελειακά κόσμο. Νιώθουν  ότι η ζωή τους χρωστάει ευτυχία κι επιδιώκουν να φτιάξουν οι ίδιοι τις συνθήκες που θα τους οδηγήσουν γρηγορότερα στον στόχο τους, διαπράττοντας επαναλαμβανόμενες ύβρεις με ολέθριες συνέπειες.

Ο Ο ‘Νηλ,  απ’ τους σπουδαιότερους θεατρικούς συγγραφείς του 20ου αιώνα, παραδίδει ένα έργο βαθειά ρεαλιστικό αλλά με έντονες ποιητικές αποχρώσεις. Με μελαγχολία και διεισδυτικότητα εισχωρεί στις ανθρώπινες ψυχές που δεν μπορούν να λυτρωθούν απ’ τα πάθη τους, ενώ ταυτόχρονα αποζητούν ηρεμία, γαλήνη και σταθερότητα. Κι ο ίδιος άλλωστε ως γόνος Ιρλανδών μεταναστών βασανίστηκε χρόνια περιπλανώμενος κι αποζητώντας εστία και ρίζες.

Διαβάζοντας το προλογικό σημείωμα του Κωστή Μπαστιά για την παράσταση των Πόθων του 1937 στο Βασιλικό θέατρο, στάθηκα στη φράση:[…]δεν υπάρχουν παλαιά και σύγχρονα αριστουργήματα, υπάρχουν μονάχα αριστουργήματα. Κι όταν ένα έργο χαρακτηριστεί τέτοιο σημαίνει πως είναι καλό για όλες τις εποχές και για όλους τους τόπους. […] Οι πόθοι είναι από τα καλύτερα έργα του αμερικανικού θεάτρου κι έχει το δικαίωμα να παίζεται πάντα κι ένα θέατρο σαν το Βασιλικό έχει την υποχρέωση να δίνει όσο γίνεται πιο συχνά στο κοινό του τέτοιους πνευματικούς καρπούς.[…]

Ο δεξιοτέχνης σκηνοθέτης μπορεί να κάνει παράσταση ακόμα και με τον τηλεφωνικό κατάλογο, όπως έλεγε κι ο Σπύρος Ευαγγελάτος. Ένα καλό έργο όμως, όσο αριστουργηματικό κι αν είναι μπορεί ν’ αδικηθεί από μια κακή σκηνοθεσία. Παρακολούθησα τους «Πόθους κάτω απ’ τις λεύκες» σε σκηνοθεσία Αντώνη Αντύπα και δυστυχώς έπληξα.  Τολμώ να πω ότι το έργο κακόπεσε (sic) στα χέρια ενός Αντύπα προσκολλημένου στα χρόνια του Απλού θεάτρου.

Ο Αντύπας ευτύχησε να παρουσιάσει ένα σύνολο αξιόλογων έργων στα 22 χρόνια  λειτουργίας του Απλού θεάτρου μέχρι το 2012, άλλοτε ως σκηνοθέτης κι άλλοτε δίνοντας χώρο σε άλλους συνάδελφους του. Το Απλό θέατρο είχε ένα πολύ σημαντικό ρεπερτόριο αλλά το κοινό που βλέπει καλό θέατρο έχει παρακολουθήσει μια εξέλιξη που ο Αντύπας φαίνεται να μην θέλει ή μπορεί να ασπαστεί. Ο καλός σκηνοθέτης οφείλει να είναι προσαρμοστικός κι ευέλικτος κυρίως με την ιδιότητα του καλλιτέχνη που αφουγκράζεται τις ανάγκες κάθε εποχής, του κοινού και που συγχρόνως επιθυμεί να κρατάει ζωντανά κάποια κλασικά αριστουργήματα με τρόπο που να αφορούν και στο σήμερα.

Η παράσταση είχε εξαιρετικά αργό ρυθμό και καθόλου έμπνευση ενώ τα σκηνικά του Πάτσα, η μουσική της Καραΐνδρου, οι φωτισμοί της Μάσχα δημιουργούσαν μεν ατμόσφαιρα αλλά παράλληλα φώναζαν ότι κάπου τα έχουμε ξαναδεί/ ακούσει όλα αυτά.

Οι ερμηνείες περιγραφικές και στομφώδεις. Εξωτερικός ο Γιώργος Κέντρος που είναι ένας ηθοποιός άλλου ρεπερτορίου και σαφώς χαμηλότερων τόνων, ανύπαρκτος ο Χριστοδούλου διεκπεραίωσε απλώς τον ευαίσθητο Ήμπεν, αβοήθητη η Μαρία Κίτσου – μια εξαιρετική κατά τα άλλα ηθοποιός, μεγάλης γκάμας -αλλά ως γνωστόν ένας κούκος δεν φέρνει την άνοιξη. Βρήκα επιπλέον εντελώς παλαιομοδίτικη τη χρήση τόσων προσώπων (μουσικοί, χωρικοί κόκ)  για μια μόνο σκηνή. Όφειλε να βρει άλλη λύση…

Δεν μπορώ ν’ αποφύγω τέλος ένα σχόλιο για τη συνάντηση των μεγάλων συγγραφέων και του έργου τους με τρόπο που δείχνει ότι δεν υπάρχει παρθενογένεση στην  τέχνη αλλά μόνο πεδίο για γόνιμη έκφραση μέσα απ’ την αλληλεπίδραση.

Το έργο του Ο’ Νηλ έχουν σημαδεύσει τα μυθιστορήματα του Λόντον και Κόνραντ που διάβαζε στα νιάτα του. Οι ήρωες του έχουν έντονη τραγικότητα κι η βαθειά γνώση της ανθρώπινης ψυχής θυμίζει Στρίντμπεργκ ή Ρώσους μεγάλους μυθιστοριογράφους.

Επί του προκειμένου, πέραν του προφανούς δανεισμού απ’ τους μύθους της Φαίδρας και της Μήδειας που το κράμα της τραγικότητας τους συναντούμε στο πρόσωπο της Άμπυ, ένα μεγάλο μέρος της πρώτης πράξης με τους τρεις γιους κάτω απ’ τη σκιά του πατέρα –δυνάστη  θυμίζει έντονα τους Καραμάζωφ του Ντοστογιέφσκι.  Ο Ο’ Νηλ όμως  πιθανόν να γνώριζε και κάτι απ’ τον «Αθώο» του Ντ’ Ανούντσιο όπου κι εκεί η ερωτική ζήλεια ξεσπά με τον πνιγμό ενός βρέφους (του αμαρτωλού σπόρου) μέσα στην κούνια του. Στην μεταφορά του στη μεγάλη οθόνη, τη σκηνή αυτή σκηνοθέτησε αριστουργηματικά ο εστέτ και βιρτουόζος Βισκόντι.

Όπως και να’ χει, οι «Πόθοι κάτω απ’ τις λεύκες» είναι όλα τα παραπάνω κι ένα καυστικό σχόλιο για την αναζήτηση της ευτυχίας μέσα απ’ την αγωνία τριών ανθρώπων να ριζώσουν. Η λεύκα ζει σε υγρό έδαφος, δεν αντέχει σκιές και παγετούς κι ενώ αναπτύσσεται με ταχείς ρυθμούς κάνει επιφανειακές ρίζες και δεν έχει πολύ γερό κορμό…

«Πόθοι κάτω απ’ τις λεύκες» του Ευγένιου Ο’ Νηλ

Εθνικό θέατρο-Κεντρική Σκηνή

Μετάφραση: Γιώργος Δεπάστας

Σκηνοθεσία: Αντώνης Αντύπας

Σκηνικά-Κοστούμια: Γιώργος Πάτσας

Μουσική: Ελένη Καραΐνδρου

Φωτισμοί: Μελίνα Μάσχα

Κίνηση: Σταυρούλα Σιάμου

Βοηθός σκηνοθέτη: Ορέστης Τάτσης

Συνεργάτης-Δραματολόγος:Άννα Αγγέλου

Διανομή ρόλων:

Ήμπεν: Γιώργος Χριστοδούλου

Πήτερ: Νίκος Γιαλελής

Σίμεον: Παναγιώτης Παναγόπουλος

Εφραίμ Κάμποτ: Γιώργος Κέντρος

Άμπυ Πάτναμ: Μαρία Κίτσου

Βιολιστής: Κώστας Λώλος

Σερίφης: Σταύρος Μερμήγκης

Βοηθός Σερίφη: Γιώργος Ζυγούρης, Ανδρέας Παπανικόλας

Αγρότισσα: Μαργαρίτα Ανθίδου,Ιουλιέττα Θύμη, Χριστίνα Ντέμου, Ανθούλα Χαιροπούλου, Μάρθα Λαμπίρη-Φεντόρουφ, Μάγδα Λέκκα

Αγρότης: Γιώργος Βερτσώνης, Άλκης Μαγγόνας, Δημήτρης Τσεσμελής

 


Επισκεψιμότητα

  • 196,818 hits

Αρχείο