«Στέλλα κοιμήσου» στο Εθνικό Θέατρο

stella

Είναι δύσκολο να μιλήσει κανείς για το θεατρικό σύμπαν του Οικονομίδη. Η ιστορία απλή και χιλιοειπωμένη κάτω από διαφορετικές κάθε φορά συνθήκες. Αναγνωρίζουμε το βασικό σκελετό της στη «Στέλλα Βιολάντη» του Ξενόπουλου, στον «Βασιλικό» του Μάτεσι, στη «Γκόλφω» του Περεσιάδη,  σε ελληνικές ταινίες του ’60…

Η νεαρή γυναίκα ερωτεύεται κι ετοιμάζεται να τινάξει τον αρραβώνα που θα έβαζε την οικογένεια της στα σαλόνια της καλής κοινωνίας στον αέρα. Ο πατέρας –αφέντης  θα πάρει την κατάσταση στα χέρια του  βάζοντας τους μπράβους του να φέρουν την πέτρα του σκανδάλου (σ.σ τον αγαπημένο της κόρης) σηκωτό στο σπίτι όπου και τον αντιμετωπίζει ενώπιον όλης της οικογένειας.

Ο Οικονομίδης κάνει κάτι πολύ έξυπνο. Παίρνει ένα συνηθισμένο θέμα. Δεν ψάχνει κάτι περίπλοκο, αλλόκοτο, σπάνιο. Επεξεργάζεται το θέμα του σε σχέση με τα δεδομένα της εποχής του. Αν σε παλιότερα έργα, ο απαγορευμένος έρωτας ήταν ζήτημα τιμής της κοπέλας ή δεν εξυπηρετούσε λόγω κοινωνικής ή οικονομικής διαφοράς και τελικά στις περισσότερες περιπτώσεις τα εμπόδια κάμπτονταν κι είχαμε happy end, εδώ οι κοινωνικές και οικονομικές διαφορές ναι μεν υπάρχουν αλλά δημιουργείται απλώς η ψευδαίσθηση του happy end, χωρίς ωστόσο να δίνεται.

Ο Οικονομίδης  επαναφέρει τον νατουραλισμό στο θέατρο με το τράβηγμα της κουρτίνας αποκαλύπτοντας  την πραγματικότητα γύρω μας. Προφανώς και γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι ο καταδικασμένος έρωτας των δυο νέων είναι απλώς μια αφορμή να θιγούν άλλα ζητήματα. Στα πρόσωπα του έργου του και στον τρόπο με τον οποίο είναι διαμορφωμένες οι σχέσεις τους, αναγνωρίζουμε λίγο ως πολύ κάτι οικείο. Κάπου τους έχουμε ξαναδεί όλους αυτούς… Γείτονες, φίλοι, κοινωνικές επαφές, δελτία ειδήσεων, πτυχές του εαυτού μας… άνθρωποι κλεισμένοι στον μικρόκοσμο τους που δεν μπορούν/θέλουν να επικοινωνήσουν μεταξύ τους. Οικογένειες που απλώς συμβιώνουν κάτω απ’ την ίδια στέγη, νεοπλουτισμός, εύκολος εθισμός ( σε ουσίες, διαδίκτυο κόκ), απουσία πνευματικότητας, ηθικών αξιών, αγένεια, αμορφωσιά, δίψα για κοινωνική ανέλιξη χωρίς να υπάρχουν προϋποθέσεις.

Ο Οικονομίδης φέρνει μια νέα πρόταση γραφής ελληνικού έργου σε εποχές που ο κόσμος του θεάτρου αναζητάει ενδιαφέροντα σύγχρονα ελληνικά έργα. Τολμώ να πω ότι το σημαντικό εδώ είναι η δυνατότητα να ξεπεράσει το συγκεκριμένο έργο τα σύνορα της χώρας αφού το βαθύτερο θέμα του δεν είναι αμιγώς ελληνικό. Αυτό έχει ενδιαφέρον μιας κι η μόνιμη συζήτηση γύρω απ’ το ελληνικό θέατρο είναι η εσωστρέφεια του λόγω θεματολογίας και γλώσσας.  Επιπροσθέτως, το «Στέλλα κοιμήσου» έχει μια δυναμική αφού υιοθετώντας ένα βασικό καμβά, οι ηθοποιοί διαμορφώνουν τον λόγο κάθε βράδυ εκ νέου και τον εξελίσσουν βάσει μιας διαδραστικότητας που αναπτύσσουν με τους θεατές.

Το να παρακολουθήσεις παράσταση του Οικονομίδη με βάση τα παραπάνω είναι κέρδος αλλά και άθλος, ιδιαίτερα αν δεν είσαι εξοικειωμένος με το σύμπαν του. Το μεγαλύτερο μέρος της παράστασης ήταν μια διαρκής φασαρία ανάμεσα στα μέλη αυτής της ιδιότυπης οικογένειας. Βρισιές, μονότονοι ήχοι υπολογιστή, υστερία… Η έλευση του πατέρα-αφέντη στη σκηνή έσπασε αυτό το κλίμα φέρνοντας  μια πολύ αξιόλογη σκηνή σιωπής, απ’ τις πιο ωραίες δραματουργικά που έχω δει τα τελευταία χρόνια για ν’ ακολουθήσει ένας δεύτερος εξαιρετικά δραματικός γύρος αυτή τη φορά όπου σηματοδότησε και την τελική  έκβαση.

Εξαιρετικός ο  Στάθης Σταμουλακάκος. Πολύ αυθεντική ερμηνεία και ιδιαιτέρως δραματικός ο μονόλογος-διαμαρτυρία του. Ξεχώρισα επίσης τον Γιώργο Νιάρο για το ιδιότυπο σκηνικό του χιούμορ. Αδύναμη της διανομής η Καλλιρόη Μυριαγκού μοιάζει να εξάντλησε την ερμηνεία της στο εξωτερικό περίγραμμα του ρόλου χωρίς να μπορέσει να εμβαθύνει.

«Στέλλα κοιμήσου» του Γιάννη Οικονομίδη

ΚΤΙΡΙΟ ΤΣΙΛΛΕΡ – ΣΚΗΝΗ «ΝΙΚΟΣ ΚΟΥΡΚΟΥΛΟΣ»

Σκηνοθεσία: Γιάννης Οικονομίδης

Επιμέλεια κειμένου: Βαγγέλης Μουρίκης

Σχεδιασμός Φωτισμών: Βασίλης Κλωτσοτήρας

Βοηθός Σκηνοθέτη – Επιμέλεια Κίνησης: Αντώνης Ιορδάνου

Σκηνογραφία: Ιουλία Σταυρίδου

Ενδυματολόγος: Γιούλα Ζωιοπούλου

Μουσική: Μπάμπης Παπαδόπουλος

Δραματολόγος παράστασης: Εύα Σαραγά

Διανομή:

Θείος Τάκης: Αντώνης Ιορδάνου

Στέλλα Γερακάρη: Ιωάννα Κολλιοπούλου

Θεία Βάσω: Μάγια Κώνστα

Μάριος Αγγελής:Αλέξανδρος Μαυρόπουλος

Ελένη Γερακάρη: Καλιρρόη Μυριαγκού

Γιώργος Γερακάρης: Γιάννης Νιάρρος

Αντώνης Γερακάρης:Στάθης Σταμουλακάτος

Ανθή Γερακάρη: Έλλη Τρίγγου

 

«Πεδίο βολής (Αγριόπαπιες)» στο Εθνικό Θέατρο

ibsen-pic

Μια ακόμα οικογένεια που στη ντουλάπα της κρύβει σκελετούς απασχολεί τον Ίψεν στην «Αγριόπαπια». Γραμμένο το 1884, το έργο έχει χαρακτηριστεί ως η τραγωδία του μικροαστικού ψεύδους. Οι βασικοί προβληματισμοί του Ίψεν, τα θέματα με τα οποία καταπιάστηκε σε όλα σχεδόν τα αστικά του δράματα είναι ορατά κι εδώ. Η συγκάλυψη της αλήθειας για την επίτευξη ενός σκοπού, ο ιδεαλισμός ενός προσώπου σε πλήρη αντίθεση με τα υπόλοιπα, η κληρονομικότητα, το ζήτημα της αμφισβήτησης της πατρότητας , ο άνθρωπος προ των ευθυνών του, κόκ.

Η συνάντηση των δυο παιδικών φίλων μετά από χρόνια θα γίνει η αφορμή ν’ αποκαλυφθούν τα μυστικά που χώρισαν τις δυο οικογένειες και να διαταράξουν τις πλαστές ισορροπίες. Ο ιδεαλιστής Γκρέγκερ θ’ αψηφήσει τις κοινωνικές και οικογενειακές συμβάσεις και θα παραβιάσει τη σιωπή που επέβαλε με τα χρήματα και την εξουσία του ο πατέρας του κάποτε και η οποία έγινε αποδεκτή απ’ όλους. Ο Γιάλμαρ θ’ ανακαλύψει έκπληκτος ότι η ζωή του εξελίχθηκε κατόπιν ενός πολύ καλά οργανωμένου σχεδίου.

Χρειάζονται δύο για να ειπωθεί μια αλήθεια, αυτός που θα την πει αλλά κυρίως αυτός που είναι έτοιμος να την ακούσει. Ως εκ τούτου, η «Αγριόπαπια» έχει έναν βαθύτερο συμβολισμό. Το πληγωμένο πουλί που φυλάσσεται στην ιδιότυπη σοφίτα στερείται την ελευθερία του με πρόσχημα τη διάσωση του. Όλοι οι βασικοί ήρωες του έργου θα μπορούσαν να είναι η αγριόπαπια. Λαβωμένοι απ’ τη ζωή σε κάποια δεδομένη χρονική στιγμή, ζουν μέσα σ’ ένα ψεύτικο περιβάλλον που τους παρέχει ασφάλεια και προστασία. Η απροθυμία ή η δειλία τους ν’ αντιμετωπίσουν την αλήθεια έχει ως τίμημα την παραχώρηση της ελευθερίας τους.  Ο Ίψεν αφήνει απέξω τη μικρή Έντβιγκ, το μοναδικό τελικά θύμα τον θάνατο του οποίου δεν πρέπει να δούμε ως αυτοκτονία ή ατύχημα αλλά ως απελευθέρωση απ’ το νοσηρό περιβάλλον.

Παράσταση με νεύρο, ομαδικότητα, εξαιρετικές ερμηνείες κι ενδιαφέρουσα πρόταση. Οι Influx παρέα με τον Πρόδρομο Τσινικόρη ρίχνουν μια φρέσκια ματιά στο έργο και χωρίς να αλλοιώσουν τον βασικό ιστό του,  το ξαναγράφουν ανακαλύπτοντας νέες πτυχές  κι επιχειρώντας να φωτίσουν περισσότερο την αλλαγή της ταυτότητας και να επαναπροσδιορίσουν τις οικογενειακές και φιλικές σχέσεις μέσα από τις διαδοχικές αποκαλύψεις. Η Έντβιγκ σ’ αυτή την εκδοχή από εξιλαστήριο θύμα θα γίνει θύτης σκοτώνοντας όλη τη νοσηρότητα που την περιβάλλει.

Αποκάλυψη της παράστασης η Ανθή Ευστρατιάδου. Ωραία κίνηση κι έλεγχος των εκφραστικών της μέσων. Εξαιρετικό και το εύρημα με τα πρόσωπα του έργου να κρύβονται κατά διαστήματα κάτω απ’ το χαλί σαν να θέλουν ν’ αποφύγουν την πραγματικότητα.

Μια συμπαραγωγή της Πειραματικής Σκηνής -1 του Εθνικού Θεάτρου και των Ibsen Scholarships.

«Πεδίο βολής (Αγριόπαπιες)»  των influx και Πρόδρομου Τσινικόρη

ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΗ ΣΚΗΝΗ ( -1)

Σύλληψη – σκηνοθεσία influx – artist collective : Κορίνα Βασιλειάδου, Χάρης Πεχλιβανίδης

Δραματουργία: Πρόδρομος Τσινικόρης

Μετάφραση: Κορίνα Βασιλειάδου, Ειρήνη Κυριακού

Βοηθός σκηνοθέτη: Μαριλένα Κατρανίδου

Σκηνικά-Κοστούμια: Διδώ Γκόγκου, Ελένη Κανακίδου, Σόνια Σαμαρτζίδου

Φωτισμοί:Νίκος Βλασόπουλος

Μουσική: Γιώργος Δούσος, Λευτέρης Μουτσινάς

Οργάνωση παραγωγής:Σταυρούλα Δημητριάδου

Διανομή:

Γιάλμαρ Έκνταλ: Ανθή Ευστρατιάδου

Έντβιγκ Έκνταλ: Ειρήνη Κυριακού

Γκρέγκερς Βέρλε: Χάρης Πεχλιβανίδης

Χώκεν Βέρλε, Γέρο-Έκνταλ: Κλέα Σαμαντά

«Ο Θεός της σφαγής» στο Θέατρο Αθηνών

%ce%bf-%ce%b8%ce%b5%cf%8c%cf%82-%cf%84%ce%b7%cf%82-%cf%83%cf%86%ce%b1%ce%b3%ce%ae%cf%82

«Πιστεύω στον θεό της σφαγής. Είναι ο μοναδικός θεός που κυβερνά αδιάλειπτα, χωρίς αντίπαλο από την αρχή του κόσμου»

Όταν ένα δεκάχρονο αγόρι χτυπάει έναν συνομήλικο συμμαθητή και φίλο του, οι γονείς του νεαρού δράστη συναντιούνται με τους γονείς του θύματος σε μια προσπάθεια να έρθουν σε φιλική συνεννόηση και να συζητήσουν πολιτισμένα για τα παιδιά τους.

Απ΄τις πρώτες κιόλας στιγμές διαφαίνονται οι κοινωνικές και μορφωτικές διαφορές τους. Μποέμ ιστορικός- ερευνήτρια η μητέρα και μικρέμπορος ο πατέρας του θύματος πιστεύουν στον αλτρουισμό και στις αξίες της φιλίας καθώς και στην αναγκαιότητα της συνειδητοποίησης του λάθους και της συγνώμης. Στόχος τους να προσπαθήσουν να εμφυσήσουν αυτά τα ιδανικά στα δυο παιδιά σε μια προσπάθεια να τα συμφιλιώσουν και να τα διδάξουν.

Πολυάσχολος δικηγόρος ο πατέρας και νεογιάπισσα η μάνα του θύτη δεν δίνουν ιδιαίτερη βαρύτητα στο συμβάν θεωρώντας ότι όλα τα παιδιά περνούν απ’ το στάδιο του να παίξουν κάποτε ξύλο κι ότι δεν μπορείς να κάνεις τίποτα για να τα γλυτώσεις. Η ζωή εκεί έξω είναι πολύ σκληρή και οι γονείς δεν πρέπει να επεμβαίνουν στις διαφορές ανάμεσα στα παιδιά τους αφού αυτές είναι ασήμαντες μπροστά στο τι θα ακολουθήσει όταν εκείνα μεγαλώσουν.

Μέσα από μια σειρά γρήγορων σκηνών που το κωμικό διαδέχεται το τραγικό ο κεντρικός άξονας της ιστορίας θα μετατοπισθεί σύντομα απ’ τα δυο παιδιά στους ενήλικες. Ο παιδικός καβγάς θα μείνει σαν καμβάς για ν’ αποτυπωθούν βαθύτερα κι ουσιαστικότερα προβλήματα όπως η ιδιοσυγκρασία των γονιών, ο τρόπος με τον οποίο έχουν μεγαλώσει τα παιδιά, η σχέση ανάμεσα στο κάθε ζευγάρι,  τι αυτό αντιπροσωπεύει κοινωνικά και κατ’επέκταση θα λειτουργήσει σαν καθρέφτης των θεατών αφού άλλοι λιγότερο κι άλλοι περισσότερο θ’ αναγνωρίσουν τον εαυτό τους ή κάποιον απ’ το οικείο περιβάλλον τους.

Η Γιασμίν Ρεζά έγραψε με έξυπνο τρόπο ένα έργο που είναι ένα ιδιότυπο μείγμα κωμωδίας καταστάσεων και κωμωδίας χαρακτήρων. Οι διαφορετικές προσωπικότητες του καθενός απ’ τους τέσσερις ήρωες γεννούν συγκρούσεις που ακροβατούν μεταξύ κωμικού και δραματικού. Ο θεατής γελάει με τον τύπο ανθρώπου που ενσαρκώνει ο κάθε ηθοποιός, αλλά και με τα αναπάντεχα ευτράπελα. Πίσω απ’ όλη αυτή τη γκραν γκινιόλ ατμόσφαιρα στην οποία θα καταλήξει η αρχικά «πολιτισμένη» κουβέντα των γονιών, η Ρεζά κατορθώνει να θίξει μια σειρά από πολύ σοβαρά, πανανθρώπινα και διαχρονικά θέματα  αλλά και ειδικότερα να στιγματίσει τον τρόπο με τον οποίο καμουφλάρονται διάφορες ανασφάλειες που τελικά θα έχουν αντίκτυπο  στην ανατροφή των παιδιών.

Η εξυπνάδα του συγκεκριμένου έργου  έγκειται στην ειρωνεία του ότι ο αρχικός παιδικός καυγάς για τον οποίο συναντήθηκαν οι γονείς είναι πταίσμα μπροστά στην αγριότητα μεταξύ ενηλίκων ή ακόμα και το ότι η συγγραφέας θέλει να καταδείξει το αναπόφευκτο τελικά της σύγκρουσης μέσω εχθροπραξιών είτε λεκτικών, είτε σωματικών. Η ειρηνική και πολιτισμένη αντιμετώπιση διαφορών και διαφορετικότητας φαίνεται να είναι πιο επίπονη διαδικασία απ’ το ν’ αφήσουμε τα αρχέγονα ένστικτα μας να ξεσπάνε κατά περίπτωση…

Ευρηματική  σκηνοθεσία με βάρος στους χαρακτήρες απ’ τον Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη, γρήγοροι ρυθμοί, έξυπνο ατακάρισμα και απολαυστικές  ερμηνείες – ξεχώρισα αυτήν του Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλου- απ’ τους τέσσερις ταλαντούχους ηθοποιούς. Η παράσταση κάνει κάποια στιγμή κοιλιά όσο πλησιάζει στο τέλος της, αλλά ο τρόπος που είναι δομημένη με συνεχείς κορυφώσεις και πτώσεις, κλέβει (sic) την ενδεχόμενη κίνηση των θεατών να κοιτάξουν τα ρολόγια τους.

Θέατρο Αθηνών

«Ο Θεός της σφαγής» της Γιασμίνα Ρεζά

Μετάφραση: Γιώργος Βούρος

Σκηνοθεσία:Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης
Σκηνικά-Κοστούμια: Αθανασία Σμαραγδή
Φωτισμοί: Αλέκος Γιάνναρος
Μουσική: Μίνως Μάτσας
Ερμηνεύουν: Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης, Στεφανία Γουλιώτη, Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος, Λουκία Μιχαλοπούλου

 

«Battlefield» του Peter Brook στο Θέατρον

images

Μετά τη μεγάλη μάχη, έρχεται η ησυχία. Μετά τον μεγάλο πόνο, η σιωπή. Νομίζω ότι κάπως έτσι γεννήθηκε το «Battlefield» στο μυαλό του Peter Brook. Ο απόηχος της μυθικής «Μαχαμπαράτα» κατέληξε σε  μια σύντομης διάρκειας παράσταση, σε μια απογυμνωμένη εκδοχή της εννιάωρης υπερπαραγωγής του 1985 με τέσσερις πια ερμηνευτές γιατί τελικά δεν χρειάζονται πολλά λόγια για να μιλήσεις για τη φρίκη της επόμενης μέρας.

Η βία κι ο πόλεμος σε διάφορες περιοχές του πλανήτη καθώς και τα σχετικά πρόσφατα αιματηρά γεγονότα που έχουν πλήξει την Ευρώπη και ειδικότερα το Παρίσι δεν άφησαν ασυγκίνητο τον Brook. Αυτός άλλωστε δεν θα έπρεπε να είναι ο προορισμός του αληθινού  καλλιτέχνη;

Ο Peter Brook είναι το ζωντανό παράδειγμα αυτής ακριβώς της συνδιαλλαγής της τέχνης με τη ζωή. Παρά το προχωρημένο της ηλικίας του, δεν επαναπαύεται στις δάφνες μιας τεράστιας καριέρας. Αντίθετα, είναι ενεργός και μάχιμος. Εξακολουθεί ν’ αφουγκράζεται την εποχή του και να μετουσιώνει σε τέχνη εκείνα τα κομμάτια της ζωής που τον ενδιαφέρουν.

Στο θεατρικό του σύμπαν -που παρεμπιπτόντως δεν είναι αποκομμένο απ’ την κοσμοθεωρία του-, η χωρίς κόπο ελπίδα είναι ίσως μια ουτοπία για ανόητους (sic), γι’ αυτούς  που θέλουν να συνεχίσουν να κοιμούνται μακάριοι ελπίζοντας ότι αόρατα νήματα θα εξασφαλίσουν την ευτυχία και τη γαλήνη ολόγυρα…

Στο «Battlefield» δεν μιλάει κανείς με τέτοιους όρους. Ο πόλεμος έχει γίνει. Τα θύματα κείτονται ολόγυρα. Ο νικητής θα πρέπει να προσπαθήσει να βρει την εσωτερική γαλήνη. Πώς; δικαιολογώντας τις πράξεις του; ανατρέχοντας σε βιβλικές παραβολές; επικαλούμενος τη μοίρα που ορίζει τα ανθρώπινα; Πάντως πρέπει να καταφέρει να επιβιώσει και πρέπει να πολεμήσει γι’ αυτό όχι πια στο πεδίο της μάχης αλλά μέσα του, εκεί τελικά που γίνονται οι πιο μεγάλες και ουσιαστικές μάχες.

Το έργο ξεκινάει στο τέλος ενός εξοντωτικού πολέμου όπου σκοτώθηκαν εκατομμύρια πολεμιστών. Αυτός ο πόλεμος γεννήθηκε από μια ενδοοικογενειακή σύγκρουση, τη σφοδρή διαμάχη των εκατό αδερφών Kaurava με αρχηγό τον πρωτότοκο αδερφό τους Duryodhana ενάντια των πέντε ξαδερφών τους Pandavas υπό την αρχηγεία του πρωτότοκου αδερφού τους Yudhishthira.Τα εκατό αδέρφια σκοτώθηκαν. Ο Yudhishthira κέρδισε τη μάχη. Πώς όμως να κυβερνήσει; Πώς να βρει την ψυχική ηρεμία όταν το πεδίο της μάχης είναι γεμάτο με όλα αυτά τα πτώματα; πώς να ζήσει με όλα αυτές τις τύψεις που δεν σταματούν να τον ταράζουν; Αυτό όμως είναι το πεπρωμένο του. Πρέπει να το αποδεχτεί και να ανταποκριθεί.

Είναι επίπονος ο δρόμος προς την αυτογνωσία και την προσδοκία της συμφιλίωσης. Ο Peter Brook ακολουθεί με πίστη μια διαδρομή που όσο φτάνει στο τέρμα της αποδεσμεύεται απ’ όλα τα περιττά φτιασιδώματα, τόσο σε προσωπικό όσο και σε καλλιτεχνικό επίπεδο. Απ’ το 1968 ήδη με το «Empty Space» είχε μιλήσει για την ανάγκη του θεάτρου να επιστρέψει στα βασικά διερετώμενος γιατί κοστούμια, γιατί μουσική…

Σε μια εποχή που η τεχνολογία έχει εισβάλει στο θεατρικό γίγνεσθαι που τα αδύνατα γίνονται δυνατά επί σκηνής κι οι υπερπαραγωγές ανεβάζουν διαρκώς τον πήχη προκαλώντας το ενδιαφέρον του κοινού, ο Brook επιστρέφει στον πολύ απλό ορισμό του θεάτρου. Η  θεατρική πράξη χρειάζεται τελικά έναν πομπό Α, έναν δέκτη Β κι ένα μήνυμα προς επικοινωνία. Πως όλο αυτό μπορεί να μετατραπεί σε υψηλή τέχνη χωρίς σκηνικά, κοστούμια και με τέσσερις μόνο ηθοποιούς είναι ένα μικρό θαύμα που ο μάγος Brook  δείχνει να μπορεί ακόμα να κάνει.

Όταν είδα την «Κοιλάδα των εκπλήξεων» πριν δυο χρόνια, είχα μείνει με το στόμα ανοιχτό μπροστά στο δέος που μου προκάλεσε η θεατρική του ιδιοφυΐα. Από τη σύλληψη και τη σύνθεση του έργου μέχρι τη σκηνική περάτωση, σκέφτηκα ότι έτσι ολοκλήρωνε την καριέρα του ένας αληθινά μεγάλος θεατράνθρωπος και μακάριζα την τύχη μου που κατάφερα να δω έστω και μία παράσταση του. Μετά το «Battlefield» αναλογίζομαι πόση προσπάθεια χρειάζεται τελικά για να ενσκήψει ο άνθρωπος μέσα του και να πλησιάσει τον πυρήνα στη ζωή ή/και την τέχνη.

Στο «Battlefield», ένα απλό πανί σκηνικού, μερικά καταπληκτικά φώτα και 4 σπουδαίοι πραγματικά ηθοποιοί γέμισαν τη σκηνή με παραβολές, δάση, πυρκαγιές, πεδία μαχών, μαγικά ηλιοβασιλέματα. Είδαμε υπερθέαμα χωρίς κανένα τέχνασμα. Και στο τέλος ο καταπληκτικός μουσικός Ιάπωνας Tsuchitori που ήταν όλη αυτή την ώρα πάνω στη σκηνή, έπαιξε τους τελευταίους ήχους που θα μπορούσαν να είναι οι ήχοι ενός κόσμου που ολοένα βγαίνει κι επιστρέφει στη μήτρα του σ’ έναν αέναο κύκλο, όπως ακριβώς συμβαίνει με το θαύμα ή την τραγωδία της ανθρώπινης ζωής.

battlefield_musicien

«Battlefield»

Θέατρον- Κέντρο Πολιτισμού: Ελληνικός Κόσμος

Διασκευή: Peter Brook, Marie – Hélène Estienne
Σκηνοθεσία: Peter Brook
Κοστούμια: Oria Puppo
Φωτισμοί: Philippe Vialatte
Ζωντανή μουσική: Toshi Tsuchitori
Παραγωγή: Αττική Πολιτιστική Εταιρεία (Αθήνα), Bouffes du Nοrd (Παρίσι), Young Vic (Λονδίνο), Les Théâtres de la ville de Luxembourg, PARCO Co. Ltd / Tόκιο, Grotowski Institute, Singapore Repertory Theater, Théâtre de Liège.

Παίζουν: Carole Karemera, Jared McNeill, Ery Nzaramba, Sean O’ Callaghan.

Θεατρική σεζόν Αγίας Πετρούπολης, 19-22/9/2016 στο Εθνικό Θέατρο

img_4255

Τι καινούργιο έφερε το 3ήμερο Διεθνές Φεστιβάλ  της Αγίας Πετρούπολης στην πόλη; Νομίζω κόμισε γλαύκα εις Αθήνας. Αν εξαιρέσει κανείς τους πολύ καλούς Ρώσους ηθοποιούς, καμία απ’ τις τρεις παραστάσεις δεν διακρίθηκε για την πρωτοπορία ή καινοτομία της. Πρωτίστως όμως, το φεστιβάλ έπασχε από κακή ή ελλιπή οργάνωση φωνάζοντας παντού προχειρότητα.

Υπήρξε περιορισμένη ενημέρωση στον τύπο. Αν δεν έμπαινες στην ιστοσελίδα του Εθνικού θεάτρου ή αν δεν ήξερες κάποιον μέσα απ’ το Εθνικό, πολύ απλά δεν θα το μάθαινες.

Διοργανώθηκε στο τέλος του Σεπτέμβρη που ακόμα δεν έχουν τελειώσει οι θερινές παραστάσεις, με αποτέλεσμα να υπάρχει κόσμος που αγχώθηκε για το να θα προλάβαινε να δει τον «Οιδίποδα» στο Ηρώδειο ή τις πολυσυζητημένες «Όρνιθες» του Καραθάνου στη Στέγη. Κι εκ του αποτελέσματος, πολλοί μετάνιωσαν που επέλεξαν ρωσικό θέατρο…Αυτό βέβαια, θα έπρεπε να κινητοποιήσει τους διοργανωτές περισσότερο κάνοντας το φεστιβάλ ανταγωνιστικό των εγχώριων παραγωγών. Κι επειδή προφανώς, δεν μπορείς να επέμβεις στο καλλιτεχνικό αποτέλεσμα παραστάσεων που προσκαλείς, μπορείς να συμβάλεις με άλλα στοιχεία που θα το κάνουν πιο ελκυστικό.

Το υλικό που διανεμήθηκε στους θεατές ήταν πλούσιο και άνευ κόστους αλλά εξαιρετικά απογοητευτικό. Οι μεταφράσεις των κειμένων κι ο τρόπος σύνταξης φώναζαν αυτόματη μετάφραση απ’ το ίντερνετ. Κι αυτό ίσχυε τόσο για το πρόγραμμα όσο και για τους υπέρτιτλους των παραστάσεων.Κρίμα που το φεστιβάλ πραγματοποιήθηκε με την υποστήριξη του Ινστιτούτου Πούσκιν.

img_4261

Αναλυτικά,

«Κούκλες για παιδιά και ενήλικες»-Κρατικό κουκλοθέατρο της Αγίας Πετρούπολης του Ε.Σ Ντέμμενι.

Παρουσιάστηκε ως διαδραστική έκθεση κουκλών – μαριονετών.

Εντυπωσιακό το στήσιμο, αλλά δεν υπήρξε καμία απολύτως διαδραστικότητα εκτός αν μίλαγες ρωσικά. Δυο – τρεις προθήκες με εντυπωσιακές ομολογουμένως  κούκλες στο φουαγιέ του θεάτρου και κάποιες αφίσες από παλαιότερες παραστάσεις απλωμένες ολόγυρα έδιναν τον τόνο.

img_4258 img_4256 img_4253 img_4252 img_4247

«Η πόλη. Παντρολογήματα»– Γκόγκολ – Κρατικό ακαδημαϊκό θέατρο του Λενσοβιέτ Αγίας Πετρούπολης.

Το γνωστό θεατρικό έργο του Γκόγκολ έχασε κάθε ρυθμό και κωμικότητα αφού μεταβλήθηκε σε μια παράσταση με πολύ καλές ομολογουμένως ερμηνείες μεν, τουριστικού χαρακτήρα δε. Στην παράσταση ακούστηκαν κείμενα απ’ τον «Ηλίθιο» του Ντοστογιέφκσι, τον Ευγένιο Ονέγκιν» του Πούσκιν καθώς και το ποίημα «Είμαστε διαφορετικοί σαν τη στεριά και το πέλαγος» της Μ.Ι Τσβετάγιεβα. Το συνολικό στήσιμο ήταν τέτοιο που έδινε την εντύπωση ότι οι Ρώσοι θέλανε να δείξουν στο ξένο κοινό τα καλύτερα στιγμιότυπα της ιστορίας του ρωσικού θεάτρου (sic)…

«Οι αδελφοί» βασισμένο στο μυθιστόρημα του Ντοστογιέφσκι «Οι αδερφοί Καραμάζοφ» – Κρατικό Δραματικό Θέατρο Αγίας Πετρούπολης Πριγιούτ κομεντιάνα

Ήταν η τρίτη παράσταση των αδελφών που παρακολούθησα μέσα σε 1,5 χρόνο κι η πιο αδιάφορη…

Το μυθιστόρημα- ποταμός του Ντοστογιέφκι είχε μεγάλη διάρκεια δυσανάλογη προς το ενδιαφέρον που έδειξε το κοινό αφού δεν κατόρθωσε να κρατήσει  τους θεατές σε εγρήγορση. Στα δύο διαλείμματα που έγιναν, η αίθουσα άδειασε αισθητά κι αξίζει να σημειωθεί ότι το κοινό αποτελείτο κυρίως από ανθρώπους του χώρου, συνεπώς εκπαιδευμένους θεατές. Τα πρόσωπα του μυθιστορήματος συνοψίστηκαν σε 6 ηθοποιούς που η σκηνική τους παρουσία παρέπεμπε σε παράσταση αναλογίου. Η πολλά υποσχόμενη- όπως μας συστήθηκε- σκηνοθέτης Ευγκένια Σαφόνοβα εμπνεύστηκε ένα θεατρικό κολάζ από αποσπάσματα του μυθιστορήματος κι επέλεξε να εμπλέξει στη δράση (sic) δευτερεύοντες ήρωες και λιγότερο γνωστά στοιχεία των αδερφών.

«Μάκβεθ»- Σαίξπηρ – Κρατικό θέατρο – φεστιβάλ Μπαλτίσκι ντομ Αγίας Πετρούπολης.

Ο Μάκβεθ ήταν για να είμαστε πιο ακριβείς μαθητεία Μάκβεθ αλλά συγχρόνως και η πιο ενδιαφέρουσα από τις παραστάσεις του φεστιβάλ. Εντυπωσιακά  μικρής διάρκειας  – για έργο Σαίξπηρ-πράγμα που ήταν ιδιαίτερα ανακουφιστικό για όσους είδαν και τις 2 προηγούμενες, ο Μάκβεθ του  Λυκ Περσεβάλ είχε ξεκάθαρη άποψη και σαφή προσανατολισμό. Η παράσταση εστίασε στην καταστροφική σχέση του Μάκβεθ και της γυναίκας του και στον όλεθρο που αυτή γέννησε. Η εικόνα με τις τρεις μοίρες που ορίζουν τις ζωές του ζεύγους να κινούνται αργά κι απειλητικά απ’ το βάθος της σκηνής προς τα εμπρός και οι κούνιες ως σκηνικός διάκοσμος είχαν κάτι απόκοσμο κι αισθητικά ενδιαφέρον.

img_4263

Ελπίζοντας σε κάτι καλύτερο του χρόνου αν αποφασίσουν να συνεχίσουν τις μετακλήσεις.

«Ορέστεια» στο Ηρώδειο

oresteia_2016_07

Η «Ορέστεια» του Χουβαρδά έρχεται να πυροδοτήσει το ερώτημα του πώς θα μπορούσαν να παρασταίνονται οι τραγωδίες σήμερα έτσι ώστε να μην κουράζουν, δυσαρεστούν, διχάζουν το κοινό· σαν μουσειακό είδος ή μήπως ελεύθερες από τις όποιες συμβάσεις τους και συνεπώς ανοιχτές σε κάθε μεταφορά ή διασκευή… Ο Χουβαρδάς κάνει κάτι ακόμα πιο ρηξικέλευθο ξεφεύγοντας απ’ το γνώριμο περιβάλλον του αρχαίου δράματος και μετατρέποντας το στην ιστορία μιας οικογένειας. Η «Ορέστεια» του δεν είναι πια η τραγωδία του Αισχύλου αλλά ένα αστικό δράμα κεκλεισμένων των θυρών.

Το μεγαλειώδες με τις τραγωδίες είναι ότι όσο περισσότερο ασχολείσαι μαζί τους είτε από θεωρητικής είτε από σκηνοθετικής σκοπιάς, τόσο περισσότερα αποκαλύπτουν. Είναι αυτά τα πολλαπλά επίπεδα που συχνά μπερδεύουν και μας κάνουν να τις προσεγγίζουμε με ψυχολογικά κριτήρια. Ο τραγικός ποιητής δεν γράφει με κρυφό κείμενο, δεν τον ενδιαφέρουν οι ψυχολογικές αποχρώσεις. Το αρχαίο δράμα άλλωστε έχει αυτή τη σύμβαση που είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το θρησκευτικό τελετουργικό στα πλαίσια του οποίου παρασταινόταν. Ωστόσο, κάθε αρχαίο δράμα στην ανάγνωση του δίνει πληροφορίες που ο ευφυής σκηνοθέτης καλείται να αξιοποιήσει και να βρει και τις συνάφειες με το παρόν  χωρίς να πέσει στην παγίδα να φέρει και τον Φρόϋντ στην παράσταση (sic).

Ο Χουβαρδάς στήνει την ιδέα του στο αστικό σαλόνι ενός σπιτιού της δεκαετίας του ‘ 40. Ο πατέρας επιστρέφει απ’ τον πόλεμο με εμφάνιση που παραπέμπει σε έναν διαχρονικά «άγριο». Ο πόλεμος εξάλλου μεταμορφώνει ή φέρνει στην επιφάνεια ό,τι έχει καθένας μέσα του. Βλέπουμε πάνω σ’ αυτή τη φιγούρα που βαφτίζουμε Αγαμέμνονα τον εμφύλιο στα βουνά της Ελλάδας αλλά βλέπουμε ξεκάθαρα και τον άγριο ισλαμιστή του σήμερα που με τηλεβόα ανακοινώνει τα κατορθώματα ή τις προθέσεις του και με το όπλο στο άλλο χέρι σπέρνει τον τρόμο και τον όλεθρο. Τραβάει ξοπίσω το λάφυρο, μια γυναίκα από την ξένη γη που λεηλάτησε. Ξένη ως προς τα ήθη της δικής του πατρίδας, αντιμετωπίζεται εχθρικά απ’ την οικογένεια, τα βλέμματα των «καθωσπρέπει κυριών την επεξεργάζονται με αναστηλωμένο φρύδι και σφραγισμένα χείλη. Οι άνδρες την ορέγονται και τη γδύνουν με τα μάτια τους. Εκείνη βιώνει ήδη τον εξευτελισμό της απ’ αυτούς που θεωρούν τους εαυτούς τους ανώτερους της, αλλά κρύβουν σκελετούς στις ντουλάπες τους.

Ο Χουβαρδάς μας κλείνει το μάτι σε πολλαπλά επίπεδα. Η σκηνοθετική ματιά του είναι πέλεκυς για την πολιτική εξουσία και τον τρόπο άσκησης της. Γιατί τι  άλλο είναι τελικά η «Ορέστεια» παρά μια καθαρά πολιτική τραγωδία. Ο απόλυτος φόβος όπως καθορίζεται απ’ την άσκηση μιας αυταρχικής κι ολοκληρωτικής εξουσίας με εναλλασσόμενους θύτες και θύματα παραπέμπει στην ανασφάλεια του σύγχρονου ανθρώπου του σήμερα. Νιώθω με άλλα λόγια ότι μ’ αυτήν του την πρόταση του ο σκηνοθέτης θέλησε να κάνει ένα σχόλιο για την εποχή μας αντλώντας απ’ τον Αισχύλο αφού εδώ υπάρχει η συγκυρία της μοναδικής σωζόμενης τριλογίας κι ως εκ τούτου ένα δράμα αρχέγονο κι αέναο με τιμωρία, ύβρη και τελικά κάθαρση έστω και αμφισβητούμενη…

Δεν θα πω ότι το αποτέλεσμα ήταν εξολοκλήρου άρτιο. Θεωρώ ότι τα δυο πρώτα μέρη είχαν σημεία που κούρασαν ιδιαιτέρως με την εμμονική χρήση της μουσικής και τους ηθοποιούς να συμπεριφέρονται συχνά σαν καρικατούρες. Η επιμέρους γελοιοποίηση αφαίρεσε την τραγικότητα και το βάθος που έχει έτσι κι αλλιώς το σπουδαίο κείμενο. Παρόλα αυτά, το τρίτο μέρος που σε άλλες παραστάσεις της «Ορέστειας» θεωρείται και το πιο βαρετό ( δεν υπάρχει έντονη δράση, έχει πολλά χορικά, έρχεται τρίτο μετά από τη μεγάλη διάρκεια του «Αγαμέμνονα» και των «Χοηφόρων» κι οι θεατές είναι ήδη κουρασμένοι κόκ), είχε και το μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Στις «Ευμενίδες» η δράση μεταφέρεται στη δεκαετία του’ 70. Οι ένοχοι έχουν πια πεθάνει αλλά έχουν αφήσει βαριά κληρονομιά εγκαθιστώντας στους ζώντες μια τρομοκρατία συνείδησης που πρέπει να «καθαρίσει». Οι ψευδαισθήσεις για την επικράτηση της ευνομίας είναι αχνές αλλά υπαρκτές. Ο εχθρός αφοπλίζεται προσωρινά. Η βία γεννά κι άλλη βία.

Βρήκα εξαιρετικά ευφυή τη στιγμή μετά την αθώωση του Ορέστη όπου ο ήρωας έχοντας πια την εύνοια των Θεών κάνει τις προγραμματικές του δηλώσεις (sic) κρατώντας τον τηλεβόα και παραπέμποντας στον πατέρα του όπως εκείνος εμφανίστηκε στον «Αγαμέμνονα». Επικαλούμαι εδώ και την Μπρεχτική επιρροή που συνειδητά ή όχι ώθησε τον σκηνοθέτη σ’ αυτή την κατεύθυνση. Οι ιδέες και τα πιστεύω μεταλάσσονται εύκολα όταν το πρόσωπο φέρει επίσημο ένδυμα. Πόσο πιο πολιτική θέση θα μπορούσε να είναι αυτό και πόσο πιο ξεκάθαρο κλείσιμο ματιού στην επικαιρότητα.

Οι ηθοποιοί εξαιρετικοί στο σύνολο τους υπηρέτησαν με πάθος την ιδέα αυτής της νέας «Ορέστειας» αναδεικνύοντας την σε μια παράσταση που σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί αδιάφορη.

Εν κατακλείδι, η πρόταση Χουβαρδά οδηγεί σε μια τραγωδία σύγχρονου τύπου που μπορεί να σταθεί μόνο όταν ο σκηνοθέτης γνωρίζει ότι για να αποδομήσεις πρέπει να έχεις ενσκήψει με σοβαρότητα στο αντικείμενο σου. Σε αντίθετη περίπτωση,  ένα τέτοιο εγχείρημα δημιουργεί αποτέλεσμα που παραπέμπει σε τραγωδία αλλά με την καταχρηστική έννοια της λέξης.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΟΥΒΑΡΔΑΣ: «ΟΡΕΣΤΕΙΑ» 

Μία παράσταση για τις απαρχές και το μέλλον της ανθρώπινης βίας

Συντελεστές
Μετάφραση: Δημήτρης Δημητριάδης
Διασκευή, σκηνοθεσία: Γιάννης Χουβαρδάς
Σκηνικά: Εύα Μανιδάκη
Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη
Μουσική: Σταύρος Γασπαράτος
Κίνηση: Σταυρούλα Σιάμου
Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος
Μακιγιάζ: Άννα Μπαλτζή
Κομμώσεις: Θοδωρής Χριστοδούλου
Φωτογραφίες: Έφη Γούση
Video trailer: Μιχάλης Κλουκίνας
Βοηθοί σκηνοθέτη: Σύλβια Λιούλιου , Νικολέτα Φιλόσογλου
Βοηθός σκηνογράφου: Θάλεια Μέλισσα
Βοηθός παραγωγής: Αλεξάνδρα Μουζακίτη
Διεύθυνση παραγωγής: Κατερίνα Μπερδέκα
Παραγωγός: Γιώργος Λυκιαρδόπουλος

Διανομή
Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης (Ορέστης)
Καρυοφυλλιά Καραμπέτη (Κλυταιμνήστρα)
Νίκος Κουρής (Αγαμέμνων, Τροφός)
Στεφανία Γουλιώτη (Ηλέκτρα, Αθηνά)
Νίκος Ψαρράς (Απόλλων, Πυλάδης)
Άλκηστις Πουλοπούλου (Κασσάνδρα, Πυθία)
Δημήτρης Παπανικολάου (Αίγισθος)
Ιερώνυμος Καλετσάνος (Κήρυκας)
Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης (Φύλακας)
Σύρμω Κεκέ (Κορυφαία)
Χριστίνα Μαξούρη (Κορυφαία, Δούλα)
Πολύδωρος Βογιατζής (Κορυφαίος)

«Λυσιστράτη» απ’ το Εθνικό Θέατρο στο Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου

IMG_3830

Η Λυσιστράτη διδάχθηκε το 411 π.Χ., ενάμιση περίπου χρόνο μετά την καταστροφική ήττα των Αθηναίων και των συμμάχων τους στη Σικελία. Μέσα σ’ αυτή την ατμόσφαιρα απογοήτευσης και πεσμένου ηθικού,  ο Αριστοφάνης γράφει το πιο αντιπολεμικό του έργο απευθύνοντας έκκληση για ειρήνη ενώ ταυτόχρονα καινοτομεί βάζοντας τις γυναίκες να επαναστατήσουν διεκδικώντας ισχυρότερο ρόλο απ’ αυτόν που κοινωνικά είχαν.

Ο Αριστοφάνης είναι εκπρόσωπος της Παλαιάς Κωμωδίας. Τα έργα αυτής της περιόδου χαρακτηρίζονται από χαλαρή πλοκή με παράταξη πολλών κι ετερόκλητων σκηνών, αθυροστομία, χρήση του φανταστικού στοιχείου, διάθεση ανατροπής, σάτιρα με σαφείς πολιτικές νύξεις , παραβίαση της θεατρικής ψευδαίσθησης ενώ οι υποκριτές απευθύνονται άμεσα στους θεατές.

Όλα αυτά τα στοιχεία έχουν συνηγορήσει έτσι ώστε απ’ τη θέσπιση σχεδόν του αρχαίου δράματος στα καλοκαιρινά φεστιβάλ και την επαναλειτουργία της  Επιδαύρου στη σύγχρονη εποχή ως σήμερα να έχουν περάσει άλλοτε εξαιρετικές κι άλλοτε κάκιστες παραστάσεις. Οι αριστοφανικές κωμωδίες αποτελούν πρόσφορο έδαφος για θιάσους που θέλουν να κάνουν κάτι πρόχειρο, εύπεπτο, εύκολο και προσοδοφόρο. Έτσι συχνά  έχουμε δει Αριστοφάνη σαν επιθεώρηση ή διασκευές αυτού, κακούς ηθοποιούς να πιστεύουν ότι ο αριστοφανικός ήρωας κάνει επί σκηνής μπαλαφάρες και χυδαιολογεί προς τέρψιν του κοινού, μεγάλους πρωταγωνιστές ν’ «αυτοκαταστρέφονται» νομίζοντας ότι με τον ίδιο τρόπο παίζεται ο Μολιέρος, ο Αριστοφάνης και οι οικογενειακές τηλεοπτικές κωμωδίες κόκ.

Είναι αλήθεια ότι η κωμωδία ως είδος επιδέχεται πολύ αυτοσχεδιασμό και αφήνει χώρο για να εκφραστεί η προσωπικότητα του ηθοποιού. Επιπλέον, η προέλευση του είδους, η σύνδεση του με τη λατρεία του Διονύσου (σ.σ η λέξη κωμωδία σημαίνει το τραγούδι ενός κώμου, μιας εύθυμης μεθυσμένης πομπής όπως αυτές που σχηματίζονταν προς τιμήν του Διονύσου) και η ελευθερία έκφρασης καθώς και το λεξιλόγιο φαντάζουν ως ιδανικές αφορμές «ελεύθερης  επέμβασης»

Η είδηση ότι ο Μιχαήλ Μαρμαρινός σκηνοθέτησε αρχαία κωμωδία κι ο Δημήτρης Δημητριάδης επιμελήθηκε της μετάφρασης αποτέλεσαν έτσι κι αλλιώς κίνητρο  για το τι διαφορετικό μπορούν να δώσουν δυο δημιουργοί που έχουμε συνδέσει με άλλα είδη θεάτρου στην πολύπαθη αριστοφανική κωμωδία.

Ο Μαρμαρινός έχει μια συγκεκριμένη αισθητική τον κώδικα της οποίας αναγνωρίζει πια όποιος έχει δει αρκετές παραστάσεις του. Επειδή η συγκεκριμένη κωμωδία είναι βασικά γυναικεία, η αισθητική του μου θύμισε «Insenso»…

IMG_3658

Μια γυναίκα παίζει πιάνο στη σκηνή καθώς εισέρχονται ρυθμικά οι γυναίκες του χορού της Λυσιστράτης. Φορούν μακριά διαφανή φορέματα κι από μέσα είναι γυμνές. Η Λυσιστράτη σύντομα παίρνει τον λόγο κινητοποιώντας τις και αρχίζει να ξετυλίγει το σχέδιο της.

Η Λυσιτράτη της Κιτσοπούλου είχε νεύρο αλλά ήταν κυρίως  η Κιτσοπούλου κι όχι η ηθοποιός που ενσάρκωνε τη Λυσιστράτη κι αυτό είναι έτσι κι αλλιώς πρόβλημα. Επιπλέον, η φωνή της είναι εντελώς ακατάλληλη για αρχαίο δράμα – ακόμη κι αν πρόκειται για κωμωδία. Δεν ακούγεται καθόλου και δεν έχει καλή άρθρωση.

Παράβαση δεν υπήρξε όπως ακριβώς τη γνωρίζουμε αλλά δεν έλειψε αφού έτσι κι αλλιώς ήταν διάσπαρτη μέσα στα μέρη που μπήκαν εμβόλιμα στο αριστοφανικό κείμενο.

Ακατανόητο γιατί συχνά χρησιμοποιήθηκε πλάγιος λόγος παρουσία του εκάστοτε ομιλώντος προσώπου. Επίσης, γιατί πολλές φορές το ομιλόν πρόσωπο έστεκε βουβό ενώ τα λόγια του τα έλεγε κάποιος άλλος.

Έκπληξη της παράστασης ο αειθαλής  Γιάννης Βογιατζής η προχωρημένη ηλικία του οποίου όχι μόνο δεν στάθηκε εμπόδιο αλλά δεν τον έκανε να ξεχάσει λόγια ή να υστερήσει στην κίνηση. Επιπλεόν, η φωνή του ακουγόταν εξαιρεικά. Απολαυστικοί και οι υπόλοιποι τρεις άνδρες του χορού, Θέμης Πάνου, Γιώργος Μπινιάρης, Χάρης Τσιτσάκης.

Ο Αιμίλιος Χειλάκης ήταν επίσης ένας πολύ καλός  Κινησίας. Τόσο η κίνηση όσο κι ο λόγος είχαν ακρίβεια κι έλεγχο χωρίς να ξεφεύγουν απ’ το μέτρο του Αριστοφάνη. Η δε σκηνή με τη Μυρίνη που μοιράζεται σε τρεις ηθοποιούς υπήρξε επίσης ενδιαφέρουσα κι έξυπνη ως εύρημα, αφού η «πάλη» ανάμεσα στο αρσενικό και το θηλυκό με τέτοιου είδους τεχνάσματα θα μπορούσε να αφορά και σε άλλα ζεύγη στο έργο.

Καλές και η Μαρία Σκουλά, Αθηνά Δημητρακοπούλου και Αγλαΐα Παππά.

Το εγχείρημα δεν ήταν σε καμία περίπτωση αδιάφορο. Αν μάλιστα ο σκηνοθέτης δεν αψηφούσε συγκεκριμένα δομικά μέρη της κωμωδίας  και  δεν υπερτόνιζε τη γύμνια και τη σεξουαλική πράξη  δεν πήγε πολύ μακριά απ’ το αριστοφανικό πνεύμα.  Έλειπε ένταση στην αρχή και στο τέλος του έργου ενώ επίσης και τα χορικά μέρη ήταν πλαδαρά και προκαλούσαν ανία. Σκηνοθετικό λάθος η μεγάλη διάρκεια της σκηνής της νύχτας μέσα στα τείχη της Ακρόπολης που παίχτηκε σε πλήρες σκοτάδι…

Αναρωτιέμαι παρόλα αυτά ποιο είναι τελικά το μέτρο ανάμεσα στην εγκεφαλικότητα μιας σκηνοθεσίας και στη χαλαρότητα που απαιτεί η κωμωδία προκειμένου να «περάσει» στο κοινό χωρίς να επαναπαυτεί σε ευκολίες και φθηνά τεχνάσματα.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗ

Μετάφραση: Δημήτρης Δημητριάδης

Σκηνοθεσία: Μιχαήλ Μαρμαρινός

Μουσική: Δημήτρης Καμαρωτός

Σκηνικά: Γιώργος Σαπουντζής

Κοστούμια: Μαγιού Τρικεριώτη

Φωτισμοί: Thomas Walgrave

Κίνηση: Χρήστος Παπαδόπουλος

Μάσκες: Μάρθα Φωκά

Καλλιτεχνική Συνεργάτις: Έφη Θεοδώρου

Βοηθός σκηνοθέτη: Θεοδώρα Καπράλου

Βοηθοί ενδυματολόγου: Κατερίνα Αριανούτσου, Μυρτώ Σαρμά

Δραματολόγος παράστασης: Έρι Κύργια

Διανομή:

Γιάννης Βογιατζής, Gemma Carbone, Αθηνά Δημητρακοπούλου, Λένα Δροσάκη, Ευαγγελία Καρακατσάνη, Λένα Κιτσοπούλου, Άννα Κλάδη, Σοφία Κόκκαλη, Ειρήνη Μακρή, Γιώργος Μπινιάρης, Αθηνά Μαξίμου, Ελένη Μπούκλη, Ηλέκτρα Νικολούζου, Θέμης Πάνου, Λένα Παπαληγούρα, Αγλαΐα Παππά, Μαρία Σκουλά, Έλενα Τοπαλίδου, Χάρης Τσιτσάκης, Αιμίλιος Χειλάκης

Πιάνο: Λενιώ Λιάτσου


Επισκεψιμότητα

  • 194,278 hits

Αρχείο